<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>diablog.eu</title>
	<atom:link href="https://diablog.eu/el/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://diablog.eu/el/</link>
	<description>ελληνογερμανικές συναντήσεις</description>
	<lastBuildDate>Thu, 02 Jul 2026 06:34:12 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0.1</generator>

<image>
	<url>https://medien.diablog.eu/2022/05/cropped-favicon-diablog-1-32x32.png</url>
	<title>diablog.eu</title>
	<link>https://diablog.eu/el/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Βαγγέλης Τσαπρούνης: άγιες εικόνες και αγάπη για τη φύση</title>
		<link>https://diablog.eu/el/technes/eikastika/vaggelis-tsaprounis-agies-eikones-kai-agapi-gia-ti-fysi/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/technes/eikastika/vaggelis-tsaprounis-agies-eikones-kai-agapi-gia-ti-fysi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Jul 2026 06:29:22 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εικαστικά]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16764</guid>

					<description><![CDATA[Η αγιογραφία συνδυάζει τέχνη και χειρονακτική εργασία με την Πίστη, καθιστώντας, στον ταραχώδη κόσμο μας, δυνατή την αναζήτηση του Θείου. Για τον Βαγγέλη Τσαπρούνη η αγιογραφία είναι πολύ περισσότερο από ένα πεζό επάγγελμα. Ο Simon ... <p class="read-more-container"><a title="Βαγγέλης Τσαπρούνης: άγιες εικόνες και αγάπη για τη φύση" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/technes/eikastika/vaggelis-tsaprounis-agies-eikones-kai-agapi-gia-ti-fysi/#more-16764" aria-label="Read more about Βαγγέλης Τσαπρούνης: άγιες εικόνες και αγάπη για τη φύση">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Η αγιογραφία συνδυάζει τέχνη και χειρονακτική εργασία με την Πίστη, καθιστώντας, στον ταραχώδη κόσμο μας, δυνατή την αναζήτηση του Θείου. Για τον Βαγγέλη Τσαπρούνη η αγιογραφία είναι πολύ περισσότερο από ένα πεζό επάγγελμα. Ο Simon Steiner μίλησε μαζί του.</p>
<p class="interview">Βαγγέλη, πώς άρχισες να ασχολείσαι με την αγιογραφία;</p>
<p>Με την αγιογραφία άρχισα να ασχολούμαι πριν από 34 χρόνια, περίπου. Ήταν γύρω στο 1992 και είχα μόλις τελειώσει πενταετή φοίτηση σε ιδιωτικό εργαστήριο ελευθέρων σπουδών. Το θέμα της σπουδής μου ήταν το ελεύθερο σχέδιο και το χρώμα.</p>
<p class="interview">Στις σπουδές σου, ποιος ήταν ο ρόλος του παρελθόντος, της παράδοσης και της σύγχρονης εποχής μας; Και τι ρόλο έπαιξαν οι δάσκαλοί σου;</p>
<figure id="attachment_16709" aria-describedby="caption-attachment-16709" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img decoding="async" class="wp-image-16709 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-10-E.Tsaprounis-teaser34-450x337.jpg" alt="" width="450" height="337" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-10-E.Tsaprounis-teaser34-450x337.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-10-E.Tsaprounis-teaser34-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-10-E.Tsaprounis-teaser34-500x375.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-10-E.Tsaprounis-teaser34.jpg 718w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16709" class="wp-caption-text">Ο Βαγγέλης Τσαπρούνης στο εργαστήρι του στα Βασιλικά της Βόρειας Εύβοιας</figcaption></figure>
<p>Εκείνη την εποχή στην Αθήνα, όπως άλλωστε και τώρα, τον τόνο στην εικαστική σκηνή τον έδινε η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών που έπαιρνε μια στροφή προς τη λεγόμενη «σύγχρονη τέχνη», contemporary art. Η νέα τάση αφορούσε εικαστικές εγκαταστάσεις, video art, performances, εννοιολογική τέχνη και οπωσδήποτε οτιδήποτε άλλο εκτός από ζωγραφική τελάρου. Αυτή η τάση τα επόμενα χρόνια έγινε κυρίαρχη και παραμένει ως τις μέρες μας.<br />
Στο μικρό όμως εργαστήριο που φοιτούσα εγώ, η επιρροή της γενιάς του 1930 και της επιστροφής στην παράδοση ήταν ακόμα πολύ ισχυρή. Ο ζωγράφος Τάσος Ρήγας που διεύθυνε το εργαστήριο, μας μετέδιδε τον θαυμασμό του για ζωγράφους σαν τον Παρθένη, τον Νικολάου, τον Παπαλουκά, τον Τσαρούχη όπως και για τις πηγές αυτής της παράδοσης: τη βυζαντινή αγιογραφία, τα αρχαία ελληνικά ανάγλυφα, τις ληκύθους, τα ψηφιδωτά και τα φρέσκο. Ζούσαμε λοιπόν μια εποχή πίσω. Η ελληνική τέχνη είχε περάσει στην μεταμοντέρνα εποχή και εμείς αναπνέαμε ακόμα τον αέρα του μοντερνισμού. Μιλώντας για μοντερνισμό αναφέρομαι σε εκείνο το στοιχείο του που τον θέλει να ανατρέχει στις πηγές, την παράδοση και το αρχέγονο. Να αναζητά αυτό που έχει αξία.<br />
Το εργαστήριο του Τάσου Ρήγα ήταν ένα φροντιστήριο προετοιμασίας για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Οι σπουδαστές έμεναν από ένα ως τρία χρόνια κατά μέσο όρο και μετά από αυτό είτε  είχαν εισαχθεί στη σχολή είτε τα παρατούσαν οριστικά. Ο Ρήγας ήταν ένας χαρισματικός δάσκαλος και δημιουργούσε όλο αυτό το καλλιτεχνικό κλίμα, εκπαιδεύοντας ζωγράφους. Στην πραγματικότητα δεν είχε καμία υποχρέωση να το  κάνει μιας και το εργαστήριο, όπως προανέφερα, αφορούσε απλώς την προετοιμασία για τις εξετάσεις.<br />
Εγώ παρέμεινα εκεί πέρα από  το όριο των τριών χρόνων και ύστερα από πέντε συνεχόμενες φορές ως επιλαχών στη λίστα των επιτυχόντων της σχολής, αποφάσισα να συνεχίσω την πορεία μου χωρίς ανώτατη εκπαίδευση. Είχα περάσει πέντε χρόνια σπουδάζοντας σχέδιο και χρώμα, συζητώντας για τέχνη σε κυριακάτικους περιπάτους στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Αρχαιολογικό Μουσείο, βόλτες στις γκαλερί παρακολουθώντας και σχολιάζοντας την καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας.</p>
<p class="interview">Ο προσανατολισμός σου προς την παράδοση ταιριάζει στην Πίστη σου.</p>
<p>Από φύση ή από κλίση είχα ένα συντηρητισμό σαν άνθρωπος, μέσα στα άλλα. Ίσως και μια λανθάνουσα έφεση προς τη θρησκεία και το πνευματικό (στο σχολείο με φώναζαν τα άλλα παιδιά «πάτερ»). Ποτέ όμως δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τα δόγματα και τον φανατισμό. Αργότερα και μέσα από την δουλειά μου ανέπτυξα μια έντονη κλίση προς την οικουμενικότητα της θρησκείας.</p>
<p class="interview">Πώς σε επηρέασαν συγκεκριμένα εικονίσματα και δάσκαλοι;</p>
<p>Κάπου κοντά στο τέλος αυτής της περιόδου ο Τάσος Ρήγας με έφερε σε επαφή με τον αγιογράφο Γιώργο  Χοχλιδάκη. Ο μάστρο-Γιώργης, όπως τον λέγαμε, την εποχή εκείνη, είχε ένα αγιογραφικό εργαστήριο με τρείς-τέσσερις βοηθούς και αναλάμβανε αγιογραφήσεις εκκλησιών σε πολλά μέρη ανά την Ελλάδα. Ήταν φορέας μιας μεγάλης παράδοσης. Είχε θητεύσει στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου, του μεγάλου ανανεωτή της Βυζαντινής αγιογραφίας. Ο Κόντογλου ήταν δάσκαλος πολλών ζωγράφων της γενιάς του 1930, ανάμεσα σε άλλους και του Γιάννη Τσαρούχη.<br />
Ενθουσιάστηκα με την ιδέα να εργαστώ μαζί του ως βοηθός αγιογράφος. Το έργο που με ενέπνεε ιδιαίτερα εκείνη την εποχή ήταν οι τοιχογραφίες της Μονής της Χώρας, στην Κωνσταντινούπολη, μνημείο που είχα την ευκαιρία να το θαυμάσω κάποια χρόνια αργότερα από κοντά. <span style="color: #0000ff;">[<a style="color: #0000ff;" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A7%CF%8E%CF%81%CE%B1%CF%82">εδώ</a>]</span><br />
Πήρα λοιπόν έναν δρόμο που με απομάκρυνε από τα τεκταινόμενα στην τέχνη της εποχής μου και με βύθισε σε μια σπουδή που έμοιαζε με αρχαιολογική ανασκαφή. Ήμουν περίεργος για όλα όσα αφορούσαν αυτή την δραστηριότητα. Τα κείμενα της έβδομης οικουμενικής συνόδου που ορίζουν την χρήση της εικόνας στην ορθόδοξη παράδοση, τους βίους των Αγίων, την ιστορία της αρχιτεκτονικής και της εικονογραφίας, την τεχνολογία των υλικών, τις καταβολές αυτής της τέχνης κ.ο.κ.<br />
Στο εργαστήριο του αγιογράφου Γιώργου Χοχλιδάκη ζωγραφίζαμε κυρίως τοιχογραφίες και ελάχιστες φορητές εικόνες σε ξύλο. Ο Χοχλιδάκης είχε δουλέψει την τεχνική φρέσκο στην αρχή της σταδιοδρομίας του και δείγμα αυτής της δουλειάς μπορεί κανείς να δει στην μικρή εκκλησία της Καπνικαρέας στην οδό Ερμού όπου είχε δουλέψει με τον δάσκαλό του τον Κόντογλου.</p>
<p class="interview">Πες μου περισσότερα για την τεχνική σου και τα στάδια της εκπαίδευσής σου.</p>
<figure id="attachment_16708" aria-describedby="caption-attachment-16708" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16708 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros-450x512.jpg" alt="" width="450" height="512" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros-450x512.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros-264x300.jpg 264w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros-768x874.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros-500x569.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-09_AgDimitriosTheodoros.jpg 900w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16708" class="wp-caption-text">Οι Άγιοι Δημήτριος και Θεόδωρος</figcaption></figure>
<p>Την εποχή που πήγα εγώ δούλευε μόνο σε ξερό τοίχο, al seco, και ιδιαίτερα μια παραλλαγή αυτής της τεχνικής στην οποία χρησιμοποιούσαμε καμβά. Στην τεχνική αυτή χρησιμοποιούμε μεγάλα κομμάτια βαμβακερό ύφασμα περίπου 3m x 4m τα οποία τεντώνουμε σε  αντίστοιχου μεγέθους τελάρα στο εργαστήριο. Στη συνέχεια περνάμε την προετοιμασία, σχεδιάζουμε την παράσταση και τη ζωγραφίζουμε. Το έτοιμο έργο διπλώνεται προσεκτικά και το κολλάμε στον τοίχο, σαν ταπετσαρία περίπου. Η ακριβής θέση που θα τοποθετηθεί προβλέπεται με ακρίβεια από ένα εικονογραφικό πρόγραμμα το οποίο έχει σχεδιαστεί υπό κλίμακα πάνω σε ένα αρχιτεκτονικό σκαρίφημα του Ναού. Αυτή είναι η τεχνική που χρησιμοποιώ και στα δικά μου έργα συνήθως. Υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα στη μέθοδο καθώς και τεχνικές δυσκολίες. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι πρέπει να υπολογιστούν σωστά τα μεγέθη των έργων καθώς και οι χρωματικές διαβαθμίσεις έτσι ώστε να δημιουργήσουν ένα αρμονικό σύνολο με το αρχιτεκτονικό μέλος και να δημιουργηθεί η κατανυκτική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στις ορθόδοξες εκκλησίες. Αυτό λύνεται μόνο με την εμπειρία και βοηθό έχει κανείς τις δοκιμασμένες λύσεις της παράδοσης. Η καθημερινότητα στο εργαστήριο μας εκπαίδευε γι&#8217; αυτό.<br />
Υπάρχει μια ιεραρχία σε αυτή τη δουλειά. Ο δάσκαλος διευθύνει το εργαστήριο. Αυτός κάνει το αρχικό σχέδιο υπό κλίμακα καθώς και τα τελικά σχέδια στον καμβά. Οι βοηθοί ξεκινούν την θητεία τους κάνοντας την προετοιμασία του καμβά και άλλες χοντροδουλειές. Έμεινα σε αυτό το στάδιο για σχεδόν ένα χρόνο και στην συνέχεια άρχισα να ζωγραφίζω κτήρια, μετά ρούχα κ.λ.π. Υπάρχουν λοιπόν τεχνίτες που ειδικεύονται στα ρούχα ή στα διακοσμητικά μοτίβα ανάλογα με την πείρα του ο καθένας. Κάποιος μπορεί να είναι φιλόδοξος και να μάθει όλη τη δουλειά, ενώ κάποιος άλλος αρκείται στην ειδικότητά του. Ο δάσκαλος κάνει επίσης το τελείωμα του έργου, χαμηλώνει κάποιους τόνους εδώ, τονίζει κάτι άλλο εκεί, διορθώνει το σχέδιο κάποιου ρούχου και το πιο σημαντικό ζωγραφίζει τα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους. Έτσι γίνεται δυνατή η ζωγραφική τόσο μεγάλων επιφανειών.<br />
Για την ιστορία αναφέρω ότι ύστερα από μερικά χρόνια δούλεψα και στο εργαστήριο φορητών εικόνων του Θέμη Πέτρου όπου έμαθα την τεχνική της αυγοτέμπερας.  Δούλευα μια στο ένα εργαστήριο και μια στο άλλο κατά περιόδους. Στα 1996 σε ηλικία 27 χρόνων ανέλαβα να ζωγραφίσω μαζί με τη συνάδελφο Νέλλη Τζιάρα το παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου στη Χαλκίδα. Το 1998 με βρίσκει να ιδρύω το πρώτο μου εργαστήριο στην οδό Κολοκοτρώνη στο κέντρο της Αθήνας, και το 2001 το μεταφέρω στην οδό Αγίας Φιλοθέης δίπλα στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών.</p>
<p class="interview">Πώς διαμορφώθηκετο το προσωπικό σου στυλ; Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι σου;</p>
<figure id="attachment_16705" aria-describedby="caption-attachment-16705" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16705 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu-450x430.jpg" alt="" width="450" height="430" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu-450x430.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu-300x286.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu-768x733.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu-500x477.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-06-Mandala-Jesu.jpg 887w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16705" class="wp-caption-text">Παντοκράτωρ στον θόλο του παρεκλήσιου Αγ.Βασιλείου<br />Σχοινούσας 2002, τεχνική al seco</figcaption></figure>
<p>Όσον αφορά το προσωπικό μου στύλ μέσα σε αυτά τα πλαίσια, θα έλεγα ότι δεν είναι ζήτημα συνειδητής επιλογής ή εκλεκτικισμού. Η όποια προσωπική γραφή έχει να κάνει με τον τρόπο που κατανοώ περισσότερο ή λιγότερο τα στοιχεία της παράδοσης, είναι δηλαδή προϊόν αναλυτικής διαδικασίας αλλά και μιας εσωτερικής αίσθησης του Ιερού που διαμορφώθηκε σιγά σιγά μέσα μου. Ας πούμε ότι έχω διαμορφώσει ένα κριτήριο ή ιδανικό που προσπαθώ να προσεγγίσω. Κοιτάζω το έργο που δουλεύω και αναρωτιέμαι: είναι σωστά σχεδιασμένο, τα χρώματα είναι αρμονικά; Η μεγάλη μου φιλοδοξία, αλλά αυτό πρέπει να το πουν οι άλλοι αν το καταφέρνω, είναι να βοηθώ και εγώ με την τέχνη μου να δημιουργείται στην εκκλησία αυτό το βίωμα εορταστικής χαράς και συγκρατημένης λύπης, το συναίσθημα της χαρμολύπης όπως λέγεται με μία λέξη.<br />
Θα αναφέρω εδώ κάποιες γνώμες άλλων για το θέμα που τις ασπάζομαι κι εγώ: Οι καλλιτέχνες στα εργαστήρια τους κυνηγάνε διαρκώς ένα όραμα και αυτή είναι η κύρια έγνοια που τους απασχολεί όταν εργάζονται (κι όχι μόνο τότε). «Κυνηγάνε πάντα κάποιο είδος ισορροπίας κι αναρωτιούνται αν την έχουν πετύχει» (Gombrich). <span style="color: #0000ff;">[<a style="color: #0000ff;" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CE%BD%CF%83%CF%84_%CE%93%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B9%CF%87">εδώ</a>]</span> Επίσης «κινούνται διαρκώς προς την <em>έκσταση</em> χωρίς να την φτάνουν ποτέ γιατί ο εκστατικός άνθρωπος δεν έχει πλέον την επιθυμία να κάνει τέχνη» (Λάπας). <span style="color: #0000ff;">[<a style="color: #0000ff;" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%AC%CF%80%CF%80%CE%B1%CF%82">εδώ</a>]</span></p>
<p class="interview">Ποια σημασία έχει για σένα η αγιογραφία;</p>
<figure id="attachment_16704" aria-describedby="caption-attachment-16704" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16704 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller-450x481.jpg" alt="" width="450" height="481" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller-450x481.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller-281x300.jpg 281w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller-768x821.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller-500x534.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-05_agiosVasiliosMandalaheller.jpg 819w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16704" class="wp-caption-text">Ο Αγ. Νικόλαος στον Αγ. Βασίλειο Σχοινούσας 2002</figcaption></figure>
<p>Συνοψίζοντας, κατά την γνώμη μου, η αγιογραφία δεν είναι μια απλή τεχνοτροπία, είναι ένα ολόκληρο εικαστικό σύστημα που σχετίζεται άμεσα με το ορθόδοξο δόγμα. Θα χρειαζόταν να είναι κανείς θεολόγος και να έχει εντρυφήσει στη θεολογία των εικόνων για να περιγράψει όλο το πλέγμα των κανόνων και των συμβολισμών. Σε γενικές γραμμές όμως μπορούμε να πούμε ότι η έβδομη οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας αποκαθιστά τη χρήση των εικόνων, στην λατρευτική πρακτική, μετά την εικονομαχία. Η εικόνα από αυτή την άποψη αποκτάει την αξία της μέσα στην εκκλησία χάρη στην δυνατότητά της να προσανατολίσει το πνεύμα των πιστών προς τον Εικονιζόμενο. Πρόκειται λοιπόν για λειτουργικό αντικείμενο  που καθαγιάζεται  μέσα από τη χρήση του στην λατρεία. Ο αγιογράφος προσφέρει την χειρωνακτική του εργασία προκειμένου να την κατασκευάσει. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, αυτό εκφράζει η φράση «δια χειρός» πριν την υπογραφή του, που θεωρείται πιο κατάλληλο από το αρχαίο «εποίησεν». Το ίδιο ισχύει και για όλα τα λειτουργικά σκεύη. Το Ιερό Ποτήριο, για παράδειγμα, δεν λαμβάνει την ιερότητα του εξ αιτίας της κατασκευής του αλλά εξ αιτίας της χρήσης του στην Θεία Ευχαριστία.</p>
<p class="interview">Τώρα, φυσικά, με ενδιαφέρει πολύ να μάθω τι είναι αυτό που κάνει τη δουλειά σου να ξεχωρίζει. Είναι βασικά η θρησκεία, η Εκκλησία;</p>
<figure id="attachment_16706" aria-describedby="caption-attachment-16706" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16706 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT-450x397.jpg" alt="" width="450" height="397" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT-450x397.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT-300x265.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT-768x677.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT-500x441.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-07-Dome-AT.jpg 1024w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16706" class="wp-caption-text">Παντοκράτωρ στον θόλο του Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου Dunackeszi Βουδαπέστη 2024, τεχνική al seco</figcaption></figure>
<p>Είναι φανερό από όσα ήδη ανέφερα, ότι υπάρχει μια «ένταση» ανάμεσα στην κοσμική τέχνη και την αγιογραφία, όσον αφορά τη θεματολογία αλλά και όσον αφορά την χρονικότητα. Υπάρχει ένας σταθερός κώδικας που μένει ζωντανός μέσα στα εργαστήρια της αγιογραφίας όσο η παράδοση περνάει από δάσκαλο σε μαθητή και όπως συνοψίζεται από φωτισμένους δασκάλους όπως ο μοναχός Διονύσιος ο εκ Φουρνά, 16ος αι.μ.Χ. <span style="color: #0000ff;">[<a style="color: #0000ff;" href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CE%B5%CE%BA_%CE%A6%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%AC">εδώ</a>] </span>Η όποια εξέλιξη είναι πολύ αργή και συχνά κάνει κύκλους. Η ένταση που προανέφερα περιγράφεται από το γεγονός πως ο σύγχρονος αγιογράφος, αντίθετα με τα κελεύσματα του καιρού του, καλείται να γυρίσει την πλάτη στην πρωτοτυπία και τον υποκειμενισμό για να υπηρετήσει κάτι άχρονο.<br />
Κατά τη γνώμη μου, η  θρησκεία σαν σύστημα γνώσης είναι στραμμένη στο παρελθόν. Ό,τι σημαντικό μπορούσε να ειπωθεί έχει ειπωθεί ήδη το έτος 1 από τον ίδιο τον Χριστό. Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος της τεχνολογίας δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σημαντικά υπαρξιακά ζητήματα της ζωής. Η εκκλησία δίνει απάντηση  στη βασική ερώτηση «τι είναι θάνατος» και η απάντηση είναι ότι «δεν υπάρχει θάνατος». «Με ποιο τρόπο πρέπει να σχετίζονται οι άνθρωποι;» «Με κοινωνία αγάπης.» Ίσως μέχρι να εμπεδωθούν αυτές οι βασικές αλήθειες θα βάζουμε μόνοι μας τις αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια μας.<br />
Οι αλήθειες αυτές δεν είναι προς απόδειξη, αντιθέτως πρόκειται για αφετηρίες που οδηγούν σε συγκεκριμένη πρακτική. Κρίνονται δηλαδή εκ του αποτελέσματος, και προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη στάση. Η παράδοση αποκτάει κύρος με μια αέναη συσσώρευση προσώπων, σοφών προπατόρων, που συχνά μας διαφωτίζουν και άλλοτε, εξ αιτίας της διαφορετικής ιστορικής στιγμής και αναγκών, μας συσκοτίζουν. Η εκκλησία πάντα βρίσκεται σε μια ένταση ανάμεσα στην συντήρηση και στην μεταρρύθμιση, κι αυτό συχνά οδηγεί στην αίρεση. Είναι δηλαδή «μαχόμενη» (ή στρατευόμενη), όπως λέγεται, σε αντίθεση με την εκκλησία των αγίων που ονομάζεται «θριαμβεύουσα». Την απεικόνιση της δεύτερης προσπαθεί να κάνει ορατή ο αγιογράφος.</p>
<p class="interview">Μίλησέ μου για την εργασία σου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.</p>
<figure id="attachment_16703" aria-describedby="caption-attachment-16703" style="width: 790px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16703 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein.jpg" alt="" width="800" height="533" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein.jpg 800w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein-300x200.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein-768x512.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein-450x300.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-04-Skalosia-klein-500x333.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 800px) 100vw, 800px" /><figcaption id="caption-attachment-16703" class="wp-caption-text">Γενική άποψη με σκαλωσιά στον Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου Dunackeszi Βουδαπέστη 2024</figcaption></figure>
<p>Από το 1996 που άρχισα να αναλαμβάνω αγιογραφήσεις εκκλησιών έχω ιστορήσει εξολοκλήρου εφτά Ιερούς Ναούς στην Ελλάδα και έναν στο εξωτερικό. Πρόκειται για Ενοριακούς Ναούς και παρεκκλήσια. Συγκεκριμένα: Ι.Ν Αγίου Στεφάνου, Χαλκίδα, παρεκκλήσιο Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Δημητρίου // Ι.Ν Αγίου Χαραλάμπους, Ελληνικά, Β. Εύβοια, ενοριακός // Ι.Ν Αγίου Αθανάσιου, Ελληνικά, Β. Εύβοια, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίας Σοφίας, Αμοργός, ενοριακός // Ι.Ν Τιμίου Σταυρού, Δονούσα, ενοριακός // Ι.Ν Αγίου Φιλαρέτου, Σχοινούσα, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίου Βασιλείου, Σχοινούσα, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου, Βουδαπέστη, ενοριακός.<br />
Έργα μου, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες καθώς και δεσποτικές εικόνες τέμπλου υπάρχουν σε πολλούς άλλους Ιερούς Ναούς και σε ιδιωτικές συλλογές.<br />
Ο τρόπος που εργάζομαι στη Ελλάδα και στο εξωτερικό ουσιαστικά είναι ο ίδιος. Αρχικά κάνω μια μελέτη, όπως περιέγραψα στην αρχή, η οποία συνοδεύεται από οικονομική προσφορά. Αν ο εφημέριος μείνει ευχαριστημένος, το σχέδιο πηγαίνει για έγκριση από την αρμόδια μητρόπολη και προχωρώ στην εκτέλεση του έργου, μαζί με μια ομάδα εργασίας που συγκροτώ κάθε φορά.</p>
<p class="interview">Σε κάποια ταβέρνα μού είχες δείξει φωτογραφίες της δουλειάς σου στη Βουδαπέστη. Θυμάμαι ότι ήταν λίγο μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2021 για την οποία συζητούσαμε συνεχώς.</p>
<figure id="attachment_16723" aria-describedby="caption-attachment-16723" style="width: 290px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16723 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-12a_schwarz-spiegel-300x225.jpg" alt="" width="300" height="225" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-12a_schwarz-spiegel-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-12a_schwarz-spiegel-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-12a_schwarz-spiegel-500x375.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-12a_schwarz-spiegel.jpg 616w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /><figcaption id="caption-attachment-16723" class="wp-caption-text">Λεπτομέρεια πίνακα</figcaption></figure>
<p>Στη Βουδαπέστη, βέβαια, υπήρχαν επί πλέον  δυσκολίες. Η διαφορά της γλώσσας και της κουλτούρας καθώς και η προμήθεια των υλικών ήταν μερικές. Επίσης, η εξαγωγή και η μεταφορά των έργων. Το ελληνικό δημόσιο έχει θεσπίσει ειδική άδεια για την εξαγωγή έργων τέχνης, προς αποφυγή της αρχαιοκαπηλίας. Η άδεια αυτή χορηγείται από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία και βεβαιώνει ότι τα έργα προς εξαγωγή είναι σύγχρονα. Όλα αυτά όμως ξεπεράστηκαν χάρις την καλή συνεργασία και την αμοιβαία εμπιστοσύνη με τον εφημέριο εκεί, τον πάτερ Νικόλαο, την οικογένεια του και τη βοήθεια των Αγίων. Μετά το τέλος αυτής της εργασίας αισθάνθηκα ιδιαίτερα περήφανος και ταυτόχρονα ευγνώμων. Ήταν για μένα ένας άθλος.<br />
Η πρόταση για την παραπάνω εργασία έγινε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή. Ήταν αμέσως την μεγάλη πυρκαγιά στην Β. Εύβοια, τον τόπο καταγωγής μου όπου διαμένω με την οικογένεια μου τα τελευταία 14 χρόνια. Η Φωτιά κατέκαυσε 500.000 στρέμματα συμπαγούς δάσους. Μια βιβλική καταστροφή. Η κρατική μέριμνα κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς ήταν απούσα, επιεικώς. Στη συνέχεια στράφηκε προς την κατεύθυνση των «μεγάλων επενδύσεων». Αποτέλεσμα, μετά το πρώτο βαρύ πένθος και την προσπάθεια να ορθοποδήσουν, οι κάτοικοι από χρόνο σε χρόνο εγκαταλείπουν την περιοχή εξ αιτίας του οικονομικού μαρασμού και της ανεργίας που ακολούθησε την καταστροφή των ζωτικών πόρων της περιοχής. Το δάσος παρήγαγε ξυλεία, ρητίνη πεύκου και ένα σημαντικό τουριστικό προϊόν, εκτός των άλλων. Το 80% του ελληνικού μελιού από πεύκο παραγόταν εδώ. Η παραδοσιακή κτηνοτροφία δέχτηκε τρομερό πλήγμα. Τα ζώα κάηκαν ζωντανά, σε μεγάλο ποσοστό. Τον πρώτο καιρό η περιοχή έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Στάχτη, φορτηγά, λάσπη, όρθιοι καμένοι κορμοί παντού. Και μετά πλημμύρες. Απλώς  δεν υπάρχουν λόγια να σας περιγράψω την κατάσταση. Οι κάτοικοι ξεχνούσαν ακόμα και το όνομά τους από το σοκ.<br />
Δέχτηκα λοιπόν την πρόταση για την αγιογράφηση στη Βουδαπέστη από ένα παλιό μου συνεργάτη Ουκρανό που έχει γυρίσει στην πατρίδα του, έχει κάνει οικογένεια και έχει γίνει ιερέας. Είχε ακούσει γι&#8217; αυτή την ενορία που ήθελε να αγιογραφήσει την εκκλησία της με τον ελληνικό τρόπο. Μου πρότεινε να την αναλάβουμε μαζί γιατί ο ίδιος εξ αιτίας των καθηκόντων του δεν μπορούσε μόνος. Κατά τη γνώμη μου δεν είχε και την εμπειρία. Για να μην τα πολυλογώ, κάναμε την πρώτη επαφή με τον π. Νικόλαο, τον ιερέα της ενορίας. Στην συνέχεια ο πόλεμος στην Ουκρανία τον έκλεισε πίσω από τα σύνορα κι έτσι ανέλαβα μόνος μου. Μπόρεσα μόνο να τον συμπεριλάβω στη ομάδα που τοποθετούσαμε τις τοιχογραφίες στο Ναό.<br />
Η αγιογράφηση κάθε εκκλησίας είναι πολύ μεγάλο έργο. Πάντα υπάρχουν ιδιαιτερότητες και ξεχωριστές στιγμές.</p>
<p class="interview">Θυμάμαι με μεγάλη χαρά την έκθεσή σου στα Βασιλικά· είχαμε μουσική, κρασί και υπέροχες συζητήσεις. Και θαυμάσια ζωγραφική – όχι εικονίσματα, αλλά απεικονίσεις των Βασιλικών, της ιδιαίτερής μας πατρίδας.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16712 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-450x636.jpg" alt="" width="450" height="636" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-450x636.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-212x300.jpg 212w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-724x1024.jpg 724w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-768x1086.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-1086x1536.jpg 1086w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz-500x707.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-13_Poster-ganz.jpg 1169w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" />Παράλληλα με την εκκλησιαστική ζωγραφική, ζωγραφίζω και άλλα θέματα. Πρόκειται για σχεδιάσματα, σπουδές και έργα ζωγραφισμένα με μολύβι, μελάνι, ακουαρέλα, λάδι ή ακόμα και κάποια χαρακτικά και ελάχιστα γλυπτά. Παρουσίασα μια μικρή συλλογή από αυτά τα έργα σε μια έκθεση που έκανα εδώ στα Βασιλικά το 2021, τη χρονιά της πυρκαγιάς. Την ονόμασα «μικρή αναδρομική» γιατί συμπεριλάμβανε επιλεγμένα έργα από όλη μου την πορεία, εκτός από τη περίοδο της μαθητείας. Ήθελα να δείξω όλη αυτή την δουλειά και να πάρω μια ανατροφοδότηση.<br />
H πιο συνεκτική ενότητα, από αυτή τη δουλειά είναι τα τοπία που ζωγραφίζω με λάδι πάνω σε κόντρα πλακέ θαλάσσης. Είναι τοπία  από την γύρω περιοχή. Θάλασσες και χαμηλοί λόφοι. Τα ζωγραφίζω από του φυσικού και από  μνήμης. Δεν επιλέγω τα θέματα αυτά με κριτήριο την γραφικότητά τους αλλά επειδή μου προκαλούν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, μια σύνδεση με το τοπίο. Ζωγραφίζω πάνω στην κάθετη διάσταση έτσι ώστε να συμπεριλάβω όσο το δυνατόν περισσότερο ουρανό. Άνθρωποι δεν υπάρχουν και πολύ σπάνια ανθρώπινες κατασκευές. Με ενδιαφέρει να δημιουργήσω μια εντύπωση υψηλού, ένα είδος δέους απέναντι στο μεγαλείο της φύσης, που όμως είναι ταυτόχρονα οικείο και προσιτό, εξ αιτίας της κλίμακας του τοπίου. Πρόκειται για λόφους και όχι για πανύψηλα απρόσιτα όρη. Για του Έλληνες το Θείο ήταν πάντα κοντινό και προσιτό. Αντίθετα με τις αγιογραφίες, τα ζωγραφίζω γρήγορα σχεδόν αυτόματα, αφού έχω σχηματίσει πρώτα στο μυαλό μου τι θέλω να κάνω κάθε φορά. Συχνά χωρίς κανένα προσχέδιο.</p>
<p class="interview">Πώς ανταποκρίνεται το κοινό;</p>
<p>Συνήθως παίρνω καλά σχόλια για την ζωγραφική μου, οι άνθρωποι που τα βλέπουν μου λένε συχνά ότι αναγνωρίζουν πολύ οικεία θέματα που δεν τα είχαν προσέξει μέχρι τότε. Αυτό το θεωρώ επιτυχία, μέσα στις επιδιώξεις μου είναι να διευρύνω κάπως τα όρια των πραγμάτων που τους δίνουμε προσοχή. Επίσης, μου λένε πως τα έργα μου τους ταξιδεύουν.</p>
<p class="interview">Έχεις εκθέσει και στα Κύθηρα.</p>
<p>Έκανα μια έκθεση με αυτά στον εκθεσιακό χώρο «Δεσμό» στο Παρίσι το 2019 και είχα καλή υποδοχή. Μετά την πυρκαγιά του 2021 τα τοπία μου έγιναν καμένα τοπία και αναγεννημένα τοπία. Το 2023 εξέθεσα αυτή τη δουλειά σε ένα ωραίο χώρο στα Κύθηρα, το «Ζείδωρο». [αρχαία: «ζωογόνο»]</p>
<p class="interview">Πώς συνδυάζεις θρησκευτική και «λαϊκή» τέχνη;</p>
<p>Οι αγιογραφίες μου και τα έργα μου στη φύση διαφέρουν πολύ ως προς την θεματολογία και ως προς την τεχνοτροπία. Υπάρχει όμως ένα είδος συναισθηματικής σύνδεσης, που σε μένα δεν φαίνεται παράδοξη γιατί θεωρώ τη φύση ιερή.</p>
<p class="interview">Πού δημιουργείς τα έργα σου; Ποιός είναι ο ρυθμός εργασίας σου;</p>
<figure id="attachment_16700" aria-describedby="caption-attachment-16700" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16700 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-01a-Atelier-ganz-450x800.jpg" alt="" width="450" height="800" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-01a-Atelier-ganz-450x800.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-01a-Atelier-ganz-169x300.jpg 169w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-01a-Atelier-ganz-500x889.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-01a-Atelier-ganz.jpg 576w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16700" class="wp-caption-text">Το εργαστήρι στα Βασιλικά στη Βόρεια Εύβοια</figcaption></figure>
<p>Ο χώρος που μου δίνει τη δυνατότητα για όλη αυτή την παραγωγή είναι το εργαστήριο μου. Το εργαστήριο έχει συναισθηματική φόρτιση για μένα, είναι χώρος μελέτης και περισυλλογής. Μια τυπική μέρα εκεί ξεκινά συνήθως στις οκτώ το πρωί με σκούπισμα και οργάνωση της εργασίας. Εάν δεν υπάρχουν επείγουσες παραδόσεις, δουλεύω πέντε συνεχόμενες ώρες ζωγραφίζοντας και μελετώντας, μετά κάνω διάλειμμα  για μεσημεριανό φαγητό και ξεκούραση. Το απόγευμα είτε συνεχίζω στο εργαστήριο είτε ασχολούμαι με το σπίτι και αγροτικές εργασίες. Υπάρχουν συχνά προσαρμογές ανάλογα με τις καθημερινές ανάγκες και την εποχή. Προσαρμογές υπάρχουν και εξ αιτίας της ροής των παραγγελιών.  Οι εποχές του έτους και ο καιρός είναι πολύ πιο καθοριστικός για την εργασία στην επαρχία από ότι στην πόλη. Μου αρέσει η ποικιλία και έτσι δεν βαριέμαι ποτέ. Συχνά όμως είμαι αγχωμένος γιατί δεν προλαβαίνω όσα θέλω.</p>
<p class="interview">Σε γνωρίζω από τότε που ήσουν μικρό παιδί, στις αρχές της δεκαετίας του &#8217;80. Όταν σε βλέπω, σκέφτομαι τα Βασιλικά, όπου μένουμε, και όχι τις αγιογραφίες.</p>
<p>Απολαμβάνω τη σχέση μου με τη φύση, τις εναλλαγές του φωτός και κυρίως τη θάλασσα. Είμαι ερωτευμένος με τη θάλασσα και η γυναίκα μου δε ζηλεύει γι&#8217; αυτό επειδή μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη. Το φως είναι κυρίαρχο και στη ζωγραφική μου. Μου αρέσει να κολυμπώ αλλά απολαμβάνω και τους μακρινούς περιπάτους στο βουνό. Υπάρχουν όμως περίοδοι που κλίνομαι στο εργαστήριο και χάνω την επαφή με το γύρω μου. Μια μακριά τέτοια περίοδος ήταν τα τελευταία τρία χρόνια που ζωγράφιζα την εκκλησία στην Βουδαπέστη. Από άποψη υγείας δεν μου έκανε καλό. Ίσως δεν ήθελα να πολυβγαίνω και γιατί δεν ήθελα να βλέπω το καμένο τοπίο.</p>
<p class="interview">Πώς θα συνεχίσεις τώρα με την οικονομική κατάσταση που έχουμε; Μίλησες για τη δουλειά στα χωράφια και τις οικιακές εργασίες. Αλλά πώς θα μπορέσεις να βγάλεις στο μέλλον το ψωμί σου ως εικαστικός;</p>
<figure id="attachment_16699" aria-describedby="caption-attachment-16699" style="width: 1014px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16699 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder.jpg" alt="" width="1024" height="615" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder-300x180.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder-768x461.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder-450x270.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-00-die-3-bilder-500x300.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /><figcaption id="caption-attachment-16699" class="wp-caption-text">Πίνακες στο εργαστήρι</figcaption></figure>
<p>Οι παραγγελίες στη αγιογραφία δεν έχουν σταθερή ροή και οι εκθέσεις ζωγραφικής δεν είναι εισόδημα στην Ελλάδα. Αυτή την περίοδο η οικονομική δυσκολία είναι γενικότερο φαινόμενο στην Ελλάδα. Δεν έχω παράπονο, έχω ζήσει πλούσια ζωή και βρίσκομαι τώρα σε ένα ενδιαφέρον μεταίχμιο: Αισθάνομαι ότι έχω κάνει αρκετά για τη ζωγραφική και  θα μπορούσα να σταματήσω εδώ και να είμαι ευχαριστημένος. Η αναζήτησή μου έχει καρποφορήσει και αισθάνομαι ελεύθερος να επιλέξω επαγγελματικά κάτι άλλο πιο κερδοφόρο και πιο σταθερό. Θα μπορούσα επίσης να συνεχίσω και θα ήταν αυτό σαν μια καινούρια αρχή: πιο απελευθερωμένος και πιο ώριμος, να κάνω κάτι πραγματικά καλό, κληροδότημα για τους επόμενους. Μια παλιά ρήση λέει ότι η ζωγραφική είναι η τέχνη των γερόντων. Θα μπορούσα πιθανά να κλείσω το ψαλίδι ανάμεσα στην εκκλησιαστική μου και την κοσμική μου ζωγραφική. Αυτή θα ήταν μια πολύ ευγενική φιλοδοξία και είναι ο δρόμος που θα ήθελα να πάρω. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι αυτό εξαρτάται πάρα πολύ από τις κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες. Δεν ευνοούν όλες οι εποχές την παραγωγή της τέχνης το ίδιο,, στην Ελλάδα το να ασχολείσαι με την τέχνη αυτή την εποχή είναι αντίξοο. Εγώ από την άλλη έχω οικογένεια και αυτό είναι προτεραιότητα. Δεν θα επέλεγα τη ζωή του μοναχικού καλλιτέχνη που για χάρη της τέχνης του απαρνιέται τα πάντα. Ποτέ δεν ήμουν σε αυτό. Η τέχνη μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα και εγώ χωρίς αυτή.<br />
Υπάρχουν στην Ελλάδα πολλά αγιογραφικά εργαστήρια που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Τα πιο πολλά κάνουν πολύ εμπορική δουλειά. Όμως στην τέχνη έτσι είναι την εποχή που τον πρώτο ρόλο παίζει το κέρδος. Κάποιοι όμως τα καταφέρνουν να υπερβούν τις αντιξοότητες του αγοραίου γούστου και της επιθυμίας για πλουτισμό και να κάνουν κάτι σημαντικό. Το ίδιο ίσως συμβεί και στη δική μας γενιά και η παράδοση να συνεχιστεί.</p>
<p class="interview">Βαγγέλη, σε ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση στο εργαστήρι και τη συζήτησή μας. Τα λέμε!</p>
<hr />
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16701 alignleft" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-02-die-2-im-Atelier-scharf-150x150.jpg" alt="" width="200" height="267" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-02-die-2-im-Atelier-scharf-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-02-die-2-im-Atelier-scharf-450x600.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-02-die-2-im-Atelier-scharf-500x667.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/vg-02-die-2-im-Atelier-scharf.jpg 675w" sizes="auto, (max-width: 200px) 100vw, 200px" /></p>
<p class="textinfo interview">στο εργαστήρι: Β. Τσαπρούνης αριστερά, S. Steiner δεξιά</p>
<p class="textinfo"><em>Ο Βαγγέλης Τσαπρούνης <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://tsaprounisicon.wordpress.com/">εδώ</a></span>. Συνέντευξη: Simon Steiner. Φωτογραφίες: Β.Τσαπρούνης, Simon και Rebekka Steiner. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p class="textinfo"><em>.</em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/technes/eikastika/vaggelis-tsaprounis-agies-eikones-kai-agapi-gia-ti-fysi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Έλενα Μαρούτσου: Το εξιλαστήριο θαύμα</title>
		<link>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/elana-maroutsou-to-exilastirio-thavma/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/elana-maroutsou-to-exilastirio-thavma/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Michaela Prinzinger]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 11 Jun 2026 07:40:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πεζογραφία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16809</guid>

					<description><![CDATA[Μια αθηναϊκή οικογένεια φιλοξενεί έναν ασυνόδευτο πρόσφυγα. Η άφιξη του δεκαπεντάχρονου Σομαλού Μούσα πυροδοτεί μια σειρά αλλαγών. Επαναπροσδιορίζει τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και επανεμφανίζει παλιές γνωριμίες. Η μητέρα Ραχήλ, μεταφράστρια λογοτεχνίας, και ο πατέρας Νίκος, αρχιτέκτονας, ... <p class="read-more-container"><a title="Έλενα Μαρούτσου: Το εξιλαστήριο θαύμα" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/elana-maroutsou-to-exilastirio-thavma/#more-16809" aria-label="Read more about Έλενα Μαρούτσου: Το εξιλαστήριο θαύμα">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Μια αθηναϊκή οικογένεια φιλοξενεί έναν ασυνόδευτο πρόσφυγα. Η άφιξη του δεκαπεντάχρονου Σομαλού Μούσα πυροδοτεί μια σειρά αλλαγών. Επαναπροσδιορίζει τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και επανεμφανίζει παλιές γνωριμίες.</p>
<p>Η μητέρα Ραχήλ, μεταφράστρια λογοτεχνίας, και ο πατέρας Νίκος, αρχιτέκτονας, έχουν δύο έφηβες κόρες. Με την άφιξη του Μούσα, του οποίου το όνομα σημαίνει «θαυματουργός», η 50χρονη Ραχήλ ξεφεύγει από τη συνηθισμένη ρουτίνα, επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό της. Ο Μούσα πληρώνει ωστόσο ένα υψηλό τίμημα: κατηγορείται για μια πολύ σοβαρή παραβίαση των κοινωνικών ορίων. Έτσι γίνεται και για άλλη μια φορά θύμα, αφού μια σομαλική οικογένεια τον παρουσιάζει παραπλανητικά ως γιο της, ώστε να βρει πιο εύκολα καταφύγιο στη Γερμανία. Ερχόμενος στην ελληνική οικογένεια υποδοχής, μέχρι να συνεχίσει το ταξίδι προς τους «γονείς» του, ο Μούσα παραμένει ένας διερχόμενος και άπατρις – ένα ξένο σώμα δίχως πρόσβαση στη ζωή των άλλων.</p>
<p>Σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα παίζει η Λέρος, με την οποία η οικογένεια έχει στενούς δεσμούς. Εκεί μεταφέρονταν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τα παιδιά κομμουνιστών γονέων για αναμόρφωση. Η Λέρος βρίσκονταν υπό την αρχιτεκτονική επιρροή της Ιταλίας που κατείχε τα Δωδεκάνησα ως το 1947 και χαρακτηρίζονταν ιδίως από τον ιταλικό ρασιοναλισμό της δεκαετίας του &#8217;30. Το Λακκί (Πόρτο Λάγκο επί Ιταλοκρατίας) της Λέρου ήταν τόπος εξορίας της Αριστεράς και έδρα του μεγαλύτερου ψυχιατρικού ιδρύματος της Ελλάδας, όπου κατέληγαν οι ασθενείς για τους οποίους δεν νοιάζονταν πια κανείς άλλος. Το αίσθημα της εξορίας και της απόρριψης από την κοινωνία επιτείνει τον ξεριζωμό του νεαρού πρόσφυγα.</p>
<p>Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής της Έλενας Μαρούτσου είναι η εφευρετικότητά. Έχει πάντα τρόπο να εκπλήσσει το αναγνωστικό της κοινό. Η εμπειρία της ως καθηγήτρια δημιουργικής γραφής εκφράζεται σε μια ισορροπημένη ποικιλία αφηγηματικών τρόπων και στον έξυπνο, γόνιμο διάλογό της τόσο με άλλους συγγραφείς της ελληνικής και διεθνούς λογοτεχνίας, όσο και με εικαστικούς.</p>
<hr />
<p><strong>Το απόσπασμα:</strong></p>
<p><strong>Πρώτο Μέρος</strong><br />
<strong>Οι αποσκευές</strong></p>
<p>Δὲν ὑπάρχει τερματικὸς σταθμός, μόνο ἀποσκευές.<br />
Ανοίγοντάς τες, ὁ ἴδιος ἑαυτὸς ξεδιπλώνεται σὰν κοστούμι<br />
φθαρμένο καὶ γυαλιστερὸ μὲ τσέπες γεμάτες ἐπιθυμίες,<br />
ἰδέες καὶ εἰσιτήρια, σύντομες τροχιὲς καὶ καθρεφτάκια<br />
ποὺ διπλώνουν στὰ δύο.<br />
<em>ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ, «Τοτὲμ»</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>1. Εισαγωγή στην τέχνη της εξαφάνισης:</strong><br />
<strong>    Η βαλίτσα και το βαλιτσάκι</strong></p>
<p>Η ΛΕΞΗ «ἐξαφάνιση» βούιζε στὸ αὐτὶ τῆς Ραχὴλ γιὰ ὥρα ἀφότου εἶχε κλείσει τὸ τηλέφωνο. Μὲ σπασμωδικὲς κινήσεις τοῦ νοῦ προσπαθοῦσε νὰ ἀπομονώσει τὴν κρίσιμη λέξη ἀπὸ αὐτὲς ποὺ συνωστίζονταν δίπλα της, σὰν παράσιτα ποὺ παρεμβάλλονται στὸ ραδιόφωνο καθὼς παλεύεις νὰ ξεδιαλύνεις τὰ λόγια τοῦ ἐκφωνητῆ. Οἱ λέξεις «ἐπίθεση», «ἀπόπειρα», «κακοποίηση» στριμώχνονταν δίπλα στὴν «ἐξαφάνιση», τὴν καπάκωναν, ἔριχναν πάνω της τὴ μαύρη τους σκιά, ὅπως ἁρπακτικὰ πουλιὰ πάνω ἀπὸ περιστέρι. Ναί, ὅπως πάνω ἀπὸ μικρὸ περιστέρι. Γιατὶ ὁ δεκαπεντάχρονος Μουσὰ εἶχε μυστηριωδῶς ἐξαφανιστεῖ σὰν ἐκεῖνο τὸ γκρίζο περιστέρι ποὺ εἶχε γεννηθεῖ στὴν πίσω βεράντα τοῦ σπιτιοῦ, μέσα σὲ μιὰ γλάστρα. Ἡ μαμά του, ποὺ τὸ κλώσησε ὑπομονετικά, ποὺ τοῦ ἔφερνε φαγητὸ ὅταν ξεμύτισε ἀπ’ τὸ αὐγό, ξάφνου ἔπαψε νὰ ἔρχεται. Ἡ Ραχήλ, ἕξι χρονῶν τότε, ἀναλαμβάνοντας ὡς ἀνάδοχη μητέρα τὴ φροντίδα τοῦ μικροῦ, εἶχε προσπαθήσει νὰ τοῦ μάθει νὰ πετάει. Τὸ ἀνέβαζε λοιπὸν στὸ τραπέζι τῆς βεράντας καὶ ἐκτελοῦσε μπροστά του τὶς κινήσεις τοῦ πετάγματος, ἀνεμίζοντας ρυθμικὰ τὰ χέρια πάνω κάτω. Τὰ πτητικὰ μαθήματα κράτησαν λίγες μέρες. ῞Οταν τὸ κορίτσι ἔκρινε πὼς τὸ πουλὶ ἦταν πλέον ἕτοιμο νὰ ἐφαρμόσει ὅσα εἶχε διδαχθεῖ, τοῦ ἔδωσε μία ἁπαλὰ στὸ κορμάκι. Τὸ περιστέρι ἔπεσε κάτω. ῞Οταν τὸ σήκωσε, ἔνιωσε τὴ μικρὴ καρδιὰ νὰ φτεροκοπάει μέσα ἀπὸ τὰ πούπουλα. Ἡ Ραχὴλ δὲν πτοήθηκε. Ἐπανέλαβε τὸ μάθημα μερικὲς φορές. ῞Οταν σταμάτησε ἡ καρδιὰ τοῦ πουλιοῦ, πανικὸς κυρίευσε τὸ κορίτσι. Πῆρε στὴ χούφτα της τὸ νεκρὸ περιστέρι καὶ τὸ ἔκρυψε σὲ ἕνα βαλιτσάκι ποὺ βρῆκε στὴν ντουλάπα τῆς μαμᾶς της. Ἦταν μαῦρο ὅπως καὶ ἡ βαλίτσα ὅπου, λίγους μῆνες μετά, στὸ τσίρκο ἕνας ταχυδακτυλουργὸς ἔκλεισε μέσα τὴν καλλίγραμμη βοηθό του. Ἡ κοπέλα διπλώθηκε στὰ δύο μὲ ἄνεση λὲς καὶ χρησιμοποιοῦσε αὐτὴ τὴ μέθοδο γιὰ τὴν καθημερινή της μετακίνηση. Ὡστόσο μέσα ἀπὸ τὴ βαλίτσα ἀκουγόταν ἕνας παλμός, κάτι σὰν χτύπος πάνω σὲ ταμποῦρλο ἢ σὰν τὴν καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ τὸ κρατᾶς στὶς χοῦφτες. Ἡ καρδιὰ τῆς Ραχὴλ ἄρχισε νὰ πεταρίζει στὸ στῆθος της. Θυμήθηκε τὸ περιστέρι ποὺ εἶχε κλείσει στὸ βαλιτσάκι καὶ τὸ εἶχε ξεχάσει ἐκεῖ, στὰ βάθη τῆς ντουλάπας. Οὐδέποτε πῆγε στὸν κῆπο νὰ τὸ θάψει. Ὁ ταχυδακτυλουργὸς κατέβηκε ἀπὸ τὴ σκηνὴ καί, σὰν νὰ ἤξερε τὸ ἔνοχο μυστικό της, τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ ἔρθει νὰ σταθεῖ δίπλα του. Μετὰ ὁ προβολέας ἔπεσε πάνω στὸ μικρὸ κορίτσι, δημιουργώντας γύρω ἀπὸ τὰ πόδια της μιὰ λίμνη ἀπὸ φῶς. Ὁ ἄντρας τῆς ζήτησε εὐγενικὰ νὰ ἀνοίξει τὴν ἀποσκευή. Ἐκείνη ἄρχισε τότε νὰ τραβάει σιγὰ σιγὰ τὸ φερμουάρ, ὅταν ξάφνου πισωπάτησε τρομαγμένη: μέσα ἀπὸ τὰ σωθικὰ τῆς βαλίτσας πετάχτηκε φτεροκοπώντας ἕνα περιστέρι. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅμως ξεθώριασε, ἔχασε τὴν ἐκτυφλωτική του λάμψη μπροστὰ στὸ ἀσύγκριτο θαῦμα ποὺ συντελέστηκε κι αὐτὸ μπροστὰ στὰ μάτια τῆς Ραχὴλ, ὅταν, ἐπιστρέφοντας σπίτι, ἄνοιξε δειλὰ δειλὰ τὸ μαῦρο βαλιτσάκι: Τὸ περιστέρι εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Στὴ θέση του πάλλονταν, συστρέφοντας τὸ μικροσκοπικὸ κορμί τους, χίλια λευκὰ τυφλὰ σκουλήκια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>2. Η βαλίτσα που σε πάει στον ουρανό</strong></p>
<p>ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ σημαίνει «θαυματουργός». Ἔτσι τοὺς εἶχε πεῖ ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ὅταν τοὺς κάλεσε στὰ γραφεῖα τῆς ᾽Ανάδρασης γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλει ὅτι εἶχε παρουσιαστεῖ παιδὶ γιὰ κατεπείγουσα ἀναδοχή. Ἡ νέα γυναίκα εἶχε χείλη σὰν κεράσια, αὐτὰ τὰ μεγάλα ποὺ βρίσκεις στὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὰ χείλη τῆς Ραχὴλ ἔμοιαζαν μὲ ἀδέξιες ἀπόπειρες ἑνὸς παιδιοῦ νὰ ζωγραφίσει ἕνα στόμα. Φανταστεῖτε τὸ παιδὶ νὰ σβήνει ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ χείλη, ἀφήνοντας μόνο μία γραμμή. Μία γραμμή, ποὺ ὅσο μεγάλωνε ἡ Ραχήλ, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ λεπτή, πιὸ σβησμένη. Τώρα ποὺ κόντευε τὰ πενήντα, ὅταν χαμογελοῦσε, ἔνιωθε πὼς τὸ στόμα θὰ σκιζόταν, σὰν χαρτί, στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀδέξιου παιδιοῦ. Ὁ Ρίχαρντ τῆς ἔλεγε ὅτι τὰ χείλη της ἦταν συγκινητικά. ῞Οτι αὐτὰ εἶχε ἐρωτευτεῖ. «Μοντιλιάνικο», ἔτσι τὴ φώναζε. Καλύτερα ὅμως νὰ συγκεντρωνόταν στὴν κοινωνικὴ λειτουργὸ ποὺ τὴν κοιτοῦσε τώρα σὰν νὰ περίμενε κάτι. «Ὡραῖο ὄνομα!» εἶπε κάπως ἀμήχανα. Ἤξερε ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξει ἐνθουσιασμό. Στὸ κάτω κάτω, αὐτὴ εἶχε τὴν ἰδέα νὰ φιλοξενήσουν ἕνα ἀσυνόδευτο προσφυγόπουλο. Αὐτὴ εἶχε συμπληρώσει τὴν αἴτηση. Αὐτὴ εἶχε ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν ἄντρα της, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀλλάξει ἡ ζωή τους στὸ παραμικρό. Ἡ μεγάλη της κόρη δὲν εἶχε φέρει ἀντίρρηση⋅ ἀντιθέτως, ἔδειχνε περιέργεια, σχεδὸν ἀνυπομονησία γιὰ τὴν πιθανὴ ἄφιξη ἑνὸς ξένου. Μὲ τὴ μικρὴ ἀκόμη πάλευε.<br />
«Ναί, μάθαμε πὼς τὸν εἶπαν ἔτσι ἐπειδὴ χαμογελοῦσε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε. Στὴν ἀρχὴ νόμισαν ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλά, μιὰς καὶ δὲν ἔβαλε τὰ κλάματα μόλις βγῆκε ἀπ’ τὴν κοιλιά. ῞Ομως ἦταν ὑγιέστατος. ῞Οταν ἀφηγοῦνταν τὴν ἱστορία του, ἡ μαμά του ἔλεγε πὼς τὸ μωρὸ δὲν ἔκλαψε ἐπειδὴ ὅλα τὰ δάκρυα τὰ εἶχε ξοδέψει ἐκείνη, ὅσο ἦταν ἔγκυος».<br />
«Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔκλαψε τὸ μωρὸ στὴ γέννα; Δὲν ἔχω ξανακούσει κάτι τέτοιο», εἶπε ἡ Ραχήλ.<br />
«Ξέρετε&#8230;» εἶπαν χαμογελώντας τὰ χείλη-κεράσια, «κάθε οἰκογένεια ἔχει ἕνα δικό της ἀφήγημα, ὄχι μόνο γιὰ τὴ γέννηση τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ γιὰ κάθε πτυχὴ τῆς οἰκογενειακῆς ἱστορίας».<br />
Μάλιστα, σκέφτηκε ἡ Ραχήλ. Τὸ ἀφήγημα. Νά τη πάλι αὐτὴ ἡ ἀντιπαθητικὴ λέξη, ποὺ μᾶς κάνει τὴν καμπόση. Φαίνεται πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τὴν ἀλήθεια. Πὼς ἀνακάλυψαν κάποια στιγμὴ ὅτι ἔχει χίλιες πτυχές. ῞Οσο τὴν ξεδίπλωνες, παρουσιάζονταν κι ἄλλες. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μαγαζιοῦ δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν τοὺς πελάτες νὰ τσακώνονται πάνω ἀπ’ τὸ ὕφασμα, νὰ τὸ τραβοῦν καὶ νὰ τὸ τσαλακώνουν, νὰ τὸ σκίζουν γιὰ νὰ πάρουν ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα κομμάτι, κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη, ἄρχισαν νὰ διαδίδουν τὸ ἑξῆς: τὸ ὕφασμα δὲν εἶναι ἀληθινό. Κάθε του πτυχὴ εἶναι ἕνα μικρὸ ψέμα. Ἕνα ἀφήγημα. ῞Οποιο κι ἂν διαλέξετε, εἶναι ἰσάξιο μὲ τοῦ ἄλλου. Κοστίζει τὸ ἴδιο. Ἔχει τὴν ἴδια ἀέρινη ὑφὴ μὲ ἕνα παραμύθι. Κι ἂν τὸ παραμύθι παύει νὰ σὲ παρηγορεῖ, μπορεῖς νὰ τὸ πετάξεις, νὰ τὸ ἀντικαταστήσεις μὲ ἕνα πιὸ θελκτικό, κάποιο ποὺ βολεύει καλύτερα τὴν παρούσα κατάσταση. Αὐτὸ δὲν εἶχε κάνει κι ὁ Ρίχαρντ; Ἔδιωξε τὴν ἐνοχλητικὴ σκέψη κι ἐπέστρεψε στὰ κερασένια χείλη ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ τῆς ἀφηγοῦνται τὴν ἱστορία τοῦ ἀγοριοῦ. Νά λοιπὸν τί ἔμαθε.<br />
Οἱ γονεῖς τοῦ Μουσᾶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Ὁ πατέρας δούλευε γκροὺμ σὲ ξενοδοχεῖο. Μετέφερε τὶς βαλίτσες τῶν πελατῶν στὰ δωμάτιά τους κι αὐτοὶ τοῦ ἔδιναν φιλοδώρημα. ῞Οταν γύριζε κατάκοπος στὸ σπίτι, ἔκανε σχέδια μὲ τὴ γυναίκα του νὰ φύγουν μακριά. Τὸ μακριὰ ἔπαιρνε διάφορα πρόσωπα, ἄλλοτε οἰκεῖα κι ἄλλοτε ἐξωτικά, πάντα ὅμως μὲ στραμμένη τὴν πλάτη στὴ Σομαλία, ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὸν μακροχρόνιο ἐμφύλιο. Κάποιοι φίλοι τους εἶχαν σκοτωθεῖ. ῎Ακουγες γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐξαφανίζονταν τὴν ὥρα ποὺ περπατοῦσαν ἀμέριμνοι στὸν δρόμο. Οἱ εἰρηνευτικὲς δυνάμεις καὶ ἡ ἐπίσημη κυβέρνηση δὲν μποροῦσαν νὰ στριμώξουν τὴ ριζοσπαστικὴ ῍Αλ-Σαμπάαμπ. «῞Ολα τὰ μέρη τῆς σύγκρουσης ὑπῆρξαν ὑπεύθυνα γιὰ ἐγκλήματα βάσει τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ γιὰ παραβιάσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἀτιμώρητα. Ἔνοπλα τάγματα συνέχισαν νὰ ἀπαγάγουν, νὰ βασανίζουν καὶ νὰ σκοτώνουν ἀμάχους παράνομα», διάβασε ἡ Ραχὴλ στὸ λῆμμα «Σομαλικὸς Ἐμφύλιος Πόλεμος», ὅταν ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ζήτησε συγγνώμη καὶ βγῆκε γιὰ λίγο ἀπ’ τὸ δωμάτιο. ῎Αραγε τὸ ἰσομοίρασμα τῶν εὐθυνῶν ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ἀντικειμενικότητας καὶ βούλησης γιὰ ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἢ ἀδυναμίας νὰ ξεμπλέξει κανεὶς τὸ ἐμφύλιο κουβάρι ἀπὸ αἰτίες καὶ ἀποτελέσματα, ὅπως συμβαίνει καμιὰ φορὰ ὅταν, λόγου χάρη, πιάνονται οἱ μαθητὲς στὰ χέρια στὴν αὐλὴ καὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τιμωροῦνται ὅλοι μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸν πολυάσχολο διευθυντή; Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ ἀποβλήθηκε ὁριστικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχει μπλεχτεῖ στὸν καβγά. ῞Οταν ἐπέστρεψε ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ἀπὸ τὴν τουαλέτα, ἀφηγήθηκε στὴ Ραχὴλ τὰ ἑξῆς: Κάποιοι γνωστοί του, χρόνια πελάτες στὸ ξενοδοχεῖο, τοῦ εἶχαν βρεῖ μιὰ δουλειὰ ξεναγοῦ σὲ σαφάρι στὴν Κένυα. Τὸ ζευγάρι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ λιγοστά τους ὑπάρχοντα. Μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔκλεινε μήνας ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς παραίτησης τοῦ ὑπαλλήλου τους, οἱ γονεῖς τοῦ ἀγέννητου ἀκόμη Μουσᾶ θὰ ἔφευγαν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Τὴν τελευταία μέρα στὴ δουλειά, ὁ γκροὺμ πετοῦσε κυριολεκτικά, δὲν ἔνιωθε τὸ βάρος ἀπὸ τὰ μπαγκάζια τῶν ἐπισκεπτῶν, πού, μαζὶ μὲ τὴν πολύωρη ὀρθοστασία, τοῦ εἶχαν δημιουργήσει κιρσοὺς στὰ πόδια καὶ πόνους στὴ μέση. Λίγο πρὶν λήξει ἡ βάρδια του, κάποιος πελάτης εἰδοποίησε τὴ διεύθυνση ὅτι θὰ ἔφτανε μὲ ἕνα ταξὶ ἀσυνόδευτη ἡ βαλίτσα του ποὺ εἶχε χαθεῖ στὸ ἀεροδρόμιο. Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ τὴ σήκωσε –παρὰ τὸ ἀσυνήθιστο βάρος της– σὰν πούπουλο. Θὰ πρέπει νὰ βρισκόταν στὸ ἀσανσέρ, ἀνάμεσα στὸν τρίτο καὶ τὸν τέταρτο ὄροφο, ὅταν ὁ ἐκρηκτικὸς μηχανισμὸς ἔσκασε καὶ ὁ θάλαμος ἐκσφενδονίστηκε σὰν πύραυλος στὸν οὐρανό. Ἡ γυναίκα του νοσηλεύτηκε γιὰ μία ὁλόκληρη μέρα σὲ νοσοκομεῖο τῆς Μογκαντίσου, σὲ κατάσταση σόκ, ὅπου τῆς ἀνακοινώθηκε καὶ ὅτι ἦταν ἔγκυος. Δὲν ξεπακετάρισαν ποτὲ τὰ πράγματά τους. ῞Οταν ἄρχισε νὰ περπατάει ὁ μικρὸς Μουσά, στηριζόταν στὶς σκόρπιες κοῦτες στὸ πάτωμα, ἀνοιχτὲς πιά, ποὺ χρησίμευαν ὡς ἐπιδαπέδια συρτάρια ἀπ’ ὅπου ἡ μαμὰ ἀνέσυρε ὅ,τι χρειαζόταν. Μόλις ὁ Μουσὰ ἔκλεισε τὰ δεκατέσσερα, ἡ μάνα του ξέθαψε τὸ ὄνειρο τῆς μεγάλης φυγῆς, τὸ ἔβαλε μέσα σὲ ἕνα καινούργιο κατακόκκινο –τὸ ἀγαπημένο χρῶμα τοῦ παιδιοῦ– σακίδιο πλάτης καὶ τὸ ἔκανε δῶρο στὸν ἔφηβο πλέον γιό της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>3. Μωρό σε σακίδιο πλάτης</strong></p>
<p>ΤΗ ΜΕΡΑ ποὺ ἡ Κάλλια θὰ ἔσβηνε τὸ πρῶτο της κεράκι, ἡ Ραχὴλ βάλθηκε νὰ φτιάξει μόνη της τὴν τούρτα. Δὲν εἶχε ξαναφτιάξει τούρτα στὴ ζωή της καὶ στεκόταν μπροστὰ στὸ μίξερ ὅπως μπροστὰ σὲ πύραυλο ἀέρος. Ὁ Νίκος, ποὺ συνήθως ἔπαιρνε τὸ μωρὸ βόλτα ὅταν ἐκείνη εἶχε δουλειά, ἔλειπε στὸ γραφεῖο. Ἔπρεπε νὰ παραδώσει κάτι ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια κι ἔβαζε ξυπνητήρι στὶς πέντε τὸ πρωί. ᾽Αλλιῶς θὰ εἶχε πάρει τώρα τὴν Κάλλια καὶ θὰ τὴν εἶχε βάλει στὴν πλάτη του στὸν μάρσιπο, σὰν κάτι ᾽Αφρικανὲς ποὺ κυκλοφοροῦσαν στὰ Πατήσια, ὅπου ἔμενε ἡ κυρία Καλλιόπη, ἡ μάνα του. Ἐκείνη λοιπὸν τοὺς εἶχε κάνει δῶρο στὸν γάμο τους ἕνα μίξερ ποὺ ἦταν ταυτόχρονα καὶ ζυγαριά, γιατὶ στὰ γλυκά, εἶχε πεῖ στὴ νύφη της, ἔπρεπε νὰ προσέχει τὶς μεζοῦρες. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει ὅ,τι τῆς κατέβει στὸ κεφάλι. Τὰ γλυκὰ ἀπαιτοῦσαν πειθαρχία. Σύνεση. Προσοχή. Ἡ Ραχὴλ ὅμως εἶχε ξεχάσει νὰ βγάλει ἀποβραδὶς τὸ βούτυρο ἀπ’ τὸ ψυγεῖο γιὰ νὰ φτάσει σὲ θερμοκρασία δωματίου καὶ τώρα τὸ λιπαρὸ τοῦβλο χτυποῦσε στὰ τοιχώματα τοῦ μίξερ μὲ διαβολεμένο θόρυβο. Τὸ μωρό, ποὺ τὸ εἶχε καθιστὸ στὸ πάτωμα γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιβλέπει, ἔβαλε τὰ κλάματα. Τότε ἄνοιξε τὸ συρτάρι μὲ τὶς ξύλινες κουτάλες καὶ τῆς ἔδωσε μία, νὰ παίζει. Ἦταν πολὺ πρωί, ἡ Κάλλια ξυπνοῦσε πάντα ξημερώματα. Ἡ Ραχὴλ κοίταξε ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο τὸν σκοῦρο γαλανὸ οὐρανὸ τῆς αὐγῆς. Στὸν ὁρίζοντα ἕνα σμῆνος πουλιὰ σχημάτιζε ἕνα εὐέλικτο μπαλόνι, μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντυπωσιακὲς εὔκαμπτες φοῦσκες ποὺ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει κανεὶς φυσώντας σαπουνόνερο μέσα ἀπὸ τὸ μάτι μιᾶς τεράστιας πλαστικῆς βελόνας. Ἦταν ᾽Οκτώβρης, σκέφτηκε, καὶ τὰ χελιδόνια ἀποδημοῦσαν πρὸς νότο. Ἴσως πήγαιναν στὴν ᾽Αφρική. Ἡ ἴδια δὲν εἶχε πάει ποτὲ στὴν ᾽Αφρική. ῞Ομως εἶχε γυρίσει σχεδὸν ὅλη τὴν Εὐρώπη, καὶ μιὰ φορὰ εἶχε ταξιδέψει στὴ Λατινικὴ ᾽Αμερικὴ μὲ μιὰ φίλη της, τὰ εἰσιτήρια καὶ τῶν δύο ἦταν δῶρο ἀπὸ τὸν πατέρα της ὅταν εἶχε μπεῖ στὸ πανεπιστήμιο. Κοίταξε τὴν Κάλλια, ποὺ τώρα εἶχε ἀνακαλύψει ὅτι μποροῦσε νὰ ἀνοίγει κι ἄλλα συρτάρια καὶ εἶχε ἤδη ἀραδιάσει στὸ πάτωμα διαφημιστικὰ ἀπὸ ντελίβερι καὶ ἀποδείξεις κοινοχρήστων. Πότε ἄραγε θὰ μποροῦσε νὰ ξαναταξιδέψει; Σίγουρα γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη θὰ ἦταν δέσμια τῆς κόρης της. Τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὡραρίων της. Καὶ ὁ Νίκος ἤθελε κι ἄλλο παιδί. Σίγουρα τὰ ταξίδια, ὅπως ἐκείνη τὰ εἶχε γνωρίσει, ἀνέμελα, ἐλεύθερα, χωρὶς πολλὰ μπαγκάζια καὶ προγραμματισμό, εἶχαν τελειώσει. Ἦταν μόνο τριάντα τριῶν χρονῶν καὶ δὲν θὰ διέσχιζε πάλι μὲ τρένο τὴν Εὐρώπη, δὲν θὰ κοιμόταν καθιστὴ στὶς ἄβολες καρέκλες ἑνὸς ἀεροδρομίου, περιμένοντας νὰ ἀλλάξει πτήση, δὲν θὰ ἔβαζε στὰ τυφλὰ τὸ δάχτυλο στὸν χάρτη, ὅπως ἔκανε μὲ τὴν παλιά της ἀγάπη, τὸν Ρίχαρντ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διαλέξουν τὸν ἑπόμενο προορισμό. Καθὼς τὸ βούτυρο ἔλιωνε σιγὰ σιγὰ στὸν κάδο, τὰ πουλιὰ ἄλλαζαν συνεχῶς σχηματισμὸ καὶ κατεύθυνση λὲς καὶ τὸ ἐπικείμενο ταξίδι δὲν ἦταν θέμα ἐπιβίωσης ἀλλὰ καπρίτσιου, μιὰ ἀπατηλὴ μίμηση ἐλευθερίας κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς ἀνάγκης. Τώρα ἡ Κάλλια χτυποῦσε παλαμάκια ἀνυπόμονη. Εἶχε ἀνακαλύψει κάτι σοκολατάκια, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει ἀπὸ τὸ χαρτί. Ἡ Ραχὴλ πλησίασε τὸ μωρό της. Μὰ ποῦ εἶχαν βρεθεῖ τὰ σοκολατάκια στὸ τελευταῖο συρτάρι, ἀνάμεσα στὶς ἀποδείξεις; Παίρνοντας τὸ γλυκὸ στὰ χέρια της, τὴν ἔλουσε κρύος ἱδρώτας. Μέσα στὸ γαλαζωπὸ περιτύλιγμα δὲν βρισκόταν κάποια λιχουδιὰ ἀλλὰ ποντικοφάρμακο. Ὁ δαιμονισμένος θόρυβος τοῦ μίξερ ἐμπόδιζε τὸν Νίκο νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ γυναίκα του ἀνάμεσα σὲ λυγμοὺς καὶ κραυγὲς στὸ τηλέφωνο. Σὲ λίγες ὧρες τὸ δράμα εἶχε τελειώσει. Στὸ Παίδων ἔκαναν στὸ μωρὸ πλύση στομάχου γιὰ προληπτικοὺς λόγους –ἔδειχνε καλὰ στὴν ὑγεία του καὶ πιθανότατα δὲν εἶχε βάλει στὸ στόμα τὸ θανάσιμο σοκολατάκι–, ὅμως ἔπρεπε νὰ μείνουν στὸ νοσοκομεῖο τὸ βράδυ γιὰ παρακολούθηση. ᾽Απὸ τὴν ὑπερένταση ἡ Ραχὴλ δὲν μποροῦσε νὰ κλείσει μάτι καὶ μαζί της ξενυχτοῦσε ἀεικίνητη, σὲ ὑπερδιέγερση, καὶ ἡ Κάλλια. Τὴ νανούριζε στὴν ἀγκαλιά, τὴν ἔβαζε στὸ στῆθος, τὴν κουνοῦσε πέρα δῶθε, ὄρθια, ἀποκαμωμένη, κάτωχρη. Μόνο ὅταν τὴν πῆρε ὁ Νίκος στὸν μάρσιπο καὶ τὴν ἔβγαλε βόλτα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου, τὸ μωρὸ κοιμήθηκε γαλήνια. Ὁ μπαμπάς της τὴ σεργιάνιζε ὅλη νύχτα καὶ ἡ Ραχήλ, τώρα ποὺ περίμεναν τὴν ψυχολόγο –μετὰ τὴν κοινωνικὴ λειτουργὸ τὸ πρωτόκολλο ἀναδοχῆς ἀσυνόδευτου προσφυγόπουλου προέβλεπε συνάντηση μὲ ψυχολόγο στὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας– σκεφτόταν ὅτι ἱστορίες σὰν κι αὐτὴν καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀποσιωπηθοῦν. Ἂν ἤθελαν νὰ ἐμπνεύσουν στοὺς ἁρμόδιους ἐμπιστοσύνη, κάποια ἐπεισόδια θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ ἀφήγημα τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>4. Μια βαλίτσα ανάμεσα σε πατέρα και γιό</strong></p>
<p>Ο ΝΙΚΟΣ εὐχόταν τὸ δεύτερο παιδὶ νὰ ἦταν ἀγόρι. Τὴ λάτρευε τὴν Κάλλια, δὲν τὸν κούραζε ποτέ, ἀκόμα κι.ὅταν ἦταν ἄρρωστη, τοῦ ἄρεσε νὰ τὴ φροντίζει, νὰ τῆς βάζει ὀρὸ στὴ μύτη καὶ νὰ τῆς δίνει τὸ ἀντιπυρετικὸ στὴ σύριγγα γιὰ νὰ μὴ χυθεῖ. Καθὼς μάλιστα ἡ Ραχὴλ εἶχε εὐαίσθητο ὕπνο καὶ στὸν παραμικρὸ ἦχο ἢ ἄγγιγμα πεταγόταν.καθιστὴ στὸ στρῶμα γουρλώνοντας τὰ μάτια λὲς καὶ ἀντίκριζε ὀρδὴ ἀπὸ εἰσβολεῖς, συχνὰ τὰ Σαββατοκύριακα τὴν.ἄφηνε μόνη στὸ διπλὸ κρεβάτι νὰ κοιμηθεῖ μὲ τὴν ἡσυχία.της ἕως ἀργὰ κι ἐκεῖνος –ἀδύνατον νὰ τὸ πιστέψεις ἂν δὲν.τὸ ἔβλεπες– στριμωχνόταν στὴν κούνια τῆς Κάλλιας καὶ.κοιμόντουσαν μαζί, ἕνα κουβάρι οἱ δυό τους. ῞Ομως δὲν.ἤξερε πῶς νὰ παίξει μαζί της. Ντρεπόταν νὰ τὸ ὁμολογήσει.ἀλλὰ βαριόταν. Ἐπιπλέον, οἱ κοῦκλες ἀπὸ μικρὸ τὸν τρόμαζαν. Ἡ μητέρα του, ἡ κυρία Καλλιόπη, εἶχε ἀκόμη στὸ.δωμάτιό της, στολισμένη πάνω στὴ συρταριέρα, μιὰ μεγάλη πορσελάνινη κούκλα, ποὺ τὴ θυμόταν ἀπὸ μικρὸς καθὼς μιὰ φορὰ τὴν εἶχε τραντάξει δυνατὰ καὶ τότε μὲ ἕνα κλὰκ.τὰ μάτια της ἔπεσαν πίσω ἀπὸ τὶς κόχες κι ἐξαφανίστηκαν. Οὔτε τὰ λούτρινα ζωάκια συμπαθοῦσε. Ὁποιαδήποτε.μίμηση ζωῆς τοῦ φαινόταν ἀπωθητικὴ μέσα στὸ ἀπροκάλυπτο ψέμα της. ᾽Αντίθετα, τοῦ ἄρεσε τὸ ποδήλατο, ἡ μπάλα, τὰ ἐπιτραπέζια, ἀλλὰ ἡ κόρη του ἀρνοῦνταν νὰ παίξει.μὲ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κουκλάκια της. Ἤλπιζε.λοιπὸν τὸ δεύτερο παιδὶ νὰ ἦταν γιός. ῞Οταν, τέσσερα χρόνια μετὰ τὴν Κάλλια, γεννήθηκε ἡ μικρὴ Παρασκευή, ὁ.Νίκος διαπίστωσε, καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ὅτι τὸ δεύτερο παιδί τους εἶχε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ ἀγόρι. Θαρραλέα.καὶ ὑπερκινητική, σκανταλιάρα καὶ ἐπιρρεπὴς σὲ ἀτυχήματα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τῆς στοιχίσουν τὴ ζωή, εἶναι κυριολεκτικὰ θαῦμα πῶς κατάφερε νὰ ἐπιβιώσει καὶ νὰ κλείσει αἰσίως, σήμερα, τὰ δεκατρία της χρόνια. Στὴν τούρτα.της, σύμφωνα μὲ ἐπιθυμία τῆς ἴδιας, ἔγραψαν «Παρασκευὴ καὶ 13», ἀφοῦ ἡ μικρὴ Παρασκευὴ εἶχε πάρει τὸ.χιοῦμορ τοῦ μπαμπᾶ της, ἔτσι καμάρωνε τουλάχιστον ἐκεῖνος, ποὺ ἐνῶ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ λατρεύει τὴν πρώτη του κόρη, σὲ αὐτὸ τὸ ἀλητάκι εἶχε ξεχωριστὴ ἀδυναμία. Τὴν Κάλλια ἄλλωστε εἶχε ἀρχίσει νὰ τὴ χάνει. Στὰ δεκαεφτά της ἀνῆκε πλέον σὲ ἄλλον κόσμο, αὐτὸν τῶν πολύωρων τηλεφωνημάτων κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, τῶν μεταμεσονύχτιων μηνυμάτων, τῆς ὑπερβολικῆς καὶ ἀκατανόητης γιὰ τὸν ἴδιο ἐνασχόλησης μὲ τὰ ροῦχα, τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν ἐπιδερμίδα, μιὰς καὶ ἡ Κάλλια ἀπὸ μικρὴ ἦταν πανέμορφη, μιὰ κούκλα, θὰ ἔλεγε, ἂν δὲν τὸν τρόμαζαν οἱ κοῦκλες, μιὰ ζωγραφιά. Ἡ γυναίκα του ἦταν ἀκόμη γοητευτικὴ καὶ τὸν ἴδιο δὲν θὰ τὸν ἔλεγες ἄσχημο, μᾶλλον συμπαθητικό, καλοβαλμένο, ὅμως ἡ φύση, σὲ ἕνα κρεσέντο ἔμπνευσης, εἶχε πάρει τὰ καλύτερα χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τοὺς δύο καὶ τὰ εἶχε ἀναμείξει, δημιουργώντας ἕνα ἀποτέλεσμα ποὺ σὲ θάμπωνε. Ἔτσι, ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ἡ μικρὴ Παρασκευή, ἡ φύση ἔπρεπε νὰ συνθέσει μιὰ μορφή, αὐτοσχεδιάζοντας μὲ τὰ γενετικὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ εἶχαν ἀπομείνει στὴν παλέτα της. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν χαριτωμένο, μὰ δὲν συγκρινόταν μὲ τὸ χάρμα ὀφθαλμῶν τῆς πρώτης κόρης. Ὁ Νίκος, βέβαια, δὲν θεωροῦσε τὴν ὀμορφιὰ σπουδαῖο προσόν. Σαφῶς καὶ ἀντιλαμβανόταν τὴν ἀνταλλακτική της ἀξία στὸ παιχνίδι τῶν συναναστροφῶν, ὅμως ἤξερε πόσο ἀσταθὲς ἦταν τὸ νόμισμα αὐτό, πόσο εὐάλωτο στὴν ὑποτίμηση τῆς οἰκονομίας τοῦ Χρόνου. Γι’ αὐτὸ καὶ διόλου δὲν θεωροῦσε τὴν Κάλλια πιὸ τυχερὴ ἀπὸ τὴ μικρὴ Παρασκευή, ποὺ ἡ φύση ἢ ἴσως ἡ θέση της, ὡς τῆς λιγότερο ὄμορφης ἀδελφῆς, τὴν εἶχε προικίσει μὲ πεῖσμα, αὐτοσαρκασμὸ καὶ ἐξυπνάδα, δυνάμεις ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ πετύχει ὅ,τι ἔβαζε στὸν νοῦ της. Γιὰ παράδειγμα, στὴν ἡλικία τῶν ἐννιά, τροποποίησε ἡ ἴδια τὸ ὄνομά της, σὲ Σκεύη, διαχωρίζοντας ἐμφατικὰ τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴ γιαγιὰ Παρασκευὴ ἢ Μεγάλη Παρασκευή, ὅπως συνήθιζε νὰ τὴν ἀποκαλεῖ, εἰρωνευόμενη τὴν καταθλιπτικὴ πρόγονό της. Οἱ γονεῖς της ἀρχικὰ ἀντιστάθηκαν σὲ αὐτὸ τὸ παράξενο ὄνομα. Ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν τὸ εἶχαν ξανακούσει, ὅτι τέτοιο ὄνομα δὲν ὑπῆρχε. Πρὸς μεγάλη τους ἀπογοήτευση, ἡ κόρη τους ἀνακάλυψε τότε στὸ διαδίκτυο ἄλλη μία Σκεύη, γιατρὸ στὰ Δωδεκάνησα, καὶ τοὺς ἀποστόμωσε. ῎Αλλωστε γιὰ τὴν ἴδια ἡ σπανιότητα τοῦ συγκεκριμένου ὑποκοριστικοῦ ἦταν προσόν, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ υἱοθέτησε. Θέλοντας καὶ μή, σιγὰ σιγὰ τὸ συνήθισαν κι αὐτοί. Βέβαια, νοσταλγοῦσαν ποῦ καὶ ποῦ τὸ βαφτιστικό της, γι’ αὐτὸ καὶ γέλασαν μὲ τὴ χιουμοριστικὴ ἐπιστροφή του πάνω στὴν τούρτα. ᾽Αφοῦ ἀπόφαγαν, ἡ Σκεύη ἔπεισε τὸν πατέρα της νὰ μὴν ξαπλώσει γιὰ μεσημέρι –ὁ Νίκος τηροῦσε τὸ πρόγραμμα ποὺ ἀκολουθοῦσε κι ὁ δικός του μπαμπάς: ξύπνημα ξημερώματα γιὰ δουλειά, μεσημεριανὸς ὕπνος, ἐπιστροφὴ στὴν ἐργασία– ἀλλὰ νὰ πᾶνε βόλτα στὸ ῎Αλσος Συγγροῦ. Ἡ εἴσοδος βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι τους καὶ ὁ Νίκος ἔπαιρνε συχνὰ τὶς κόρες του καὶ σεργιάνιζαν ἢ ἔκαναν πὶκ νὶκ μέσα στὸ κτῆμα, τόσο οἰκεῖο στὸν ἴδιο, ἀφοῦ εἶχε ζήσει ἐκεῖ ἕξι χρόνια ὡς οἰκότροφος στὰ ᾽Ανάβρυτα. Κι ἐνῶ ἡ Κάλλια δὲν τοὺς συντρόφευε πιὰ σὲ αὐτοὺς τοὺς περιπάτους, ἡ Σκεύη μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία τραβολογοῦσε τὸν πατέρα της γιὰ τρέξιμο στὸν στίβο ἢ γιὰ περπάτημα. Τῆς ἄρεσε μάλιστα νὰ τὴν ξεναγεῖ ὁ μπαμπάς της στὰ διάφορα κτίρια, ὅπως τὸ «Λευκό», ὅπου ἔκαναν μαθήματα οἱ μαθητὲς τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ «πρακτικοῦ» λυκείου, ἢ τὸν «Πύργο», τὴν παλιὰ ἔπαυλη τοῦ ᾽Ανδρέα Συγγροῦ ὅπου στεγαζόταν τὸ «κλασικὸ» λύκειο. Ἐκεῖ φοιτοῦσαν κορίτσια, χώρια, βεβαίως, ἀπὸ τὰ ἀγόρια, δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη μεικτὴ ἡ ἐκπαίδευση. ῞Ομως, ὅταν δύο χρόνια μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Νίκου στὰ ᾽Ανάβρυτα, δέχτηκαν στὴν πρώτη γυμνασίου τὰ πρῶτα κορίτσια, ἔλεγε στὴν κόρη του ὅτι τοῦ εἶχε φανεῖ σὰν θαῦμα. Λὲς καὶ τὸ «Λευκὸ» κτίριο εἶχε γίνει ἀκόμα πιὸ λευκό, σὰν νὰ ἔλαμπε. Ἐκεῖνος μέχρι τότε εἶχε ζήσει ἐκεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν παρέα ἀγοριῶν, εἴκοσι τέσσερις ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο. Ἡ ζωὴ στὸ «᾽Ανατολικό», τὸ κτίριο ὅπου ἔμεναν οἱ οἰκότροφοι, ἦταν σχεδὸν στρατιωτική: πρωινὴ ἔγερση στὶς ἕξι, κρύο λουτρό, τροχάδην καὶ γυμναστική, ντύσιμο, στρώσιμο τοῦ κρεβατιοῦ, πρωινὴ ἐπιθεώρηση, μαθήματα, φαγητὸ στὴν τραπεζαρία, μεσημεριανὴ ὡριαία κατάκλιση, ἀθλοπαιδιὲς ἢ πρακτική, χειρωνακτικὴ ἐργασία, ζεστὸ λουτρό, τρίωρη μελέτη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη καθηγητῶν, ἐπιθεώρηση, δεῖπνο, ἡμίωρη ἀνάπαυση, διάβασμα καὶ σκάκι, βραδινὸ σιωπητήριο καὶ κατάκλιση. Μαθημένος ὁ Νίκος νὰ ζεῖ σχεδὸν ὅλη μέρα στοὺς δρόμους, στὴ γειτονιά τους, στὰ Πατήσια, δὲν συνειδητοποίησε τί τὸν περίμενε ὅταν, ἐντυπωσιασμένος ὁ δάσκαλος ἀπὸ τὶς ἐπιδόσεις του, πρότεινε στοὺς γονεῖς του νὰ δώσει ὁ μικρὸς ἐξετάσεις γιὰ τὴν Πρότυπο Σχολὴ τῶν ᾽Αναβρύτων. Τὴ μέρα ποὺ ἀνακοινώθηκαν τὰ ἀποτελέσματα, τὴν περήφανη χαρὰ τοῦ παιδιοῦ ποὺ εἶχε πετύχει νὰ εἰσαχθεῖ, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς πρώτους, σκίασε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ κὺρ Γιάννη, τοῦ πατέρα του, ὅτι θὰ ἔμπαινε στὸ σχολεῖο «ἐσωτερικός». «Δὲν μπορῶ νὰ σὲ πηγαινοφέρνω μὲ τὴ μοτοσυκλέτα κάθε πρωί», τοῦ εἶπε καὶ ἡ συζήτηση ἔληξε ἐκεῖ. Ἦταν καλοκαίρι καὶ ἴσως τὸ ἀγόρι δὲν συνειδητοποίησε τί ἀκριβῶς τὸν περίμενε τὸν Σεπτέμβρη. Οὔτε ἡ παγωνιὰ ποὺ τὸν περόνιασε τὴ μέρα ποὺ ὁ μπαμπάς του τὸν ἀνέβασε στὴ μηχανὴ μὲ τὴ βαλίτσα στριμωγμένη ἀνάμεσά τους –τὰ χέρια τοῦ ἀγοριοῦ δὲν ἔφταναν νὰ σφίξουν, ὡς συνήθως, τὴ μέση τοῦ πατέρα, κι ἔτσι ἀγκάλιαζαν τὴν ἀποσκευή– μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἀπόγνωση τῆς ἐγκατάλειψης ποὺ ἐπρόκειτο νὰ νιώσει ὅταν θὰ ἔβλεπε τὸν πατέρα νὰ ἀπομακρύνεται πατώντας γκάζι, χωρὶς νὰ γυρίσει νὰ κοιτάξει τὸν γιό του ποὺ ἔμεινε γιὰ ὥρα περιμένοντας ἕνα νεῦμα, ἕνα γύρισμα τοῦ κεφαλιοῦ, μόνος μὲ τὴ βαλίτσα του μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ σχολείου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>5.  Από τα σκουπίδια στη βαλίτσα</strong></p>
<p>ΟΤΑΝ Ο ΝΙΚΟΣ βρέθηκε στὸν κοιτώνα, μπροστὰ στὸ κρεβάτι ὅπου θὰ κοιμόταν στὸ ἑξῆς, χωρὶς δικό του δωμάτιο, χωρὶς δικούς του ἀνθρώπους, ξένος ἀνάμεσα σὲ ξένους, μετὰ τὴν ἀπελπισία, τὸν κυρίευσε ὁ θυμός. Πῶς μπόρεσαν οἱ γονεῖς του νὰ τὸν παρατήσουν; Πῶς τὸ ἐπέτρεψε ὁ πατέρας του, αὐτὸς ποὺ στὰ δώδεκά του, στὴν ἴδια ἡλικία μὲ ἐκεῖνον, εἶχε βρεθεῖ οἰκότροφος στὶς Βασιλικὲς Τεχνικὲς Σχολὲς τῆς Λέρου, μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του, τὴν Κρανιά, στὸν ῎Ολυμπο; ῞Οταν στὴν πρώτη ἐπίσκεψη γονέων τόλμησε νὰ τὸ πεῖ στὸν πατέρα του, ἐκεῖνος τοῦ ἄστραψε ἕνα χαστούκι. «Νὰ μὴ βάζεις στὸ στόμα σου τὶς Σχολές», εἶπε. «Αὐτὲς μὲ ἔκαμαν ἄνθρωπο. Τί ἤξερα στὸ βουνό; Τίποτα. Μόνο νὰ μεταφέρω τὰ ὅπλα στοὺς ἀντάρτες μὲ ἕνα γαϊδούρι. ῞Οταν μᾶς μάζεψε ὁ κυβερνητικὸς στρατός, ἤμασταν ἀγρίμια. Μὲ τὰ παπούτσια κοιμόμασταν μέσα σὲ σπηλιές. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ βασιλέας ποὺ μᾶς ἔβαλε νὰ μάθομε μιὰ τέχνη. Νὰ βγάζομε κατόπιν τὸ ψωμί μας. Καὶ μὴν ξεχνᾶς ὅτι οἱ περισσότεροι ἤμασταν ὀρφανοί. Τοῦ ἑνὸς ὁ γονιὸς εἶχε σκοτωθεῖ στὸ βουνό, τοῦ ἄλλου ἦταν ἐξόριστος, ἀλλουνοῦ σὲ στρατόπεδο αἰχμάλωτος. Ἐμένα μὲ πήρανε μετὰ τὸν σκοτωμὸ τοῦ πατέρα. Τὴ μάνα μου οὔτε ποὺ τὴν ξανάδα. Ποῦ κοτάγαμε ἐμεῖς νὰ παραπονεθοῦμε; Ποῦ ξέραμε ἀπὸ ἐπισκέψεις γονέων; ῎Ασε λοιπὸν τὶς κλάψες καὶ κοίτα νὰ προκόψεις, γιατὶ δὲν μένεις ἐδῶ τσάμπα. Διπλὴ δουλειὰ ἔχω φορτωθεῖ στὸ ξυλουργεῖο γιὰ νὰ φοιτᾶς ἐκεῖ ποὺ φοίτησε κι ὁ Κωνσταντίνος. Ἐρχότανε, παιδὶ ἀκόμη, μὲ τὸν πατέρα του στὴ Λέρο». Ναί, τὸ ἤξερε. Ὁ κὺρ Γιάννης δὲν μιλοῦσε συχνὰ γι’ αὐτά, ὅμως τὰ ἄκουγε ἀπὸ τὴ μάνα του, ποὺ εἶχε φοιτήσει κι ἐκείνη στὸ ἴδιο Ἵδρυμα, στὴ Σχολὴ Οἰκοκυρικῆς. Οἱ δικοί της γονεῖς, ἀντάρτες κι αὐτοί, εἶχαν ἐπιβιώσει, ἀλλὰ δὲν ἔφεραν ἀντίρρηση στὴ μεταφορὰ τῆς κοπέλας στὸ νησί, μιὰ πού, πάμφτωχοι –τὸ σπίτι τους στὴν ὀρεινὴ Μεσσηνία εἶχε καεῖ στὸν Ἐμφύλιο–, δὲν εἶχαν νὰ ζήσουν τὴ μοναχοκόρη τους. Ἡ Σχολὴ Οἰκοκυρικῆς ἦταν μιὰ λύση. Οἱ γονεῖς τοῦ Νίκου λοιπὸν γνωρίστηκαν στὶς Σχολὲς τῆς Λέρου, ὅπως στὰ ᾽Ανάβρυτα γνωρίστηκαν καὶ οἱ γονεῖς τῆς μικρῆς Παρασκευῆς.<br />
«Ἔλα, πὲς τώρα. Πῶς σοῦ φάνηκε ἡ μαμὰ τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τὴν εἶδες;»<br />
«Λοιπόν, τὴν πρωτοεῖδα στοὺς ἀγῶνες δρόμου ποὺ διοργανώνονταν κάθε ᾽Οκτώβριο. Διαγωνιζόταν κάθε τάξη ξεχωριστά. Πρῶτα τὰ κορίτσια καὶ μετὰ τὰ ἀγόρια. Ἡ διαδρομὴ ἦταν μέσα ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Συγγροῦ».<br />
«Ποῦ; Ἐδῶ ποὺ περπατᾶμε τώρα;»<br />
«Ναί, περίπου. Τὸ μονοπάτι ποὺ ἀκολουθούσαμε ἦταν ἕνα χιλιόμετρο δρόμος. Πότε ἀνηφόρα, πότε κατηφόρα».<br />
«᾽Ανώμαλος δηλαδή!» εἶπε μὲ ἔμφαση τὸ κορίτσι. Ὁ μπαμπάς της ἔκανε πὼς δὲν ἔπιασε τὸ ὑπονοούμενο. «Ναί, ἀνώμαλος. Πρῶτα ἔτρεξαν τὰ κορίτσια τῆς πρώτης γυμνασίου. Ἐμεῖς, συγκεντρωμένοι στὸν στίβο, βλέπαμε μόνο τὴν ἐκκίνηση καὶ τὸν τερματισμό. Τὴ μαμά σου τὴν πρόσεξα πρὶν δοθεῖ τὸ σύνθημα νὰ ξεκινήσουν. Ἦταν ψηλὴ καὶ κοκαλιάρα. Καμπούριαζε λίγο, εἶχε στραμμένους τοὺς ὤμους πρὸς τὰ μέσα. Μοῦ ἄρεσε γιατὶ ἐγὼ τότε ἄκουγα ρόκ».<br />
«Καὶ τί σχέση ἔχει αὐτό;»<br />
«Δὲν ξέρω. Πάντως, ὅταν τὴν εἶδα, σκέφτηκα πὼς ἡ ὄψη της θὰ ταίριαζε μὲ μουσικὴ ὑπόκρουση τῶν Doors».<br />
«Μάλιστα&#8230; Καὶ μετά;»<br />
«Τὴν εἶδα νὰ ξεκινάει λίγο μετὰ τὴν ἐκκίνηση. Σὰν νὰ ἦταν ἀφηρημένη. Αὐτὸ μοῦ φάνηκε κάπως χαριτωμένο. Δὲν περίμενα κὰν νὰ τερματίσει. Φαντάζεσαι τὴν ἔκπληξή μου ὅταν τὴν εἶδα νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ δάσος πρὶν ἀπὸ ὅλες, μὲ κάτι τεράστιους, γοργοὺς διασκελισμούς. Πίσω της δὲν φαινόταν ἀκόμη καμία ἄλλη. Ἦταν βέβαιο ὅτι θὰ τερμάτιζε πρώτη. Ἔμεναν μόνο καμιὰ πενηνταριὰ μέτρα νὰ διασχίσει, ἔξω ἀπὸ τὸ δάσος, σ’ ἕναν χωματόδρομο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ τέρμα, ἐκεῖ ποὺ καθόμασταν οἱ ὑπόλοιποι. ῞Ομως ἐκείνη ξαφνικὰ ἔκοψε ταχύτητα κι ἄρχισε τὸ περπάτημα. Δὲν πιστεύαμε στὰ μάτια μας! Τῆς φωνάζαμε νὰ συνεχίσει. Νὰ τρέξει λίγο ἀκόμα. Ἐκείνη τὸν χαβά της. Ἔτσι, τὴν προσπέρασαν δυὸ τρεῖς μαθήτριες. Δὲν πῆρε οὔτε κὰν τὸ χάλκινο. Ἦταν καταπληκτικό».<br />
«Τί τὸ καταπληκτικὸ εἶχε αὐτὴ ἡ χαζομάρα;»<br />
«Μὰ δὲν κατάλαβες; Ἡ μαμά σου μποροῦσε νὰ νικήσει, εἶχε τὸ χρυσὸ στὸ τσεπάκι της, ὅμως τοὺς τὸ πέταξε στὰ μοῦτρα. Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔλεγε, ἐγὼ τοὺς ἔχω γραμμένους τοὺς ἀγῶνες σας, ἐμένα δὲν μὲ νοιάζουν αὐτά, δὲν εἶμαι ἄλογο κούρσας. Ἐγὼ τρέχω γιὰ τὸ κέφι μου».<br />
«Καλά, μπορεῖ νὰ μὴν ἤξερε ποῦ εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ τερματισμοῦ. Νὰ νόμιζε πὼς τερμάτισε ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ δασάκι».<br />
Ὁ Νίκος γέλασε. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ἦταν αὐτὸς ὁ λόγος. Ἡ Ραχὴλ ἄλλωστε ἦταν ἀπὸ τότε «στὸν κόσμο της», ὅπως τὴν πείραζαν συχνὰ καὶ οἱ δυό της κόρες. Μπορεῖ, ἐκεῖ ποὺ ἔπλενε μιὰ κατσαρόλα, νὰ ἔμενε μὲ τὸ καπάκι στὸ χέρι, κοιτώντας τὶς σαπουνάδες μὲ προσήλωση λὲς καὶ ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ αὐτὴ παρατήρηση τοῦ ἀφροῦ ἐξαρτιόταν τὸ μέλλον της. Τὸ ἴδιο κι ὅταν καθάριζε ἕνα μῆλο: ξεκινοῦσε ἀφαιρώντας τὴ φλούδα κυκλικά, καὶ ὅταν ἔφτανε στὴ μέση, ἔμενε μὲ τὸ μαχαίρι μετέωρο, τὴ μισοκαθαρισμένη φλούδα νὰ κρέμεται σὰν σπιράλ. Ἐπίσης, ὅταν διάβαζε, συχνὰ κατέβαζε τὸ βιβλίο, ὅμως τὸ βλέμμα της παρέμενε ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως ἦταν ἡ σελίδα λὲς καὶ τὰ γράμματα εἶχαν ξεκολλήσει καὶ αἰωροῦνταν στὸ κενό, σὰν μαῦρα μανταλάκια σὲ ἀόρατο σκοινί. Πάντως ἀπὸ μαθήτρια διάβαζε πολύ. Ἐξαιτίας της εἶχε μπεῖ κι ὁ Νίκος σ’ ἐκείνη τὴν ὁμάδα ποίησης στὰ ᾽Ανάβρυτα. Τότε ἡ Ραχὴλ ἦταν δεκατεσσάρων χρονῶν κι ὁ Νίκος δύο χρόνια μεγαλύτερος. Εἶχε συνηθίσει πιὰ τὴ ζωὴ στὸ οἰκοτροφεῖο, τὰ ὡράρια, τὸ κρύο λουτρό, τὸν ὕμνο τῶν ᾽Αναβρύτων, τὰ καψόνια, τὴ στέρηση ἐξόδου ἀλλὰ καὶ τὶς πλάκες στὴν τραπεζαρία, τὴν κουβέντα μὲ τοὺς φίλους πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὸ μοίρασμα τῆς κοινῆς ζωῆς. Σχέση μὲ τὰ βιβλία καὶ μὲ τὴν ποίηση δὲν εἶχε, πέρα ἀπὸ τὴ συμβατικὴ στὸ μάθημα τῶν Νέων Ἑλληνικῶν. Ἡ μόνη ἐπινοημένη πραγματικότητα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦσε μιὰ παράξενη ἀλλὰ βαθιὰ ἱκανοποίηση ἦταν ἡ ἐπινόηση ἑνὸς διαφορετικοῦ πατέρα. Ποῦ καὶ ποῦ, ὅταν ὅλοι στὸν κοιτώνα εἶχαν ἀποκοιμηθεῖ, σκάλιζε τὰ δελτάρια ποὺ εἶχε χώσει κρυφὰ στὴ βαλίτσα του ἀνάμεσα στὶς κάλτσες καὶ τὶς διπλωμένες φανέλες ποὺ τοῦ εἶχε τακτοποιήσει ἡ μητέρα. ῞Οταν ἐκείνη, τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, τὸν εἶχε στείλει νὰ κατεβάσει τὰ σκουπίδια –ἀπὸ τὸ πρωὶ τῆς ἐρχόταν νὰ βάλει τὰ κλάματα κι ἔψαχνε εὐκαιρία νὰ χωθεῖ στὸ μπάνιο–, ἐκεῖνος κατέβηκε τὶς σκάλες τῆς πολυκατοικίας ἀπρόθυμα, βγῆκε βαρὺς ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα καὶ διέσχισε τὸν δρόμο. Μὲ τὴ σακούλα σκουπιδιῶν στὸ χέρι, σκεφτόταν πὼς γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν θὰ ξαναέριχνε τὰ σκουπίδια ἐκεῖ, κι ἔτσι ὁ ξέχειλος βρομερὸς κάδος τὸν γέμιζε μὲ κάτι σὰν πρωθύστερη νοσταλγία, ὅταν πρόσεξε, πεταμένο ἀνάμεσα στὶς σακοῦλες, ἕνα πακέτο ποὺ ἔγραφε πάνω μὲ μαῦρο μαρκαδόρο «Λακκί». Τὸ πακέτο ἦταν πρόχειρα τυλιγμένο, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀντιστάθηκε στὸν πειρασμὸ νὰ τὸ ἀνοίξει, πιστεύοντας πὼς μέσα θὰ ἔβρισκε ἴσως γράμματα τοῦ πατέρα του ἀπὸ τότε ποὺ φοιτοῦσε ἐκεῖ. ῞Ομως ὄχι. Μέσα στὸ χαρτὶ περιτυλίγματος βρῆκε δεμένες μὲ μιὰ πλαστικὴ κορδέλα, ὅπως αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὰ ζαχαροπλαστεῖα, καμιὰ πενηνταριὰ κὰρτ ποστάλ, χωρὶς εἰκόνες, πυκνογραμμένες ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ μὲ διεύθυνση ἀποστολῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη. Δὲν ἤξερε νὰ πεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα ποιά παρόρμηση τὸν ἔκανε νὰ πάρει τὰ πεταμένα δελτάρια –ἔτσι τὰ ἀποκαλοῦσαν, ὅπως θὰ μάθαινε στὴ συνέχεια– καὶ νὰ τὰ κρύψει στὴ βαλίτσα του, ὡστόσο τὸ θαυμαστὸ περιεχόμενό τους θὰ τοῦ ἔκανε κάθε βράδυ συντροφιὰ τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ εἶχε βρεθεῖ ἐξόριστος στὰ ᾽Ανάβρυτα. Γιατὶ ἔτσι ἔνιωθε, ἐξόριστος. ῞Οπως ἐξόριστος ἦταν κι ὁ ἄντρας ποὺ στὴ Χούντα εἶχε βρεθεῖ στὸ στρατόπεδο Λακκίου τῆς Λέρου –στὸ ἴδιο κτίριο ἄραγε ποὺ πέρασε τὰ ἐφηβικά του χρόνια κι ὁ πατέρας του;– καὶ ἀντάλλασσε ἐπιστολὲς γεμάτες προσμονή, ἀγωνία καὶ τρυφερότητα μὲ τοὺς δικούς του, πίσω στὴν᾽Αθήνα.</p>
<hr />
<p><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16668" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/em-2_Cover-gross-450x620.jpg" alt="" width="350" height="482" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/em-2_Cover-gross-450x620.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/em-2_Cover-gross-218x300.jpg 218w, https://medien.diablog.eu/2026/05/em-2_Cover-gross-500x689.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/em-2_Cover-gross.jpg 743w" sizes="auto, (max-width: 350px) 100vw, 350px" />Το βιβλίο</strong><br />
<em>῞Ελενα Μαρούτσου: Τὸ ἐξιλαστήριο θαῦμα. Μιὰ ἱστορία σὲ πενήντα μία βαλίτσες</em><br />
Κίχλη, Αθήνα 2022, 338 σελίδες, περ. 16 €<br />
ISBN 978-618-5461-42-3</p>
<p>Η εικόνα του εξωφύλλου είναι από τη σειρά «Baggage Series» του Συροαμερικανού εικαστικού Μοχάμαντ Χαφέζ. Η συγγραφέας συνηθίζει να ενσωματώνει στα διηγήματά της εικαστικές αναφορές.</p>
<p>Επαναλαμβανόμενο μοτίβο του μυθιστορήματος είναι η «βαλίτσα» (σε όλες τις μορφές της, όπως σακίδιο, μπαούλο, τσάντα ή σακούλα σκουπιδιών) ως φύλακας της περιουσίας και της μνήμης. Μια βαλίτσα συμβολίζει πάντα αναχώρηση και άφιξη, ταξίδι και αλλαγή.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<figure id="attachment_16667" aria-describedby="caption-attachment-16667" style="width: 140px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16667 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/em-1_Elena-Maroutsou-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" /><figcaption id="caption-attachment-16667" class="wp-caption-text">© Μ.Βαλασόπουλος</figcaption></figure>
<p><strong>Η συγγραφέας</strong><br />
Η <strong>Έλενα Μαρούτσου</strong> γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Ρέντινγκ της Αγγλίας. Διδάσκει λογοτεχνία και δημιουργική γραφή και δημοσιεύει κριτικές βιβλίων.<br />
Έργα της: <em>Του ύψους και του βάθους</em> (Αλεξάνδρεια 1998)· <em>Οι προδοσίες των ονομάτων</em> (Αλεξάνδρεια 2004)· <em>Μεταξύ συρμού και αποβάθρας</em> (Καστανιώτης 2008, Βραβείο Μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού δέκατα 2009)· <em>ΤΟ ΝØΗΜΑ</em> (Κέδρος 2010)· <em>Οι χυδαίες ορχιδέες</em> (Κίχλη 2015)· <em>Δύο</em> (Κίχλη 2018)· <em>Θηριόμορφοι</em> (Πόλις 2020, συμπεριελήφθη στη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία γυναικών συγγραφέων από την επιτροπή του ελληνικού PEN)· <em>Το εξιλαστήριο θαύμα. Μια ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες</em> (Κίχλη 2022, Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα 2023). Το <em>Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων</em> είναι το ένατο βιβλίο της (Κίχλη 2024).</p>
<p class="textinfo"><em>Απόσπασμα: Έλενα Μαρούτσου. </em><em>Παρουσίαση: Michaela Prinzinger σε μετάφραση Α.Τσίγκα. Φωτογραφίες: Κίχλη, <span class="elementor-icon-list-text">Μάριος Βαλασόπουλος</span>. Σύνταξη: Α.Τσίγκας. </em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/elana-maroutsou-to-exilastirio-thavma/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αταλάντη Ευριπίδου: Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο</title>
		<link>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/atalanti-evripidou-oi-anthropoi-einai-periplokoi-kai-ateleis/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/atalanti-evripidou-oi-anthropoi-einai-periplokoi-kai-ateleis/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 21 May 2026 07:16:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πεζογραφία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16636</guid>

					<description><![CDATA[Η Αταλάντη Ευριπίδου μιλά στη Γεωργία Χάρδα για την πρώτη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Εκείνοι που δεν έφυγαν». Μέσα από προσωπικά βιώματα, ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία, η συγγραφέας συνδυάζει τη φαντασία με τη λαϊκή ... <p class="read-more-container"><a title="Αταλάντη Ευριπίδου: Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/atalanti-evripidou-oi-anthropoi-einai-periplokoi-kai-ateleis/#more-16636" aria-label="Read more about Αταλάντη Ευριπίδου: Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Η Αταλάντη Ευριπίδου μιλά στη Γεωργία Χάρδα για την πρώτη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Εκείνοι που δεν έφυγαν». Μέσα από προσωπικά βιώματα, ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία, η συγγραφέας συνδυάζει τη φαντασία με τη λαϊκή παράδοση.</p>
<p>Η συλλογή εξιστορεί, από την οθωμανική κατοχή μέχρι και σήμερα, το χρονικό ανθρώπων στο περιθώριο της Ιστορίας. Γυναίκες, κουήρ άτομα, εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, μπάσταρδα, σεξεργάτριες – ήταν ανέκαθεν παρόντες, παρότι σπάνια ορατοί, και ποτέ δεν έφυγαν. Επτά ιστορίες με φόντο μια ολοένα και λιγότερο μυθική Ελλάδα, όπου οι θρύλοι χάνονται, η ελευθερία στηλιτεύεται και η αλληλεγγύη είναι το μόνο που απομένει.<br />
Αυτό που ξεχωρίζει στη συλλογή της είναι η ειλικρίνεια και η αναγνώριση της ανθρώπινης ατέλειας, καθώς οι χαρακτήρες της δεν είναι ιδανικοί, αλλά ανθρώπινοι και πολυδιάστατοι. Το βιβλίο εξετάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, καθώς και τις αντιφάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Η έντονη διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης, σε συνδυασμό με την αναζήτηση της αλήθειας σε έναν κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις, δείχνει πως η συλλογή της Ευριπίδου επιδιώκει να φωτίσει τις σκοτεινές και αθέατες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, αφήνοντας τον αναγνώστη με αρκετά ερωτήματα για την ιστορία και τη συλλογική μνήμη.</p>
<p><strong>Η συνέντευξη</strong></p>
<p class="interview">Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε για να γράψετε την πρώτη συλλογή διηγημάτων σας με τίτλο «Εκείνοι που δεν έφυγαν»;</p>
<p>Έγραψα το πρώτο από τα διηγήματα της συλλογής, την «Τρισεύγενη», στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου δημιουργικής γραφής που διοργανώνουν οι «Tales of the Wyrd» και, κατόπιν, άλλα δύο, το «Πέρα απ’ τα γυάλινα βουνά…» και το «Εκείνοι που δεν έφυγαν» για να παρουσιαστούν στα λογοτεχνικά εργαστήρια της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ). Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν κάποιοι κοινοί θεματικοί και υφολογικοί άξονες στα διηγήματα αυτά και αποφάσισα να γράψω μερικά ακόμη για να δημιουργήσω μια συλλογή διηγημάτων που να διατρέχεται από αυτά ακριβώς τα θεματικά και υφολογικά νήματα.</p>
<p class="interview">Αναρωτιέμαι διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου σας αν η παραμονή είναι ένα είδος αντίστασης ή αδράνειας, και τι αποκαλύπτει για την ανθρώπινη φύση το γεγονός ότι κάποιοι επιλέγουν να μείνουν, ενώ άλλοι επιλέγουν να φύγουν;</p>
<p>Νομίζω ότι η παραμονή μπορεί να είναι και τα δύο, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία παραμένουμε. Οι χαρακτήρες της συλλογής κάνουν και τα δύο –μένουν και φεύγουν– και είναι και οι δύο επιλογές που άλλοτε αποτελούν αντίσταση και άλλοτε αδράνεια. Το Αγόρι, η Βασιλική, ο Ευγένιος είναι όλοι άνθρωποι που επιλέγου να φύγουν, αλλά η φυγή τους έχει διαφορετικά αίτια και διαφορετική υφή και, ενδεχομένως, ο αναγνώστης δεν θα τους δικαιολογήσει όλους εξίσου για την απόφασή τους. Ο Καπετάνιος, η Ευδοκία, ο Στρατής είναι χαρακτήρες που μένουν, όμως –και πάλι– τα κίνητρά τους και τα αποτελέσματα της παραμονής τους δεν είναι εξίσου αποδεκτά. Μου φαίνεται πως όλοι μας θα κάνουμε και τις δύο επιλογές στη ζωή μας και για να αντισταθούμε και λόγω μουδιάσματος, πιθανώς. Ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, και λόγω αυτοσυντήρησης. Ίσως, τελικά, σημαντικότερο να είναι το πού στεκόμαστε μετά την πράξη της παραμονής ή της φυγής.</p>
<p class="interview">Έχετε αφιερώσει το βιβλίο στον παππού σας. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για το πώς αυτή η αφιέρωση αποτελεί το αντίο που δεν προλάβατε να του πείτε;</p>
<p>Αυτό ήταν κάτι που συνειδητοποίησα εποπτεύοντας μια πτυχιακή εργασία για το πένθος πέρσι: ότι, πρακτικά, έγραψα ένα ολόκληρο βιβλίο για να διαχειριστώ τον χαμό του παππού μου. Τον χάσαμε μέσα στο lockdown και, δυστυχώς, δεν κατάφερα με τους περιορισμούς να τον δω ή να παρευρεθώ στην κηδεία. Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής είναι με κάποιον τρόπο εμποτισμένα από τα βιώματά μου στο χωριό μου, στην Καρδίτσα – είτε σε επίπεδο γλώσσας είτε σε επίπεδο εικονοπλασίας. Κι όταν έφτασα να γράψω τα έξι από τα επτά διηγήματα, συνειδητοποίησα ότι είχα συμπεριλάβει πολλές πτυχές της «ελληνικότητας», αλλά όχι το κέφι και το γλέντι. Και κάπως έτσι, κατάλαβα και ότι είχα αποδεχτεί πια και τον θάνατο του παππού, μέσα μου. Ήταν μια πολύ θεραπευτική διαδικασία, παρότι δεν ξεκίνησε καθόλου έτσι.</p>
<p class="interview">Πώς επιλέξατε το θέμα των διηγημάτων; Βασιστήκατε σε προσωπικές εμπειρίες ή σε μυθολογικά και λαϊκά στοιχεία της παράδοσης;</p>
<p>Μια μείξη όλων αυτών, αλλά και αρκετών μαρτυριών και κάμποσης φαντασίας. Τα δύο από τα διηγήματα, όπως σημειώνεται και στο τέλος του βιβλίου, είναι εμπνευσμένα από λαϊκά παραμύθια που συμπεριλαμβάνονται στο δίτομο έργο του Μέγα, «Ελληνικά Παραμύθια». Αυτά είναι το «Πέντε Φεγγάρια Ρημαδιό», βασισμένο στο παραμύθι «Ο Κυρ-Σιμιγδαλένιος», και η «Τρισεύγενη», βασισμένη στο παραμύθι «Η Τρισεύγενη ή τα Τρία Κίτρα». Αλλά, επίσης, και πραγματικές ιστορίες, όπως του Θανάση Βάγια ή του Ζαφείρη που πολεμούσε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, καθώς και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν στην κατοχή, μαρτυρίες για τους υπαρξιστές της ιπτάμενης παράγκας. Φυσικά και προσωπικές εμπειρίες δικές μου, μαζί με αγαπημένα πράγματα –ποιήματα, τραγούδια– και, όπως προανέφερα, κάμποση φαντασία. Πέρα από αυτά τα δύο διηγήματα, ωστόσο, που χρησιμοποίησαν τα παραμύθια σαν γενικό οδηγό, τα υπόλοιπα προήλθαν από σκέψεις όπως «<em>πώς θα έμοιαζε ο μαγικός ρεαλισμός στην Ελλάδα;</em>» (έτσι γράφτηκε το ομότιτλο διήγημα της συλλογής) ή «<em>πρέπει να στείλω διήγημα στο εργαστήριο και βιάζομαι, ας ψάξω στο διαδίκτυο ένα writing prompt</em>» (κάτι που κατέληξε στο prompt «<em>Ένας δήμιος που τον καταράστηκε το τελευταίο του θύμα</em>»).</p>
<p class="interview">Tα διηγήματά σας είναι 7, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία ο αριθμός αυτός;</p>
<p>Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκίνησαν εφτά. Ξεκίνησαν οκτώ, αλλά το ένα το αφαίρεσα προτού αρχίσω να υποβάλλω το χειρόγραφο, γιατί δεν ταίριαζε ικανοποιητικά με τα υπόλοιπα. Επίσης, υπήρξε κι ένα ένατο που γράφτηκε αργότερα, όταν το κείμενο της συλλογής ήταν ήδη στα χέρια του επιμελητή – οπότε ήταν πολύ αργά. Αλλά, νομίζω πως ήταν ο ιδανικός αριθμός, τελικά, για πολλούς λόγους. Σε πιο συμβολικό επίπεδο, επειδή είναι σημαντικός αριθμός και το βιβλίο μιλάει για μια μαγεία που διαρκώς φθίνει και χάνεται. Σε πρακτικό επίπεδο, επειδή θα σου πάρει μια βδομάδα ανάγνωσης αν βάλεις στόχο ένα διήγημα τη μέρα.</p>
<p class="interview">Στο διήγημα σας «Το καρφί στην κεφαλή» μου άρεσε η φράση «<em>Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού</em>». Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα;</p>
<p>Αυτό ήταν ένα διήγημα που ξεκίνησε στο μυαλό μου από αυτήν την πρώτη φράση. Μου ήρθε αυτή και ξεκίνησα να το γράφω χωρίς να έχω ιδέα πού θα πήγαινε. Έχω την αίσθηση πως προήλθε, νοηματικά, από αυτό που λέμε συχνά «<em>ε, κάπου στον κόσμο θα είναι η σωστή ώρα</em>» όταν αργούμε κάπου. Αλλά, επίσης, συμπυκνώνει κατά κάποιον τρόπο αυτή την απώλεια μνήμης και ιστορίας, αυτές τις λεπτομέρειες της αλήθειας που θυσιάζονται συστημικά (και συστηματικά) προκειμένου να κατασκευάσουμε το εθνικό ή προσωπικό μας αφήγημα.</p>
<p class="interview">Στο ίδιο διήγημα η αφηγήτρια αναφέρει τη συμβουλή της γιαγιάς: <em>«Μη φτιάχνεις τέλεια παραμύθια. Άμα σκαρώνεις μια ιστορία, κοίτα να την κάνεις να την πιστέψουν επειδή μοιάζει αληθινή κι όχι επειδή θέλουν γιατί κάποια στιγμή θα τους απογοητεύσεις και θα σταματήσουν να θέλουν και θα σε πάρουν στο κατόπι με τσουγκράνες και με φτυάρια». </em>Πιστεύετε ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποδώσει έναν πιο αυθεντικό ή ρεαλιστικό τόνο και πώς σχετίζεται με την ανάγκη του αναγνώστη για «αλήθεια» σε μια εποχή που κατακλύζεται από ψευδαισθήσεις;</p>
<p>Θα μιλήσω με την ιδιότητα της αναγνώστριας κι εγώ, αρχικά: δεν αισθάνομαι πως μπορώ να ταυτιστώ με αψεγάδιαστους χαρακτήρες ή να τους συμπονέσω. Ούτε μου αρέσουν εκείνοι που είναι εντελώς κενοί, για να μπορεί ο αναγνώστης να τους μεταχειριστεί σαν είδωλο του εαυτού του μέσα στην ιστορία. Θέλω να διαβάζω για χαρακτήρες που είναι πραγματικοί, τρισδιάστατοι άνθρωποι και που καταλαβαίνω πώς λειτουργεί το μυαλό και η ψυχολογία τους ακόμη κι αν δεν συμφωνώ μαζί τους ή δεν έχω τις εμπειρίες τους. Με την ιδιότητα του συγγραφέα, τώρα, νομίζω πάλι πως είναι μια καλή συμβουλή να μεταχειριζόμαστε τους χαρακτήρες μας σαν κανονικούς ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο στην πραγματική ζωή, όπως είναι σπουδαίο και στη λογοτεχνία.</p>
<p class="interview">Στο «Καλοκαίρι που χάθηκε η χαρά» ο Άγγελος Πολύζος αναφέρει «<em>Η ζωή δεν έχει κορύφωση, γιατί δεν είναι αφήγημα</em>.» Θεωρείτε ότι η ζωή, όπως και η λογοτεχνία, μπορεί να βρει μια «λογική» ή να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία, ή είναι καταδικασμένη να παραμένει ατελείωτη;</p>
<p>Νομίζω ότι η ζωή και το αφήγημα της ζωής είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα: η ζωή η ίδια δεν έχει συνέπεια, ειρμό ή λογική, αλλά το αφήγημά της, ο τρόπος με τον οποίο τη μνημονεύουμε, τα έχει όλα αυτά. Πολλές φορές, μπορεί να τύχει δύο άσχετα πράγματα να συμβούν ταυτόχρονα, αλλά εμείς να τα θυμόμαστε αργότερα να συμβαίνουν με τη σειρά επειδή αυτό εξυπηρετεί το αφήγημα (π.χ. «<em>πάτησα μια μπανανόφλουδα και την ίδια στιγμή περνούσε το λεωφορείο μου και το έχασα</em>», το οποίο μετατρέπεται σε «<em>έχασα το λεωφορείο επειδή πάτησα τη μπανανόφλουδα και έπεσα</em>»). Όσον αφορά τη λογοτεχνία, αυτή χρειάζεται να είναι πειστική, αν όχι ρεαλιστική, οπότε σε κάποιον βαθμό απαιτείται λογική – περισσότερο, όμως, εσωτερική λογική, γιατί φυσικά υπάρχουν είδη όπως το παράλογο ή το whimsy που, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να μην την ακολουθούν καθόλου, αλλά διαθέτουν εσωτερική συνέπεια.</p>
<p class="interview">Το βιβλίο καλύπτει έναν ευρύ ιστορικό φάσμα από την τουρκοκρατία έως τις μέρες μας, με ιδιαίτερη έμφαση σε πρόσωπα που ζουν στο περιθώριο της ιστορίας. Πώς επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και πώς βλέπετε τη σχέση τους με την ελληνική κοινωνία;</p>
<p>Νιώθω πως υπάρχουν πολλές ανείπωτες ιστορίες μέσα στην ευρύτερη, μεγάλη Ιστορία της χώρας μας – πολλά πράγματα για τα οποία δεν μιλάμε ανοιχτά ή και τα θάβουμε εντελώς κάτω από το χαλί. Δεν υπήρχαν καθόλου queer άνθρωποι στον Επαναστατικό αγώνα; Οι αγωνιστές πάνε όλοι, πάντα, με τον σταυρό στο χέρι; Τι σήμαινε να είσαι ανύπαντρη μητέρα σε χωριό; Πώς χτίζονται οι οικογενειακοί μας μύθοι; Πώς διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη και ποιοι άνθρωποι μένουν εκτός; Τις κάνω αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό μου κι εκτός λογοτεχνίας. Κι από τη θέση ενός ανθρώπου που έχει το προνόμιο να τις κάνει, προσπαθώ, όσο μπορώ με τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου, να ρίχνω φως σε αυτές τις αφανείς ιστορίες μέσα στην Ιστορία. Πιστεύω, όμως, επίσης ότι πάμε καλύτερα, ως κοινωνία. Υπάρχει σημαντική βελτίωση σε σχέση με δέκα ή πενήντα χρόνια πριν σε ζητήματα αποδοχής, ανεκτικότητας, διαφορετικότητας. Λόγω επαγγέλματος, έρχομαι συνέχεια σε επαφή με νέα παιδιά, 18-19 χρονών, και με συγκινεί να βλέπω ότι κάθε καινούρια φουρνιά είναι λίγο πιο ανοιχτόμυαλη, λίγο πιο ευαισθητοποιημένη.</p>
<p class="interview">Η ελληνική παράδοση και ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση και τα λαϊκά παραμύθια, φαίνεται να είναι σημαντικά στοιχεία στην γραφή σας. Μιλήστε μας γι αυτό.</p>
<p>Κατηγορώ τα παραμύθια του Μέγα γι’ αυτό. <span style="color: #0000ff;">[*]</span> Τα αγαπούσα ιδιαίτερα μικρή, τα διάβασα πολλές φορές και μεγάλη και ένιωθα ανέκαθεν μια σύνδεση μαζί τους που δεν την αισθανόμουν για δυτικά αφηγήματα. Τα λαϊκά παραμύθια έχουν έξυπνες γυναίκες που σώζουν τα βασιλόπουλα, έχουν πρωταγωνιστές που κερδίζουν τις λάμιες και τους δράκους με την ευφυία τους κι όχι με τη σωματική τους ρώμη, έχουν ένα χιούμορ συχνά, αλλά και μια γενικότερη αίσθηση αυθεντικότητας. Είναι γήινα, μυρίζουν χώμα. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια χώρα που κοντεύει να βουλιάξει απ’ τους τουρίστες και, έξω απ’ την Ελλάδα, το μόνο που γνωρίζουν για τη χώρα είναι το μακρινό, αρχαίο της παρελθόν και η οικονομική κρίση. Ειδικά η αρχαία γραμματεία και η μυθολογία μας, είναι κτήμα του κόσμου – βλέπουμε μια αυξανόμενη τάση να γράφουν ξένοι συγγραφείς επαναφηγήσεις ελληνικής μυθολογίας. Αλλά η λαϊκή παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια μας, τα παραμύθια μας, οι ιστορίες των χωριών μας είναι δικά μας και δεν τα έχει οικειοποιηθεί κανείς ακόμα. Οπότε, μου φαίνεται λογικό πιο νέοι συγγραφείς, όπως εγώ και άλλοι που προηγήθηκαν, να στρέφονται προς τα εκεί όταν αναζητούν έμπνευση, προσωπικό ύφος ή ακόμη και ταυτότητα. Είναι, ίσως, μια επαναδιαπραγμάτευση του τι θεωρείται ελληνικότητα, με τους δικούς μας όρους.</p>
<p class="interview">Πώς η έννοια της προσωπικής θυσίας, που διατρέχει αρκετά διηγήματα της συλλογής σας, συνδέεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα; Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι σήμερα καλούνται να κάνουν παρόμοιες θυσίες και τι φυσικά είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν;</p>
<p>Χαίρομαι που δεν καλούμαστε να κάνουμε παρόμοιες θυσίες γιατί δεν έχουμε πόλεμο ή κάποιου τύπου κατοχή. Και γιατί, σε πολλά πράγματα, η ποιότητα ζωής και η κοινωνία έχουν βελτιωθεί. Ταυτόχρονα, θα έλεγα ότι κάνουμε θυσίες κάθε μέρα, ακόμη κι αν δεν είναι οι ύψιστες. Σίγουρα το να δώσει κάποιος τη ζωή του για να αντισταθεί σε κατακτητές είναι ηρωικό, αλλά το να δουλεύει τρεις δουλειές για να μπορεί να στείλει τα παιδιά του στα αγγλικά είναι κι αυτό μια σημαντική θυσία, αν και ίσως πιο πεζή.</p>
<p class="interview">Τα διηγήματα σας εκφράζουν έντονα την ελληνική ιστορία και τις αντιφάσεις της. Τι είναι αυτό που σας προβλημάτισε περισσότερο και σας ώθησε να εστιάσετε σε αυτά τα θέματα;</p>
<p>Μια γενικευμένη απορία για το πού είναι αυτές οι ιστορίες, γιατί δεν τις αφηγούμαστε. Ιστορίες όπως του Ζαφείρη, που ανέφερα παραπάνω, ή των υπαρξιστών του Σίμου, που συγκέντρωσαν τόσα χρήματα για τους σεισμόπληκτους του Ιονίου. Και μια ανάγκη να τις φανταστώ και μέσα από τη φαντασία να τις ξαναθυμίσω στον εαυτό μου και στους αναγνώστες. Η έμφυτη αδικία της κοινωνικής λήθης.</p>
<p class="interview">Η συλλογή σας διαπραγματεύεται τις αντιφάσεις και τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ τολμά να επανεξετάσει ιστορικά και κοινωνικά στερεότυπα. Ποιο είναι το μήνυμα που θέλατε να μεταφέρετε στους αναγνώστες σας μέσω αυτής της ανάλυσης;</p>
<p>Για μήνυμα δεν ξέρω, αλλά θα είμαι πολύ ικανοποιημένη αν έστω κι ένας αναγνώστης ολοκληρώσει αυτή τη συλλογή λίγο πιο προβληματισμένος σχετικά με το ποιων ανθρώπων η ιστορία γίνεται Ιστορία και ποιων όχι.</p>
<hr />
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16602 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-02_GMegas-sw-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-02_GMegas-sw-150x150.jpg 150w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-02_GMegas-sw-300x300.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-02_GMegas-sw.jpg 443w" sizes="auto, (max-width: 150px) 100vw, 150px" /><span style="color: #0000ff;">[*] </span>Ο<strong> Γεώργιος Μέγας</strong> ήταν Έλληνας λαογράφος. Γεννήθηκε στις 13/8/1893 στη Μεσημβρία της Ανατολικής Ρωμυλίας (το σημερινό Νεσέμπαρ της Μαύρης Θάλασσας) ως γιος δασκάλου. Φοίτησε στο σχολείο της Σιάτιστας, από όπου καταγόταν ο πατέρας του, και το 1913 ολοκλήρωσε τις φιλολογικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Μέγας εργάστηκε αρχικά ως εκπαιδευτικός. Από το 1926 ως το 1930 σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Λαογραφία στη Λειψία και στο Βερολίνο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής γυμνασίου και στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο διηύθυνε από το 1936 ως το 1955. Από το 1947 δίδαξε ως τακτικός καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.<br />
Το 1960 ανέλαβε την προεδρία της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Συγκέντρωσε και δημοσίευσε πολυάριθμα λαϊκά παραμύθια, φανταστικές αφηγήσεις της λαϊκής λογοτεχνίας καθώς και έργα της δημώδους λογοτεχνίας, τα οποία αντανακλούν την αγροτική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα, τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις αξίες της ζωής. Ταξινόμησε ως πρώτος τα λαϊκά παραμύθια όχι με βάση τοπικά ή γεωγραφικά, χρονολογικά ή θεαματικά κριτήρια, αλλά σύμφωνα με τον διεθνή δείκτη Aarne-Thompson-Uther (ATU). Για να διευκολύνει το έργο των μελλοντικών ερευνητών, στο τέλος των έργων του αναγράφει πάντα τον τύπο στον οποίο ανήκει κάθε παραμύθι (μύθος ζώων, παραμύθι ή ευτράπελη διήγηση), την προέλευσή του και τις παραλλαγές του.<br />
Σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στις 22/10/1976.</p>
<hr />
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-full wp-image-16598" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x.png" alt="" width="945" height="612" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x.png 945w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x-300x194.png 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x-768x497.png 768w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x-450x291.png 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-03_Buchcover3x-500x324.png 500w" sizes="auto, (max-width: 945px) 100vw, 945px" /></p>
<p><strong>Το διήγημα </strong><br />
<strong><em>Το καρφί στην κεφαλή</em></strong></p>
<p>Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού. Απ&#8217; τη γιαγιά σου το ’μαθα αυτό. που, απ’ όπου έφευγε, αλλιώτικα τη θυμούνταν. Εδώ ήταν μαμή, εκεί γυρολόγος, παραδίπλα μάγισσα κι αντίπερα αγία.<br />
Πηγαίναμε από χωριό σε χωριό, με το μουλάρι μας κι ένα σκεπαστό κάρο φορτωμένο με το βιός μας, και το βράδυ ζεσταίναμε σούπα στο γκαζάκι και κοιμόμασταν στρωματσάδα. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ούτε μου ’λειψε ιδιαίτερα. Ίσως να ρώτησα μια-δυο φορές γι’ αυτόν κι ίσως η μάνα κάτι να μου απάντησε, μα δεν θυμάμαι πια. Δεν μ&#8217; άρεσε, όμως, που παντού με λέγαν μπάσταρδο και με μουρμούραγαν στις βρύσες και στα καφενεία.<br />
Έτσι, όταν έμεινα έγκυος σ’ εσένα, έφτιαξα ένα παραμύθι και το είπα τόσο πολλές φορές στον καθρέφτη μου, ώσπου, στο τέλος, το πίστεψα. Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού. Ήρθα στα Καλύβια με την κοιλιά στο στόμα κι άνοιξα κι αέρισα το σπίτι της θείας Μαριγώς κι είπα τάχα μου πως ο άντρας μου ήταν ναυτικός κι έλειπε σε ταξίδι. Σε λίγους μήνες θα κατέβαινα στην πόλη και θα ταχυδρομούσα ένα γράμμα που θα μου ανακοίνωνε τον θάνατό του. Κάλλιο χήρα κι ορφανό παρά πουτάνα και μπάσταρδο. Τα &#8216;χα όλα κανονισμένα στο μυαλό μου μέχρι που εμφανίστηκε ο πατέρας σου και μου χάλασε τα σχέδια.<br />
Λέω ο πατέρας σου, αλλά ποιος ξέρει αν είναι -τι είναι στ&#8217; αλήθεια. Ο άντρας που με γκάστρωσε, πάντως, δεν είναι .Καμιά φορά, όταν σε κοιτάω και βλέπω πόσο του μοιάζεις, δυσκολεύομαι να θυμηθώ πως τον γνώρισα αφότου είχες γεννηθεί. Μετά το θυμάμαι, βέβαια, και μου κόβονται τα πόδια, παρότι τον αγάπησα τον Στρατή πολύ. Για τί; Αυτό δεν είναι εύκολο να σ&#8217; το εξηγήσω, μα πρέπει να προσπαθήσω. Ήδη έχω αρχίσει να ξεχνάω, και τρέμω πως, άμα δεν σ’ τα πω, θα τους χάσεις και τους δυο γονείς σου, Ιουλίτσα μου.<br />
Σαν έφτασα στο χωριό, ήμουν ξένη. Μπορεί να &#8216;χα κληρονομήσει το σπίτι της θείας, αλλά ούτε μ’ είχε δει ποτέ κανείς, ούτε μ’ είχε ακούσει. Και για τη μάνα μου, που σηκώθηκε κι έφυγε στα δεκαπέντε με την κοιλιά στο στόμα, καλό λόγο δεν είχαν να πουν. Δεν την πίστεψαν όλοι την ιστορία μου και με κοιτούσαν με μισό μάτι. Όσο περνούσαν οι μήνες, όμως, κάθε γράμμα που ’στελνα στον δήθεν άντρα μου λιγόστευε τη γλωσσοφαγιά. Κι όταν γέννησα και με ρώτησε η μαμή πώς να οε πούμε, της είπα Ιουλία, σαν την πεθερά μου. Μη κοιτάς τώρα που πεθερά δεν υπήρχε . Τι ήθελες, δηλαδή, να σ&#8217; έλεγα Αγορίτσα σαν τη γιαγιά σου; Μια χαρά όνομα είναι το Ιουλία.<br />
Σαράντα μέρες δεν ξεμύτισα απ’ το σπίτι. Ήθελα μα ήθελα περισσότερο να τα ’χω εγώ καλά με τους γειτόνους κι εσύ ακόμα πιο καλά. Έκατσα, λοιπόν, μέχρι να σαραντίσω και, με κάθε μέρα που περνούσε, όλο και περισσότερες γυναίκες έρχονταν να μου φέρουν πίτες και φρέσκο γάλα και γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες. Και να σε δουν, φυσικά.<br />
Ένα βράδυ ήρθε κι ο Φανούρης που ’χε το μπακάλικο στην πλατεία  τον θυμάσαι καθόλου; Ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές σου &#8216;πα να μην τον πλησιάζεις όταν ήσουν μικρή, έχασα τον λογαριασμό. Κι όλο μού παραπονιόσουν που τ&#8217; άλλα παιδιά αγόραζαν κορνέδες και ζαχαρωτά κι εγώ δεν σ’ άφηνα. Τέλος πάντων. Μόλις σ&#8217; είχα ταΐσει, κι η πουκαμίσα μου είχε νοτίσει από το γάλα. Δεν περίμενα μουσαφιραίους, αλλά φαντάστηκα ότι κάποια γειτόνισσα θα &#8216;τον πάλι, κι άνοιξα χωρίς να το καλοσκεφτώ.<br />
«Τι κάνεις, Παρασκευούλα;» με ρώτησε μελιστάλαχτα.<br />
Τα ’χε τσούξει η μύτη του ήταν κόκκινη και τα μάτια του γυάλιζαν, η ανάσα του μύριζε τσίπουρο.<br />
«Καλά είμαι, μωρέ Φανούρη, αλλά πρέπει να βάλω το παιδί για ύπνο, είναι αργά» είπα  ευγενικά, γιατί δεν μ’ έπαιρνε να μην είμαι ευγενική με τον έναν άνθρωπο στο χωριό που πούλαγε ψωμί και γάλα.<br />
«Να μπω δυο λεπτά που θέλω να σου πω;» συνέχισε εκείνος, σαν να μην είχα πει κουβέντα.<br />
Όταν έχεις φάει τα χρόνια σου στους δρόμους, γυρνώντας από μέρος σε μέρος, μαθαίνεις ν’ αναγνωρίζεις πότε κάποιος δεν θέλει το καλό σου. Η μάνα μού ’λεγε πως κάθε άνθρωπος βαδίζει σ&#8217; αυτή τη γη μ’ ένα καρφί στα στήθια ή στην κεφαλή ή στ’ αχαμνά, και πως, αν θες να επιβιώσεις, καλύτερα να παραστήσεις ότι το καρφί του καθενός ούτε το βλέπεις ούτε μαντεύεις πώς κυβερνάει τη ζωή του. Σοφή γυναίκα η γιαγιά σου. Σοφότερη από μένα.<br />
«Πρέπει να κοιμίσω το μωρό» ξανάπα.<br />
Αυτή τη φορά, δεν κατάφερα να κρύψω την ενόχληση μου. Τα σκασμένα χείλια του Φανούρη άνοιξαν σ’ ένα χυδαίο χαμόγελο.<br />
«Σίγουρα θες να τα πω εδώ έξω αυτά που ’χω να πω, Παρασκευούλα;» Τ’ όνομά μου στο στόμα του μου ’φερνε ναυτία. Δεν μίλησα. «Μπορεί ν’ ακούσει κανείς&#8230;» πρόσθεσε. Αποφάσισα, τότε, πως ό,τι άλλες απειλές ή αλήθειες κι αν είχε να ξεστομίσει, χωρίς μάχη το κατώφλι μου δεν θα περνούσε. Για καλή μου τύχη, έμπηξες τα κλάματα εκείνη την ώρα.<br />
«Καληνύχτα, Φανούρη» είπα κι έκανα να κλείσω την πόρτα.<br />
Τη στιγμή που την έπιασε μ’ ένα ιδρωμένο χέρι κι έσπρωξε τη μούρη του στη χαραμάδα, κόντεψα να φτύσω την καρδιά μου στο πάτωμα. Θυμήθηκα να μου λέει μια γειτόνισσα πως ο Φανούρης είχε πάει στον πόλεμο. Η ανάμνηση ανηφόρισε στον λαιμό μου και τον έφραξε  έβηξα και ξανάβηξα, μα δεν έλεγε να καθαρίσει. Το κλάμα σου δυνάμωσε. Λες και καταλάβαινες.<br />
«Έχω έναν ξάδερφο στο ταχυδρομείο, κάτω στην πόλη» είπε χαμηλόφωνα. «Ξέρεις τι λέει, Παρασκευούλα; Ότι τα γράμματα που στέλνεις πάνε πάντα στο ίδιο μέρος: μια διεύθυνση στην Αθήνα. Τι ναυτικός είν’ αυτός ο άντρας σου που δεν ταξιδεύει αλλά μένει μακριά από γυναίκα και παιδί;»<br />
Άνοιξα το στόμα μου κάτι να πω, κάποιο ψέμα που θα ’ταν αλήθεια κάπου αλλού, αλλά δεν πρόφτασα.<br />
«Παρασκευή&#8230;;»<br />
Τη φωνή που ακούστηκε πίσω απ’ τον Φανούρη δεν την αναγνώρισα, αλλά μ’ έκανε να βρω πάλι τα κουράγια μου και να παραμερίσω τον Φανούρη. Εκείνος γύρισε σαστισμένος να κοιτάξει ποιος ήταν.<br />
Τον άντρα που στεκόταν στην αυλόπορτα δεν τον ήξερα , παρότι τον είχα περιγράφει χίλιες φορές ώς τότε, με τα πυκνά μαλλιά του και τα γένια του και τα δυο δάχτυλα που ’λειπαν απ’ το αριστερό του χέρι. Της γιαγιάς σου συμβουλή κι αυτή: μη φτιάχνεις τέλεια παραμύθια. Άμα σκα ρώνεις μια ιστορία, κοίτα να τους κάνεις να την πιστέψουν επειδή μοιάζει αληθινή κι όχι επειδή θέλουν· γιατί κάποια στιγμή θα τους απογοητεύσεις και θα σταματήσουν να θέλουν και θα οε πάρουν στο κατόπι με τσουγκράνες και με φτυάρια. Αληθινοί είναι οι άνθρωποι που ’χουν κουσούρια, τα μάγια που δεν πιάνουν πάντα, τα γιατρικά που μπορεί να βγουν και τζούφια. Έτσι έλεγε η μάνα μου, γι’ αυτό ο Στρατής δεν είχε όλα του τα δάχτυλα.<br />
Κρατούσε στον ώμο έναν ξεθωριασμένο σάκο και κοιτούσε μια τον Φανούρη και μια εμένα, με τα χοντρά του φρύδια σμιχτά. Εσύ πια ούρλιαζες. Ο άντρας έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα προς το σπίτι μας, κι έπειτα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου.<br />
«Παρασκευή&#8230;;» επανέλαβε, αυτή τη φορά πιο αργά, προσεκτικότερα. Ο τόνος του ήταν ήρεμος, ευγενικός, μα το κορμί του έμοιαζε με σύρμα τεντωμένο. «Τι συμβαίνει; Είστε καλά; Εσύ; Το παιδί;»<br />
Δεν ξέρω πώς ακριβώς να σου εξηγήσω τι συνέβη μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Από τη μία ανακουφίστηκα που κάποιος είχε εμφανιστεί να με σώσει. Από την άλλη, θύμωσα που δεν είχα μπορέσει να σώσω τον εαυτό μου. Κι ένα κομμάτι μου φώναζε πως αυτόν τον άντρα δεν τον ήξερα  μπορεί να ’ταν τρισχειρότερος απ’ τον Φανούρη, και μετά ποιος θα με γλίτωνε;<br />
«Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε απότομα ο Φανούρης.<br />
«Είμαι ο Στρατής» απάντησε ο άγνωστος, «ο άντρας της Παρασκευής.»<br />
Για λίγο έπαψα ν’ ανασαίνω, σ’ τ’ ορκίζομαι. Μου πέρασε απ’ τον νου πως ήταν κι αυτό μέρος του σχεδίου τού Φανούρη που ’θελε να με κάνει να παραδεχτώ την απάτη. Πού μπορεί να ’χε βρει ο μπακάλης άντρα ίδιο μ’ αυτόν που είχα περιγράφει, ιδέα δεν είχα  άσε που ήταν και ντίρλα. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Σίγουρα δεν ήταν απίθανο. Πολύς κόσμος είχε χάσει δάχτυλα στον πόλεμο, πολύς κόσμος είχε καστανά μαλλιά και γένια και μάτια μπλε με τσίνορα μακριά σαν φύλλα χορτάρι. Αλλά γιατί να μπλεχτεί ο ξένος άνθρωπος με τις μπαγαποντιές του Φανούρη; Μ’ έπιασε ζάλη, κι ούτε που κατάλαβα για πότε βρέθηκε κάποιος δίπλα μου να με βαστήξει μην πέσω. Και, μέσα σ’ όλα, να πλαντάζεις κι εσύ στο κλάμα.<br />
Έριξα μια κλεφτή ματιά στον ψευτο-Στρατή. Μέχρι και το ύψος – ίδιο με το δικό μου, ούτε πιθαμή παραπάνω ή παρακάτω είχε πετύχει ο ρουφιάνος ο Φανούρης.<br />
«Θες να τον διώξω;» μουρμούρισε στ’ αυτί μου, με μια φωνή σαν ηλιαχτίδα που ’χεις πεθυμήσει. Τα χέρια του γύρω μου ήταν ζεστά και σταθερά. Γνώρισα στη ζωή μου πολύ κόσμο με χέρια που κόβαν βόλτες, μα ο πατέρας σου ποτέ δεν ήταν τέτοιος.<br />
Δεν τόλμησα να πω κουβέντα.<br />
«Καλύτερα να πηγαίνεις« άκουσα να λέει ο άντρας στον Φανούρη. «Είναι αργά, και το παιδί&#8230; καταλαβαίνεις.»<br />
Έκλεισε την εξώπορτα, μ’ έπιασε μαλακά απ&#8217; το χέρι και μ’ έβαλε να κάτσω οτο ντιβάνι. Μου &#8216;δωσε κι ένα ποτήρι νερό κι εξαφανίστηκε. Σκέφτομαι τώρα πως δεν ήταν σοφό να μπάσω έναν άγνωστο σπίτι μας και να τον αφήσω μόνο του μαζί σου που ’σουν ακόμα βυζανιάρικο, μα τι τα θες. Λίγο που τα χα τελείως χαμένα, λίγο που τότε ήταν άλλες εποχές, έτσι έκανα. Όταν κατάλαβα ότι είχες σταματήσει να κλαις, πετάχτηκα πάνω κι έτρεξα στο δώμα. Κοιμόσουν στην αγκαλιά του άντρα, κρατώντας σφιχτά στη μικρή σου χούφτα τον δείκτη του κουτσουρεμένου του χεριού. Κι εκείνος&#8230; εκείνος είχε ένα χαμόγελο όλο δέος, σαν να μην είχε ξαναδεί μωρό στη ζωή του. Με κατάλαβε που μπήκα, και σήκωσε το βλέμμα. Έτσι άδολα και ζεστά όπως με κοίταγε, δεν μπορούσα να το χωνέψω πως έπαιζε θέατρο, ούτε να βάλω με τον νου μου τι είχε να κερδίσει.<br />
«Δώσ’ μου το παιδί» είπα, πιο δυνατά απ’ όσο σκόπευα.<br />
«Να την κρατήσω λίγο ακόμα;» ρώτησε χαμηλόφωνα εκείνος, κι η λαχτάρα στη φωνή του δεν μπορεί να ’ταν ψεύτικη. Ποιος ήταν τόσο καλός ηθοποιός;<br />
Σ’ άρπαξα απ’ τα χέρια του κι έμπηξες πάλι τα κλάμα α. Ο άντρας δεν μίλησε, αλλά ούτε έφυγε απ&#8217; την κάμαρη· μ΄ άφησε να σε ηρεμήσω όπως νόμιζα και, για λίγο, μόνο το παράπονό σου ακουγόταν. Όταν σε πήρε πάλι ο ύπνος, έριξα ένα σάλι στους ώμους μου και του ’κανα νόημα να μ ακολουθήσει στην κουζίνα. άφησε τον σάκο του δίπλα στην κούνια κι ήρθε.<br />
«Και τώρα λέγε: ποιος είσαι του λόγου σου; Τι θέλεις από μένα;» Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, μα δεν τον άκουσα. Δεν είχα διάθεση για δικαιολογίες. Ήθελα να διώξω τον ξένο απ’ το σπιτικό μας και να πέσω για ύπνο. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι η μητρότητα θα ήταν τόσο κουραστική  η γιαγιά σου φαινόταν πάντα χαρούμενη και ξέγνοιαστη. Ήταν, βέβαια, πολύ καλύτερη ψεύτρα απ’ ό,τι εγώ. «Μη τολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι στο παιδί μου – μά την Παναγιά, θα σε σκοτώσω.»<br />
«Παρασκευή, τι λες;» ρώτησε ο άντρας, κι η απορία του μου ’κοφε τη φόρα. «Δεν καταλαβαίνω.» Κάθισε σ’ ένα σκαμνί κι έτριψε αφηρημένα το στομάχι του που γουργούριζε . Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη επάνω μου· όχι, όμως, με τον τρόπο του Φανούρη. Με κοιτούσε ανήσυχα, και τα μάτια του ψάχναν στο πρόσωπό μου κάποιο σημάδι που θα εξηγούσε τι μου συνέβαινε. «Είσαι καλά;»<br />
Αυτές οι δύο λέξεις, οι τόσο μικρές, μεγάλωσαν την αγωνία μου. Άδραξα ένα μαχαίρι απ’ αυτά που στράγγιζαν δίπλα στον νεροχύτη, και το κούνησα απειλητικά προς το μέρος του. Ένιωθα το κορμί μου μαγκωμένο και σκληρό, σαν να ’χε κλειδώσει ολόκληρο, εκτός απ’ το χέρι που βάσταγε το όπλο. Κι αυτό, όμως, δεν το αισθανόμουν δικό μου. Δεν είχα απειλήσει ποτέ κανέναν και δεν ήμουν σίγουρη αν το ’κανα σωστά, αλλά τουλάχιστον έκανα κάτι παραπάνω απ’ το να στέκομαι εκεί και να περιμένω κάποιον ξένο να με σώσει. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν είδε τη λεπίδα.<br />
«Λέγε ποιος είσαι και τι γυρεύεις. Λεφτά θες; Δεν έχω.» Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, θαρρείς και κάτι αναζητούσε μέσα του. Δικαιολογίες; Ψευτιές; Υπομονή; Ιδέα δεν είχα.<br />
«Γιατί το κάνεις αυτό, βρε Παρασκευή;» είπε τόσο ήσυχα, που χρειάστηκε να πλησιάσω για να τον ακούσω καθαρά . Άνοιξε τα βλέφαρά του· είχε βουρκώσει, κι αυτό μ’ έκανε να τραμπαλιστώ στις φτέρνες μου, γιατί ήταν κάτι που το ’χα σκεφτεί πολλές φορές κι ας μην το ’χα μοιραστεί με κανέναν όποτε έλεγα το παραμύθι μου. Ο δικός μου ο Στρατής δεν δίσταζε να κλάψει αν έτσι ένιωθε. «Ξέρω πως έλειψα καιρό, μα ήταν για καλό, τ’ ορκίζομαι, μη μου κακιώνεις. Μάζεψα γερό κομπόδεμα και δεν θα χρειαστεί να μπαρκάρω ξανά. Συγχώρα με, Παρασκευούλα, δεν ήθελα να χάσω τόσα πράγματα  ήθελα να ’μουν εδώ, να φτιάχναμε το σπίτι μαζί, να ’μουν στο πλευρό σου για τη γέννα, δεν φαντάζεσαι πόσο το ήθελα. Αλλά τώρα ήρθα και δεν σκοπεύω να φύγω πάλι. Έλεγα πως θα ’ταν αρκετό.»<br />
Έσκυψε το κεφάλι, κι ίσα που πρόφτασα να δω ένα δάκρυ να στάζει πάνω στο χέρι του. Ξεφύσηξα, ξαφνικά εξαντλημένη , και τράβηξα μια καρέκλα να κάτσω. Σωριάστηκα σαν αδειανό τσουβάλι.<br />
«Δεν θα το ξαναπώ. Ποιος είσαι; »τόνισα μία μία τις λέξεις, μπας και το ’παιρνε απόφαση επιτέλους ότι το θέατρό του δεν θα μ’ έπειθε τόσο εύκολα.<br />
Ο άντρας στέναξε ξεψυχισμένα.<br />
«Αχ, βρε Παρασκευούλα μου, τι θέλεις να σου πω;» ρώτησε. «Εγώ είμαι, ο Στρατής σου. Με ξέχασες;» Για μερικά δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτ’ άλλο, ενώ τα μάτια μου άρχιζαν να κλείνουν απ’ την κούραση. «Ξέχασες που μεγάλωσα στη Χαλκίδα; Που μπάρκαρα πρώτη φορά στα δεκατέσσερα, και στα είκοσι πήγα στον Μεγάλο Πόλεμο; Πως έχασα δυο δάχτυλα; Που ήσουν εθελόντρια νοσοκόμα κι ερχόσουν κάθε βράδυ και μου διάβαζες για να κοιμηθώ; Πάντα με παίδευαν τα γράμματα, μα οι ιστορίες μού αρέσαν κι ας μην μπορούσα να τις καταλάβω μοναχός μου. Όταν βγήκα απ&#8217; το νοσοκομείο ο πόλεμος είχε τελειώσει, κι άρχισα να σε κορτάρω κανονικά. Σε ζήτησα σε γάμο, δέχτηκες και παντρευτήκαμε.» Σήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε δειλά. «Μετά κληρονόμησες απ’ τη θεία σου ένα σπίτι κι είπαμε να μπαρκάρω για μερικούς μήνες, να ’ρθεις εσύ στο χωριό, κι άμα γυρίσω να βάλουμε μπρος για παιδιά. Ε, βάστα και να δεις  ενάμιση μήνα στο καράβι, μου μήνυσες ότι ήσουν έγκυος. Έβαλα τα δυνατά μου να μαζέψω γρήγορα λεφτά να γυρίσω κοντά σας. Έκανα …» σταμάτησε για λίγο και δάγκωσε τα χείλια του. «Έκανα πράγματα για τα οποία δεν είμαι περήφανος εκεί στα ξένα, τίποτα όμως που ν’ ατίμασε εσένα ή τον γάμο μας, Παρασκευή. Τα ’κανα και μετανιώνω, αλλά ήταν απαραίτητα. Αυτός είμαι.»<br />
Όλα αυτά τα είχα πει και ματαπεί στους γειτόνους όποτε ρώταγαν για τον άντρα μου τον ναυτικό. Ένα πράμα μόνο δεν είχα μοιραστεί, κι ας το ’χα πάντα έτσι πλασμένο στο κεφάλι μου: ότι ο Στρατής μου δυσκολευόταν με τα γράμματα. Όταν ήμουν δώδεκα ή δεκατριών, η μάνα μου γνώρισε έναν άντρα κι ερωτεύτηκε για λίγο. Για λίγο. Ήταν καλός άνθρωπος, κι η γιαγιά σου δεν συνήθιζε να κάθεται με τους καλούς ανθρώπους. Του άρεσε να του διαβάζω, και πάντα με παίνευε που ήξερα ανάγνωση. Εκείνος είχε πάει σχολείο, είχε προσπαθήσει να μάθει, αλλά τα γράμματα κι οι λέξεις χόρευαν μπροστά στα μάτια του και δεν τα πολυκαταλάβαινε. Απ’ όλους τους αγαπητικούς της μάνας μου, εκείνος μας φέρθηκε σωστότερα. Έτσι, τον Στρατή του παραμυθιού τον έφτιαξα να &#8216;ναι καλός άνθρωπος, να φέρεται σωστά και να τον ζορίζουν τα γραμμένα. Κάτι αυτό, κάτι τα βουρκωμένα μάτια του, πείστηκα πως ίσως να μην ήταν κάποια πονηριά του Φανούρη η εμφάνισή του, μα δώρο απ’ την Παναγιά.</p>
<p>Δεν ξέρω να σου πω, τελικά, αν για κάποιο λόγο με λυπήθηκαν ο Θεός κι οι άγγελοί του ή αν αυτό που γίνηκε ήταν κάμωμα δικό μου. Θα σου πω μονάχα πως κι άλλα πράματα εμφανίστηκαν στην πόρτα μας επειδή τα πίστεψα πολύ και τα ιστόρησα. Θυμάσαι που έπαθες οστρακιά μικρή; Φοβηθήκαμε τότε ότι θα σε χάναμε. Όμως σ&#8217; ονειρεύτηκα καλά και σηκώθηκες την άλλη μέρα. Ούτε ξέρω αν αυτό το πράμα είναι χάρισμα δικό μου ή αν κυλάει στο αίμα της γενιάς μας  αν το ’χε η γιαγιά σου ή αν το ’χεις κι εσύ. Ελπίζω να το ’χεις, όμως, γιατί έχω αρχίσει και ξεχνάω, παιδί μου.<br />
Δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράματα με τον Στρατή. Στην αρχή τον είχα και κοιμόταν στο ντιβάνι· δεν τον εμπιστευόμουν. Κάθε που έκανε κίνηση να με βοηθήσει, πεταγόμουν. Κι όποτε τον έβλεπα να παίζει μαζί σου ή να σε νανουρίζει, έτρεμα από φόβο. Δεν ήταν άγιος, αλλά ήταν υπομονετικός. Άργησα να το καταλάβω, όμως, φτιάχνοντάς τον, έφτιαξα έναν άνθρωπο κανονικό· καλύτερο απ&#8217; τους περισσότερους, μα κανονικό. Άμα το κατάλαβα αυτό, γίνηκε και των δυονών μας η ζωή πιο εύκολη.<br />
Τον πίκρανα με τη συμπεριφορά μου και δεν ήταν λίγες οι φορές που τσακωθήκαμε. Μα τον αγάπησα και τον αγαπώ ακόμα. Μου ’ φτιάξε το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές και τη ροδακινίτσα, μου ’φερνε βιβλία απ’ την πόλη να τα διαβάζουμε μαζί. Κι εγώ τον βοηθούσα με τα γράμματα, τους λογαριασμούς και τις αποδείξεις όταν ανοίξαμε το χρωματοπωλείο. Εξήντα χρόνια, κι ακόμα να βαρεθούμε ο ένας τον άλλον. Και βλέπεις πώς κάνει τώρα: με τρέχει σ’ όλους τους γιατρούς, κι ας μην υπάρχει γιατρικό κανένα.<br />
Σωστότερο σύζυγο ή πατέρα στη ζωή μου όλη δεν είδα. Είναι άδικο να τον χάσεις κι εσύ επειδή στο δικό μου το μυαλό ανοίγουν τρύπες. Θέλω να τον πιστέψεις με κάθε σου σκέψη και να συνεχίσεις να τον πιστεύεις ώς να μας σωθεί ο χρόνος και ν’ ανταμώσουμε τον Μεγαλοδύναμο. Θα το κάνω κι εγώ για όσο μπορώ ακόμα, όμως φοβάμαι πως δεν θα ’ναι για καιρό. Ήδη δεν τον θυμάμαι τις περισσότερες μέρες.<br />
Υποσχέσου μου, Ιουλία. Υποσχέσου να θυμάσαι τον Στρατή μου  να τον θυμάσαι για δυο όταν εγώ θα τον ξεχάσω. Κι άμα μπορείς να τον κρατήσεις ζωντανό πέρα απ’ τα ανθρώπινα, άμα μπορούν να τον θυμούνται τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου, θα φύγω ξέροντας ότι, για όλα τα στραβά μου, έκαμα κι εγώ δυο καλά σ’ αυτή τη Γη: εσένα κι εκείνον.</p>
<hr />
<p><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16614 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu-150x150.png" alt="" width="150" height="150" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu-150x150.png 150w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu-300x300.png 300w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu-450x450.png 450w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu-500x500.png 500w, https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-06_Buchcover_qu.png 612w" sizes="auto, (max-width: 150px) 100vw, 150px" />Το βιβλίο</strong><br />
Αταλάντη Ευριπίδου, <em>Εκείνοι που δεν έφυγαν</em><br />
εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2024, 175 σελίδες, περ. 14 ευρώ<br />
ISBN: 978-960-435-872-4</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16617 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-04_AE-mit-Katze-sw-qu-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" /></strong><strong>Η συγγραφέας</strong><br />
H <strong>Αταλάντη Ευριπίδου</strong> γεννήθηκε το 1987. Είναι κοινωνική ψυχολόγος και συγγραφέας, που περιστασιακά γράφει και ποίηση. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά στις ανθολογίες Στοιχειωμένη πόλη (Ars Nocturna, 2013), Κόρες της νύχτας (Ars Nocturna, 2016), Το Φως στις Ρωγμές (Αρχέτυπο, 2021), Ίσως #1 (Οξύ, 2021), Αντίστροφη Μέτρηση (AllBooks, 2024) και Σπονδές (Άγνωστη Καντάθ, 2025). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στις ηλεκτρονικές πύλες Φρέαρ και Βλάβη.<br />
Στα αγγλικά, διηγήματά της κυκλοφορούν σε περιοδικά όπως τα Luna Station Quarterly, Skull &amp; Laurel, 34 Orchard, Gallery of Curiosities και Speculative North.<br />
Στα γερμανικά, έχει εκδοθεί, μεταφρασμένο από τα αγγλικά, το διήγημά της «Τρισεύγενη» (αγγλικός και γερμανικός τίτλος: «Kinderly») στην ανθολογία «Σκιές από τον κόσμο του ήλιου: Φανταστική λογοτεχνία από την Ελλάδα», <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://www.amazon.de/Schatten-aus-Sonnenwelt-Spekulative-Griechenland/dp/3966290448">εδώ</a></span> (παρουσίαση στα DE).<br />
Έχει συνεργαστεί με την εταιρεία παιχνιδιών ρόλων Onyx Path Publishing για τα βιβλία Gods and Monsters και Forgotten and Forbidden Orders. Η συλλογή διηγημάτων «Εκείνοι που δεν έφυγαν» είναι το πρώτο της βιβλίο. Ήταν υποψήφιο για το βραβείο «Μένης Κουμανταρέας» της Εταιρείας Συγγραφέων και για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας. Το 2026 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου/-ης πεζογράφου του περιοδικού <em>ο</em> <em>αναγνώστης</em><span id="productTitle" class="a-size-large celwidget" data-csa-c-id="yq5kit-34kfz6-2kn0nl-ahpwsi" data-cel-widget="productTitle">.</span></p>
<p><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16621 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/05/AE-01_georgia-harda-fractal-sw-hell-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" />Η συνεντεύκτρια</strong><br />
Η <strong>Γεωργία Χάρδα</strong> γεννήθηκε στα Καβάσιλα του Νομού Ηλείας. Είναι δημοσιογράφος και εργάζεται σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό με ειδίκευση στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Αγαπά βαθιά το βιβλίο και τη λογοτεχνία και στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής της διαδρομής έχει πραγματοποιήσει συνεντεύξεις με καταξιωμένους Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Παράλληλα παρακολουθεί ενεργά τη σύγχρονη μουσική σκηνή, συνομιλώντας με καλλιτέχνες και δημιουργούς, δίνοντας βήμα τόσο σε ανερχόμενες φωνές όσο και σε ήδη γνωστά ονόματα του χώρου.<br />
Άρθρα της για τη λογοτεχνία και τη μουσική δημοσιεύονται στον ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών. Στον ελεύθερο της χρόνο διαβάζει, τρέχει, κολυμπά και απολαμβάνει τις ηλιόλουστες μέρες.</p>
<p class="textinfo"><em>Συνέντευξη: Γεωργία Χάρδα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό fractal <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://www.fractalart.gr/atalanti-eyripidoy/">εδώ</a></span>. Με τη φιλική άδεια της </em><em>Γ. Χάρδα και </em><em>της πύλης. Διήγημα: Αταλάντη Ευριπίδου. Με τη φιλική άδεια της Α. Ευριπίδου και του εκδοτικού οίκου. Φωτογραφίες: fractal. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.  </em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/atalanti-evripidou-oi-anthropoi-einai-periplokoi-kai-ateleis/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η θεατρική σκηνή «Νεφέλη» από τη Στουτγάρδη – στον κοινωνικό παλμό</title>
		<link>https://diablog.eu/el/technes/theatro/i-theatriki-skini-nefeli-apo-ti-stoutgardi-ston-kinoniko-palmo/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/technes/theatro/i-theatriki-skini-nefeli-apo-ti-stoutgardi-ston-kinoniko-palmo/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 30 Apr 2026 06:27:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Θέατρο]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16573</guid>

					<description><![CDATA[Η θεατρική σκηνή Νεφέλη παρουσιάζει θεατρικά έργα δικής της συγγραφής καθώς και κλασικά έργα στα ελληνικά. Η Νεφέλη ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2017 από τη Ρουθ Ζαμπακίκα, τη Μαρία Τραμουντάνη και τη Μαρία Παπαδοπούλου – ... <p class="read-more-container"><a title="Η θεατρική σκηνή «Νεφέλη» από τη Στουτγάρδη – στον κοινωνικό παλμό" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/technes/theatro/i-theatriki-skini-nefeli-apo-ti-stoutgardi-ston-kinoniko-palmo/#more-16573" aria-label="Read more about Η θεατρική σκηνή «Νεφέλη» από τη Στουτγάρδη – στον κοινωνικό παλμό">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Η θεατρική σκηνή <em>Νεφέλη</em> παρουσιάζει θεατρικά έργα δικής της συγγραφής καθώς και κλασικά έργα στα ελληνικά.</p>
<p>Η <em>Νεφέλη</em> ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2017 από τη Ρουθ Ζαμπακίκα, τη Μαρία Τραμουντάνη και τη Μαρία Παπαδοπούλου – «από πολιτιστική ανάγκη», όπως λένε. «Γιατί η Στουτγάρδη διέθετε ελληνικά σουβλατζίδικα, μπαρ, ταβέρνες και ζωντανή μουσική. Αλλά ως τότε το ελληνόφωνο θέατρο ήταν σχεδόν ανύπαρκτο.» Από το 2018 η <em>Νεφέλη</em> έχει την έδρα της στο πολιτιστικό κέντρο Kulturkabinett Kkt στο Bad Cannstatt της Στουτγάρδης, <a href="https://kkt-stuttgart.de/"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a> (στα DE). Στις παραστάσεις, ορισμένα έργα υποτιτλίζονται μέσω προβολέα στα γερμανικά, ενώ άλλα παρουσιάζονται απευθείας στα γερμανικά.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-16502 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne.jpg" alt="" width="1024" height="768" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-01_Buehne-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></p>
<p><strong>Πολλοί χώροι παραστάσεων, μια καλλιτεχνική γραφή</strong><br />
Οι χώροι παραστάσεων της <em>Νεφέλης</em> είναι πλέον πολυάριθμοι. Εκτός από τις «εντός έδρας παραστάσεις» στο Kkt της Στουτγάρδης, πραγματοποιούνται επίσης παραστάσεις στο Γερμανοαμερικανικό Ινστιτούτο του Τύμπινγκεν, στο πανέμορφο θέατρο Dreigroschentheater στη Νότια Στουτγάρδη, στον χώρο εκδηλώσεων Dreamcity στο Βίννεντεν, στην πολύ γνωστή θεατρική σκηνή της Στουτγάρδης tri-bühne, στον δημοτικό πολυχώρο Häussler Bürgerforum στη Στουτγάρδη-Βάιχινγκεν και στα ελληνικά σχολεία Στουτγάρδης-Βάιχινγκεν και Στουτγάρδης-Βάιμπλινγκεν.</p>
<p>Καλλιτεχνικά η ομάδα κινείται μεταξύ κλασικού θεάτρου (μονόπρακτα, λογοτεχνικές αναγνώσεις και μονόλογοι), μελοποιημένης ποίησης (αφιερώματα στην καταστροφή της Σμύρνης, στον ελληνικό κινηματογράφο, στον Νίκο Καββαδία, στον Μίκη Θεοδωράκη), παιδικού θεάτρου, σεμιναρίων και περφόρμανς.</p>
<figure id="attachment_16505" aria-describedby="caption-attachment-16505" style="width: 390px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16505" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-03_SchuleWaiblingen.jpg" alt="" width="400" height="300" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-03_SchuleWaiblingen.jpg 493w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-03_SchuleWaiblingen-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-03_SchuleWaiblingen-450x338.jpg 450w" sizes="auto, (max-width: 400px) 100vw, 400px" /><figcaption id="caption-attachment-16505" class="wp-caption-text"><em>Επίσκεψη στο ελληνικό σχολείο Στουτγάρδης-Βάιμπλινγκεν</em></figcaption></figure>
<p>Θεατρικά η γκάμα εκτείνεται από τους κλασικούς μέχρι τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Υπό τη διδασκαλία του σκηνοθέτη Σίμου Παπαναστασόπουλου οι ηθοποιοί είναι πρόθυμες να πειραματιστούν και να χαράξουν νέους δρόμους στην απεραντοσύνη του θεάτρου. Μια από αυτές θα αναλάβει μια μελλοντική σκηνοθεσία. Για να εξελιχθούν ως θίασος αλλά και ως άτομα, συμμετέχουν τακτικά σε θεατρικά σεμινάρια. Ιδιαίτερα αγαπούν τις μουσικές βραδιές, όπου παρουσιάζουν, για παράδειγμα, τη μουσική των σμυρναίικων καφέ αμάν. «Εδώ συνδέεται η υποκριτική με την συναισθηματική κληρονομιά της κουλτούρας μας και δημιουργεί στο κοινό μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα», τονίζουν.</p>
<p><strong>Οι τρεις ιδρύτριες της σκηνής</strong><br />
<strong>Ρουθ Ζαμπακίκα – το ταξίδι συνεχίζεται</strong><br />
Η Ρουθ (στη παρακάτω φωτογραφία αριστερά) γεννήθηκε το 1968 στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε. «Ήδη από παιδί είχα δύο μεγάλες αγάπες: το θέατρο και τα ταξίδια. Το 1996 ήρθα στη Γερμανία – αρχικά μόνο για μερικούς μήνες. Εδώ πολύ γρήγορα μου έλειψε το θέατρο. Ήταν γραπτό να συναντήσω την ταλαντούχα ηθοποιό Nike M. Vassily. Είχαμε ανταλλαγή απόψεων γεμάτη έμπνευση και πάθος για το θέατρο. Πολύ σύντομα βρέθηκα στη σκηνή παίζοντας στον <em>Πλούτο</em> του Αριστοφάνη. Η παράσταση αυτή υπήρξε για τη ζωή μου κομβικό σημείο. Όχι μόνο καλλιτεχνικά – αλλά και προσωπικά: εκεί γνώρισα τον μετέπειτα σύζυγό μου.» Ο Ευάγγελος Δημόπουλος είναι πολυοργανίστας και στη <em>Νεφέλη</em> υπεύθυνος για τον φωτισμό και τον ήχο. Η Ρουθ έμαθε καλά γερμανικά, εκπαιδεύτηκε ως παιδαγωγός και εργάζεται σε παιδικό σταθμό στο Σόρντορφ κοντά στη Στουτγάρδη.<br />
Η Ρουθ λέει: «Σχεδόν 30 χρόνια μετά την άφιξή μου, νιώθω ακόμα βαθιά ευγνωμοσύνη που εξακολουθώ να έχω τη δυνατότητα να ασχολούμαι με το θέατρο. Πέρυσι ολοκλήρωσα το μονοετές σεμινάριο «Ανάλυση θεατρικών έργων και σκηνοθεσία». Εκεί έμαθα, μεταξύ των άλλων, ότι θέατρο δεν σημαίνει μόνο ψυχαγωγία, αλλά ότι αποτελεί και δυναμικό μέσο που αντανακλά τις κοινωνικές αλλαγές – και μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωσή τους. Γι&#8217; αυτό είναι σημαντικό για μένα να φέρνουμε στη σκηνή και επίκαιρα θέματα όπως είναι η διάκριση και ο εθνικισμός. Το πολιτιστικό κέντρο Kulturkabinett Kkt στο Bad Cannstatt είναι, εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, η καλλιτεχνική μου στέγη, και εξακολουθώ να χαίρομαι να βρίσκομαι με έντονο ενθουσιασμό και δημιουργικότητα στη σκηνή με τις δύο Μαρίες. Το ταξίδι συνεχίζεται!»</p>
<p><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16504 size-single-hochkant alignleft" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-02_die-3-heller-500x375.jpg" alt="" width="500" height="375" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-02_die-3-heller-500x375.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-02_die-3-heller-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-02_die-3-heller-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/03/nef-02_die-3-heller.jpg 608w" sizes="auto, (max-width: 500px) 100vw, 500px" /></strong><strong>Μαρία Τραμουντάνη – η αεικίνητη</strong><strong> </strong><br />
Η Μαρία Τ. (στη φωτογραφία στο κέντρο) γεννήθηκε το 1990 στη Στουτγάρδη. Οι παππούδες της είχαν έρθει από την Ελλάδα στη Γερμανία τη δεκαετία του 1960. Η Μαρία σπούδασε Εθνολογία και Αγγλική φιλολογία στη Χαϊδελβέργη, καθώς και Διαπολιτισμικότητα και Ένταξη σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο Schwäbisch Gmünd. Δραστηριοποιείται ως ελεύθερη επαγγελματίας στους τομείς νεολαίας και πολιτισμού. Επίσης είναι ιδρύτρια και πρόεδρος του αραβικού εργαστηρίου γραφής Literally Peace e.V. Στουτγάρδη, <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://evau-mag.de/literatur-projekt-literally-peace-ehrenamtliches-engagement-austausch-syrien-deutschland/">εδώ</a> </span>(στα DE).<br />
Για τη <em>Νεφέλη</em> λέει: «Ως πολύγλωσση θεατρική ομάδα η πολυμορφία αποτελεί μέρος του DNA μας. Θέλουμε να χτίσουμε γέφυρες μεταξύ των πολιτισμών και να δείξουμε ότι το θέατρο κάνει χρήση μιας παγκόσμιας γλώσσας. Μας απασχολεί το ερώτημα πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε το νεανικό κοινό. Άλλος στόχος μας είναι να διατηρήσουμε και να διευρύνουμε αδιάκοπα το γερμανόφωνο κοινό που κερδίσαμε στις προηγούμενες παραγωγές μας μέσω γερμανικών υποτίτλων, με σκοπό να προωθήσουμε τον πολιτισμικό διάλογο.»</p>
<p><strong>Μαρία Παπαδοπούλου – η σύνδεση μεταξύ δικαίου και σκηνής</strong><br />
Η Μαρία Π. (στη φωτογραφία δεξιά) γεννήθηκε στο Βάιμπλινγκεν ως εγγονή Ελλήνων μεταναστών. «Στη ζωή μου συνυπάρχουν η νομική ακρίβεια και το καλλιτεχνικό πάθος. Μετά τις νομικές σπουδές μου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Master of Laws στο Ερλάνγκεν, εργάστηκα για έντεκα χρόνια ως δικηγόρος στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Από το 2011 εργάζομαι στη Γερμανία στον κοινωνικό τομέα της δημόσιας διοίκησης, όπου εκπροσωπώ τα δικαιώματα παιδιών και εφήβων. Παράλληλα, εργάζομαι ως αυτοαπασχολούμενη ορκωτή μεταφράστρια για τα ελληνικά.»<br />
Πέρα από το δίκαιο και τη δικαιοσύνη, η αγάπη της ανήκει στο θέατρο. Έτσι, ανέβηκε στη σκηνή με διάφορους θιάσους στη Γερμανία και στην Ελλάδα. Δίπλα στον επώνυμο ηθοποιό και σκηνοθέτη Τάσο Πανταζή έμαθε στο Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας την τεχνική της υποκριτικής και, στα παρασκήνια, τα μυστικά της σκηνοθεσίας. Από το 2013 είναι μέλος του πολιτιστικού κέντρου Kkt-Kulturkabinett.<br />
«Για μένα, το θέατρο αντανακλά κοινωνικά ζητήματα, προσφέρει νέες προοπτικές και πνευματική τροφή. Η δικαιοσύνη και το θέατρο έχουν εκπληκτικά πολλά κοινά. Και τα δύο βασίζονται στη σκηνοθεσία, στην κατανομή ρόλων και στη ρητορική. Γι’ αυτό θα ήθελα να δημιουργήσω με την υποστήριξη του σκηνοθέτη της <em>Νεφέλης</em>, του Σίμου Παπαναστασόπουλου, ένα θεατρικό έργο με δικαστικό θέμα, και να παίξω κι εγώ η ίδια σε αυτό. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την ταινία «Οι 12 ένορκοι», το ντεμπούτο του Αμερικανού σκηνοθέτη Σίντνεϊ Λουμέτ το 1957.» Ανάδοχος του ονόματος της θεατρικής ομάδας είναι, παρεμπιπτόντως, η κόρη της Μαρίας, η Νεφέλη.</p>
<hr />
<p><strong>Η <em>Νεφέλη</em> σήμερα – ο ρόλος της γυναίκας: «Μόνο παιδιά, κουζίνα, εκκλησία» (του 1977)</strong><br />
Το νέο θεατρικό έργο της <em>Νεφέλης</em> είναι μια θεατρική-μουσική ανάγνωση του θρυλικού ιταλικού θεατρικού έργου «Tutta casa, letto e chiesa» (πρωτότυπος ελληνικός τίτλος «Όλο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία») της Ιταλίδας συγγραφέως Φράνκα Ράμε, <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BA%CE%B1_%CE%A1%CE%AC%CE%BC%CE%B5"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a><span style="color: #0000ff;">.</span> Εργάστηκε για δεκαετίες σε στενή καλλιτεχνική σχέση με τον σύζυγό της Dario Fo. Οι ιδρύτριες της θεατρικής σκηνής τονίζουν ότι τα τρέχοντα κοινωνικά θέματα τους απασχολούν ιδιαίτερα. Ένα κεντρικό θέμα για αυτές είναι –ξανά και ξανά– ο ρόλος της γυναίκας.<br />
Το νέο έργο που έχουν προετοιμάσει πραγματεύεται τη θέση της γυναίκας στην καπιταλιστική κοινωνία και ειδικότερα τη σεξουαλική της υποδούλωση. Στο επίκεντρο βρίσκονται πικρά αστείοι και προκλητικοί μονόλογοι, στους οποίους γυναίκες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα αφηγούνται τις εμπειρίες τους με τις πατριαρχικές δομές, τη βία, την εκμετάλλευση και τους περιορισμούς των ρόλων. Το φεμινιστικό, πολιτικό, συχνά οργισμένο και ταυτόχρονα χιουμοριστικό έργο ξυπνάει τη συνείδηση. Αποκαλύπτει πραγματικότητες της γυναικείας ζωής και την καταπίεση και επισημαίνει τον αγώνα για αυτοδιάθεση. Παίζουν μια εργάτρια εργοστασίου και μητέρα, μια πόρνη, η γκροτέσκα φιγούρα της «Μαμάς Μάγισσας» όσο και η Μήδεια ως μυθολογική παρέκκλιση. Αυτή η ποικιλία δείχνει ότι το έργο χρησιμοποιεί όχι μόνο καθημερινές πραγματικότητες, αλλά και αρχετυπικές και συμβολικές εικόνες γυναικών, για να καταστήσει ορατά τα πατριαρχικά πρότυπα.</p>
<p><strong>Τα επόμενα χρόνια</strong><br />
Οι τρεις ιδρύτριες έχουν την φιλοδοξία να καθιερώσουν τη <em>Νεφέλη</em> ως αναπόσπαστο στοιχείο του πολιτιστικού τοπίου της Στουτγάρδης και να συνεχίζουν να παρουσιάζουν απαιτητικό ελληνικό θέατρο ανταποκρινόμενο στο πνεύμα της εποχής. Στην ερώτηση εάν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη συνήθεια που καλλιεργούν, οι τρεις απαντούν ομόφωνα: «Στην περίπτωση που μπορεί να ονομαστεί παράδοση: μετά από κάθε πρεμιέρα νοιώθουμε την ανάγκη να φάμε μαζί σε ελληνικό εστιατόριο. Αυτό το γεύμα αποτελεί στοιχείο συνοχής της ομάδας μας.»<br />
Δεν μας μένει παρά να τους ευχηθούμε καλή όρεξη, κάθε επιτυχία και τύχη αγαθή!</p>
<hr />
<p class="textinfo"><em>Kulturkabinett e.V.,</em><em> </em><a href="https://kkt-stuttgart.de/service/#kontakt"><em><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></em></a> <em>(στα DE). </em><em>Κείμενο: Simon</em><em> Steiner</em><em>. Φωτογραφίες: Θεατρική σκηνή Νεφέλη. Σύνταξη και μετάφραση: Α.Τσίγκας.</em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/technes/theatro/i-theatriki-skini-nefeli-apo-ti-stoutgardi-ston-kinoniko-palmo/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τοξική φιλία ή αγάπη;</title>
		<link>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/toxiki-filia-i-agapi/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/toxiki-filia-i-agapi/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Apr 2026 06:27:02 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πεζογραφία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16541</guid>

					<description><![CDATA[Δυο κορίτσια συναντιούνται στην Αθήνα της δεκαετίας του 1970, η δικτατορία μόλις έχει τελειώσει. Η Μαρία γεννήθηκε στην Αφρική και έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου στην αρχή δεν της αρέσει καθόλου. Μέχρι που γνωρίζει την ... <p class="read-more-container"><a title="Τοξική φιλία ή αγάπη;" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/toxiki-filia-i-agapi/#more-16541" aria-label="Read more about Τοξική φιλία ή αγάπη;">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Δυο κορίτσια συναντιούνται στην Αθήνα της δεκαετίας του 1970, η δικτατορία μόλις έχει τελειώσει. Η Μαρία γεννήθηκε στην Αφρική και έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου στην αρχή δεν της αρέσει καθόλου. Μέχρι που γνωρίζει την Άννα, που έχει έρθει από το Παρίσι.</p>
<p>Η Ίλμα Ράκουσα παρουσιάζει το μυθιστόρημα:<br />
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε το μυθιστόρημα «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» μεταξύ Ιουλίου 2001 και Ιουλίου 2002 –κατά τη διάρκεια υποτροφίας της στην Ακαδημία Schloss Solitude κοντά στη Στουτγάρδη–, το οποίο εκδόθηκε στα γερμανικά το 2022 σε μετάφραση της Michaela Prinzinger. Αντίθετα με ό,τι υποδηλώνει ο τίτλος, δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα – γεγονός που δεν καθιστά το βιβλίο λιγότερα συναρπαστικό. Είναι η ιστορία δύο φιλενάδων που αγαπιούνται και αλληλομισούνται ταυτόχρονα, που δεν μπορούν να αποχωριστούν η μία την άλλη, παρόλο που η σχέση τους παίρνει συχνά απειλητικές διαστάσεις ως προς τη σωματική τους ακεραιότητα. Η σχέση αυτή εξελίσσεται παράλληλα με τα ταραχώδη πολιτικά γεγονότα στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν η δραματικότητα της πλοκής είναι προδιαγεγραμμένη.</p>
<p>Το χρονικό πλαίσιο εκτείνεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του &#8217;70 έως το τέλος της δεκαετίας του &#8217;90, αν και η αφήγηση δεν είναι χρονολογικά γραμμική. Η Μαρία, η μία από τις δύο φίλες, λειτουργεί ως αφηγήτρια σε πρώτο πρόσωπο. Διηγείται την ιστορία τής φιλίας της με την Άννα Χορν, μετά τον τραγικό θάνατό της. Οι αναμνήσεις της πηγαίνουν μπρος-πίσω. Έτσι, για παράδειγμα, εξιστορεί σε αργό ρυθμό μία από τις καθοριστικής σημασίας σκηνές, παρατείνοντας κατά την ανάγνωση για πολύ την ένταση. Τέτοιου είδους τεχνάσματα δείχνουν πόσο έξυπνα έχει συνθέσει η Αμάντα Μιχαλοπούλου το μυθιστόρημά της. Η ψυχολογία των χαρακτήρων της αποδεικνύει επίσης καλλιτεχνική ευαισθησία και βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης.</p>
<p>Η Μαρία είναι δέκα ετών όταν επιστρέφει με τους γονείς της στην Αθήνα από τη Νιγηρία, όπου ο πατέρας της εργαζόταν στον πετρελαιπαραγωγικό τομέα. Στην πόλη είναι δυστυχισμένη και λαχταρά την ανεξάρτητη ζωή της στην Αφρική. Στο σχολείο –βρισκόμαστε στο 1977– γνωρίζει την Άννα Χορν, ένα πανέμορφο, περήφανο κορίτσι, που την γοητεύει αμέσως. Η Άννα προσκαλεί τη Μαρία στο σπίτι της, τη συστήνει στη μητέρα της, την Αντιγόνη, μια λεπτοκαμωμένη χορεύτρια μπαλέτου με ριζοσπαστικές πολιτικές ιδέες. Τέχνη και πολιτικός ακτιβισμός – αυτός ο συνδυασμός θα γοητεύσει τη Μαρία και σύντομα θα την αποξενώσει από το πατρικό της σπίτι, κυρίως από τη συντηρητική και θρησκευόμενη μητέρα της.</p>
<p>Η Αντιγόνη παίρνει μαζί της την Άννα και τη Μαρία σε μια διαδήλωση για την επέτειο του Πολυτεχνείου, του ξεσηκωμού των φοιτητών ενάντια στη στρατιωτική χούντα. Η Μαρία συνοδεύει αργότερα την Άννα στο Παρίσι, όπου μένει ο πατέρας της Σταμάτης, καθηγητής φιλοσοφίας, και ζει από κοντά τόσο τις έντονες συζητήσεις για τους πάντες και τα πάντα όσο και την Παρισινή ελευθεριότητα. Οι δυο φίλες είναι αχώριστες. Η Άννα ωστόσο έχει από κάθε άποψη την κυριαρχία επί της Μαρίας. Δίνει τον τόνο και κερδίζει τις εντυπώσεις, προκαλώντας παντού αίσθηση, καταφέρνοντας να κερδίζει στο τέλος και όλα τα φλερτ τής Μαρίας. Η αντιπαλότητα δεν παρακάμπτει ούτε καν το επαγγελματικό μέλλον: επαινούνται τα σχέδια της Μαρίας; Τότε η Άννα απαιτεί για τον εαυτό της να σπουδάσει στο Παρίσι καλές τέχνες. Στη Μαρία δεν αφήνει ούτε την παραμικρή δυνατότητα αυτονομίας.</p>
<p>Γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι πρόκειται για άσκηση εξουσίας. Η Μαρία πρέπει να υποταχθεί, και το αποδέχεται, παρόλο που έχει καταλάβει το πώς λειτουργεί η φίλη της. Γιατί και η Άννα δείχνει μερικές φορές αδυναμία: όπως, όταν βαθιά τρομοκρατημένη μετά από έναν σεισμό αναζητά υποστήριξη. Είναι η ώρα της Μαρίας να της συμπαρασταθεί με την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια της. Όποτε η Άννα βρίσκεται σε ανάγκη, καλεί τη Μαρία – και αυτή αφήνει τα πάντα στη μέση και τρέχει να συνδράμει τη φίλη της.</p>
<p>Είναι η Μαρία μαζοχίστρια; Είναι εξαρτημένη από την Άννα, όπως άλλοι από τα ναρκωτικά; Και αυτό, παρότι έχει αναλύσει εδώ και καιρό την ψυχοσύνθεση της Άννας; Μπροστά στην Άννα αισθάνεται «άχρηστη, ασήμαντη, χαζή», νοιώθει να είναι «ο παρατρεχάμενος, η υπηρέτρια, το σκλαβάκι – και το αφεντικό θύμωσε». Ναι, η Άννα είναι ιδιότροπη, ναι, εκμεταλλεύεται τη Μαρία στο έπακρο, ναι, σχεδόν καταφέρνει να της αμαυρώσει ακόμα και το καλλιτεχνικό της ταλέντο. Και η ίδια η Μαρία αναρωτιέται, γιατί τα επιτρέπει όλα αυτά.</p>
<p>Μετά από έντονες διαφωνίες και μακροχρόνιους χωρισμούς, ακολουθούν ξανά και ξανά σπαρακτικές συμφιλιώσεις. Κυρίως ένα επεισόδιο δένει σφικτά τις φίλες για πάντα. Απολαμβάνουν την παραμονή τους σε μια μοναχική βραχώδη ακτή κάποιου μικρού ελληνικού νησιού, όταν ένας άνδρας τους πλησιάζει απειλητικά. Πιστεύοντας ότι κινδυνεύει η ζωή τους, η Άννα μέσα στην απελπισία της τον σπρώχνει με δύναμη – ο άνδρας πέφτει στο κενό και πνίγεται στη θάλασσα. Δεν γνώριζαν βέβαια ότι δεν ξέρει κολύμπι. Φόνος χωρίς πρόθεση, από αυτοάμυνα. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να αποκαλυφθεί ποτέ. Οι φίλες κρατούν το τραγικό μυστικό για τον εαυτό τους.</p>
<p>Όχι μόνο στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα των ηθικών αξιών. Προς τί η αριστερή ιδεολογία και ο πολιτικός ακτιβισμός, προς τί τα ιδανικά της αναρχίας και οι ατελείωτες πορείες διαμαρτυρίες, όταν στην ιδιωτική ζωή αποτυγχάνεις ξανά και ξανά;</p>
<p>Η Μαρία το ορίζει επακριβώς: «[Η Άννα] Σαγηνεύει. Τυραννάει. Βρίζει. Σκοτώνει. Ναι, σκοτώνει.» Αυτό το εννοεί μεταφορικά, υποθάλπτοντας ωστόσο και μια πικρή κατηγόρια.</p>
<p>Η Άννα έχει ωστόσο επιτυχία με τη στρατηγική της. Παντρεύεται έναν επώνυμο (πολύ μεγαλύτερό της) αρχιτέκτονα, γεννά μια κόρη, τη Δάφνη, ζει μια αξιοπρεπή ζωή, χωρίς όμως να θέλει να αποκηρύξει τα αναρχικά της ιδανικά. Σε μια πορεία διαμαρτυρίας στην Αττική Οδό σκοτώνεται από αστυνομική σφαίρα στο κεφάλι. Είναι τριάντα πέντε χρονών.</p>
<p>Η Μαρία έχει αναπτύξει στενή σχέση με την κόρη τής Άννας και της παραδίνει μαθήματα ζωγραφικής· κατά κάποιον τρόπο γίνεται το υποκατάστατο της Άννας, της μητέρας της Δάφνης. Δεν έχει δικά της παιδιά. Βιολογική κληρονομιά της Άννας είναι Δάφνη. Η πολιτική της κληρονομιά έχει ως εξής: «Τέρμα στο δόγμα, στην αντικατάσταση μιας εξουσίας από άλλη, χειρότερη!» Το να ανέβεις στα οδοφράγματα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή διαθέτει τόσο κάποιο θεατρινισμό, όσο και κάποιο πραγματισμό. Με άλλα λόγια: πρέπει να γίνεις «ρομαντικός ταραχοποιός».</p>
<p>Σε αυτόν τον χαρακτηρισμό κρύβεται η προσπάθεια να φέρει κοντά, να συμφιλιώσει μάλιστα, την τέχνη και την πολιτική. Κάτι που κρύβει ωστόσο κάποιους κινδύνους, όπως ακριβώς δείχνει η ιστορία της Άννας.</p>
<p>Στο τέλος του μυθιστορήματος μάς δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στην Άννα, συγκεκριμένα μέσω ποιημάτων που έγραψε τη δεκαετία του &#8217;80 κρατώντας τα μυστικά. Ποιήματα με τίτλο «Μόνη στο σπίτι», «Τρώγοντας ψωμί με βατόμουρα», «Adidas με αεροσόλες», «Αγροτικές εργασίες» και «Πίτσα Ναπολιτάνα». Συγκινητικά ποιήματα χωρίς επιτήδευση, αλλά με μεγάλη ευαισθησία και ευαλωτότητα. Αποκαλύπτουν την πραγματική Άννα; Στο «Πίτσα Ναπολιτάνα», αφιερωμένο στη Μαρία, γράφει: «Ντομάτα έχει κολλήσει στο πάνω χείλος σου / η άνοιξε κάποια παλιά πληγή; / Να έρθω να δω ή δεν είναι συνετό εκ μέρους μου; / Τα μάγουλά σου λένε όχι. / Είναι γεμάτα με κάτι σκληρό / που συνεχώς το αντικαθιστάς με κάτι άλλο, / σκληρότερο. / Μα εγώ θέλω να είμαι η μπουκιά σου / και η αμέσως επόμενη μπουκιά σου / και η αμέσως επόμενη. / Θέλω να γίνω όλος ο κύκλος της χώνεψης κι η πείνα σου / ξανά. / Κοίτα: ντομάτα λεκιάζει κι εμένα τα χείλη μου. / Με δαγκώνεις και με ματώνεις, τώρα.» (Παρίσι 1989)</p>
<p>Άρα ήταν τελικά αγάπη. Και έτσι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ο θάνατος της Άννας ανοίγει ένα οδυνηρό βάραθρο στη ζωή της Μαρίας: «Και να, τώρα που δεν υπάρχεις πια, παραδέρνω κι εγώ μαζί σου στο απόλυτο τίποτα. Ή μάλλον παίζω τον χειρότερο ρόλο: το φάντασμά σου.»</p>
<p>Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, που σου κρατά την ανάσα μέχρι την τελευταία γραμμή – και που σε απασχολεί και καιρό μετά την ανάγνωση. Ακριβώς επειδή δεν απαντά σε κάθε ερώτημα και σε ωθεί να το σκεφτείς και να το ξανασκεφτείς.</p>
<p>Η σύστασή μου: Διαβάστε το και ξαναδιαβάστε το!</p>
<hr />
<p><strong>Το βιβλίο</strong><br />
Αμάντα Μιχαλοπούλου: <em>Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη</em><br />
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003<br />
ISBN 97896003334975</p>
<figure id="attachment_16536" aria-describedby="caption-attachment-16536" style="width: 667px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16536 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-3_Doppel.jpg" alt="" width="677" height="538" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-3_Doppel.jpg 677w, https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-3_Doppel-300x238.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-3_Doppel-450x358.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-3_Doppel-500x397.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 677px) 100vw, 677px" /><figcaption id="caption-attachment-16536" class="wp-caption-text">Η γερμανική και η ελληνική έκδοση</figcaption></figure>
<figure id="attachment_16531" aria-describedby="caption-attachment-16531" style="width: 140px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16531 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-2-©Verlag-Kastaniotis-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-2-©Verlag-Kastaniotis-150x150.jpg 150w, https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-2-©Verlag-Kastaniotis-300x300.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-2-©Verlag-Kastaniotis.jpg 450w" sizes="auto, (max-width: 150px) 100vw, 150px" /><figcaption id="caption-attachment-16531" class="wp-caption-text">©εκδ. Καστανιώτης</figcaption></figure>
<p><strong>Η συγγραφέας</strong><br />
Η <strong>Αμάντα Μιχαλοπούλου</strong> (* 1966) συγκαταλέγεται στις πιο γνωστές σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς. Με μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και αρθρογραφία έχει αποκτήσει φήμη πολύ πέρα από τα όρια της Ελλάδας και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία.<br />
Στο diablog.eu <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://diablog.eu/el/?s=%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1+%CE%BC%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85">εδώ</a></span>. Συνέντευξη με τη συγγραφέα για το βιβλίο στο diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/logotechnia/giati-skotosa-tin-kaliteri-mou-fili/"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a></p>
<p>&nbsp;</p>
<figure id="attachment_16530" aria-describedby="caption-attachment-16530" style="width: 140px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16530 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/03/wft-1_Rakusa-©Katalin-Deer-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" /><figcaption id="caption-attachment-16530" class="wp-caption-text">©Katalin Deer</figcaption></figure>
<p><strong>Η κριτικός</strong><br />
Η <strong>Ίλμα Ράκουσα</strong> (* 1946) είναι Ελβετή συγγραφέας και μεταφράστρια από τα ρωσικά, τα σερβοκροατικά, τα ουγγρικά και τα γαλλικά και μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Στη Βικιπαίδεια <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://de.wikipedia.org/wiki/Ilma_Rakusa">εδώ</a> </span>(στα DE)</p>
<p class="textinfo"><em>Κείμενο: Ilma Rakusa. Φωτογραφία: bahohe books, εκδόσεις Καστανιώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Katalin Deer. Σύνταξη και μετάφραση: Α. Τσίγκας.</em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/toxiki-filia-i-agapi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ελληνίδες κρατούμενες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ</title>
		<link>https://diablog.eu/el/logotechnia/istoria/ellinides-kratoumenes-sto-stratopedo-singentrosis-ravensmprouk/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/logotechnia/istoria/ellinides-kratoumenes-sto-stratopedo-singentrosis-ravensmprouk/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 19 Mar 2026 08:24:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ιστορία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16388</guid>

					<description><![CDATA[Ράβενσμπρουκ – ποτέ έως τότε, καμία από τις Ελληνίδες που εκτοπίστηκαν εκεί είχε ακούσει το όνομα αυτό, ούτε καν γνώριζε τη γεωγραφική θέση αυτού του μικρού χωριού στο Βρανδεμβούργο. Ακόμα και σήμερα, το Ράβενσμπρουκ δεν ... <p class="read-more-container"><a title="Ελληνίδες κρατούμενες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/logotechnia/istoria/ellinides-kratoumenes-sto-stratopedo-singentrosis-ravensmprouk/#more-16388" aria-label="Read more about Ελληνίδες κρατούμενες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Ράβενσμπρουκ – ποτέ έως τότε, καμία από τις Ελληνίδες που εκτοπίστηκαν εκεί είχε ακούσει το όνομα αυτό, ούτε καν γνώριζε τη γεωγραφική θέση αυτού του μικρού χωριού στο Βρανδεμβούργο.</p>
<p>Ακόμα και σήμερα, το Ράβενσμπρουκ δεν παίζει σχεδόν κανένα ρόλο στη γεωγραφία της ελληνικής συλλογικής μνήμης.  Άουσβιτς, Μαουτχάουζεν, Νταχάου, Μπέργκεν-Μπέλζεν είναι τα τοπωνύμια της ναζιστικής τρομοκρατίας που γνωρίζει η πλειονότητα των Ελλήνων, κυρίως χάρη στη διάσημη σύνθεση του Θεοδωράκη «Άσμα ασμάτων». [από την καντάτα Μαουτχάουζεν, <a href="https://www.mauthausen-memorial.org/de/Aktuell/Mikis-Theodorakis-(19252021)"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a> (στα DE), στο YouTube <a href="https://www.youtube.com/watch?v=D-Z0_oKzZdg"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a>]</p>
<p>Οι επιζώντες συνήθως σιωπούσαν, γιατί κανείς δεν ενδιαφερόταν πραγματικά να ακούσει τα όσα είχαν βιώσει. Σε ορισμένα μέρη η επιστροφή τους θεωρήθηκε ακόμα και ενοχλητική, όπως ανέφεραν επανειλημμένα Εβραίοι επιζώντες. Οι πολιτικά αριστερίζοντες υπέστησαν εκ νέου ποικίλες διώξεις από το καταπιεστικό ελληνικό κράτος των μεταπολεμικών χρόνων και συχνά βίωσαν για δεύτερη φορά την απάνθρωπη καθημερινότητα της κράτησης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Άρα δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ελάχιστοι Έλληνες επιζώντες ξαναπάτησαν το πόδι τους στο Ράβενσμπρουκ, τον τόπο του μαρτυρίου τους.</p>
<figure id="attachment_16304" aria-describedby="caption-attachment-16304" style="width: 360px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16304" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/02a_Buchcover-knapp.jpg" alt="" width="370" height="632" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/02a_Buchcover-knapp.jpg 430w, https://medien.diablog.eu/2026/01/02a_Buchcover-knapp-176x300.jpg 176w" sizes="auto, (max-width: 370px) 100vw, 370px" /><figcaption id="caption-attachment-16304" class="wp-caption-text">Το βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη-Γαλιατσάτου (εξαντλημένο)</figcaption></figure>
<p><strong>Μαρτυρίες</strong><br />
Σημαντική πηγή για τις Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ είναι οι αναμνήσεις της Μαρίας Τσισκάκη-Γαλιατσάτου. Ήδη από το 1946 άρχισε να καταγράφει τις εμπειρίες της στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο χρειάστηκαν σχεδόν άλλα 30 χρόνια μέχρι να τις εκδώσει με δικά της έξοδα, λίγο πριν από το θάνατό της το 1975.</p>
<p>Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου θεώρησε χρέος της να περιγράψει όσο το δυνατόν πιο «αντικειμενικά» τα όσα βίωσε. Δεν είχαν όλες οι τέως κρατούμενες Ελληνίδες το σθένος αυτό. Οι τραυματικές εμπειρίες βαραίνουν μέχρι και σήμερα όσες επέζησαν. Μια άλλη Ελληνίδα δυσκολεύτηκε εμφανώς να υπομείνει τη συνέντευξη που της παίρνουν συνεργάτες του προγράμματος «Memories of the Occupation in Greece (MOG)». [<a href="https://www.occupation-memories.org/"><span style="color: #0000ff;">εδώ</span></a>] Επανειλημμένα θέλει να τερματίσει πρόωρα τη συνέντευξη και διακόπτει πολλές φορές τις διηγήσεις της με υβριστικές εκφράσεις γεμάτες μίσος κατά των Γερμανών. Ακόμα και 80 χρόνια μετά, οι πληγές εξακολουθούν να είναι βαθιές. Οι βάναυσες εμπειρίες τής κράτησης είναι και σήμερα εντονότατες και η οργή για την απώλεια της περιουσίας μεγάλη. Δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε προθυμία για συμφιλίωση. Ήταν λοιπόν 16 ετών όταν οι Γερμανοί την συνέλαβαν σε μπλόκο στην πόλη της, τον Βόλο. Δεν ασχολούνταν με την πολιτική, ως νεαρή ορφανή το μόνο που την απασχολούσε ήταν η καθημερινή επιβίωση. Από τα 14 της κερδίζει το ψωμί της ως εργάτρια σε τοπικό καπνεργοστάσιο, όπου συνέχισε να εργάζεται –μέχρι τη συνταξιοδότησή της– και μετά την επιστροφή της από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.</p>
<p><strong>Στρατόπεδα συγκέντρωσης και τόποι καταναγκαστικής εργασίας</strong><br />
Μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιωθεί η κράτηση 265 Ελληνίδων, οι οποίες μεταφέρθηκαν από τον Φεβρουάριο του 1944 μέχρι και την άνοιξη του 1945 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ. Με συνολικά 12 συρμούς έφτασαν εκεί μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες μαζί με συμπατριώτισσές τους, αλλά πάντα στο πλαίσιο μεγαλύτερων μετατοπίσεων απ΄ όλα τα σημεία της Ευρώπης.</p>
<figure id="attachment_16305" aria-describedby="caption-attachment-16305" style="width: 490px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16305 size-single-hochkant" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/03_Karte-1-500x453.jpg" alt="" width="500" height="453" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/03_Karte-1-500x453.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/03_Karte-1-300x272.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/03_Karte-1-450x408.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/03_Karte-1.jpg 565w" sizes="auto, (max-width: 500px) 100vw, 500px" /><figcaption id="caption-attachment-16305" class="wp-caption-text">Αφετηρίες μεταφοράς των εκτοπισμένων Ελληνίδων προς το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ // © Φ.Μ.Παπούλια</figcaption></figure>
<p>Κομπιένη, Ρίγα, Χαϊδάρι, Βαρσοβία, Λοτζ, Άουσβιτς είναι μερικά μόνο μέρη απ΄ όπου ξεκίνησε το ταξίδι τους – το οποίο συχνά δεν τελείωνε στο Ράβενσμπρουκ: η εκμετάλλευση για τις ανάγκες της γερμανικής πολεμικής οικονομίας ήταν τεράστια και είχε ποικίλες μορφές. Κέπενικ, Λειψία, Μάλχωφ, Μαγδεβούργο, Ρέχλιν είναι μερικοί τόποι καταναγκαστικής εργασίας με ενίοτε θανάσιμη κατάληξη.</p>
<p>Η συνήθως σχολαστική ναζιστική γραφειοκρατική διαδικασία υποδοχής των κρατουμένων μας παρέχει πάμπολλα χρήσιμα στοιχεία έρευνας. Κατάλογοι εκτοπισμών, αφίξεων και προσωπικών αντικειμένων, ιατρικά αρχεία και, τέλος, οι ίδιες οι καρτέλες των κρατουμένων αποτελούν τη βάση της αναζήτησης στοιχείων. Δεν είναι δυνατόν με αυτόν τον τρόπο να εντοπιστούν όλες οι κρατούμενες, παρά μόνο ένας μεγάλος αριθμός τους.</p>
<figure id="attachment_16306" aria-describedby="caption-attachment-16306" style="width: 375px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="size-full wp-image-16306" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/04_Karte-2.jpg" alt="" width="385" height="506" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/04_Karte-2.jpg 385w, https://medien.diablog.eu/2026/01/04_Karte-2-228x300.jpg 228w" sizes="auto, (max-width: 385px) 100vw, 385px" /><figcaption id="caption-attachment-16306" class="wp-caption-text">Τόποι καταναγκαστικής εργασίας Ελληνίδων // © Φ.Μ.Παπούλια</figcaption></figure>
<p><strong>Η Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο</strong><br />
Περισσότερο από 25 χρόνια πριν βρέθηκε ένας από αυτούς τους καταλόγους στα χέρια μιας μικρής ομάδας ατόμων γύρω από τη Σοφία Αναστασιάδου και την Ελένη Βίνκελ. Απετέλεσε τον θεμέλιο λίθο του δραστήριου και αφοσιωμένου έργου μνήμης της «Ομάδας φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο». Με μεγάλη προσωπική επιμονή, σχολαστική έρευνα, συνεισφορά ιδιωτικών οικονομικών πόρων και απίστευτα ευτυχείς συμπτώσεις κατέστη δυνατή η προσωπική επαφή με τέως κρατούμενες που σήμερα έχουν πλέον αποβιώσει. Στόχος του έργου είναι να τιμηθεί κατάλληλα η μνήμη αυτών των Ελληνίδων και να αναδυθούν και άλλες από την ανωνυμία του αριθμού κράτησης που έφεραν στον βραχίονα. <span style="color: #0000ff;">[1]</span></p>
<p>Ποιές ήταν αυτές οι 265 Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ, ποιά τα 265 ετερόκλητα βιογραφικά τους, οι 265 διαφορετικές εμπειρίες τους, οι 265 παραλλαγές προσωπικών αναμνήσεων;</p>
<p><strong>Ελληνίδες στη Γαλλική Αντίσταση</strong><br />
Η πρώτη Ελληνίδα που αναφέρεται στους καταλόγους εισόδου του Ράβενσμπρουκ δεν έρχεται από την Ελλάδα, αλλά από την Κομπιένη (Compiègne) της Γαλλίας τον Φεβρουάριο του 1944 – για πολιτικούς λόγους και μαζί με άλλες 957 εκτοπισμένες κρατούμενες. Δεν γνωρίζουμε ούτε γιατί η 51χρονη Αναστασία βρισκόταν στη Γαλλία ούτε και τον ακριβή λόγο σύλληψής της. Από αναφορές Γαλλίδων κρατουμένων του Ράβενσμπρουκ γνωρίζουμε ωστόσο ότι ήταν σύνηθες να υπάρχουν αλλοδαπές γυναίκες στις τάξεις της Γαλλικής Αντίστασης. Για μιαν άλλη Ελληνίδα κρατούμενη στο Ράβενσμπρουκ γνωρίζουμε ότι βρισκόταν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια του πολέμου, ότι τελικά συνελήφθη λόγω των δραστηριοτήτων της στη Γαλλική Αντίσταση και ότι εκτοπίστηκε στο Ράβενσμπρουκ. Η Βελγίδα φίλη της στο στρατόπεδο, η επιχειρηματίας και αντιστασιακή Simonne L., αναφέρει:<br />
<em>Μοιραζόμασταν το ίδιο κρεβάτι πλάτους 60 πόντων, εκείνη προς το κεφάλι του κρεβατιού, εγώ προς τα πόδια </em>[…]<em> Ποτέ όμως τίποτα από όσα σας διηγηθούν ή ακούσετε ή μάθετε δεν θα είναι δυνατόν να σας δώσει την πραγματική εικόνα της φρίκης αυτής που ο Δάντης ποτέ δεν θα τολμούσε να φανταστεί.<br />
Ωστόσο ακόμα και τότε η Πολύμνια για να μου δώσει θάρρος μου απήγγειλε ποιήματα. Είχε πράγματι γράψει ποιήματα και στη φυλακή&#8230;. πολλές εκατοντάδες θα έλεγε κανείς, τακτοποιημένα όλα στη μνήμη της. Έκανε σχέδια να τα τυπώσει μετά τη νίκη σε δώδεκα τεύχη και σκίτσα, έλεγε μάλιστα πως θα αφιέρωνε σε μένα το πρώτο τεύχος.<br />
Και οι δύο μας με τα μάτια κλειστά απαγγέλναμε τελικά μαζί ποιήματα για να φύγουμε από την πραγματικότητα. Πολλά από αυτά ήταν τραγούδια που τα λέγαμε όλες μαζί μιμούμενες την Πολύμνια. </em>[…] <em>Επρόκειτο για μια γυναίκα σπάνιας πνευματικής καλλιέργειας που κάθε φορά που την σκέφτομαι κλαίω</em>.</p>
<figure id="attachment_16307" aria-describedby="caption-attachment-16307" style="width: 640px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16307" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin--500x375.jpg" alt="" width="650" height="488" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin--500x375.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin--300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin--768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin--450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/05_Retzow-Rechlin-.jpg 1008w" sizes="auto, (max-width: 650px) 100vw, 650px" /><figcaption id="caption-attachment-16307" class="wp-caption-text">Τόπος μνήμης Ρέτσωφ-Ρεχλίν // © κοινότητα Rechlin</figcaption></figure>
<p>Και οι δύο Ελληνίδες δεν θα επιζήσουν το στρατόπεδο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Simonne L., η Πολύμνια θανατώθηκε στο στρατόπεδο νεολαίας Ούκερμαρκ (Uckermark),  ενώ η Αναστασία πεθαίνει από τις κακουχίες κράτησης και εργασίας στο υποστρατόπεδο Ρεχλίν (Rechlin). Το όνομά της είναι απαθανατισμένο στην αναθηματική στήλη που υψώνεται στον εκεί τόπο μνήμης εν μέσω του τοπίου του Μεκλεμβούργουμε τις τόσες λίμνες.</p>
<figure id="attachment_16309" aria-describedby="caption-attachment-16309" style="width: 640px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16309" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari-500x338.jpg" alt="" width="650" height="439" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari-500x338.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari-300x203.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari-768x519.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari-450x304.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/07_Chaidari.jpg 983w" sizes="auto, (max-width: 650px) 100vw, 650px" /><figcaption id="caption-attachment-16309" class="wp-caption-text">Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στην Αθήνα // © A.M.Δρουμπούκη</figcaption></figure>
<p><strong>Η «Ειδική μεταφορά από την Αθήνα»</strong><br />
Τον Ιούνιο του 1944, λίγους μόνο μήνες πριν από την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής από την Ελλάδα, φτάνει η λεγόμενη Ειδική μεταφορά από την Αθήνα στο Ράβενσμπρουκ. Πρόκειται για τη μοναδική ως τώρα πιστοποιημένη απευθείας μεταφορά κρατουμένων από την Ελλάδα σε αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με τον συρμό αυτόν φτάνουν στο στρατόπεδο 61 Ελληνίδες. Όλες είχαν φυλακιστεί για πολιτικούς λόγους στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στα όρια της Αθήνας: Μεταξύ τους ήταν μια 16χρονη μαθήτρια, μέλος της ΕΠΟΝ, μια μητέρα έξι παιδιών, που ταυτοποιήθηκε ως διοικητική προϊσταμένη του ΕΑΜ στην Εύβοια, πολλά μέλη μιας οικογένειας από τη Θήβα που προσάχθηκαν ως μέλη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθώς και μια μητέρα με την κόρη της από τα Ιωάννινα, οι οποίες κρατούνταν ως πολιτικοί όμηροι. Άλλοι λόγοι κράτησης που αναγράφονταν στις καρτέλες των κρατουμένων ήταν «ανυπότακτη συμπεριφορά», «υποστήριξη συμμοριών», «ευνοϊκή μεταχείριση Εβραίων» ή απλά «κομμουνίστρια».<br />
Οι μισές από αυτές τις γυναίκες ήταν κάτω των 25 ετών, το ένα τέταρτο δεν είχε καν συμπληρώσει τα 20, ενώ η νεότερη ήταν μόλις 15 ετών.</p>
<figure id="attachment_16308" aria-describedby="caption-attachment-16308" style="width: 740px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16308" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter.jpg" alt="" width="750" height="307" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter.jpg 974w, https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter-300x123.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter-768x315.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter-450x184.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/06_Alter-500x205.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 750px) 100vw, 750px" /><figcaption id="caption-attachment-16308" class="wp-caption-text">Ηλικιακή κατανομή των έγκλειστων Ελληνίδων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ // n = 204 // © Φ.Μ.Παπούλια</figcaption></figure>
<p>Ορισμένες από τις γυναίκες αυτής της ομάδας πστο Χαϊδάρι ροορίζονταν για εκτέλεση, προτού αλλάξουν γι΄ αυτές τα σχέδια των γερμανικών κατοχικών αρχών. Το ταξίδι των 61 γυναικών και 850 ανδρών σε κλειστά εμπορευματικά βαγόνια διήρκεσε 13 ημέρες. <span style="color: #0000ff;">[2]</span> Στη Θεσσαλονίκη προστέθηκαν άλλοι 250 κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλος Μέλας. Τελικά, στη Βαϊμάρη τα δύο βαγόνια με τις γυναίκες αποσυνδέθηκαν από το υπόλοιπο τρένο. Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου διηγείται:<br />
<em>Μέσα στα βαγόνια υπήρχε μια κατάσταση ανάμεσά μας, που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Κατάθλιψη. Φόβος. Αβεβαιότητα.  Όσες από μας μπόρεσαν να δουν σωστά, είδαν τον κίνδυνο. Έπρεπε αμέσως ν´ αντιδρούμε. Έπρεπε με κάθε τρόπο να διώξουμε αυτό που μας βάραινε. Ανάμεσά μας, οι περισσότερες ήταν νέες κοπέλες. Σ´ αυτές έλαχε ο κλήρος να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα κεφιού και αισιοδοξίας. Με έξυπνα ανέκδοτα, με τραγούδια του τόπου μας, με κανένα πρόχειρο σκετσάκι που σατίριζε την κατάστασή μας, αλλάξανε κατά κάποιο τρόπο τη βαριά ατμόσφαιρα</em>.</p>
<p>Η άφιξη στο Ράβενσμπρουκ και η σχετική διαδικασία υποδοχής βιώθηκε ως βαθιά απάνθρωπη τομή, μια και σήμαινε την πλήρη αποπροσωποποίηση, την αναγωγή σε έναν αριθμό κρατουμένου. Η Τσισκάκη-Γαλιατσάτου αναφέρει ότι από τις πρώτες μέρες η ομάδα συνειδητοποίησε γρήγορα, ότι δύο πράγματα θα ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους: η συνοχή τους και η επαφή με άλλες συγκρατούμενες. Και πράγματι, παρά τις διαφορετικές κοινωνικές τους καταβολές –ήταν φοιτήτριες, μοδίστρες, νοικοκυρές, διοικητικοί υπάλληλοι, επιστήμονες– κατάφεραν να διατηρήσουν για μήνες μια κοινότητα με στενούς δεσμούς.</p>
<p>Ενώ ορισμένες από αυτές τις γυναίκες δεν ήταν σε θέση να υπογράψουν το δελτίο κρατουμένου και έβαζαν αντί υπογραφής τρεις σταυρούς, άλλες διέθεταν καλές γνώσεις ξένων γλωσσών: σε μια κοινότητα στρατοπέδου με πάνω από τριάντα εθνικότητες αυτό αποτελούσε προσόν αποφασιστικής σημασίας. Έτσι μαθαίνουμε από τη Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου:<br />
<em>Η Βάσω μιλάει καλά τα γαλλικά. Η Ελενίτσα τα καταφέρνει στα ρούσικα, η Μπέττυ ξέρει γερμανικά καθώς και η Ματίνα. Η Παπαδοπούλου τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλες αυτές τις γλώσσες. Επιχείρησαν λοιπόν αμέσως μια πρώτη επαφή κι έτσι η μικρή Σόνια από τη μακρινή στέπα και η μικρή Ελένη από τις γαλανές και ζεστές θάλασσες, γίνονται φίλες. Η Βάσω και η Οντέτ δένονται σφιχτά. Η Μπέττυ και η Μαντίνα έρχονται σε επαφή με Γερμανίδες αντιναζίστρες. Η Παπαδοπούλου προσπαθεί να συνεννοηθεί με τις Πολωνίδες. Σιγά σιγά ο πάγος έσπασε κι έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας ο δεσμός εκείνος που ενώνει τους σκλάβους</em>.</p>
<p>Όπως φάνηκε αργότερα, η Μπέττυ μπόρεσε να χρησιμοποιήσει στο στρατόπεδο τις γνώσεις της στα γερμανικά για να σώσει ζωές και να αποτρέψει την απομάκρυνση μιας άρρωστης Ελληνίδας συντρόφου.</p>
<figure id="attachment_16310" aria-describedby="caption-attachment-16310" style="width: 640px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16310" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig-500x280.jpg" alt="" width="650" height="365" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig-500x280.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig-300x168.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig-768x431.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig-450x252.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/08_Hasag-Leipzig.jpg 804w" sizes="auto, (max-width: 650px) 100vw, 650px" /><figcaption id="caption-attachment-16310" class="wp-caption-text">Το πρώην κεντρικό κτήριο του υποστρατοπέδου Χάσαγκ Λειψίας (λήψη του 2021) // © GfZL</figcaption></figure>
<p>Αυτές οι 61 γυναίκες παραδίδονται τελικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ και μεταφέρονται για εργασία στη Λειψία, στα εργοστάσια Χάσαγκ. Δύο γυναίκες αυτής της ομάδας δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους. Η 22χρονη Μαρία πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση σε νοσοκομείο της Λειψίας, ως συνέπεια των σκληρών συνθηκών κράτησης και εργασίας. Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου μας αφηγείται την τραγική μοίρα της άλλης κρατούμενης, της Βαγγελιώς:<br />
<em>Στην ομάδα μας ήταν και πέντε κοπέλες από την Εύβοια κι ανάμεσα σ΄ αυτές η Βαγγελιώ, μια αγρότισσα. Η δυστυχισμένη, συνηθισμένη να ζει έξω στο ύπαιθρο, στάθηκε αδύνατο να προσαρμοστεί στη ζωή του εργοστάσιου και μάλιστα κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες  και το αποτέλεσμα ήταν να χάσει τα λογικά της. Έτσι ένα πρωί τη φόρτωσαν σ΄ ένα καμιόνι μαζί με άλλες καταδικασμένες κι αυτές, και την έστειλαν στο θάνατο</em>.</p>
<p><strong>Η</strong><strong> εκκένωση του Άουσβιτς</strong><br />
Από τον Σεπτέμβριο του 1944 έως τα μέσα Ιανουαρίου του 1945 μεταφέρονται και άλλες Ελληνίδες στο Ράβενσμπρουκ, αυτή τη φορά κυρίως από το Άουσβιτς. Αυτές οι μεταφορές, μερικές φορές χιλιάδων γυναικών, δεν είναι τόσο λεπτομερώς τεκμηριωμένες. Στους καταλόγους εισόδου συνήθως αναγράφεται μόνο το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και η εθνικότητα. Συχνά πρόκειται για νεότερες Εβραίες, οι οποίες είχαν μεταφερθεί την άνοιξη του 1943 με τους πρώτους συρμούς εκτόπισης από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς.</p>
<p>Η Χάνα Χέρτζογκ και η Άντι Εφρατ <span style="color: #0000ff;">[3] <span style="color: #000000;">υπ</span></span><span style="color: #000000;">έ</span>δειξαν επίσης εβραίες Ελληνίδες που έφτασαν στην ύστερη φάση στο Ραβενσμπρούκ από το Άουσβιτς, όπου είχαν ήδη δημιουργήσει ένα καλά οργανωμένο δίκτυο αλληλεγγύης. Έτσι και στο Ραβενσμπρούκ αυτή η ομάδα των περίπου 50 γυναικών συνέχισε την αμοιβαία μεταξύ τους φροντίδα και υποστήριξη. Αυτοί οι δεσμοί που δημιουργήθηκαν υπό τις ακραίες καθημερινές συνθήκες του στρατοπέδου, διατηρήθηκαν και μετά το τέλος του πολέμου.</p>
<p>Μια άλλη ομάδα 38 Ελληνίδων μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Σαξενχάουζεν και φτάνει στο υποστρατόπεδο Όμπερσπρε, που δημιουργήθηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του 1944. Εκεί, τις υποχρέωσαν σε καταναγκαστική εργασία στο εργοστάσιο καλωδίων της AEG. Καθημερινά τις μετέφεραν με μαούνα από το στρατόπεδο στον τόπο εργασίας τους, υπό την επίβλεψη μιας βίαιης επιτηρήτριας, η οποία, σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είχε ίχνος συμπόνιας για τις κρατούμενες.</p>
<figure id="attachment_16311" aria-describedby="caption-attachment-16311" style="width: 640px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16311" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-500x314.jpg" alt="" width="650" height="408" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-500x314.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-300x188.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-1024x642.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-768x482.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg-450x282.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/09_Magdeburg.jpg 1084w" sizes="auto, (max-width: 650px) 100vw, 650px" /><figcaption id="caption-attachment-16311" class="wp-caption-text">Είσοδος του πρώην στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας των εργοστασίων πυρομαχικών Πόλτε στο Μαγδεβούργο (με αναμνηστική επιγραφή) // © Olaf Meister, Wikimedia Commons</figcaption></figure>
<p>Μια άλλη, μικρότερη ομάδα 11 Ελληνίδων μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ και καταλήγει σε καταναγκαστική εργασία στο εργοστάσιο Πόλτε του Μαγδεβούργου. Αυτές οι γυναίκες εκτοπίστηκαν τον Ιούνιο του 1944 από την Ελλάδα στο Άουσβιτς με έναν από τους τελευταίους συρμούς. Είχαν συλληφθεί κυρίως για πολιτικούς λόγους και ορισμένες από αυτές είχαν ήδη περάσει μακρά περίοδο κράτησης σε ελληνικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η νεαρή Βαγγελιώ για παράδειγμα ήταν μόλις 17 ετών όταν συνελήφθη στην Κρήτη τον Αύγουστο του 1942. Σε αυτή την ομάδα βρισκόταν και η Βάσω Σταματίου, μια αργότερα πολύ δραστήρια αυτόπτις μάρτυρας. Το 2023 η Ελένη Βίνκελ είχε την ευκαιρία να μιλήσει μαζί της αυτοπροσώπως, λίγο πριν τον θάνατό της. <span style="color: #0000ff;">[4]</span></p>
<p>Στο εργοστάσιο Πόλτε οι γυναίκες εργάζονταν σε 12ωρες βάρδιες, όπου κατά τις διαδικασίες αποχρωματισμού, βαφής, διάτρησης και συμπίεσης των προϊόντων ήταν συχνά εκτεθειμένες σε τοξικά χημικά χωρίς καμία προστασία. Σχεδόν καθημερινά συνέβαιναν εργατικά ατυχήματα. Στεγάζονταςν ανά εκατό άτομα κάτω από άθλιες συνθήκες σε ξύλινα παραπήγματα – χωρίς θέρμανση και με παράθυρα χωρίς τζάμια.</p>
<p>Μία από τις τελευταίες μέχρι σήμερα τεκμηριωμένες μεταφορές Ελληνίδων από το Άουσβιτς έφτασε στο Ράβενσμπρουκ τον Ιανουάριο του 1945. Οι γυναίκες αυτές περιγράφουν ομόφωνα τις χαώδεις συνθήκες κατά την αναχώρησή τους από το Άουσβιτς, την εξαντλητική τριήμερη πορεία με ακραίο ψύχος και την επακόλουθη μεταφορά στο Ράβενσμπρουκ με τρένο σε ανοιχτά και εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες εμπορευματικά βαγόνια. Αν και αυτές οι γυναίκες είχαν ήδη περάσει σχεδόν δύο χρόνια στο Άουσβιτς –μερικές από αυτές υποβαλλόμενες σε βιαιότατα ιατρικά πειράματα– θεώρησαν το Ράβενσμπρουκ ως επιδείνωση της κατάστασής τους και περιέγραψαν με φρίκη τις πρώτες τους εντυπώσεις.</p>
<p>Τον Ιανουάριο του 1945 βρίσκονταν στο Ράβενσμπρουκ, λόγω της συνεχούς άφιξης μεταφορών εκκένωσης από άλλα στρατόπεδα, πάνω από 60.000 κρατούμενες. Στα παραπήγματα όπου κρατούνταν προηγουμένως 200 γυναίκες, στοιβάζονταν τώρα έως και 2000 γυναίκες. Έτσι κατέρρευσαν παντελώς οι συνθήκες υγιεινής και η επιστασία. Επικρατούσε οξεία έλλειψη τροφίμων και οι διάφορες ασθένειες εξαπλώνονταν ανεξέλεγκτα. Καθημερινοί θάνατοι ήταν αναπόσπαστο μέρος της ζωής στο στρατόπεδο. Το σύστημα της καταναγκαστικής εργασίας ωστόσο συνεχίστηκε. Οι Ελληνίδες που έφταναν τώρα μοιράστηκαν ως επί το πλείστον στα υποστρατόπεδα Μάλχωφ και Νόισταντ-Γκλέβε και εργάστηκαν μέχρι το τέλος του πολέμου στις τοπικές οπλοβιομηχανίες.</p>
<p><strong>Απελευθέρωση και επιστροφή στην Ελλάδα</strong><br />
Το τέλος του πολέμου και η στιγμή της απελευθέρωσης δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις περιγραφές των Ελληνίδων του Ράβενσμπρουκ όπως το γνωρίζουμε από τις περιγραφές κρατουμένων σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι γυναίκες αναγκάζονταν συχνά να συμμετέχουν σε πορείες εκκένωσης από τον τόπο εργασίας τους, τις γνωστές «πορείες θανάτου». Οι διηγήσεις τους χαρακτηρίζονται από τον φόβο του θανάτου, την πείνα και την ακραία σωματική εξάντληση. Μερικές  Ελληνίδες μετά την ξαφνική αποχώρηση του προσωπικού επιτήρησης, περιπλανήθηκαν για εβδομάδες στην κατεστραμμένη Γερμανία, χωρίς προσανατολισμό και τροφή. Υπάρχουν επίσης διαμετρικά αντίθετες εμπειρίες όσον αφορά τους Σοβιετικούς απελευθερωτές. Ενώ μερικές, μετά από όσες ταλαιπωρίες υπέστησαν, ένιωσαν επιτέλους ασφάλεια, φροντίδα και στοργή, άλλες Ελληνίδες αναφέρουν οδυνηρά, γεμάτα φόβο συμβάντα σεξουαλικής βίας.</p>
<p>Η πρώτη επαναπατριζόμενη έφτασε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945, ενώ άλλες γυναίκες θα χρειαστούν ακόμα μήνες μέχρι να ξαναδούν την πατρίδα τους. Μόνο σποραδικά αναφέρονται περιπτώσεις οργανωμένης επιστροφής, όπως συνέβη με άλλες εθνικότητες. Το ελληνικό κράτος εκείνη την εποχή δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους επιζήσαντες πολίτες του. Από την ομάδα των 61 γυναικών, η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου αναχωρεί με άλλες 21 από το Μόναχο για την Ιταλία και φτάνει στην Ελλάδα με ένα βρετανικό πολεμικό πλοίο. Ορισμένες εβραίες Ελληνίδες αναφέρουν ότι μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο Βέλγιο, απ΄ όπου επέστρεψαν αεροπορικώς στην πατρίδα τους. Άλλες, αντίθετα, χρειάστηκαν μήνες για να φτάσουν τελικά στην Ελλάδα μέσω των Βαλκανίων.</p>
<p>Στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία δεν υπήρχε περιθώριο για τις τραυματικές εμπειρίες των όσων επέζησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς τότε ήταν άγνωστες οι διαταραχές μετατραυματικού στρες. Οι γυναίκες δεν είχαν εξωτερική βοήθεια στην προσπάθειά τους να επεξεργαστούν τις εμπειρίες της κράτησής τους, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Μια καταγόμενη από τη Θεσσαλονίκη που επέζησε το Ράβενσμπρουκ περιγράφει, πώς οι φίλοι και οι φίλες της γιόρταζαν την ανάκτηση της ελεύθερης ζωής τους σε ταβέρνες – και πως ήταν αδύνατο για εκείνη να τους ακολουθήσει. Κάθε ανθρώπινη επαφή τής ήταν δύσκολη, κάθε άτομο τής φαινόταν να είναι μια παραπάνω επιβάρυνση. Ένας γυναικολόγος της Θεσσαλονίκης μερίμνησε για τις γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε αναγκαστική στείρωση. Μερικές από αυτές μπόρεσαν αργότερα να δημιουργήσουν οικογένειες, άλλες παρέμειναν για όλη τους τη ζωή άτεκνες. Σε βιβλίο του 2023 ο Γιάννης Καρατζόγλου εξετάζει τη στάση του ελληνικού πληθυσμού απέναντι στην εβραϊκή περιουσία. [<a href="https://www.epikentro.gr/mesengyouchoi-kai-dosilogoi-kai-to-telos-tis-evraikis-epicheirimatikotitas-stin-katochiki-thessaloniki/">εδώ</a>] Ένα δύσκολο θέμα, ακόμα και 80 χρόνια αργότερα. Η Όρο Αλφαντάρη, πρώην κρατούμενη στο Ράβενσμπρουκ που ζει στη Θεσσαλονίκη, το συνοψίζει ως εξής:<br />
<em>Βρήκαμε τα ακίνητα, αλλά άδεια και πιασμένα από πρόσφυγες.  Με πολλά δικαστήρια τα πήραμε. Μετά παντρεύτηκα και πάλι. Αλλά δεν μας έμεινε οικογένεια. Δεν έχουμε κανέναν τώρα, ούτε μια γιαγιά&#8230; Το πιο σκληρό είναι να μείνει ο άνθρωπος μόνος του. Ποτέ δεν θα το συγχωρέσουμε αυτό το κακό</em>.</p>
<p>Για τις Ελληνίδες που διώχθηκαν πολιτικά από τους Ναζί, τα βάσανα δεν τελείωσαν με το πέρας του πολέμου. Η χρονογράφος Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου συλλήφθηκε ξανά και εκτοπίστηκε και πάλι σε στρατόπεδα αντιφρονούντων. Τήνος και Τρίκερι, Μακρόνησος και Γυάρος είναι σταθμοί της οδυνηρής εμπειρίας της, με θύτη αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος. Στη μεταπολεμική περίοδο είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα της μοίρας των Ελληνίδων που είχαν διωχθεί πολιτικά από τους Ναζί.</p>
<figure id="attachment_16390" aria-describedby="caption-attachment-16390" style="width: 1014px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16390 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR.jpg" alt="" width="1024" height="366" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR-300x107.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR-768x275.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR-450x161.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/01_GR-500x179.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /><figcaption id="caption-attachment-16390" class="wp-caption-text">Ράβενσμπρουκ, Οδός των Εθνών // © Eleni Winckel</figcaption></figure>
<p>Είναι μάλλον δύσκολο να αποδοθεί σε λίγες σελίδες μια γενική εικόνα για την τύχη 265 γυναικών.  Επιχείρησα να αναφερθώ τουλάχιστον στα στοιχεία που θεωρώ αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου οι τέως κρατούμενες να τύχουν μελλοντικά μιας συλλογικής βιογραφικής τεκμηρίωσης. Η διεργασία αυτή δεν είναι άλλο παρά ένα συνεχές <em>work in progress</em>. Συνεχώς βρίσκονται νέα σημεία αναφοράς,  εμφανίζονται νέα ονόματα με τις δικές τους προσωπικές βιογραφίες. <span style="color: #0000ff;">[5]</span></p>
<p>Παρόλο που η ελληνογερμανική διαδικασία αναψηλαφησης, και ιδίως σε πολιτικό επίπεδο, δεν είναι εύκολη υπόθεση, παραμένει αμείωτο το ενδιαφέρον για τον ελληνογερμανικό θεσμό της μνήμης. Ας εκμεταλλευτούμε όλοι την ευκαιρία να εξασφαλίσουμε από κοινού μια μόνιμα εδραιωμένη μνήμη για τα ελληνικά θύματα της ναζιστικής θηριωδίας – ειδικά σε μια εποχή όπου το βασικό πλαίσιο της δημοκρατικής ιδέας τίθεται όλο και περισσότερο υπό αμφισβήτηση.</p>
<hr />
<p><span style="color: #0000ff;">[1] </span>Η <em>Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο</em>, έχει αναλάβει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης τεκμηρίωσης σχετικά με τις Ελληνίδες και τους Έλληνες κρατούμενους στο Ράβενσμπρουκ. Απορρέει από μια πρωτοβουλία της μη κερδοσκοπικής ένωσης Βερολίνου <em>Frauen aktiv und kreativ e.V. </em>(Γυναίκες ενεργές και δημιουργικές), η οποία από το 2000 είχε αναλάβει την αναζήτηση επιζώντων Ελληνίδων και Ελλήνων του στρατοπέδου συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ. Μέχρι στιγμής έχει καταγραφεί η τύχη 265 Ελληνίδων και πάνω από 130 Ελλήνων. Ο σύλλογος είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει προσωπικές συνεντεύξεις με πέντε πρώην κρατούμενες Ελληνίδες και/ή τους συγγενείς τους.<br />
Για την πολυετή αφοσιωμένη συμβολή της η Ελένη Winckel-Μωραΐτου ανακηρύχτηκε το 2023 σε μέλος της <em>Διεθνούς Επιτροπής Ράβενσμπρουκ</em> (IRK-CIR) [<a href="https://de.wikipedia.org/wiki/Internationales_Ravensbr%C3%BCck-Komitee">εδώ</a>] ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Τον καιρό αυτό υποστηρίζει τις εργασίες για το ντοκιμαντέρ «Παρούσες» της Ανιές Σκλάβου και του Στέλιου Τατάκη με θέμα το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ.<br />
Την άνοιξη του 2016 αναρτήθηκε στο Ράβενσμπρουκ αναμνηστική πινακίδα για τους Έλληνες κρατούμενους. Κάθε χρόνο πραγματοποιείται στο σημείο αυτό, μετά τις επίσημες εκδηλώσεις για την απελευθέρωση του στρατοπέδου συγκέντρωσης, μικρή τελετή προς τιμή τους. Τελετή μνήμης του 2026 <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://www.ravensbrueck-sbg.de/veranstaltungen/81-jahrestag-der-befreiung-des-frauen-konzentrationslagers-ravensbrueck/">εδώ</a> </span>[στα DE].<br />
Επικοινωνία: <em>gfkravensbrueck@gmail.com.</em><br />
<span style="color: #0000ff;">[2]</span> Βλ. επίσης τη μαρτυρία της Ευγενίας Λαμπρινού στον τόμο <em>Τελευταίος σταθμός. Μαρτυρίες Ελλήνων κρατουμένων σε γερμανικά στρατόπεδα</em>. Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.<br />
<span style="color: #0000ff;">[3]</span> Herzog, Hanna / Efrat, Adi: <em>Wir Griechinnen wurden klepsi, klepsi genannt</em>. <em>Jüdisch-griechische Frauen im Konzentrationslager Ravensbrück.</em> (Εμάς τις Ελληνίδες μας φωνάζανε κλέψι, κλέψι. Εβραίες Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ) στο συλλογικό έργο: Gisela Bock (εκδ.): <em>Genozid und Geschlecht: Jüdische Frauen im nationalsozialistischen Lagersystem</em>. (Γενοκτονία και φύλο: Εβραίες γυναίκες στο εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα στρατοπέδων), Frankfurt a. M. 2005, σελ. 85-102.<br />
<span style="color: #0000ff;">[4]</span> Βάσω Σταματίου: βαρούμ? γιατί; Μια Ελληνίδα στο Άουσβιτς, Αθήνα 1997, <span style="color: #0000ff;"><a style="color: #0000ff;" href="https://sep.gr/product/varoum-giati-mia-ellinida-sto-aousvits/?srsltid=AfmBOoqoube9poy-UgfZhPq47oLdB5tlbkTphx4IFZVVO6kSuK1l9XxK">εδώ</a></span>.<br />
Ελένη Winckel: <em>Ο χρόνος τρέχει… Μια επίσκεψη στη Βάσω Σταματίου</em>. Εξάντας, τεύχος 38, 2023, σελ. 70-73.<br />
<span style="color: #0000ff;">[5]</span> Πρόσφατα προστέθηκαν στον κατάλογο αυτό, χάρη στη συνεργασία με το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Λαμιέων, άλλα ένδεκα ελληνικά ονόματα, ένδεκα ανθρώπινες μοίρες.</p>
<hr />
<figure id="attachment_16411" aria-describedby="caption-attachment-16411" style="width: 140px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16411 size-thumbnail" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/11_FMP-von-Kanella-Tragousti-150x150.jpg" alt="" width="150" height="150" /><figcaption id="caption-attachment-16411" class="wp-caption-text">© Κανέλλα Τραγουστή</figcaption></figure>
<p><strong>Η συγγραφέας</strong><br />
Η <strong>Φανή Μαρίνα Παπούλια</strong> σπούδασε Νεότερη Ιστορία και Πολιτικές Επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Από τότε ασχολείται με θέματα της νεοελληνικής ιστορίας του όψιμου 19ου και του 20ου αιώνα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές καθώς και για ζητήματα ιστοριογραφίας και βιογραφικών εργασιών. Από το 2024 υποστηρίζει την <em>Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο</em> στην επεξεργασία του υλικού των συλλεγμένων πηγών.</p>
<p><em>Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη μορφή της ανακοίνωσης της Φ. Μ. Παπούλια στις 28/11/2025 στους χώρους της Πρεσβείας της Ελλάδος στο Βερολίνο. Σχετικά με αυτή την εκδήλωση</em> <a href="https://www.stiftung-bg.de/veranstaltungen/2025-benefizveranstaltung/">εδώ</a> <em>[στα DE]. Κείμενο: Φανή Μαρίνα Παπούλια με σπαράγματα των Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου, Simonne Lehouk-Gerbehaye και Όρο Αλφαντάρη. Φωτογραφίες και απεικονίσεις: βλ. ©. </em><i>Ευχαριστούμε τις Pauline Schneider και Charlotte Behr για τη βοήθειά τους στη δημιουργία των πινάκων. </i><em>Μετάφραση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Επιμέλεια: Νίκη Μολφέτα. </em></p>
<p class="textinfo"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1"></a></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/logotechnia/istoria/ellinides-kratoumenes-sto-stratopedo-singentrosis-ravensmprouk/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Αχ! Νοσταλγία! Η απώλεια της ελληνικής καθημερινότητας στη Στουτγάρδη</title>
		<link>https://diablog.eu/el/kathimerinos-politismos/ach-nostalgia-i-apolia-tis-ellinikis-kathimerinotitas-sti-stuttgardi/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/kathimerinos-politismos/ach-nostalgia-i-apolia-tis-ellinikis-kathimerinotitas-sti-stuttgardi/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Feb 2026 09:04:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Καθημερινός πολιτισμός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16457</guid>

					<description><![CDATA[Έχω την εντύπωση ότι ένα τμήμα του κόσμου των «Ελλήνων μου» – και μαζί με αυτόν αδιαχώριστα και η όλη καθημερινότητα στην πόλη μου – έχει αλλάξει πολύ. Θέλω να παρέμβω, ως κάποιος που αισθάνεται ... <p class="read-more-container"><a title="Αχ! Νοσταλγία! Η απώλεια της ελληνικής καθημερινότητας στη Στουτγάρδη" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/kathimerinos-politismos/ach-nostalgia-i-apolia-tis-ellinikis-kathimerinotitas-sti-stuttgardi/#more-16457" aria-label="Read more about Αχ! Νοσταλγία! Η απώλεια της ελληνικής καθημερινότητας στη Στουτγάρδη">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Έχω την εντύπωση ότι ένα τμήμα του κόσμου των «Ελλήνων μου» – και μαζί με αυτόν αδιαχώριστα και η όλη καθημερινότητα στην πόλη μου – έχει αλλάξει πολύ. Θέλω να παρέμβω, ως κάποιος που αισθάνεται στενά συνδεδεμένος με την Ελλάδα, όπου ζω έξι μήνες τον χρόνο και παίζω ελληνική μουσική. Είμαι ανάστατος. Με πνίγει και θέλω να το πω: Με πλημμυρίζει η νοσταλγία!</p>
<p>Η «δική μου» ελληνική καθημερινή κουλτούρα, οι δικές μου ταβέρνες, τα δικά μου βιβλιοπωλεία, τα μίνι μάρκετ, τα ταξιδιωτικά γραφεία, τα ραφτάδικα που άνοιξαν εδώ από τη δεκαετία του &#8217;70 ως τη δεκαετία του 2000 πάνε να εξαφανιστούν. Δεν υπάρχουν πια όπως τα ήξερα και όπως τα αγαπούσα· για μένα είναι μια πικρή απώλεια. Χάθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άψυχες παραλλαγές  τους. Για να ακριβολογήσω: σχεδόν όλα!</p>
<p>Τα περισσότερα ελληνικά καταστήματα ιδρύθηκαν από οικογένειες των «γκασταρμπάιτερ», των λεγόμενων φιλοξενούμενων εργατών, που ήρθαν στη Γερμανία μεταξύ της δεκαετία του &#8217;60 και της δεκαετίας του &#8217;80. Η πρώτη γενιά των ελλήνων μεταναστών έχει συνταξιοδοτηθεί. Ζούσαν κυρίως μεταξύ τους, στη δική τους κοινότητα, όπου συμμετείχαν φυσικά και πολλά άτομα από άλλες χώρες. Σήμερα οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς έχουν πατήσει τα 70, τα παιδιά και τα εγγόνια τους είναι και αισθάνονται Γερμανοί, μιλούν γερμανικά, είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ συνδεδεμένοι με τη γερμανική κουλτούρα και κοινωνία. Δεν υποφέρουν από νοσταλγία, δεν αισθάνονται ξένοι, για αυτούς όλα κυλούν φυσιολογικά, με την καλύτερη έννοια της λέξης «ισορροπημένα»: η γερμανική και η ελληνική τους φύση είναι ίσες και ισχύουν εξίσου. Σε αυτό προστίθεται και ο λεγόμενος εξαμερικανισμός. Οι νεότεροι ακολουθούν άλλες κατευθύνσεις και δεν έχουν αναλάβει τα ταξιδιωτικά γραφεία, τα ραφτάδικα, τα μίνι μάρκετ ή τις παλιομοδίτικες ταβέρνες, ούτε σκέφτονται να τα ανακαινίσουν. Ένας από τους λόγους είναι και η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων.</p>
<p>Η κοινωνική εγγύτητα, η ζεστασιά και οι προτάσεις του τύπου <em>Άντε, πάμε στου Κώστα</em> ανήκουν στο παρελθόν. Αν παλιά οι μερακλήδες έσπαζαν πιάτα και πετούσαν λουλούδια, τώρα επιτρέπονται μόνο χαρτοπετσέτες. Αυτό που πιθανώς μας περιμένει (αν και ήδη υπάρχει) είναι ελληνικά wine bars, νέα concepts μεζέδων και εκκεντρικά design shops. Έστω και greek style!</p>
<p>Ελληνικό βιβλιοπωλείο, όπου έβρισκες εφημερίδες, περιοδικά, βιντεοκασέτες και βιβλία, δεν υπάρχει πια. Μερικά από αυτά τα είδη υπάρχουν στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, τα οποία όμως είναι και αυτά είδος υπό εξαφάνιση. Ο έλληνας βιβλιοπώλης μου είχε πει πριν από χρόνια: «Προβάλλουμε και ταινίες στο Κοινοτικό Σινεμά, έχουμε σύλλογο». Ακολούθησαν εμβριθείς συζητήσεις και συνεχίζω ακόμα να τον επισκέπτομαι. Ένα βιβλιοπωλείο καθαρή κουλτούρα! Ελληνική φιλοσοφία ζωής, παράδοση και ταυτότητα. Εδώ, στο κέντρο της πόλης. Αυτό ήταν όμως τότε, κάποτε. Υπάρχουν ακόμα, θα μου πείτε, ναι, αλλά όλο και πιο αραιά, ελάχιστα, σπάνια, σχεδόν καθόλου, ίσως κατ΄ εξαίρεση.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16472 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-02_Restaurant-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-02_Restaurant-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-02_Restaurant-450x600.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-02_Restaurant-500x667.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-02_Restaurant.jpg 600w" sizes="auto, (max-width: 225px) 100vw, 225px" />Η χαρακτηριστική ελληνική ταβέρνα ήταν συνήθως διακοσμημένη πολύ ρουστίκ με μπόλικο ξύλο, φωτογραφίες ή και τοιχογραφίες, αρχαΐζουσες κολόνες. Φθηνό το πιάτο με τον γύρο. Οικογενειακή ατμόσφαιρα, χωρίς μάρκετινγκ και ευτυχώς χωρίς concept. Μερικές φορές έβγαιναν πηγαία υπέροχες βραδιές με ζωντανή μουσική και χορό. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε ακόμα αυτή η εκτός χρόνου παλιά ταβέρνα. Σήμερα το κοινό επιζητά ωστόσο «μεσογειακή fusion κουζίνα», κομψά εστιατόρια και αναγνώριση στα κοινωνικά μέσα. Δεν είναι λίγοι οι Έλληνες που προτιμούν να πάνε σε τούρκικο μαγαζί που διατηρεί ακόμα ταυτότητα, γοητεία και αυθεντική κουζίνα, πολύ συγγενή με την ελληνική.</p>
<p>Η διαπολιτισμική ένταξη αποτελεί επιτυχία αν και φέρει στοιχεία πολιτισμικής αποσύνθεσης. Είναι κάπως παράδοξο: όσο μεγαλύτερη είναι η ένταξη μιας μεταναστευτικής κοινότητας, τόσο λιγότερο αποζητά να έχει τη δική της ταυτότητα. Οι ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία διαθέτουν καλή παιδεία και κατάρτιση  και φαίνονται να είναι – ακόμα και στην αβέβαιη εποχή μας – οικονομικά σταθερές, γλωσσικά ενσωματωμένες και μη εξαρτώμενες πλέον από τα ελληνικά καταστήματα. Μπορούμε να πούμε ότι οι κοινότητες αυτές έχουν κατανεμηθεί στην πλειοψηφική κοινωνία.</p>
<p>Φέρνω τρία παραδείγματα:</p>
<p><strong>Το μίνι μάρκετ</strong><br />
<img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16473 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-04_Verkaufsladen-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-04_Verkaufsladen-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-04_Verkaufsladen-450x599.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-04_Verkaufsladen-500x666.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-04_Verkaufsladen.jpg 515w" sizes="auto, (max-width: 225px) 100vw, 225px" />Αχ, τι νοστιμιές: λαχανικά τουρσί, τζατζίκι, φέτα σε χρυσό λάδι με δάφνη και μπαχάρι (πιπέρι μυρτιάς). <em>Η ρίγανη</em> ε<em>ίναι μαζεμένη από τη γιαγιά μου</em>, λέει ο μαγαζάτορας με τη λευκή ποδιά. Μοιάζει με μικροσκοπικά μυρμήγκια ή τρυφερές νιφάδες, η μοσχοβολιά τους φτάνει μέχρι τη μύτη μου, νομίζω τουλάχιστον.<br />
Παχιές πράσινες και μαύρες ελιές, Καλαμών με κυανές ή κοκκινωπές ανταύγειες και την ακρούλα σαν μικροσκοπικά αχλαδάκια.<br />
Το κορύφωμα: Θρούμπες από τη Θάσο, οι ζαρωμένες ελιές με τη κρεατένια γεύση. Ωχροπράσινες τραγανές πιπεριές, τις δαγκώνεις και στάζει η άλμη στο πιάτο.<br />
Ψαράκια τηγανητά ή στο λάδι με θωρούν από τη μεγάλη βιτρίνα. Χταποδοσαλάτα με τσουχτερή τιμή! Λουκάνικο; Τούρκικο σουτζούκι. Καλό κι αυτό. Πικάντικο, με πολύ σκόρδο, κόκκινο, από βοδινό. Λευκή Δεμέστιχα Αχαΐας και σκούρο κόκκινο Ημίγλυκο Νεμέας, ιδέα δεν έχω ποιος το πίνει. Διάφορα ούζα, υπέροχες ετικέτες με ελληνική γραφή, παίρνεις τα πάνω σου. Μικρά μπουκαλάκια ρετσίνας, ποιο να διαλέξω; Μην πίνεις Μαλαματίνα, λένε, αν όμως πρέπει, τότε να είναι Κουρτάκη. Οι τεράστιες νταμιτζάνες είναι οι δύλιτρες ρετσίνες για τα εστιατόρια. Κι εκεί είναι οι τενεκέδες με το ελαιόλαδο, υγρός χρυσός.<br />
Στο πίσω ράφι βρίσκεται το ψωμί πίτα. Το χορταστικό συμπλήρωμα για την τροφή της ψυχής. Μερικές κονσέρβες, ψάρι και γίγαντες με άνηθο σε σάλτσα ντομάτας. Ψητές πιπεριές σε γυάλινο βαζάκι. Βλέπεις τις μαύρες ραβδώσεις της ψησταριάς και σου τρέχουν τα σάλια. Μπουκίτσες όλο Ελλάδα! Νοσταλγία, δάκρυα αγαλλίασης, καρδιοχτύπι, η Ελλάδα μου – εδώ στη Στουτγάρδη.<br />
Ο μαγαζάτορας συσκεύασε τα προϊόντα σε μικρά διαφανή πλαστικά, όλα λάμπουν υπέροχα, πάλι μου τρέχουν τα σάλια. Από την χαρά μού φαίνονται όλα τζάμπα! Τα κουβαλάς σπίτι σου και περιμένεις τις επισκέψεις.<br />
Τα μίνι μάρκετ ήταν συνήθως φθηνά, οικογενειακά και, όπως λέει η λέξη, μικρά – ακριβώς το είδος των καταστημάτων που χάθηκαν πρώτα. Τα σούπερ μάρκετ πήραν τη θέση τους. Ελαιόλαδο και κρασί, μυρωδικά και φέτα, ούζο και τσίπουρο, όλα αυτά και πολλές άλλες σπεσιαλιτέ προσφέρουν τώρα οι μεγάλες αλυσίδες. Συχνά σε φθηνότερες τιμές από ό,τι στην Ελλάδα.</p>
<p><strong>Το ταξιδιωτικό γραφείο</strong><br />
<img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16474 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-01_Reisebuero-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-01_Reisebuero-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-01_Reisebuero-450x600.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-01_Reisebuero-500x667.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-01_Reisebuero.jpg 654w" sizes="auto, (max-width: 225px) 100vw, 225px" />Μυρίζει χταπόδι στιφάδο και πράγματι: στο γραφείο της Βούλας, που είναι γεμάτο με φακέλους, τηλέφωνα, ταμειακές μηχανές, αριθμομηχανές, στυλό, αποδείξεις και ταξιδιωτικά φυλλάδια, αιωρείται πάνω απ΄ όλα μια ευωδία χταποδιού. Η γεύση του άλλο πράγμα, νοστιμότατο, με κρεμμύδι, δάφνη, μπαχάρι, σε σκουροκόκκινη σάλτσα. Διακρίνω και μια νότα κανέλας. Ο χώρος ταπετσαρισμένος με φωτογραφίες: νησιά, δάση, βουνά και θάλασσα. Η Βούλα, κομψότατη στο χρυσαφί λάμπει ολόκληρη, με σικάτο χτένισμα, όλα της στην τρίχα. Ούτε ίχνος μετανάστριας. Ζει στο εδώ και τώρα, πλήρως ενταγμένη, πολύ ζωντανή και χειραφετημένη!<br />
Ταξίδι: Πού πάμε; Πότε πάμε; Μέσω Ανκόνα; Με ποια ακτοπλοϊκή εταιρεία και πώς θα φτάσουμε στο λιμάνι, γιατί όχι Βενετία ή Μπάρι – και μετά; Ηγουμενίτσα ή Πάτρα, ζυγίζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα και συζητά και πολλά άλλα, ατελείωτα, ναι, έχω χρόνο και μετά θα έρθει και η Ρεμπέκα. Μπάρι, Νότια Ιταλία, Απουλία, Καλαβρία, επιτέλους θα διασχίσουμε ολόκληρη τη χώρα, θα ήταν μια εξαιρετική επιλογή, τα διόδια και η βενζίνη αξίζουν τον κόπο και θέλαμε επιτέλους να κάνουμε το γύρο ολόκληρης της μπότας! Έχουμε χρόνο και μας αρέσει να ταξιδεύουμε, σημασία έχει η διαδρομή και όχι ο προορισμός.<br />
Ναι, θα κάνουμε την κράτηση σήμερα ή θα περιμένουμε την Ρεμπέκα; <em>Και αν αλλάξει κάτι, θα σας τηλεφωνήσω</em>, λέει η Βούλα. Πληρωμή σε μετρητά, μάλιστα. Αλλά τότε θα πάω πρώτα στην τράπεζα, κι αυτό εντάξει. Τρίζει ο εκτυπωτής και μου δίνει ένα πρώτο χαρτί, προσεγγίζουμε την κράτηση, μακάρι.<br />
Έρχεται κι ο Γιάννης, είναι ο επίσημος φωτογράφος του ελληνικού προξενείου εδώ δίπλα, στο πίσω μέρος του ταξιδιωτικού γραφείου βγάζει τις επίσημες φωτογραφίες για το διαβατήριο. Κάθεται κάτω από μια τεράστια ομπρέλα, γνήσιος επαγγελματίας, βέρος φωτογράφος, αν και στο ταξιδιωτικό γραφείο. Κοινόχρηστο γραφείο στη δεκαετία του 2000, προηγμένα πράγματα. Ξαφνικά πιάνει ένα μπουζούκι. Παίζεται αν τελικά γίνει η κράτηση σήμερα.<br />
<em>Μπορώ να σας τηλεφωνήσω ακόμα και όταν θα είσαστε στον αυτοκινητόδρομο, αν αλλάξει κάτι</em>, λέει η Βούλα. Πλέω σε πελάγη ευτυχίας, ιδεατά βρίσκομαι ήδη κοντά στην Ανκόνα, στην autostrada. Αριστερά η θάλασσα, λιγώνω: με το ένα πόδι είμαι ακόμα στο Στουτγάρδη και με το άλλο ήδη στο «Γκρις».</p>
<p><strong>Το ραφείο</strong><br />
<img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16475 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-03_Schneiderei-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-03_Schneiderei-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-03_Schneiderei-450x601.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-03_Schneiderei-500x668.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/02/nos-03_Schneiderei.jpg 767w" sizes="auto, (max-width: 225px) 100vw, 225px" />Ο Δημήτρης κάθεται, περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες βελόνες, ανάμεσα σε κρεμάστρες ρούχων με ροδάκια*** φορτωμένες σακάκια, ζακέτες και παντελόνια. Πουκάμισα και μπλούζες κρέμονται από συρμάτινες κρεμάστρες σε πλαστικό περιτύλιγμα. Όλα φρεσκοσιδερωμένα με το χέρι, χωρίς κούκλα σιδερώματος. Ο «Ντίμι» σημαδεύει με καρφίτσες παντελόνια, φούστες ή φορέματα, τα κονταίνει, τα μακραίνει, επιδιορθώνει φερμουάρ. Στοίβες από κοστούμια, στο πίσω μέρος είναι οι κουρτίνες, μπροστά κρέμεται ένα εντυπωσιακό φόρεμα χορού.<br />
Με συναρπάζει η εμφάνιση του Ντίμι, μικρόσωμος, χοντρούλης, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης. Δεν φοράει τουπέ; Δεν χορταίνω να κοιτάζω το τουπέ του γιατί πάντα με τρόμαζε η τριχόπτωση. Και δεν χορταίνω να ακούω την προφορά, το αξάν του, μου αρέσει ο ήχος του.<br />
<em>Ποια διαδρομή;</em> Ρωτάει, <em>Αυτοκινητόδρομο ή πλοίο ή στην ακτή της Αδριατικής, Αλβανία; Όχι αεροπλάνο, η ψυχή σου δεν μπορεί να το ακολουθήσει! Με τι ασχολείσαι αυτή τη στιγμή, μπορείς να βοηθήσεις την κόρη μου στα γερμανικά; Δεν τα πάει καλά στο σχολείο!</em> <em>Ναι, ξέρεις, μας «στρατολόγησαν» τότε, ήταν μια αφίσα στην πλατεία του χωριού κοντά στην εκκλησία, σε έναν στύλο του ηλεκτρικού ή του τηλεφώνου</em>: «Ψάχνουμε εργάτες». <em>Έλα, έλα με το τρένο στο Μόναχο, ετοιμάσαμε τις βαλίτσες και αντίο!</em> Τώρα κάθεται στο ραφτάδικο. Φτάνουν για να ζήσει;<br />
Τα ραφτάδικα γενικά εξαφανίζονται – όχι μόνο τα ελληνικά. Η fast fashion πιέζει τις τιμές και έχει παραγκωνίσει τη ραφτάδικη τέχνη. Ό,τι συνηθισμένο και αγαπητό, το οικείο και το αίσθημα του ανήκειν κάπου – όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί, αντικατεστημένα από ένα σκηνοθετημένο «σπετάκολο», μέσα από το οποίο πρέπει να ξεχωρίσεις για να ανεβάσεις την αξία σου.</p>
<p>Ο κοινωνιολόγος Andreas Reckwitz μιλάει για την απώλεια των κοινωνικών περίγυρων. Εννοεί αυτό που περιέγραψα με βάση τις ταβέρνες, τα ταξιδιωτικά γραφεία και τα μίνι μάρκετ: Η ύστερη νεωτερικότητα καταστρέφει τους κοινωνικούς περίγυρους μέσω του οικονομισμού, της ψηφιοποίησης, της ανάπλασης-εξευγενισμού (gentrification) και της μοναχοποίησης – δηλαδή οτιδήποτε «ιδιαίτερο».</p>
<p>Αυτό που μένει είναι η νοσταλγία και κάποια μελαγχολία. Η ζωή συνεχίζεται, συμφιλιώνεσαι με το καινούργιο και σύντομα το ολοκαίνουργιο γίνεται αυτονόητο. Ακολουθείς τον συρμό, αρχικά κουνάς το κεφάλι σου, μετά συμφωνείς. Γιατί δεν θέλω να μείνω στάσιμος. Κάθε τι καινούργιο δίνει ζωή. Όποιος δεν εγκαταλείπει την πεπατημένη, μένει στο περιθώριο.</p>
<p>Απομένει ένα ερώτημα: Τί τα ξεπερνά όλα αυτά, είναι γλυκό και εύγευστο, με όψη πάντα δελεαστική; Φυσικά οι λιχουδιές του έλληνα ζαχαροπλάστη 🙂</p>
<hr />
<p class="textinfo"><em>Κείμενο: </em><em>Simon Steiner. Συμβολικές </em><em>φωτογραφίες: αρχεία S.Steiner και Α.Τσίγκα. Μετάφραση και σύνταξη: Α.Τσίγκας. Ο Simon Steiner στο diablog.eu </em><a href="https://diablog.eu/el/?s=simon+steiner">εδώ</a><em>.</em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/kathimerinos-politismos/ach-nostalgia-i-apolia-tis-ellinikis-kathimerinotitas-sti-stuttgardi/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Σινική μελάνη, μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Κώτσια</title>
		<link>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Michaela Prinzinger]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 05 Feb 2026 10:55:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πεζογραφία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16367</guid>

					<description><![CDATA[Εκδόθηκε στα γερμανικά στον εκδοτικό οίκο Parrhesia του Βερολίνου το μυθιστόρημα «Σινική μελάνη» του Τηλεμάχου Κώτσια σε μετάφραση της Michaela Prinzinger. Το diablog.eu μίλησε με τον συγγραφέα για τα νεανικά του χρόνια στα ελληνοαλβανικά σύνορα ... <p class="read-more-container"><a title="Σινική μελάνη, μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Κώτσια" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/#more-16367" aria-label="Read more about Σινική μελάνη, μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Κώτσια">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Εκδόθηκε στα γερμανικά στον εκδοτικό οίκο Parrhesia του Βερολίνου το μυθιστόρημα «Σινική μελάνη» του Τηλεμάχου Κώτσια σε μετάφραση της Michaela Prinzinger. Το diablog.eu μίλησε με τον συγγραφέα για τα νεανικά του χρόνια στα ελληνοαλβανικά σύνορα και την εποχή μετά την πτώση του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα.</p>
<p>Αλβανία 1974.<br />
Τρεις μαθητές της ελληνικής μειονότητας ονειρεύονται την ελευθερία. Με χειρόγραφα φυλλάδια τολμούν να κάνουν ένα μικρό βήμα αντίστασης και διώκονται ανελέητα. Η μυστική αστυνομία Σιγκουρίμι τους μεταφέρει στο στρατόπεδο Σπατς, όπου η πείνα και η βία ορίζουν την καθημερινότητα των πολιτικών κρατουμένων.<br />
Ο Τηλεμάχος Κώτσιας αφηγείται την ιστορία αυτών των νέων με μια λογοτεχνική δύναμη που υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια της Αλβανίας. Το μυθιστόρημά του περιγράφει τα στενά όρια μεταξύ θάρρους και προδοσίας, ελπίδας και απόγνωσης – και πώς η ανθρωπιά αναδύεται ακόμα και μέσα από τις πιο ζοφερές στιγμές.<br />
Το μυθιστόρημα «Σινική μελάνη» αποτελεί τόσο μαρτυρία πολιτικής καταπίεσης όσο και λογοτεχνική εξερεύνηση της μνήμης, της αντίστασης και της ακατάλυτης θέλησης για την ελευθερία.</p>
<p><strong>Η συνέντευξη</strong></p>
<p class="interview">Κατάγεστε από την ελληνόφωνη μειονότητα στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Τι είδους βιώματα είχατε μεγαλώνοντας εκεί;</p>
<p>Μεγάλωσα στο χωριό, σε ένα απομακρυσμένο σπίτι, ένα χιλιόμετρο μακριά από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ζούσα με τη μαμά, την αδερφή και τους παππούδες, γιατί ο πατέρας μου εξέτιε επτάχρονη ποινή φυλάκισης ως πολιτικός αντίπαλος του καθεστώτος. Η φυλάκισή του ήταν για μένα βαρύ ψυχολογικό τραύμα, καθώς υφιστάμην από μικρός πολιτικές διακρίσεις ως «παιδί του εχθρού». Τα τέσσερα πρώτα χρόνια του σχολείου τα μαθήματα γίνονταν στα ελληνικά και μαθαίναμε την αλβανική ως ξένη γλώσσα. Από την πέμπτη τάξη και πέρα τα μαθήματα γίνονταν στα αλβανικά, ασχέτως αν εμείς στην αρχή δεν τα γνωρίζαμε επαρκώς. Όταν τελείωσα το εφτατάξιο σχολείο δεν έγινα δεκτός σε κάποιο οικοτροφείο για να συνεχίσω τη μέση εκπαίδευση, όμως οι γονείς μου επέμεναν και παρά τα χαμηλά τους εισοδήματα μου ενοικίασαν δωμάτιο στην πόλη του Αργυροκάστρου προκειμένου να συνεχίσω το σχολείο. Ζούσα στην πόλη και επέστρεφα στο χωριό στο τέλος της βδομάδας. Στην πόλη ήρθα σε επαφή με την αστική ζωή, με τον κινηματογράφο, τις βιβλιοθήκες, το θέατρο. Το γυμνάσιο του Αργυροκάστρου ήταν από τα καλύτερα της Αλβανίας. Βρισκόταν στην παλιά πόλη, δίπλα στο σπίτι που είχε γεννηθεί ο Ενβέρ Χότζα – τότε τον λέγαμε Ηγέτη, ενώ σήμερα όλοι τον αποκαλούν δικτάτορα. Μάλιστα για ένα διάστημα είχα καθίσει στο θρανίο που είχε μαθητεύσει ο Ηγέτης, στην τάξη μουσείο προς τιμήν του. Σε ένα κατηφορικό δρομάκι, που το έλεγαν «σοκάκι των τρελών» –γιατί οι άνθρωποι το κατηφόριζαν τρέχοντας σαν τρελοί – ήταν το σπίτι-γενέτειρα του συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ. Σε αυτή την πόλη γνώρισα την αλβανική γλώσσα, την αγάπησα και σε αυτή μορφώθηκα. Ήμουν άριστος μαθητής και είχα μια εξαιρετική κλίση στα μαθηματικά, στη φυσική και στη χημεία. Μάλιστα εκπροσώπησα τον νομό Αργυροκάστρου με την ομάδα του σε ολυμπιάδα φυσικών επιστημών που γινόταν στα Τίρανα στη ραδιοφωνία, όπου διακριθήκαμε ως φιναλίστ.</p>

<a href='https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/attachment/tk-1_auf-dorffest-mit-eltern-schwester-und-cousine/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="768" height="1024" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-1_Auf-Dorffest-mit-Eltern-Schwester-und-Cousine.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-1_Auf-Dorffest-mit-Eltern-Schwester-und-Cousine.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-1_Auf-Dorffest-mit-Eltern-Schwester-und-Cousine-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-1_Auf-Dorffest-mit-Eltern-Schwester-und-Cousine-450x600.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-1_Auf-Dorffest-mit-Eltern-Schwester-und-Cousine-500x667.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 768px) 100vw, 768px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/attachment/tk-2_tilemachos-mit-schwester/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="728" height="1024" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-2_Tilemachos-mit-Schwester.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-2_Tilemachos-mit-Schwester.jpg 728w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-2_Tilemachos-mit-Schwester-213x300.jpg 213w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-2_Tilemachos-mit-Schwester-450x633.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-2_Tilemachos-mit-Schwester-500x703.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 728px) 100vw, 728px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/attachment/tk-3_tilemachos-mit-einem-cousin/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="910" height="1218" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin.jpg 910w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin-224x300.jpg 224w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin-765x1024.jpg 765w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin-768x1028.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin-450x602.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-3_Tilemachos-mit-einem-Cousin-500x669.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 910px) 100vw, 910px" /></a>

<p class="interview">Και πώς γεννήθηκε η αγάπη σας για τη λογοτεχνία;</p>
<p>Έπαιρνα μέρος και στο λογοτεχνικό κύκλο του σχολείου, από όπου εξέδωσα στο λογοτεχνικό ένθετο της κεντρικής εφημερίδας <em>Φωνή της Νεολαίας</em>, ένα ποίημα κι ένα διηγηματάκι. Και παρ&#8217; όλα αυτά, δεν εγκρίθηκε το δικαίωμα να συνεχίσω ανώτατες σπουδές και ούτε λόγος να μου επιτραπεί να ασχοληθώ στη συνέχεια με τη λογοτεχνία· όλα αυτά λόγω της στάσης του πατέρα μου, ο οποίος στην αρχή υπήρξε κομουνιστής αλλά στη συνέχεια διαφώνησε με την δημιουργία των γεωργικών συνεταιρισμών και τον φυλάκισαν. Αφού δεν μπόρεσα να συνεχίσω σπουδές, εκπλήρωσα για δυο χρόνια τη στρατιωτική θητεία σε τάγμα ανεπιθύμητων του καθεστώτος και όταν απολύθηκα από τον στρατό ήμουν ορκισμένος εχθρός του. Η μόνη μου επιλογή ήταν να επιστρέψω στο χωριό και να ασχοληθώ με τη γεωργία.</p>
<p>Το σπίτι μου ήταν, όπως είπα, μόνο ένα χιλιόμετρο μακριά από τα σύνορα· ήταν άπειρες οι φορές που είχα σκεφτεί να δραπετεύσω από τη χώρα, αλλά φοβόμουν μήπως σκοτωθώ στα σύνορα και επίσης φοβόμουν ότι το καθεστώς θα εκδικούνταν στους γονείς μου: θα τους εκτόπιζε από το γενέθλιο τόπο με τον οποίο ήταν πολύ δεμένοι. Γι&#8217; αυτό και τα ηλεκτροφόρα σύρματα των συνόρων κρατούσαν και την καρδιά μου διαρκώς αιχμάλωτη και ηλεκτρισμένη.</p>
<p class="interview">Πώς ερευνήσατε τα στοιχεία για το μυθιστόρημα «Σινική μελάνη»; Πήρατε συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες της εποχής ή επισκεφθήκατε αρχεία και συμβουλευτήκατε ιστορικές μελέτες;</p>
<p>Από την οικογένειά μου, από τους συγγενείς και τους φίλους μου υπήρξαν πολλά άτομα που είχαν καταδικαστεί και είχαν εκτίσει πολυετείς ποινές σε καταναγκαστικά έργα – πέραν του ότι και οι συνθήκες ζωής μου στο στρατό ήταν παρόμοιες με εκείνες του στρατοπέδου εργασίας. Διάβασα απομνημονεύματα πρώην φυλακισμένων, συζήτησα με γνωστούς. Η ιστορία με τις δραστηριότητες αυτές των κρυφών προκηρύξεων από μαθητές του γυμνασίου υπήρξε γνωστή και είχε συμβεί επανειλημμένως.</p>
<p class="interview">Πολλοί άνθρωποι υπέστησαν πιέσεις να συνεργαστούν με την αλβανική μυστική αστυνομία Σιγκουρίμι. Διακρίνετε κάποια ομοιότητα με την Στάζι, την κρατική ασφάλεια της Ανατολικής Γερμανίας;</p>
<p>Δεν μπορώ να ξέρω πώς λειτουργούσε η Στάζι, παρά μόνο από μια σπουδαία γερμανική ταινία «Οι ζωές των άλλων». Σύμφωνα με αυτή την ταινία, οι μυστικές υπηρεσίες στην Ανατολική Γερμανία ήταν τελειοποιημένες, ενώ στην Αλβανία λειτουργούσαν πολύ πιο ερασιτεχνικά, με τους καταδότες να παγώνουν κρυμμένοι παρακολουθώντας τα θύματά τους. Όμως τα αποτελέσματα ήταν σχεδόν τα ίδια. Όλοι ήξεραν ότι βρίσκονταν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της παρακολούθησης και προσπαθούσαν να φυλαχτούν. Περισσότερο μου θύμιζε τις διώξεις και τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν, που ήταν ακόμα πιο σκληρές. Όλη η αλβανική κοινωνία έμοιαζε στα μάτια μου χωρισμένη σε διώκτες και σε διωκόμενους και αν δεν ανήκες στην πρώτη ομάδα των προδοτών και των συνεργατών, δεν είχες καμία κοινωνική προοπτική. Είχες όμως τη συνείδησή σου καθαρή.</p>
<p class="interview">Περιγράφετε τραγικές ιστορίες από τα αλβανικά στρατόπεδα σωφρονισμού της δεκαετίας του &#8217;70, όπου αμέτρητοι αντιφρονούντες εξαφανίστηκαν, μερικοί για πάντα. Θυμάμαι όμως και μια υπέροχη ερωτική σκηνή με τον ράφτη του στρατοπέδου, ο οποίος γιορτάζει τη ζωή και τον έρωτα με βάση ένα γυναικείο παντελόνι που έπρεπε να μεταποιήσει για έναν ανώτερο αξιωματικό. Αναφέρεστε επίσης στην ομοφυλοφιλία στο στρατόπεδο, θέμα για πολύ καιρό αποσιωπημένο. Πώς ερμηνεύετε την εναλλαγή ζωής και θανάτου στη ζωή των κρατουμένων;</p>
<p>Οι άνθρωποι εκεί κοιμόνταν αγκαλιά με το Χάρο για ολόκληρα χρόνια και είχαν εξοικειωθεί μαζί του. Από την άλλη, όσο σκληρή κι αν ήταν η ζωή τους, σε οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν βρίσκονταν, τα ανθρώπινα αισθήματα ήταν σαν κάτι λουλούδια που κρύβονται μέσα στο χιόνι. Η ομοφυλοφιλία είναι κάποιο συναίσθημα που γεννιέται σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς ο άνθρωπος να το συνειδητοποιήσει, φυτρώνει ασυναίσθητα, παράλληλα με την ανθρώπινη αγάπη που βρίσκεται σε αδιέξοδο, σαν κάποια αλληλεγγύη κατά της καταπίεσης, σαν κάτι αισθήματα εξουσίας του ανθρώπου πάνω στον συνάνθρωπο· και στις φυλακές υπήρχαν οι πιο κατάλληλες συνθήκες για να γεννηθούν τέτοια αισθήματα.</p>

<a href='https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/attachment/tk-4_beim-militaer/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1031" height="796" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer.jpg 1031w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer-300x232.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer-1024x791.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer-768x593.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer-450x347.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-4_Beim-Militaer-500x386.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1031px) 100vw, 1031px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/attachment/tk-5_im-dorf-nach-dem-militaerdienst/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1184" height="979" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst.jpg 1184w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst-300x248.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst-1024x847.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst-768x635.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst-450x372.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-5_Im-Dorf-nach-dem-Militaerdienst-500x413.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1184px) 100vw, 1184px" /></a>

<p class="interview">Πώς βιώσατε προσωπικά την πολιτική τομή του 1990;</p>
<p>Το άνοιγμα των συνόρων με βρήκε σαράντα ετών, παντρεμένο, με τέσσερα παιδιά να μεγαλώσω, και ανεπάγγελτο. Ήξερα να δουλέψω μόνο ως αγρότης, μια δουλειά με την οποία είχα ασχοληθεί αναγκαστικά, αλλά στη συνέχεια την αγάπησα. Έφυγα πρώτα μόνος μου, όπως ο φυλακισμένος όταν ανοίγουν οι φυλακές, δούλεψα μερικούς μήνες και επέστρεψα να πάρω την οικογένειά μου. Ένιωθα ότι έριχνα πέτρα πίσω μου και δεν ήθελα να επιστρέψω. Δεν ήθελα πια να ξέρω ούτε για την αλβανική γλώσσα, ούτε για τον αλβανικό λαό, κάτι που σήμερα το ανακαλώ, αλλά εκείνη ήταν η πρώτη αντίδρασή μου. Όλα εκείνα τα χρόνια έγραφα και ξανάγραφα μερικά διηγήματα, χωρίς ελπίδα να τα εκδώσω, και τα πήρα μαζί μου στην Ελλάδα όπου τα έδειξα σε έναν εκδότη. Ο Θεός οδήγησε τα πόδια μου στον καλύτερο εκδότη της εποχής, στις εκδόσεις Κέδρο, όπου και εξέδωσα την πρώτη συλλογή διηγημάτων. Γλωσσικά εφόδια μου στην ελληνική γλώσσα ήταν τα ελληνικά της περιοχής και τα υπέροχα δημοτικά τραγούδια. Αργότερα ακολούθησαν και άλλα βιβλία, νουβέλες και μυθιστορήματα. Δεν είχα κάποιο οικονομικό όφελος από τη συγγραφή, εκτός που εξασφάλισα τη θέση του μεταφραστή του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου εργάστηκα σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια.</p>
<p class="interview">Μετά το 1990 πολλοί Αλβανοί μετανάστευσαν ως οικονομικοί πρόσφυγες στην Ελλάδα. Στο βιβλίο σας περιγράφετε τις ιδεολογικές συγκρούσεις μεταξύ των μεταναστών. Πώς είναι η κατάσταση σήμερα, 35 χρόνια αργότερα;</p>
<p>Δεν επρόκειτο για ιδεολογικές συγκρούσεις, αλλά για εθνικιστικές. Κανείς από μας δεν είχε πλέον αριστερές ιδέες – τις οποίες είχαμε φάει με το κουτάλι στη χειρότερη μορφή τους. Οι Έλληνες της Αλβανίας ζητούσαν εδώ στην Ελλάδα κάποια δικαίωση για όσα είχαν υποφέρει, την οποία δικαίωση δεν έβρισκαν όπως τη ζητούσαν· όλη αυτή την πίκρα τους άρχισαν να την εκμεταλλεύονται εθνικιστικοί κύκλοι, οι οποίοι όμως, μαζί με διάφορους συντηρητικούς κύκλους, που παραδόξως φώλιαζαν σχεδόν σε όλα τα κόμματα, δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν τους ομογενείς της Αλβανίας αυτούς ως ισότιμους πολίτες, με το ισχυρισμό ότι αν τους έδινε η πολιτεία την ελληνική ιθαγένεια, θα ξεριζώνονταν από τα πατρώα εδάφη και θα άδειαζε ο τόπος. Στην πραγματικότητα όμως τους ήθελαν απλώς ως εργατικά χέρια χωρίς δικαιώματα, να εργάζονται σχεδόν παράνομα, υπό ένα καθεστώς ανοχής. Αυτή την κατάσταση οι αλβανοί μετανάστες τη δέχονταν ευκολότερα, ως φυσιολογική, και μάλιστα ορισμένοι, επωφελούμενοι από τη δυσκολία να διαχωριστεί ένας χριστιανός Αλβανός από ένα Έλληνα της Αλβανίας, παρίσταναν τον εαυτό τους ως Έλληνα της Αλβανίας, προσμένοντας καλύτερη μεταχείριση του κράτους προς τους ομοεθνείς τους. Από την άλλη όμως, η ελληνική κοινή γνώμη δεν είχε καλή εντύπωση για τους Αλβανούς και αυτό το πλήρωναν και οι ομογενείς, οι οποίοι τώρα ήθελαν να ξεχωρίσουν τη θέση τους από εκείνη των Αλβανών, να κάνουν κατά κάποιον τρόπο τη δουλειά τού ελληνικού κράτους που αδυνατούσε, ή δεν ήθελε, να ξεχωρίσει τους Έλληνες της Αλβανίας από τους Αλβανούς.</p>
<figure id="attachment_16276" aria-describedby="caption-attachment-16276" style="width: 440px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16276 size-singlepost-thumb" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt-450x276.jpg" alt="" width="450" height="276" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt-450x276.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt-300x184.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt-768x471.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt-500x307.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-6_Bei-der-Arbeit-als-Landwirt.jpg 1024w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /><figcaption id="caption-attachment-16276" class="wp-caption-text">Ως γεωργός με το δρεπάνι</figcaption></figure>
<p class="interview">Για κάποιο διάστημα υπήρχαν έντονες προκαταλήψεις-διακρίσεις των ντόπιων κατά των αλβανικών οικογενειών που μετανάστευσαν. Στο μεταξύ έχουν υποχωρήσει ή πρόκειται για ανυπέρβλητα στερεότυπα;</p>
<p>Σήμερα, μετά από τριάντα πέντε χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, οι απόγονοι των Αλβανών αυτών, και όχι μόνοι οι ομογενείς μετανάστες, είναι Έλληνες ενταγμένοι πλήρως στην ελληνική κοινωνία, κυρίως τα παιδιά τους· όμως οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν τους εφοδιάζουν με ελληνικές ταυτότητες, γιατί φοβούνται ότι οι άνθρωποι αυτοί, εργατικοί και προκομμένοι, θα φύγουν από την Ελλάδα για άλλες πιο προηγμένες χώρες της Ευρώπης και ότι η Ελλάδα δεν θα μπορεί τότε να τους κρατάει όμηρους, να εργάζονται μόνο στην Ελλάδα.</p>
<p class="interview">Υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Μπέκετ και ο Ναμπόκοφ που μπορούσαν να εκφραστούν σε δύο γλώσσες. Θα μεταφράζατε τα έργα σας από τα ελληνικά στα αλβανικά;</p>
<p>Έχω μεταφράσει μερικά βιβλία και τα έχω εκδώσει στην Αλβανία, αλλά εκεί, τη μια μέρα είσαι πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες και την άλλη εξαφανίζεσαι, δεν υπάρχεις. Θα μπορούσα να γράψω κατευθείαν στα αλβανικά αν απευθυνόμουν στο αλβανικό αναγνωστικό κοινό. Ο συγγραφέας γράφει σε μια γλώσσα, την οποία, όχι μόνο χειρίζεται καλύτερα ο ίδιος, αλλά την καταλαβαίνει καλύτερα και το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Είναι το μέσο επικοινωνίας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, όπως έχουν πει και άλλοι πριν από μένα. Έχω εκδώσει κι ένα θεατρικό έργο στα αλβανικά, «My dear spies» το οποίο κέρδισε και το βραβείο Eurodram. Όσο για το γερμανόφωνο κοινό, χρειάζομαι και τη συνδρομή της μεταφράστριας, την οποία με την ευκαιρία αυτή και ευχαριστώ δημοσίως, όπως και την εκδότρια Κατερίνα Βιχτ, χωρίς τη σύμπραξη της οποίας το μυθιστόρημα αυτό δεν θα έβλεπε το φως στο γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό.</p>
<hr />
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-16277" src="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-7_chinesische_tusche-199x300.jpg" alt="" width="300" height="453" srcset="https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-7_chinesische_tusche-199x300.jpg 199w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-7_chinesische_tusche-450x680.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-7_chinesische_tusche-500x755.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2026/01/tk-7_chinesische_tusche.jpg 678w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /><strong>Η γερμανική έκδοση<br />
</strong></p>
<div id="detailBullets_feature_div"><span class="a-list-item"> Τηλέμαχος Κώτσιας, <em>Chinesische Tusche</em></span><br />
<span class="a-list-item"><span class="a-text-bold">σε μετάφραση της Michaela Prinzinger</span></span><br />
<span class="a-list-item">εκδόσεις Parrhesia Verlag 2025, </span><span class="a-list-item">576 σελίδες, </span><span class="a-list-item">19,90 €</span><br />
<span class="a-list-item"> <span class="a-text-bold">ISBN-13 ‏: ‎ </span> 978-3987310041  </span></div>
<hr />
<p>::: Σινική μελάνη<em> στο diablog.eu</em> <a href="https://diablog.eu/el/logotechnia/siniki-melani-tilemachos-kotsias/">εδώ</a><em> με παρουσίαση </em><em>του συγγραφέα και </em><em>της ελληνικής έκδοσης, περίληψη </em><em>και απόσπασμα </em><em>του μυθιστορήματος</em><em>.<br />
</em></p>
<p class="textinfo"><em>Συνέντευξη: Μιχαέλα Πρίντσιγκερ. Φωτογραφίες: <span class="a-list-item">Τηλέμαχος Κώτσιας</span>. Σύνταξη: Α. Τσίγκας.</em></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/logotechnia/pesografia/siniki-melani-mithistorima-tou-tilemahou-kotsia/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η Doris Wille και η προσφορά της</title>
		<link>https://diablog.eu/el/metafrasi/i-doris-wille-kai-i-prosfora-tis/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/metafrasi/i-doris-wille-kai-i-prosfora-tis/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Athanassios Tsingas]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 15 Jan 2026 08:09:56 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μετάφραση]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16071</guid>

					<description><![CDATA[Η εξαιρετική φήμη τής Doris Wille ως μεταφράστριας πηγάζει από τις εξέχουσες μεταφορές ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά. Αρχές Οκτωβρίου 2025 κρίθηκε νικήτρια του «Βραβείου Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin» 2025/26. Εδώ το δελτίο τύπου για το ... <p class="read-more-container"><a title="Η Doris Wille και η προσφορά της" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/metafrasi/i-doris-wille-kai-i-prosfora-tis/#more-16071" aria-label="Read more about Η Doris Wille και η προσφορά της">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Η εξαιρετική φήμη τής Doris Wille ως μεταφράστριας πηγάζει από τις εξέχουσες μεταφορές ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά. Αρχές Οκτωβρίου 2025 κρίθηκε νικήτρια του «Βραβείου Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin» 2025/26.</p>
<p>Εδώ το δελτίο τύπου για το εν λόγω βραβείο με το σκεπτικό της βράβευσης:</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone size-full wp-image-15925" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin.png" alt="" width="1024" height="716" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin.png 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin-300x210.png 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin-768x537.png 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin-450x315.png 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-01_Bekanntmachung_Preistraegerin-500x350.png 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></p>
<p>Το κείμενο στα ελληνικά:</p>
<p style="text-align: left;">Ανακοινώθηκε η νικήτρια του «Βραβείου Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin» 2025/26 για ελληνoγερμανικές μεταφράσεις.</p>
<p style="text-align: left;">Νικήτρια του «Βραβείου Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin» 2025/26 για ελληνoγερμανικές μεταφράσεις κρίθηκε η Doris Wille για τη μετάφραση του λογοτεχνικού δοκιμίου <em>Die</em> <em>Nadeln</em> <em>des</em> <em>Aufstands</em><em>. </em><em>Eine</em> <em>Kulturgeschichte</em> <em>des</em> <em>Strickens</em> [1] της Κατερίνας Σχινά.</p>
<p style="text-align: center;">Το ελληνικό πρωτότυπο βραβεύτηκε το 2015 με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου. «Η δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας και συγγραφέας Κατερίνα Σχινά παρουσιάζει σε οκτώ κεφάλαια μια ποιητική επισκόπηση γεμάτη πνεύμα και γνώση, σχετικά με τη σημασία που έχει το πλέξιμο και το βελονάκι στην ιστορία, τη λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες, τη μουσική και τις επιστήμες, φτάνοντας μέχρι και στην περιβαλλοντική πολιτική, τα στοχαστικά μαθηματικά και τη θεωρία του χάους. Η συγγραφέας συνδέει το θέμα με σύντομες αυτοβιογραφικές εξιστορήσεις. Προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό, το οποίο ενδεχομένως να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πλέξιμο, μια συναρπαστική, εν μέρει χιουμοριστική ματιά σε ένα απροσδόκητα ευρύ θέμα, και το όλο σε γλωσσική απόδοση πολύ υψηλού επιπέδου.»<br />
(Απόσπασμα από το σκεπτικό της ειδικής κριτικής επιτροπής)</p>
<p style="text-align: center;">Η γερμανική μετάφραση από τις εκδόσεις Edition CONVERSO έχει φτάσει στην 4η έκδοση (2022)· συμπεριλήφθηκε το 2021 στη Γερμανία στη λίστα των καλύτερων μη μυθοπλαστικών βιβλίων του δημόσιου τηλεοπτικού σταθμού ZDF, του πολιτιστικού ραδιοσταθμού Deutschlandfunk Kultur και της εφημερίδας DIE ZEIT. Η μεταφράστρια Doris Wille γεννήθηκε το 1958 στο Warburg και ζει στο νησί Κεφαλονιά της Ελλάδας. Σπούδασε γερμανική φιλολογία και ιστορία της τέχνης και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη δημοσιογραφία και στο δημόσιο δίκαιο.</p>
<p style="text-align: center;">Το «Βραβείο Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin» συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο ύψους 5.000 ευρώ. Ο ιδρυτής του βραβείου Δρ. Bernd-Albrecht Freiherr von Maltzan έχει στενούς δεσμούς με τον ελληνικό πολιτισμό. Επιπλέον, δραστηριοποιείται με διάφορους τρόπους για την πόλη Penzlin του Μεκλεμβούργου. Με την ίδρυση του βραβείου αυτού ο von Maltzan επιθυμεί να προωθήσει τον πολιτιστικό διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας.</p>
<p style="text-align: center;">Η απονομή του βραβείου θα πραγματοποιηθεί στις 29 Μαρτίου 2026 στο πλαίσιο εορταστικής εκδήλωσης στη λογοτεχνική στέγη Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus στο Penzlin. Την ημέρα αυτή απεβίωσε πριν από ακριβώς 200 χρόνια ο ποιητής και μεταφραστής Johann Heinrich Voß, ο οποίος μεγάλωσε στο Penzlin.</p>
<p>[στο λογότυπο επάνω δεξιά:]<br />
ΟΙΚΙΑ VOß PENZLIN<br />
Ένας Έλληνας από το Μεκλεμβούργο<br />
[αριστερά:]<br />
προσωπογραφία του Johann Heinrich Voß</p>
<p>[1] ελληνικός τίτλος: <em>Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού </em><br />
Ο γερμανικός τίτλος κατά λέξη: <em>Οι βελόνες της εξέγερσης. Μια πολιτιστική ιστορία του πλεκτού</em></p>
<hr />
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-15929 size-medium" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05-300x230.jpg" alt="" width="300" height="230" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05-300x230.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05-768x590.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05-450x345.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05-500x384.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-05.jpg 1024w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><strong>Η μεταφράστρια</strong><br />
Η <strong>Doris Wille</strong> γεννήθηκε στη γερμανική κωμόπολη Warburg και ζει στην Κεφαλονιά. Σπούδασε γερμανική φιλολογία και ιστορία της τέχνης στο Μύνστερ της Βεστφαλίας, στη Βιέννη και στο Βερολίνο (Ελεύθερο Πανεπιστήμιο) και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη δημοσιογραφία και στο δημόσιο δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Μάιντς.</p>
<p>Πώς ήρθε σε επαφή με την ελληνική γλώσσα; Στο diablog.eu διηγείται:</p>
<p class="textinfo"><em>«Βρέθηκα στην Ελλάδα το 1985 για να διδάξω γερμανικά σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Ουσιαστικά τυχαία, καθώς η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα όπου μου προσφέρθηκε μια τέτοια θέση εκτός Γερμανίας. Όταν μετακόμισα από το Βερολίνο, τα Ιωάννινα ήταν για μένα ένα πολιτισμικό σοκ. Η γλώσσα, αντίθετα, ήταν άλλου είδους σοκ – κεραυνοβόλος έρωτας! Αρχικά, ίσα που μπορούσα να πω ένα „καλημέρα“, αλλά αμέσως μετά εκμεταλλευόμουν κάθε ευκαιρία για να μάθω ελληνικά. Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, μιλούσα με όποιον συναντούσα, και μέσα στον πρώτο μήνα παρακολούθησα ευθαρσώς στο Πανεπιστήμιο μια διάλεξη για τον Καβάφη, έχοντας την ελπίδα ότι κάτι θα πιάσω. Η στρατηγική αυτή δεν ήταν και τόσο άστοχη</em><em>.</em></p>
<p class="textinfo"><em>Στα Ιωάννινα ήταν και όταν πριν 40 χρόνια αποκρυπτογράφησα μια επιγραφή σε ένα ασανσέρ που έλεγε „4 ΑΤΟΜΑ“. Συνέδεσα τη λέξη – που ήξερα μόνο από τη χημεία ως τη μικρότερη αδιαίρετη μονάδα – με τους ανθρώπους που χωρούσαν στο ασανσέρ. Άρα στην Ελλάδα άτομα είναι και οι ανθρώπινες μονάδες. Καταγοητεύτηκα. Άλλο τόσο με γοήτευσε και το γεγονός ότι η λέξη „μεταφορά“ πέρα από το σχήμα του λόγου αναφέρεται και σε οτιδήποτε έχει σχέση με μετακίνηση αντικειμένων και προσώπων</em><em>. Από τότε ερωτεύτηκα τη γλώσσα αυτή. Αρχικά ήταν ο σημαντικότερος λόγος για να παραμείνω στην Ελλάδα.</em></p>
<p><em>Γρήγορα ανακάλυψα ότι η μετάφραση αποτελεί ιδανική ευκαιρία εμβάθυνσης σε λογοτεχνικό κείμενο. Να μην παρακάμψεις κάτι, αλλά να το αντιμετωπίσεις. Να συλλάβεις</em><em> παλμούς και δονήσεις. Να απολαύσεις την κάθε έκφραση. Να ανοίξεις νέους κόσμους. Να κατανοήσεις. Άρχισα να μεταφράζω, αρχικά για τον εαυτό μου, για να καταλάβω ουσιαστικά τα κείμενα που με ενδιέφεραν. Αυτό είναι και η πιο σημαντική προϋπόθεση ώστε να μην μεταφράζεις λέξη λέξη, αλλά να εκφράσεις κάτι εκ νέου σε μιαν άλλη γλώσσα. Και αυτό είναι συχνά το να λες „Σχεδόν το ίδιο με άλλα λόγια“ – για να χρησιμοποιήσω τον γερμανικό τίτλο του βιβλίου του Ουμπέρτο Έκο με θέμα τη μετάφραση.</em> [παρατήρηση: ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου είναι «Τα όρια της ερμηνείας»]</p>
<p><em>Με αυτό ακριβώς ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια: μερικές φορές μεταφράζω μυθιστορήματα, παιδικά βιβλία ή ποιήματα, άλλες φορές κείμενα εκθέσεων ή συνεντεύξεις και άλλοτε πάλι σενάρια ή λιμπρέτα, για να μην αναφέρω την πληθώρα πιστοποιητικών γέννησης και αποφάσεων διαζυγίου.</em></p>
<p><em>Τα ελληνικά τα έμαθα ουσιαστικά με αυτοδιδασκαλία, πλην λίγων ωρών που παρακολούθησα μαθήματα γλώσσας. Σίγουρα με βοήθησε το γεγονός ότι όλη μου τη ζωή ασχολούμαι με τη γλώσσα, αρχικά ως φοιτήτρια γερμανικής φιλολογίας, και αργότερα ως καθηγήτρια γλώσσας και δημοσιογράφος. </em><em>Για να επικυρώσω τις γνώσεις μου στα ελληνικά έλαβα μέρος σε γερμανικές κρατικές εξετάσεις για πιστοποιημένους μεταφραστές και διορίστηκα επίσης ως ορκωτή μεταφράστρια.</em></p>
<p><em>Ξεκίνησα λοιπόν να μεταφράζω λ</em><em>ογοτεχνία </em><em>„εμμέσως“, από σπόντα: βρέθηκα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, όπου κάποιος εκδοτικός οίκος μού ανέθεσε την πρώτη μου μετάφραση· ήταν ένα σύντομο κείμενο από κάποια ανθολογία. Στρώθηκα στη δουλειά με τη σκέψη „να δούμε εάν θα πετύχει“. Τελικά μετέφρασα σχεδόν ολόκληρη την ανθολογία. Η μια ανάθεση φέρνει την άλλη κι έτσι με τα χρόνια τα κείμενα πλήθυναν.</em></p>
<p><em>Σύμφωνα με τον Νίκο Καζαντζάκη „η γλώσσα είναι πατρίδα“· αυτό σημαίνει κατ΄ επέκταση, ότι ζώντας σε μια ξένη χώρα η μετάφραση μεταξύ της νέας και της μητρικής γλώσσας μπορεί να αποτελέσει θαυμαστό τρόπο να μην γίνεις άπατρις.»</em></p>
<p>Από το 1998 η Doris Wille είναι ανεξάρτητη μεταφράστρια. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου ως σύμβουλος για την Ελλάδα στο τμήμα παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες υπήρξε εμπειρογνώμονας για τα «Λογοτεχνικά μεταφραστικά έργα». Επίσης δίδαξε στο EKEMEΛ (Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών) στην Αθήνα.</p>
<p>Πρεσβεύει την ενεργή κατανόηση της λογοτεχνίας και την κοινωνική ευθύνη. Το ευρύ φάσμα των έργων της είναι ιδανικό για να απολαύσεις σύνθετες ιστορικές και προσωπικές αφηγήσεις. Με τον τρόπο αυτό προωθεί την προσωπική ενσυναίσθηση και τον διάλογο, καθώς οι μεταφράσεις της διακρίνονται για τη λογοτεχνική τους ευαισθησία. Η ικανότητά διαχείρισης γλωσσικών και πολιτισμικών χώρων, η διατήρηση της ατμόσφαιρας και του πλαισίου του πρωτότυπου, καθώς και η διαμεσολάβηση δύσκολων θεμάτων, όπως είναι ο πόλεμος και η κουλτούρα της μνήμης, αποτελούν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τού έργου της. Οι μεταφράσεις της Doris Wille αποτελούν γέφυρες αλληλοκατανόησης των πολιτισμών και σημαντικούς συνδέσμους στον ελληνογερμανικό πολιτισμικό διάλογο.</p>
<figure id="attachment_15927" aria-describedby="caption-attachment-15927" style="width: 290px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-15927" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-03_Kueste_Converso-450x600.jpg" alt="" width="300" height="400" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-03_Kueste_Converso-450x600.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-03_Kueste_Converso-225x300.jpg 225w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-03_Kueste_Converso-500x667.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-03_Kueste_Converso.jpg 768w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /><figcaption id="caption-attachment-15927" class="wp-caption-text"><em>Σε κάποια ακτή της Κεφαλονιάς<br /></em></figcaption></figure>
<p><strong>Η Μεραρχία  Άκουι </strong><br />
Ως μεταφράστρια και δημοσιογράφος η Doris Wille ασχολείται επίσης με τη γερμανική κατοχή της Ελλάδας κατά τον Β&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην προφορική ιστορία. Το ενδιαφέρον της εστιάζεται στην Κεφαλονιά, όπου ζει. Εκεί, τον Σεπτέμβριο του 1943, δολοφονήθηκαν από τη Βέρμαχτ σε μαζικές εκτελέσεις μερικών χιλιάδων στρατιωτών της ιταλικής μεραρχίας Άκουι. Αυτό το λουτρό αίματος θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου. Η Doris Wille ασχολείται μέσα από διάφορους τρόπους προσέγγισης με την εξιχνίαση των συμβάντων για πάνω από είκοσι χρόνια. Γι αυτήν της την προσφορά τής απονεμήθηκε το 2018 τιμητικό μετάλλιο από την ιταλική ένωση <em>Associazone Nazionale Divisione Acqui.</em><a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a>  Η ένωση ιδρύθηκε το 1945 από επιζώντες και συγγενείς των πεσόντων της μεραρχίας Άκουι με στόχο να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων αυτών των τραγικών γεγονότων.</p>
<hr />
<p><strong>Το τέλος μιας εποχής;</strong><br />
Γνώρισα προσωπικά την Doris τον Ιούνιο του 2024 στο 3ο ViceVersa Ελληνογερμανικό εργαστήρι μετάφρασης στα Χανιά ως μια εξαιρετικά φιλική και ευχάριστη συνάδελφο, άνθρωπο με περίσκεψη και έντονη προθυμία συνδρομής. Στην Κρήτη μοιράστηκε γενναιόδωρα την τεράστια εμπειρία της με όλες τις και όλους τους συναδέλφους της.</p>
<p>Το βραβείο Johann Heinrich Voß θα απονεμηθεί στις 29 Μαρτίου 2026. Η ίδια κρίνει την τιμή αυτή ως αναγνώριση και σεβασμό της εργασίας της, κάτι που, κατά τη γνώμη της, σπανίζει στον μεταφραστικό κλάδο. Ίσως το βραβείο αυτό να αποτελέσει την κορύφωση της σταδιοδρομίας της ως λογοτεχνική μεταφράστρια.</p>
<hr />
<p><strong>σύνδεσμοι</strong><br />
Η Doris Wille στο diablog.eu diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/?s=Doris+Wille">εδώ</a> // Ανθή Βηδενμάιερ, <em>Συνέντευξη με την Doris Wille</em>, σειρά <em>Πορτρέτα μεταφραστών</em>, Freie Universität Berlin/CeMoG, Βερολίνο, 2016, <a href="https://www.cemog.fu-berlin.de/el/wissensbasis/uebersetzerportraets/video-interviews/doris-wille/index.html">εδώ</a> (με επιλογή μεταφράσεών της και συνδέσμους βιβλιοκριτικής). Μεταγραφή της συνέντευξης <a href="https://www.cemog.fu-berlin.de/el/wissensbasis/uebersetzerportraets/interviews-in-textform/doris-wille/index.html">εδώ</a> // η Doris Wille στις εκδόσεις Verlag Romiosini <a href="https://bibliothek.edition-romiosini.de/catalog/category/doris-wille">εδώ</a> (στα DE)</p>
<figure id="attachment_15928" aria-describedby="caption-attachment-15928" style="width: 940px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-15928" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript.jpg" alt="" width="950" height="713" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/dw-04_Skript-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 950px) 100vw, 950px" /><figcaption id="caption-attachment-15928" class="wp-caption-text"><em>Σημειώσεις μετάφρασης του</em> Ίσλα Μπόα</figcaption></figure>
<p><strong>Πεζογραφία, </strong><strong>επιλογή </strong>(σε παρένθεση το έτος έκδοσης στα γερμανικά)<br />
Έρση <strong>Σωτηροπούλου</strong>, <em>Τι μένει από τη νύχτα</em> (2025 και 2021) καθώς και <em>Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές</em> (2001) – και τα δύο μυθιστορήματα αποτελούν σημαντικά έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας // Χρήστος <strong>Αστερίου</strong>, <em>Η θεραπεία των αναμνήσεων</em> που θίγει θέματα μνήμης και ταυτότητας (2023, μετάφραση στα γερμανικά από κοινού με τη Sigrid Willer. Μπορείτε να διαβάσετε τη μετάφραση αυτή ως <em>Die Therapie der Erinnerungen</em> online στις εκδόσεις Edition Romiosini, <a href="https://bibliothek.edition-romiosini.de/catalog/book/89">εδώ</a>. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να εγγραφείτε, δωρεάν και με εξαιρετική φιλικότητα προς τον χρήστη. Ο οίκος δημοσιεύει ελληνική ή σχετική με την Ελλάδα λογοτεχνία στα γερμανικά, όλα τα έργα διατίθενται  δωρεάν για online ανάγνωση). Το μυθιστόρημα <em>Ίσλα Μπόα</em> του συγγραφέα περιμένει ακόμα τον εκδότη του. Το <em>Ίσλα Μπόα</em> στο diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/logotechnia/christos-asteriou-isla-boa/">εδώ</a> // Μαρία <strong>Τοπάλη</strong>, <em>Die</em><em> Wurzeln</em><em> lang</em><em> ziehen</em> («Τραβώντας τη ρίζα», ανέκδοτο στα ελληνικά. 2023, μετάφραση στα γερμανικά από κοινού με τη Birgit Hildebrand) – μια σύνθεση ποίησης και δοκιμίου, θεματικά συνδεδεμένη με τη μετανάστευση και τη διαδικασία της θύμησης. Στο diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/logotechnia/travontas-ti-risa/">εδώ</a> // Κατερίνα <strong>Σχινά</strong>, <em>Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού</em> (2021) – μη μυθοπλαστικό βιβλίο που συνδυάζει πολύ ψυχαγωγικά ιστορική έρευνα και λογοτεχνική αντανάκλαση. Στο diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/kathimerinos-politismos/kali-kai-anapodi-o-politismos-tou-plektou/">εδώ</a> // Γιώργος <strong>Κουκουλάς</strong>, <em>Το βυθισμένο βασίλειο</em> (2015, μετάφραση στα γερμανικά από κοινού με τη Sigrid Willer) // Κώστας <strong>Κοντοδήμος</strong>, <em>Ο γιος που δεν θα θέλατε να ‘χετε</em> (2001) // Νίκος <strong>Θάνος</strong> (εκδότης), <em>Wohin ich auch reise&#8230; Literarische Beschreibung Griechenlands</em> («Όπου κι αν ταξιδεύω&#8230; λογοτεχνική περιγραφή της Ελλάδας», ανέκδοτο στα ελληνικά, 1998)</p>
<p><strong>Ιδιαίτερα </strong><strong>θέματα</strong><br />
Εξέχουσα σημασία για τη Doris Wille έχει η έκθεση <em>Διαιρεμένες Μνήμες 1940-1950. Ανάμεσα στην Ιστορία και το βίωμα</em>, που μπορείτε να την επισκεφθείτε ψηφιακά, <a href="https://dividedmemories.de/">εδώ</a><br />
Το ίδιο ισχύει και για το πρόγραμμα <em>Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα</em>, για το οποίο μετέφρασε τους υπότιτλους εκτενών εξιστορήσεων αυτόπτων μαρτύρων της εποχής και πήρε και η ίδια συνεντεύξεις, <a href="https://www.occupation-memories.org/deutsche-okkupation/index.html">εδώ</a></p>
<p><strong>Επιλογή άλλων έργων</strong><br />
Ερμής <strong>Περιστέρης</strong>,  <em>Ίσως να είναι η Ηλέκτρα</em> (2022, θεατρικό) // <em>Affinities</em><em>. Greek</em><em> and</em><em> German</em><em> Art</em><em> Songs</em> (2019, μουσικό CD) – μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά και του Άγγελου Σικελιανού // Γιάννης <strong>Λάμπρου</strong> και Κωνσταντίνος <strong>Μπλάθρας</strong>, <em>Ρυθμοί του Αιγαίου. Η Λύρα</em> (2016) – υποτιτλισμός ντοκιμαντέρ από κοινού με τη Sigrid Willer // Brigitte <strong>Weninger</strong>/Eve <strong>Tharlet</strong>, <em>Καλή ανάρρωση Παυλή</em> (2015) – δίγλωσση έκδοση μεταφρασμένη στα EL από κοινού με τον Νικόλα Χαλιώτη // Φραντζέσκα <strong>Αλεξοπούλου</strong>&#8211;<strong>Πετράκη</strong>, <em>Φίλοι … φως φανάρι</em>  (2013) // Τίτος <strong>Πατρίκιος</strong>, <em>Σε βρίσκει η ποίηση</em> (2013) // Βαγγέλης <strong>Ηλιόπουλος</strong>/Λουτσάνο <strong>Κομίντα</strong>, <em>Από: Μικέλε, Προς: Φώτη</em> (2009) // Ευγένιος <strong>Τριβιζάς</strong>, <em>Η Δέσποινα και το περιστέρι</em> (2004) και  <em>Ένα χελιδόνι για την Ευρώπη</em> (2003) // Ελένη<strong> Τορόση</strong>, <em>Kleine</em><em> Worte</em><em> – Gro</em><em>ße</em><em> Worte</em> («Μικρά λόγια – μεγάλα λόγια», ανέκδοτο στα ελληνικά, 2001) // Δημοσθένης <strong>Κούρτοβικ</strong>, <em>Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός</em> (2000)</p>
<hr />
<p class="textinfo"><em>Φωτογραφίες: Johann-Heinrich-Voß-Literaturhaus της πόλης Penzlin, εκδόσεις Edition Converso και μέλη του 3ου ViceVersa Ελληνογερμανικού εργαστηρίου μετάφρασης. Σύνταξη και παρουσίαση: Α. Τσίγκας. </em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/metafrasi/i-doris-wille-kai-i-prosfora-tis/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Αθηνών στην Ιερά Οδό (2025)</title>
		<link>https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/</link>
					<comments>https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Redaktion]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 25 Dec 2025 08:35:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Καθημερινός πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://diablog.eu/?p=16058</guid>

					<description><![CDATA[Στα μέσα Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε επιτέλους στο Αιγάλεω το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ. Τρεις μέρες γεμάτες μουσική, χορό, σεμινάρια, μαθήματα, θέατρο σκιών, εκθέσεις και παρουσιάσεις βιβλίων, όπου 3000 κεφάτοι θαμώνες γιόρτασαν την αστική λαϊκή μουσική. Τα γεγονότα ... <p class="read-more-container"><a title="Το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Αθηνών στην Ιερά Οδό (2025)" class="read-more button" href="https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/#more-16058" aria-label="Read more about Το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Αθηνών στην Ιερά Οδό (2025)">Περισσότερα ...</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="einleitung">Στα μέσα Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε επιτέλους στο Αιγάλεω το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ. Τρεις μέρες γεμάτες μουσική, χορό, σεμινάρια, μαθήματα, θέατρο σκιών, εκθέσεις και παρουσιάσεις βιβλίων, όπου 3000 κεφάτοι θαμώνες γιόρτασαν την αστική λαϊκή μουσική.</p>
<p><strong>Τα γεγονότα</strong><br />
Η εκδήλωση μακράς διαρκείας του Σαββάτου &#8211; γεμάτη με μελαγχολικούς ήχους της Μικρασίας &#8211; και η αυτονόητη κούραση του κοινού μετουσιώθηκε σε έκσταση όταν τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε ο ηλικιωμένος κύριος Θύμιος Στουραΐτης με τη νεαρή σύζυγό του Μαρία Καπετανίδου. Ο Θύμιος εξέπληξε όλους με το μπουζούκι του, το οποίο έπαιζε με τον ιδιόμορφο τρόπο των Αμερικανών μουσικών του μπλουζ. Κάθε άλλο παρά τα συνηθισμένα ακόρντα, φρενήρεις τριόλες και απότομα τσακίσματα. Και παράλληλα το διφωνικό τραγούδι με τη γυναίκα του – η βραχνή φωνή του δίπλα στη δική της κρυσταλλένια. Σε σύγκριση με τους απανταχού προσκολλημένους στην παραδοσιακή εκτέλεση, η διαφορά ήταν έντονη, <a href="https://www.youtube.com/watch?v=MmYpTf8MKCs&amp;list=RDMmYpTf8MKCs&amp;start_radio=1">εδώ</a>. Τέλος έπαιξαν το «Καραντουζένι» του Μάρκου Βαμβακάρη από το 1933, το άσμα της ρεμπέτικης ζωής.</p>

<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-06_thimios-und-maria-nah-dran/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="958" height="718" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran.jpg 958w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran-450x337.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-06_Thimios-und-Maria-nah-dran-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 958px) 100vw, 958px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-07_jorgo-tzortzis-nah-dranjpg/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="879" height="660" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg.jpg 879w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg-768x577.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-07_Jorgo-Tzortzis.-nah-dranjpg-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 879px) 100vw, 879px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-02_organisationsteam-2/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="622" src="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1-300x182.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1-768x467.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1-450x273.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-02_Organisationsteam-1-500x304.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></a>

<p>Αμέσως μετά εμφανίστηκε και ο Γιώργος Τζώρτζης, που ξεσήκωσε το κοινό μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. Για καλή μας τύχη γνώριζε πολύ λίγο τους μουσικούς που τον συνόδευαν, και έτσι προέκυψαν αυτοσχεδιασμοί, κενά και διατάσεις που οδήγησαν στο τέλος σε μια αίσθηση ελευθερίας και αιώρησης. Ο Τζώρτζης κατάφερνε να τους ενεργοποιήσει και να τους συνενώνει ξανά και ξανά. Έπαιζε το μπαγλαμά του με ευαισθησία και τραγουδούσε άλλοτε πρίμα, άλλοτε μπάσα, αλλά πάντα με το χαρακτηριστικό του στυλ – ήταν απόλυτα ο εαυτός του, μια δυνατή προσωπικότητα με εξαιρετική στάση και ακτινοβολία, διαθέτοντας επιπλέον και ένα πλατύ χαμόγελο. Η αίθουσα ήταν σε έξαψη, το κοινό ολότελα παραδομένο φώναζε και τον παρότρυνε· η κορύφωση συντελέστηκε όταν η μισή οργανωτική ομάδα όρμησε στη σκηνή και άρχισε τον χορό στους ήχους του Τζώρτζη.</p>
<p>Επιστρέφουμε στις ανατολίτικες μελωδίες των αμανέδων, έκφραση ανεκπλήρωτης λαχτάρας και ανυπέρβλητου πάθους, με σμυρνέικη προέλευση. Στη σκηνή, το μουσικό συγκρότημα έπαιζε τα κλασικά όργανα του καφέ αμάν: σαντούρι, κανονάκι, ούτι και, αντί κλαρίνου, ένα κυρτό σαξόφωνο σοπρανίνο. Ρευστές μικροτονικές νότες σε αρμονία με το τραγούδι και το βιολί – ήταν σαν να ταξίδευες στη Μικρασία πίσω στον χρόνο.</p>
<figure id="attachment_15984" aria-describedby="caption-attachment-15984" style="width: 1014px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-15984 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs.jpg" alt="" width="1024" height="283" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs-300x83.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs-768x212.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs-450x124.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-04_Konzert-im-Saal-laengs-500x138.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /><figcaption id="caption-attachment-15984" class="wp-caption-text">Μέσα σκηνή</figcaption></figure>
<p>Οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου βρίσκονται στην Ανατολή – παρά τις πολιτικές προσπάθειες, τις κοινωνικές αλλαγές, τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας και τον προσανατολισμό προς τη Δύση εδώ και 100 χρόνια. Αυτό ισχύει τόσο για τους αμανέδες όσο και για την αθηναϊκή εκδοχή του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Οι αραβο-περσικές κλίμακες και η μελαγχολία τους συνθέτουν τη γοητεία αυτών των αστικών λαϊκών τραγουδιών.</p>
<figure id="attachment_15983" aria-describedby="caption-attachment-15983" style="width: 1014px" class="wp-caption alignnone"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-15983 size-full" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs.jpg" alt="" width="1024" height="319" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs-300x93.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs-768x239.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs-450x140.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-03_Konzert-im-Aussenbereich-laengs-500x156.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /><figcaption id="caption-attachment-15983" class="wp-caption-text">Έξω σκηνή</figcaption></figure>
<p>Στη διάρκεια των τριών ημερών του φεστιβάλ, διοργανώθηκε βραδιά Βασίλη Τσιτσάνη, συναυλία Στέλιου Καζαντζίδη και παρουσιάστηκαν ρεμπέτικα graphic novels, για να αναφέρω μόνο μερικές από τις εκδηλώσεις. Μεγάλες εκπλήξεις ήταν μια συναυλία με αποκλειστικά «τσιγγάνικα» ρεμπέτικα και μια με «αντιφασιστικά» γύρω από πολιτικά θέματα όπως πόλεμος, κρίσεις, ναζισμός, πείνα και αυταρχικά καθεστώτα. Η εμφάνισή της μπάντας συνοδεύτηκε από συνταρακτικές εικόνες που προβάλλονταν στην οθόνη.</p>

<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-10_chor-athens-reb-festi_34/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="768" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-10_chor-athens-reb-festi_34-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-09_34/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="768" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-09_34-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></a>
<a href='https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/attachment/s2-05_koumpania-antifa/#main'><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="768" src="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA.jpg" class="attachment-full size-full" alt="" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA.jpg 1024w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA-300x225.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA-768x576.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA-450x338.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-05_Koumpania-ANTIFA-500x375.jpg 500w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></a>

<p>Εγώ προσωπικά ήμουν καλεσμένος να παρουσιάσω το αγαπημένο μου θέμα «Πώς το ρεμπέτικο ήρθε στη Γερμανία». Σε 12 θέσεις κατάφερα – στα ελληνικά (!) – να προσδιορίσω διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ ρεμπέτικου και Γερμανίας. Κατόπιν ερωτήθηκα για τα μεταναστευτικά κύματα των Ελλήνων, που έφεραν</p>
<figure id="attachment_16020" aria-describedby="caption-attachment-16020" style="width: 370px" class="wp-caption alignleft"><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-16020" src="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis-300x91.jpg" alt="" width="380" height="116" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis-300x91.jpg 300w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis-768x234.jpg 768w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis-450x137.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis-500x152.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2025/11/s2-12_Simon-Steiner-Gerard-Jacques-Istres-Kris-Kaerts-Poli-Roumeliotis.jpg 928w" sizes="auto, (max-width: 380px) 100vw, 380px" /><figcaption id="caption-attachment-16020" class="wp-caption-text">από αριστερά: Simon Steiner, Gérard Jacques Istres, Kris Kaerts και Πόλυ Ρουμελιώτη</figcaption></figure>
<p>το ρεμπέτικο στη Γερμανία. Έχοντας ως βάση τέσσερις κομπανίες, παρουσίασα τη σημερινή ρεμπέτικη σκηνή της Στουτγάρδης και, φυσικά, δεν παρέλειψα να παρουσιάσω και το δικό μου διεθνικό ρεμπέτικο πρότζεκτ <a href="http://www.lefta.eu/">www.lefta.eu</a>. Η μπάντα <em>Lefta</em> εξελίχτηκε: προστέθηκαν εκλεκτοί διεθνείς καλεσμένοι και ακόμα περισσότεροι μουσικο-οπτικοί πειραματισμοί. Συνοψίζοντας μιλάμε για ένα «post ρε-μπέτικο»!<br />
Στο πάνελ «Το ρεμπέτικο στην Ευρώπη», το ζεύγος Kris Kaerts και Πόλυ Ρουμελιώτη εκπροσώπησε τη βελγική ρεμπέτικη σκηνή  και παρουσίασε το ντοκιμαντέρ τους «In Skipperstreet» <a href="https://www.youtube.com/watch?v=R8wpMT7Sd3U">εδώ</a><br />
Τη γαλλική ρεμπέτικη σκηνή παρουσίασε ο Gerard Durand, του οποίου η κύρια θέση «Το ρεμπέτικο είναι πεπρωμένο» ήταν πολύ πειστική.<br />
Ενδιαφέροντα ήταν και τα σχόλια: πολλοί εξέφρασαν την έκπληξή τους για το θέμα «Το Ρεμπέτικο στην Ευρώπη», για τα δρώμενα στη Γερμανία, τη Γαλλία και το Βέλγιο και για την έντονη σύνδεσή μας με την Ελλάδα.</p>
<p><strong>Οργάνωση</strong><br />
Φέτος το ημερήσιο εισιτήριο κόστιζε στο ταμείο 12 ευρώ. Θέσεις στάθμευσης υπήρχαν στον ίδιο τον χώρο του φεστιβάλ στην Ιερά Οδό 154. Οι άνθρωποι ήταν ευγενικοί, οι τουαλέτες καθαρίζονταν διαρκώς. Το φαγητό ήταν πάντα εξασφαλισμένο: στην αυλή του φεστιβάλ πωλούνταν σουβλάκια, σάντουιτς και αναψυκτικά και ποτά. Ο πάγκος με τα βιβλία διέθετε μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων, όπως δίσκους, φωτογραφίες, έντυπα, μπλουζάκια και πολλά άλλα. Απέναντι από τον χώρο του φεστιβάλ υπάρχει ένα περίπτερο με μεγάλη γκάμα προϊόντων, ενώ στο ειδυλλιακό Κάτω Αιγάλεω, σε απόσταση 4 χλμ., υπάρχουν πολύ καλές ταβέρνες, καταστήματα και ένα πάρκο για χαλάρωση και ξεκούραση.<br />
Ήταν ένα τέλειο φεστιβάλ, που θα αναβιώσει ξανά στα μέσα Οκτωβρίου 2026.</p>
<hr />
<p data-wp-editing="1"><strong><img loading="lazy" decoding="async" class="alignleft wp-image-15972" src="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-01_poster-450x627.jpg" alt="" width="300" height="418" srcset="https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-01_poster-450x627.jpg 450w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-01_poster-215x300.jpg 215w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-01_poster-500x697.jpg 500w, https://medien.diablog.eu/2025/10/s2-01_poster.jpg 735w" sizes="auto, (max-width: 300px) 100vw, 300px" /></strong>Σημειώσεις<br />
<strong>1</strong>_<strong>Καραντουζένι</strong>, σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρη, 1933:</p>
<p data-wp-editing="1"><em>Έπρεπε να `ρχόσουνα μάγκα μες τον τεκέ μας</em><br />
<em>και ν’ άκουγες το μπαγλαμά και τις διπλοπενιές μας.</em><br />
<em>Να κάτσεις να `φχαριστηθείς ν’ ακούσεις και λιγάκι</em><br />
<em>θέλεις δε θες να σηκωθείς βόλτα για ζεϊπεκάκι.</em><br />
<em>Νά `κουγες το αραμπιέν και το καραντουζένι</em><br />
<em>και σε λιγάκι θά `λεγες ο αργιλές θα γένει.</em><br />
<em>Να σου φύγουν οι καημοί να σπάσεις νταλγκαδάκι</em><br />
<em>απ’ τις πενιές που θά `κουγες από το μπουζουκάκι.</em></p>
<p data-wp-editing="1"><em>Αραμπιέν</em> και <em>καραντουζένι</em> είναι τρόποι κουρδίσματος που αναλογούν σε συγκεκριμένο «δρόμο» (μουσική κλίμακα) έχοντας βάση συγκεκριμένη τονική. Είναι έκφραση της στενής σύνδεσης του ρεμπέτικου με την οθωμανική-αραβική μουσική παράδοση.</p>
<p data-wp-editing="1"><strong>2</strong>_Simon Steiner, <strong>12 θέσεις</strong> σχετικά με το από πού πηγάζει στη Γερμανία το ενδιαφέρον για το ρεμπέτικο. Οι θέσεις σε συντομία <a href="https://stuttgartpunk.de/2025/11/18/%cf%87%cf%84%ce%b9%ce%b6%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b5%cf%86%cf%85%cf%81%ce%b5%cf%83/">εδώ</a> // Το άρθρο «Πώς το ρεμπέτικο ήρθε στη Στουτγάρδη» στο diablog.eu <a href="https://diablog.eu/el/technes/mousiki/pos-to-rempetiko-irthe-sti-stoutgardi/">εδώ</a> // Ευχαριστώ τη γυναίκα μου Ρεμπέκκα, τον Θανάση Τσίγκα και τον Τάσο Κακλαμάνη για τη βοήθειά τους στην προετοιμασία της παρουσίασής μου.<br />
<strong>3</strong>_Το πρόγραμμα του φεστιβάλ <a href="https://athensrebetikofestival.gr/programma-2oy-festibal">εδώ</a><br />
<strong>5</strong>_Μέρος των εσόδων του φεστιβάλ διατέθηκε για φιλανθρωπικό σκοπό στα Παιδικά Χωριά S.O.S. και στο Ταμείο Αλληλεγγύης του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου.</p>
<p class="textinfo"><em>Κείμενο: Simon Steiner. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Αθηνών.</em></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://diablog.eu/el/technes/mousiki/to-2o-rembetiko-festival-athinon-stin-iera-odo-2025/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
