Έλενα Μαρούτσου: Το εξιλαστήριο θαύμα

Μιά ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες, σε παρουσίαση της Michaela Prinzinger

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Μια αθηναϊκή οικογένεια φιλοξενεί έναν ασυνόδευτο πρόσφυγα. Η άφιξη του δεκαπεντάχρονου Σομαλού Μούσα πυροδοτεί μια σειρά αλλαγών. Επαναπροσδιορίζει τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και επανεμφανίζει παλιές γνωριμίες.

Η μητέρα Ραχήλ, μεταφράστρια λογοτεχνίας, και ο πατέρας Νίκος, αρχιτέκτονας, έχουν δύο έφηβες κόρες. Με την άφιξη του Μούσα, του οποίου το όνομα σημαίνει «θαυματουργός», η 50χρονη Ραχήλ ξεφεύγει από τη συνηθισμένη ρουτίνα, επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό της. Ο Μούσα πληρώνει ωστόσο ένα υψηλό τίμημα: κατηγορείται για μια πολύ σοβαρή παραβίαση των κοινωνικών ορίων. Έτσι γίνεται και για άλλη μια φορά θύμα, αφού μια σομαλική οικογένεια τον παρουσιάζει παραπλανητικά ως γιο της, ώστε να βρει πιο εύκολα καταφύγιο στη Γερμανία. Ερχόμενος στην ελληνική οικογένεια υποδοχής, μέχρι να συνεχίσει το ταξίδι προς τους «γονείς» του, ο Μούσα παραμένει ένας διερχόμενος και άπατρις – ένα ξένο σώμα δίχως πρόσβαση στη ζωή των άλλων.

Σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα παίζει η Λέρος, με την οποία η οικογένεια έχει στενούς δεσμούς. Εκεί μεταφέρονταν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τα παιδιά κομμουνιστών γονέων για αναμόρφωση. Η Λέρος βρίσκονταν υπό την αρχιτεκτονική επιρροή της Ιταλίας που κατείχε τα Δωδεκάνησα ως το 1947 και χαρακτηρίζονταν ιδίως από τον ιταλικό ρασιοναλισμό της δεκαετίας του ’30. Το Λακκί (Πόρτο Λάγκο επί Ιταλοκρατίας) της Λέρου ήταν τόπος εξορίας της Αριστεράς και έδρα του μεγαλύτερου ψυχιατρικού ιδρύματος της Ελλάδας, όπου κατέληγαν οι ασθενείς για τους οποίους δεν νοιάζονταν πια κανείς άλλος. Το αίσθημα της εξορίας και της απόρριψης από την κοινωνία επιτείνει τον ξεριζωμό του νεαρού πρόσφυγα.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής της Έλενας Μαρούτσου είναι η εφευρετικότητά. Έχει πάντα τρόπο να εκπλήσσει το αναγνωστικό της κοινό. Η εμπειρία της ως καθηγήτρια δημιουργικής γραφής εκφράζεται σε μια ισορροπημένη ποικιλία αφηγηματικών τρόπων και στον έξυπνο, γόνιμο διάλογό της τόσο με άλλους συγγραφείς της ελληνικής και διεθνούς λογοτεχνίας, όσο και με εικαστικούς.


Το απόσπασμα:

Πρώτο Μέρος
Οι αποσκευές

Δὲν ὑπάρχει τερματικὸς σταθμός, μόνο ἀποσκευές.
Ανοίγοντάς τες, ὁ ἴδιος ἑαυτὸς ξεδιπλώνεται σὰν κοστούμι
φθαρμένο καὶ γυαλιστερὸ μὲ τσέπες γεμάτες ἐπιθυμίες,
ἰδέες καὶ εἰσιτήρια, σύντομες τροχιὲς καὶ καθρεφτάκια
ποὺ διπλώνουν στὰ δύο.
ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ, «Τοτὲμ»

 

1. Εισαγωγή στην τέχνη της εξαφάνισης:
    Η βαλίτσα και το βαλιτσάκι

Η ΛΕΞΗ «ἐξαφάνιση» βούιζε στὸ αὐτὶ τῆς Ραχὴλ γιὰ ὥρα ἀφότου εἶχε κλείσει τὸ τηλέφωνο. Μὲ σπασμωδικὲς κινήσεις τοῦ νοῦ προσπαθοῦσε νὰ ἀπομονώσει τὴν κρίσιμη λέξη ἀπὸ αὐτὲς ποὺ συνωστίζονταν δίπλα της, σὰν παράσιτα ποὺ παρεμβάλλονται στὸ ραδιόφωνο καθὼς παλεύεις νὰ ξεδιαλύνεις τὰ λόγια τοῦ ἐκφωνητῆ. Οἱ λέξεις «ἐπίθεση», «ἀπόπειρα», «κακοποίηση» στριμώχνονταν δίπλα στὴν «ἐξαφάνιση», τὴν καπάκωναν, ἔριχναν πάνω της τὴ μαύρη τους σκιά, ὅπως ἁρπακτικὰ πουλιὰ πάνω ἀπὸ περιστέρι. Ναί, ὅπως πάνω ἀπὸ μικρὸ περιστέρι. Γιατὶ ὁ δεκαπεντάχρονος Μουσὰ εἶχε μυστηριωδῶς ἐξαφανιστεῖ σὰν ἐκεῖνο τὸ γκρίζο περιστέρι ποὺ εἶχε γεννηθεῖ στὴν πίσω βεράντα τοῦ σπιτιοῦ, μέσα σὲ μιὰ γλάστρα. Ἡ μαμά του, ποὺ τὸ κλώσησε ὑπομονετικά, ποὺ τοῦ ἔφερνε φαγητὸ ὅταν ξεμύτισε ἀπ’ τὸ αὐγό, ξάφνου ἔπαψε νὰ ἔρχεται. Ἡ Ραχήλ, ἕξι χρονῶν τότε, ἀναλαμβάνοντας ὡς ἀνάδοχη μητέρα τὴ φροντίδα τοῦ μικροῦ, εἶχε προσπαθήσει νὰ τοῦ μάθει νὰ πετάει. Τὸ ἀνέβαζε λοιπὸν στὸ τραπέζι τῆς βεράντας καὶ ἐκτελοῦσε μπροστά του τὶς κινήσεις τοῦ πετάγματος, ἀνεμίζοντας ρυθμικὰ τὰ χέρια πάνω κάτω. Τὰ πτητικὰ μαθήματα κράτησαν λίγες μέρες. ῞Οταν τὸ κορίτσι ἔκρινε πὼς τὸ πουλὶ ἦταν πλέον ἕτοιμο νὰ ἐφαρμόσει ὅσα εἶχε διδαχθεῖ, τοῦ ἔδωσε μία ἁπαλὰ στὸ κορμάκι. Τὸ περιστέρι ἔπεσε κάτω. ῞Οταν τὸ σήκωσε, ἔνιωσε τὴ μικρὴ καρδιὰ νὰ φτεροκοπάει μέσα ἀπὸ τὰ πούπουλα. Ἡ Ραχὴλ δὲν πτοήθηκε. Ἐπανέλαβε τὸ μάθημα μερικὲς φορές. ῞Οταν σταμάτησε ἡ καρδιὰ τοῦ πουλιοῦ, πανικὸς κυρίευσε τὸ κορίτσι. Πῆρε στὴ χούφτα της τὸ νεκρὸ περιστέρι καὶ τὸ ἔκρυψε σὲ ἕνα βαλιτσάκι ποὺ βρῆκε στὴν ντουλάπα τῆς μαμᾶς της. Ἦταν μαῦρο ὅπως καὶ ἡ βαλίτσα ὅπου, λίγους μῆνες μετά, στὸ τσίρκο ἕνας ταχυδακτυλουργὸς ἔκλεισε μέσα τὴν καλλίγραμμη βοηθό του. Ἡ κοπέλα διπλώθηκε στὰ δύο μὲ ἄνεση λὲς καὶ χρησιμοποιοῦσε αὐτὴ τὴ μέθοδο γιὰ τὴν καθημερινή της μετακίνηση. Ὡστόσο μέσα ἀπὸ τὴ βαλίτσα ἀκουγόταν ἕνας παλμός, κάτι σὰν χτύπος πάνω σὲ ταμποῦρλο ἢ σὰν τὴν καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ τὸ κρατᾶς στὶς χοῦφτες. Ἡ καρδιὰ τῆς Ραχὴλ ἄρχισε νὰ πεταρίζει στὸ στῆθος της. Θυμήθηκε τὸ περιστέρι ποὺ εἶχε κλείσει στὸ βαλιτσάκι καὶ τὸ εἶχε ξεχάσει ἐκεῖ, στὰ βάθη τῆς ντουλάπας. Οὐδέποτε πῆγε στὸν κῆπο νὰ τὸ θάψει. Ὁ ταχυδακτυλουργὸς κατέβηκε ἀπὸ τὴ σκηνὴ καί, σὰν νὰ ἤξερε τὸ ἔνοχο μυστικό της, τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ ἔρθει νὰ σταθεῖ δίπλα του. Μετὰ ὁ προβολέας ἔπεσε πάνω στὸ μικρὸ κορίτσι, δημιουργώντας γύρω ἀπὸ τὰ πόδια της μιὰ λίμνη ἀπὸ φῶς. Ὁ ἄντρας τῆς ζήτησε εὐγενικὰ νὰ ἀνοίξει τὴν ἀποσκευή. Ἐκείνη ἄρχισε τότε νὰ τραβάει σιγὰ σιγὰ τὸ φερμουάρ, ὅταν ξάφνου πισωπάτησε τρομαγμένη: μέσα ἀπὸ τὰ σωθικὰ τῆς βαλίτσας πετάχτηκε φτεροκοπώντας ἕνα περιστέρι. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅμως ξεθώριασε, ἔχασε τὴν ἐκτυφλωτική του λάμψη μπροστὰ στὸ ἀσύγκριτο θαῦμα ποὺ συντελέστηκε κι αὐτὸ μπροστὰ στὰ μάτια τῆς Ραχὴλ, ὅταν, ἐπιστρέφοντας σπίτι, ἄνοιξε δειλὰ δειλὰ τὸ μαῦρο βαλιτσάκι: Τὸ περιστέρι εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Στὴ θέση του πάλλονταν, συστρέφοντας τὸ μικροσκοπικὸ κορμί τους, χίλια λευκὰ τυφλὰ σκουλήκια.

 

2. Η βαλίτσα που σε πάει στον ουρανό

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ σημαίνει «θαυματουργός». Ἔτσι τοὺς εἶχε πεῖ ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ὅταν τοὺς κάλεσε στὰ γραφεῖα τῆς ᾽Ανάδρασης γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλει ὅτι εἶχε παρουσιαστεῖ παιδὶ γιὰ κατεπείγουσα ἀναδοχή. Ἡ νέα γυναίκα εἶχε χείλη σὰν κεράσια, αὐτὰ τὰ μεγάλα ποὺ βρίσκεις στὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὰ χείλη τῆς Ραχὴλ ἔμοιαζαν μὲ ἀδέξιες ἀπόπειρες ἑνὸς παιδιοῦ νὰ ζωγραφίσει ἕνα στόμα. Φανταστεῖτε τὸ παιδὶ νὰ σβήνει ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ χείλη, ἀφήνοντας μόνο μία γραμμή. Μία γραμμή, ποὺ ὅσο μεγάλωνε ἡ Ραχήλ, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ λεπτή, πιὸ σβησμένη. Τώρα ποὺ κόντευε τὰ πενήντα, ὅταν χαμογελοῦσε, ἔνιωθε πὼς τὸ στόμα θὰ σκιζόταν, σὰν χαρτί, στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀδέξιου παιδιοῦ. Ὁ Ρίχαρντ τῆς ἔλεγε ὅτι τὰ χείλη της ἦταν συγκινητικά. ῞Οτι αὐτὰ εἶχε ἐρωτευτεῖ. «Μοντιλιάνικο», ἔτσι τὴ φώναζε. Καλύτερα ὅμως νὰ συγκεντρωνόταν στὴν κοινωνικὴ λειτουργὸ ποὺ τὴν κοιτοῦσε τώρα σὰν νὰ περίμενε κάτι. «Ὡραῖο ὄνομα!» εἶπε κάπως ἀμήχανα. Ἤξερε ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξει ἐνθουσιασμό. Στὸ κάτω κάτω, αὐτὴ εἶχε τὴν ἰδέα νὰ φιλοξενήσουν ἕνα ἀσυνόδευτο προσφυγόπουλο. Αὐτὴ εἶχε συμπληρώσει τὴν αἴτηση. Αὐτὴ εἶχε ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν ἄντρα της, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀλλάξει ἡ ζωή τους στὸ παραμικρό. Ἡ μεγάλη της κόρη δὲν εἶχε φέρει ἀντίρρηση⋅ ἀντιθέτως, ἔδειχνε περιέργεια, σχεδὸν ἀνυπομονησία γιὰ τὴν πιθανὴ ἄφιξη ἑνὸς ξένου. Μὲ τὴ μικρὴ ἀκόμη πάλευε.
«Ναί, μάθαμε πὼς τὸν εἶπαν ἔτσι ἐπειδὴ χαμογελοῦσε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε. Στὴν ἀρχὴ νόμισαν ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλά, μιὰς καὶ δὲν ἔβαλε τὰ κλάματα μόλις βγῆκε ἀπ’ τὴν κοιλιά. ῞Ομως ἦταν ὑγιέστατος. ῞Οταν ἀφηγοῦνταν τὴν ἱστορία του, ἡ μαμά του ἔλεγε πὼς τὸ μωρὸ δὲν ἔκλαψε ἐπειδὴ ὅλα τὰ δάκρυα τὰ εἶχε ξοδέψει ἐκείνη, ὅσο ἦταν ἔγκυος».
«Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔκλαψε τὸ μωρὸ στὴ γέννα; Δὲν ἔχω ξανακούσει κάτι τέτοιο», εἶπε ἡ Ραχήλ.
«Ξέρετε…» εἶπαν χαμογελώντας τὰ χείλη-κεράσια, «κάθε οἰκογένεια ἔχει ἕνα δικό της ἀφήγημα, ὄχι μόνο γιὰ τὴ γέννηση τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ γιὰ κάθε πτυχὴ τῆς οἰκογενειακῆς ἱστορίας».
Μάλιστα, σκέφτηκε ἡ Ραχήλ. Τὸ ἀφήγημα. Νά τη πάλι αὐτὴ ἡ ἀντιπαθητικὴ λέξη, ποὺ μᾶς κάνει τὴν καμπόση. Φαίνεται πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τὴν ἀλήθεια. Πὼς ἀνακάλυψαν κάποια στιγμὴ ὅτι ἔχει χίλιες πτυχές. ῞Οσο τὴν ξεδίπλωνες, παρουσιάζονταν κι ἄλλες. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μαγαζιοῦ δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν τοὺς πελάτες νὰ τσακώνονται πάνω ἀπ’ τὸ ὕφασμα, νὰ τὸ τραβοῦν καὶ νὰ τὸ τσαλακώνουν, νὰ τὸ σκίζουν γιὰ νὰ πάρουν ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα κομμάτι, κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη, ἄρχισαν νὰ διαδίδουν τὸ ἑξῆς: τὸ ὕφασμα δὲν εἶναι ἀληθινό. Κάθε του πτυχὴ εἶναι ἕνα μικρὸ ψέμα. Ἕνα ἀφήγημα. ῞Οποιο κι ἂν διαλέξετε, εἶναι ἰσάξιο μὲ τοῦ ἄλλου. Κοστίζει τὸ ἴδιο. Ἔχει τὴν ἴδια ἀέρινη ὑφὴ μὲ ἕνα παραμύθι. Κι ἂν τὸ παραμύθι παύει νὰ σὲ παρηγορεῖ, μπορεῖς νὰ τὸ πετάξεις, νὰ τὸ ἀντικαταστήσεις μὲ ἕνα πιὸ θελκτικό, κάποιο ποὺ βολεύει καλύτερα τὴν παρούσα κατάσταση. Αὐτὸ δὲν εἶχε κάνει κι ὁ Ρίχαρντ; Ἔδιωξε τὴν ἐνοχλητικὴ σκέψη κι ἐπέστρεψε στὰ κερασένια χείλη ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ τῆς ἀφηγοῦνται τὴν ἱστορία τοῦ ἀγοριοῦ. Νά λοιπὸν τί ἔμαθε.
Οἱ γονεῖς τοῦ Μουσᾶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Ὁ πατέρας δούλευε γκροὺμ σὲ ξενοδοχεῖο. Μετέφερε τὶς βαλίτσες τῶν πελατῶν στὰ δωμάτιά τους κι αὐτοὶ τοῦ ἔδιναν φιλοδώρημα. ῞Οταν γύριζε κατάκοπος στὸ σπίτι, ἔκανε σχέδια μὲ τὴ γυναίκα του νὰ φύγουν μακριά. Τὸ μακριὰ ἔπαιρνε διάφορα πρόσωπα, ἄλλοτε οἰκεῖα κι ἄλλοτε ἐξωτικά, πάντα ὅμως μὲ στραμμένη τὴν πλάτη στὴ Σομαλία, ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὸν μακροχρόνιο ἐμφύλιο. Κάποιοι φίλοι τους εἶχαν σκοτωθεῖ. ῎Ακουγες γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐξαφανίζονταν τὴν ὥρα ποὺ περπατοῦσαν ἀμέριμνοι στὸν δρόμο. Οἱ εἰρηνευτικὲς δυνάμεις καὶ ἡ ἐπίσημη κυβέρνηση δὲν μποροῦσαν νὰ στριμώξουν τὴ ριζοσπαστικὴ ῍Αλ-Σαμπάαμπ. «῞Ολα τὰ μέρη τῆς σύγκρουσης ὑπῆρξαν ὑπεύθυνα γιὰ ἐγκλήματα βάσει τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ γιὰ παραβιάσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἀτιμώρητα. Ἔνοπλα τάγματα συνέχισαν νὰ ἀπαγάγουν, νὰ βασανίζουν καὶ νὰ σκοτώνουν ἀμάχους παράνομα», διάβασε ἡ Ραχὴλ στὸ λῆμμα «Σομαλικὸς Ἐμφύλιος Πόλεμος», ὅταν ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ζήτησε συγγνώμη καὶ βγῆκε γιὰ λίγο ἀπ’ τὸ δωμάτιο. ῎Αραγε τὸ ἰσομοίρασμα τῶν εὐθυνῶν ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ἀντικειμενικότητας καὶ βούλησης γιὰ ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἢ ἀδυναμίας νὰ ξεμπλέξει κανεὶς τὸ ἐμφύλιο κουβάρι ἀπὸ αἰτίες καὶ ἀποτελέσματα, ὅπως συμβαίνει καμιὰ φορὰ ὅταν, λόγου χάρη, πιάνονται οἱ μαθητὲς στὰ χέρια στὴν αὐλὴ καὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τιμωροῦνται ὅλοι μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸν πολυάσχολο διευθυντή; Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ ἀποβλήθηκε ὁριστικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχει μπλεχτεῖ στὸν καβγά. ῞Οταν ἐπέστρεψε ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ἀπὸ τὴν τουαλέτα, ἀφηγήθηκε στὴ Ραχὴλ τὰ ἑξῆς: Κάποιοι γνωστοί του, χρόνια πελάτες στὸ ξενοδοχεῖο, τοῦ εἶχαν βρεῖ μιὰ δουλειὰ ξεναγοῦ σὲ σαφάρι στὴν Κένυα. Τὸ ζευγάρι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ λιγοστά τους ὑπάρχοντα. Μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔκλεινε μήνας ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς παραίτησης τοῦ ὑπαλλήλου τους, οἱ γονεῖς τοῦ ἀγέννητου ἀκόμη Μουσᾶ θὰ ἔφευγαν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Τὴν τελευταία μέρα στὴ δουλειά, ὁ γκροὺμ πετοῦσε κυριολεκτικά, δὲν ἔνιωθε τὸ βάρος ἀπὸ τὰ μπαγκάζια τῶν ἐπισκεπτῶν, πού, μαζὶ μὲ τὴν πολύωρη ὀρθοστασία, τοῦ εἶχαν δημιουργήσει κιρσοὺς στὰ πόδια καὶ πόνους στὴ μέση. Λίγο πρὶν λήξει ἡ βάρδια του, κάποιος πελάτης εἰδοποίησε τὴ διεύθυνση ὅτι θὰ ἔφτανε μὲ ἕνα ταξὶ ἀσυνόδευτη ἡ βαλίτσα του ποὺ εἶχε χαθεῖ στὸ ἀεροδρόμιο. Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ τὴ σήκωσε –παρὰ τὸ ἀσυνήθιστο βάρος της– σὰν πούπουλο. Θὰ πρέπει νὰ βρισκόταν στὸ ἀσανσέρ, ἀνάμεσα στὸν τρίτο καὶ τὸν τέταρτο ὄροφο, ὅταν ὁ ἐκρηκτικὸς μηχανισμὸς ἔσκασε καὶ ὁ θάλαμος ἐκσφενδονίστηκε σὰν πύραυλος στὸν οὐρανό. Ἡ γυναίκα του νοσηλεύτηκε γιὰ μία ὁλόκληρη μέρα σὲ νοσοκομεῖο τῆς Μογκαντίσου, σὲ κατάσταση σόκ, ὅπου τῆς ἀνακοινώθηκε καὶ ὅτι ἦταν ἔγκυος. Δὲν ξεπακετάρισαν ποτὲ τὰ πράγματά τους. ῞Οταν ἄρχισε νὰ περπατάει ὁ μικρὸς Μουσά, στηριζόταν στὶς σκόρπιες κοῦτες στὸ πάτωμα, ἀνοιχτὲς πιά, ποὺ χρησίμευαν ὡς ἐπιδαπέδια συρτάρια ἀπ’ ὅπου ἡ μαμὰ ἀνέσυρε ὅ,τι χρειαζόταν. Μόλις ὁ Μουσὰ ἔκλεισε τὰ δεκατέσσερα, ἡ μάνα του ξέθαψε τὸ ὄνειρο τῆς μεγάλης φυγῆς, τὸ ἔβαλε μέσα σὲ ἕνα καινούργιο κατακόκκινο –τὸ ἀγαπημένο χρῶμα τοῦ παιδιοῦ– σακίδιο πλάτης καὶ τὸ ἔκανε δῶρο στὸν ἔφηβο πλέον γιό της.

 

3. Μωρό σε σακίδιο πλάτης

ΤΗ ΜΕΡΑ ποὺ ἡ Κάλλια θὰ ἔσβηνε τὸ πρῶτο της κεράκι, ἡ Ραχὴλ βάλθηκε νὰ φτιάξει μόνη της τὴν τούρτα. Δὲν εἶχε ξαναφτιάξει τούρτα στὴ ζωή της καὶ στεκόταν μπροστὰ στὸ μίξερ ὅπως μπροστὰ σὲ πύραυλο ἀέρος. Ὁ Νίκος, ποὺ συνήθως ἔπαιρνε τὸ μωρὸ βόλτα ὅταν ἐκείνη εἶχε δουλειά, ἔλειπε στὸ γραφεῖο. Ἔπρεπε νὰ παραδώσει κάτι ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια κι ἔβαζε ξυπνητήρι στὶς πέντε τὸ πρωί. ᾽Αλλιῶς θὰ εἶχε πάρει τώρα τὴν Κάλλια καὶ θὰ τὴν εἶχε βάλει στὴν πλάτη του στὸν μάρσιπο, σὰν κάτι ᾽Αφρικανὲς ποὺ κυκλοφοροῦσαν στὰ Πατήσια, ὅπου ἔμενε ἡ κυρία Καλλιόπη, ἡ μάνα του. Ἐκείνη λοιπὸν τοὺς εἶχε κάνει δῶρο στὸν γάμο τους ἕνα μίξερ ποὺ ἦταν ταυτόχρονα καὶ ζυγαριά, γιατὶ στὰ γλυκά, εἶχε πεῖ στὴ νύφη της, ἔπρεπε νὰ προσέχει τὶς μεζοῦρες. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει ὅ,τι τῆς κατέβει στὸ κεφάλι. Τὰ γλυκὰ ἀπαιτοῦσαν πειθαρχία. Σύνεση. Προσοχή. Ἡ Ραχὴλ ὅμως εἶχε ξεχάσει νὰ βγάλει ἀποβραδὶς τὸ βούτυρο ἀπ’ τὸ ψυγεῖο γιὰ νὰ φτάσει σὲ θερμοκρασία δωματίου καὶ τώρα τὸ λιπαρὸ τοῦβλο χτυποῦσε στὰ τοιχώματα τοῦ μίξερ μὲ διαβολεμένο θόρυβο. Τὸ μωρό, ποὺ τὸ εἶχε καθιστὸ στὸ πάτωμα γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιβλέπει, ἔβαλε τὰ κλάματα. Τότε ἄνοιξε τὸ συρτάρι μὲ τὶς ξύλινες κουτάλες καὶ τῆς ἔδωσε μία, νὰ παίζει. Ἦταν πολὺ πρωί, ἡ Κάλλια ξυπνοῦσε πάντα ξημερώματα. Ἡ Ραχὴλ κοίταξε ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο τὸν σκοῦρο γαλανὸ οὐρανὸ τῆς αὐγῆς. Στὸν ὁρίζοντα ἕνα σμῆνος πουλιὰ σχημάτιζε ἕνα εὐέλικτο μπαλόνι, μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντυπωσιακὲς εὔκαμπτες φοῦσκες ποὺ μποροῦσε νὰ δημιουργήσει κανεὶς φυσώντας σαπουνόνερο μέσα ἀπὸ τὸ μάτι μιᾶς τεράστιας πλαστικῆς βελόνας. Ἦταν ᾽Οκτώβρης, σκέφτηκε, καὶ τὰ χελιδόνια ἀποδημοῦσαν πρὸς νότο. Ἴσως πήγαιναν στὴν ᾽Αφρική. Ἡ ἴδια δὲν εἶχε πάει ποτὲ στὴν ᾽Αφρική. ῞Ομως εἶχε γυρίσει σχεδὸν ὅλη τὴν Εὐρώπη, καὶ μιὰ φορὰ εἶχε ταξιδέψει στὴ Λατινικὴ ᾽Αμερικὴ μὲ μιὰ φίλη της, τὰ εἰσιτήρια καὶ τῶν δύο ἦταν δῶρο ἀπὸ τὸν πατέρα της ὅταν εἶχε μπεῖ στὸ πανεπιστήμιο. Κοίταξε τὴν Κάλλια, ποὺ τώρα εἶχε ἀνακαλύψει ὅτι μποροῦσε νὰ ἀνοίγει κι ἄλλα συρτάρια καὶ εἶχε ἤδη ἀραδιάσει στὸ πάτωμα διαφημιστικὰ ἀπὸ ντελίβερι καὶ ἀποδείξεις κοινοχρήστων. Πότε ἄραγε θὰ μποροῦσε νὰ ξαναταξιδέψει; Σίγουρα γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη θὰ ἦταν δέσμια τῆς κόρης της. Τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὡραρίων της. Καὶ ὁ Νίκος ἤθελε κι ἄλλο παιδί. Σίγουρα τὰ ταξίδια, ὅπως ἐκείνη τὰ εἶχε γνωρίσει, ἀνέμελα, ἐλεύθερα, χωρὶς πολλὰ μπαγκάζια καὶ προγραμματισμό, εἶχαν τελειώσει. Ἦταν μόνο τριάντα τριῶν χρονῶν καὶ δὲν θὰ διέσχιζε πάλι μὲ τρένο τὴν Εὐρώπη, δὲν θὰ κοιμόταν καθιστὴ στὶς ἄβολες καρέκλες ἑνὸς ἀεροδρομίου, περιμένοντας νὰ ἀλλάξει πτήση, δὲν θὰ ἔβαζε στὰ τυφλὰ τὸ δάχτυλο στὸν χάρτη, ὅπως ἔκανε μὲ τὴν παλιά της ἀγάπη, τὸν Ρίχαρντ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διαλέξουν τὸν ἑπόμενο προορισμό. Καθὼς τὸ βούτυρο ἔλιωνε σιγὰ σιγὰ στὸν κάδο, τὰ πουλιὰ ἄλλαζαν συνεχῶς σχηματισμὸ καὶ κατεύθυνση λὲς καὶ τὸ ἐπικείμενο ταξίδι δὲν ἦταν θέμα ἐπιβίωσης ἀλλὰ καπρίτσιου, μιὰ ἀπατηλὴ μίμηση ἐλευθερίας κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς ἀνάγκης. Τώρα ἡ Κάλλια χτυποῦσε παλαμάκια ἀνυπόμονη. Εἶχε ἀνακαλύψει κάτι σοκολατάκια, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει ἀπὸ τὸ χαρτί. Ἡ Ραχὴλ πλησίασε τὸ μωρό της. Μὰ ποῦ εἶχαν βρεθεῖ τὰ σοκολατάκια στὸ τελευταῖο συρτάρι, ἀνάμεσα στὶς ἀποδείξεις; Παίρνοντας τὸ γλυκὸ στὰ χέρια της, τὴν ἔλουσε κρύος ἱδρώτας. Μέσα στὸ γαλαζωπὸ περιτύλιγμα δὲν βρισκόταν κάποια λιχουδιὰ ἀλλὰ ποντικοφάρμακο. Ὁ δαιμονισμένος θόρυβος τοῦ μίξερ ἐμπόδιζε τὸν Νίκο νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ γυναίκα του ἀνάμεσα σὲ λυγμοὺς καὶ κραυγὲς στὸ τηλέφωνο. Σὲ λίγες ὧρες τὸ δράμα εἶχε τελειώσει. Στὸ Παίδων ἔκαναν στὸ μωρὸ πλύση στομάχου γιὰ προληπτικοὺς λόγους –ἔδειχνε καλὰ στὴν ὑγεία του καὶ πιθανότατα δὲν εἶχε βάλει στὸ στόμα τὸ θανάσιμο σοκολατάκι–, ὅμως ἔπρεπε νὰ μείνουν στὸ νοσοκομεῖο τὸ βράδυ γιὰ παρακολούθηση. ᾽Απὸ τὴν ὑπερένταση ἡ Ραχὴλ δὲν μποροῦσε νὰ κλείσει μάτι καὶ μαζί της ξενυχτοῦσε ἀεικίνητη, σὲ ὑπερδιέγερση, καὶ ἡ Κάλλια. Τὴ νανούριζε στὴν ἀγκαλιά, τὴν ἔβαζε στὸ στῆθος, τὴν κουνοῦσε πέρα δῶθε, ὄρθια, ἀποκαμωμένη, κάτωχρη. Μόνο ὅταν τὴν πῆρε ὁ Νίκος στὸν μάρσιπο καὶ τὴν ἔβγαλε βόλτα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου, τὸ μωρὸ κοιμήθηκε γαλήνια. Ὁ μπαμπάς της τὴ σεργιάνιζε ὅλη νύχτα καὶ ἡ Ραχήλ, τώρα ποὺ περίμεναν τὴν ψυχολόγο –μετὰ τὴν κοινωνικὴ λειτουργὸ τὸ πρωτόκολλο ἀναδοχῆς ἀσυνόδευτου προσφυγόπουλου προέβλεπε συνάντηση μὲ ψυχολόγο στὸ σπίτι τῆς οἰκογένειας– σκεφτόταν ὅτι ἱστορίες σὰν κι αὐτὴν καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀποσιωπηθοῦν. Ἂν ἤθελαν νὰ ἐμπνεύσουν στοὺς ἁρμόδιους ἐμπιστοσύνη, κάποια ἐπεισόδια θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ ἀφήγημα τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς.

 

4. Μια βαλίτσα ανάμεσα σε πατέρα και γιό

Ο ΝΙΚΟΣ εὐχόταν τὸ δεύτερο παιδὶ νὰ ἦταν ἀγόρι. Τὴ λάτρευε τὴν Κάλλια, δὲν τὸν κούραζε ποτέ, ἀκόμα κι.ὅταν ἦταν ἄρρωστη, τοῦ ἄρεσε νὰ τὴ φροντίζει, νὰ τῆς βάζει ὀρὸ στὴ μύτη καὶ νὰ τῆς δίνει τὸ ἀντιπυρετικὸ στὴ σύριγγα γιὰ νὰ μὴ χυθεῖ. Καθὼς μάλιστα ἡ Ραχὴλ εἶχε εὐαίσθητο ὕπνο καὶ στὸν παραμικρὸ ἦχο ἢ ἄγγιγμα πεταγόταν.καθιστὴ στὸ στρῶμα γουρλώνοντας τὰ μάτια λὲς καὶ ἀντίκριζε ὀρδὴ ἀπὸ εἰσβολεῖς, συχνὰ τὰ Σαββατοκύριακα τὴν.ἄφηνε μόνη στὸ διπλὸ κρεβάτι νὰ κοιμηθεῖ μὲ τὴν ἡσυχία.της ἕως ἀργὰ κι ἐκεῖνος –ἀδύνατον νὰ τὸ πιστέψεις ἂν δὲν.τὸ ἔβλεπες– στριμωχνόταν στὴν κούνια τῆς Κάλλιας καὶ.κοιμόντουσαν μαζί, ἕνα κουβάρι οἱ δυό τους. ῞Ομως δὲν.ἤξερε πῶς νὰ παίξει μαζί της. Ντρεπόταν νὰ τὸ ὁμολογήσει.ἀλλὰ βαριόταν. Ἐπιπλέον, οἱ κοῦκλες ἀπὸ μικρὸ τὸν τρόμαζαν. Ἡ μητέρα του, ἡ κυρία Καλλιόπη, εἶχε ἀκόμη στὸ.δωμάτιό της, στολισμένη πάνω στὴ συρταριέρα, μιὰ μεγάλη πορσελάνινη κούκλα, ποὺ τὴ θυμόταν ἀπὸ μικρὸς καθὼς μιὰ φορὰ τὴν εἶχε τραντάξει δυνατὰ καὶ τότε μὲ ἕνα κλὰκ.τὰ μάτια της ἔπεσαν πίσω ἀπὸ τὶς κόχες κι ἐξαφανίστηκαν. Οὔτε τὰ λούτρινα ζωάκια συμπαθοῦσε. Ὁποιαδήποτε.μίμηση ζωῆς τοῦ φαινόταν ἀπωθητικὴ μέσα στὸ ἀπροκάλυπτο ψέμα της. ᾽Αντίθετα, τοῦ ἄρεσε τὸ ποδήλατο, ἡ μπάλα, τὰ ἐπιτραπέζια, ἀλλὰ ἡ κόρη του ἀρνοῦνταν νὰ παίξει.μὲ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κουκλάκια της. Ἤλπιζε.λοιπὸν τὸ δεύτερο παιδὶ νὰ ἦταν γιός. ῞Οταν, τέσσερα χρόνια μετὰ τὴν Κάλλια, γεννήθηκε ἡ μικρὴ Παρασκευή, ὁ.Νίκος διαπίστωσε, καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ὅτι τὸ δεύτερο παιδί τους εἶχε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ ἀγόρι. Θαρραλέα.καὶ ὑπερκινητική, σκανταλιάρα καὶ ἐπιρρεπὴς σὲ ἀτυχήματα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τῆς στοιχίσουν τὴ ζωή, εἶναι κυριολεκτικὰ θαῦμα πῶς κατάφερε νὰ ἐπιβιώσει καὶ νὰ κλείσει αἰσίως, σήμερα, τὰ δεκατρία της χρόνια. Στὴν τούρτα.της, σύμφωνα μὲ ἐπιθυμία τῆς ἴδιας, ἔγραψαν «Παρασκευὴ καὶ 13», ἀφοῦ ἡ μικρὴ Παρασκευὴ εἶχε πάρει τὸ.χιοῦμορ τοῦ μπαμπᾶ της, ἔτσι καμάρωνε τουλάχιστον ἐκεῖνος, ποὺ ἐνῶ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ λατρεύει τὴν πρώτη του κόρη, σὲ αὐτὸ τὸ ἀλητάκι εἶχε ξεχωριστὴ ἀδυναμία. Τὴν Κάλλια ἄλλωστε εἶχε ἀρχίσει νὰ τὴ χάνει. Στὰ δεκαεφτά της ἀνῆκε πλέον σὲ ἄλλον κόσμο, αὐτὸν τῶν πολύωρων τηλεφωνημάτων κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, τῶν μεταμεσονύχτιων μηνυμάτων, τῆς ὑπερβολικῆς καὶ ἀκατανόητης γιὰ τὸν ἴδιο ἐνασχόλησης μὲ τὰ ροῦχα, τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν ἐπιδερμίδα, μιὰς καὶ ἡ Κάλλια ἀπὸ μικρὴ ἦταν πανέμορφη, μιὰ κούκλα, θὰ ἔλεγε, ἂν δὲν τὸν τρόμαζαν οἱ κοῦκλες, μιὰ ζωγραφιά. Ἡ γυναίκα του ἦταν ἀκόμη γοητευτικὴ καὶ τὸν ἴδιο δὲν θὰ τὸν ἔλεγες ἄσχημο, μᾶλλον συμπαθητικό, καλοβαλμένο, ὅμως ἡ φύση, σὲ ἕνα κρεσέντο ἔμπνευσης, εἶχε πάρει τὰ καλύτερα χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τοὺς δύο καὶ τὰ εἶχε ἀναμείξει, δημιουργώντας ἕνα ἀποτέλεσμα ποὺ σὲ θάμπωνε. Ἔτσι, ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο ἡ μικρὴ Παρασκευή, ἡ φύση ἔπρεπε νὰ συνθέσει μιὰ μορφή, αὐτοσχεδιάζοντας μὲ τὰ γενετικὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ εἶχαν ἀπομείνει στὴν παλέτα της. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν χαριτωμένο, μὰ δὲν συγκρινόταν μὲ τὸ χάρμα ὀφθαλμῶν τῆς πρώτης κόρης. Ὁ Νίκος, βέβαια, δὲν θεωροῦσε τὴν ὀμορφιὰ σπουδαῖο προσόν. Σαφῶς καὶ ἀντιλαμβανόταν τὴν ἀνταλλακτική της ἀξία στὸ παιχνίδι τῶν συναναστροφῶν, ὅμως ἤξερε πόσο ἀσταθὲς ἦταν τὸ νόμισμα αὐτό, πόσο εὐάλωτο στὴν ὑποτίμηση τῆς οἰκονομίας τοῦ Χρόνου. Γι’ αὐτὸ καὶ διόλου δὲν θεωροῦσε τὴν Κάλλια πιὸ τυχερὴ ἀπὸ τὴ μικρὴ Παρασκευή, ποὺ ἡ φύση ἢ ἴσως ἡ θέση της, ὡς τῆς λιγότερο ὄμορφης ἀδελφῆς, τὴν εἶχε προικίσει μὲ πεῖσμα, αὐτοσαρκασμὸ καὶ ἐξυπνάδα, δυνάμεις ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ πετύχει ὅ,τι ἔβαζε στὸν νοῦ της. Γιὰ παράδειγμα, στὴν ἡλικία τῶν ἐννιά, τροποποίησε ἡ ἴδια τὸ ὄνομά της, σὲ Σκεύη, διαχωρίζοντας ἐμφατικὰ τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴ γιαγιὰ Παρασκευὴ ἢ Μεγάλη Παρασκευή, ὅπως συνήθιζε νὰ τὴν ἀποκαλεῖ, εἰρωνευόμενη τὴν καταθλιπτικὴ πρόγονό της. Οἱ γονεῖς της ἀρχικὰ ἀντιστάθηκαν σὲ αὐτὸ τὸ παράξενο ὄνομα. Ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν τὸ εἶχαν ξανακούσει, ὅτι τέτοιο ὄνομα δὲν ὑπῆρχε. Πρὸς μεγάλη τους ἀπογοήτευση, ἡ κόρη τους ἀνακάλυψε τότε στὸ διαδίκτυο ἄλλη μία Σκεύη, γιατρὸ στὰ Δωδεκάνησα, καὶ τοὺς ἀποστόμωσε. ῎Αλλωστε γιὰ τὴν ἴδια ἡ σπανιότητα τοῦ συγκεκριμένου ὑποκοριστικοῦ ἦταν προσόν, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ υἱοθέτησε. Θέλοντας καὶ μή, σιγὰ σιγὰ τὸ συνήθισαν κι αὐτοί. Βέβαια, νοσταλγοῦσαν ποῦ καὶ ποῦ τὸ βαφτιστικό της, γι’ αὐτὸ καὶ γέλασαν μὲ τὴ χιουμοριστικὴ ἐπιστροφή του πάνω στὴν τούρτα. ᾽Αφοῦ ἀπόφαγαν, ἡ Σκεύη ἔπεισε τὸν πατέρα της νὰ μὴν ξαπλώσει γιὰ μεσημέρι –ὁ Νίκος τηροῦσε τὸ πρόγραμμα ποὺ ἀκολουθοῦσε κι ὁ δικός του μπαμπάς: ξύπνημα ξημερώματα γιὰ δουλειά, μεσημεριανὸς ὕπνος, ἐπιστροφὴ στὴν ἐργασία– ἀλλὰ νὰ πᾶνε βόλτα στὸ ῎Αλσος Συγγροῦ. Ἡ εἴσοδος βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι τους καὶ ὁ Νίκος ἔπαιρνε συχνὰ τὶς κόρες του καὶ σεργιάνιζαν ἢ ἔκαναν πὶκ νὶκ μέσα στὸ κτῆμα, τόσο οἰκεῖο στὸν ἴδιο, ἀφοῦ εἶχε ζήσει ἐκεῖ ἕξι χρόνια ὡς οἰκότροφος στὰ ᾽Ανάβρυτα. Κι ἐνῶ ἡ Κάλλια δὲν τοὺς συντρόφευε πιὰ σὲ αὐτοὺς τοὺς περιπάτους, ἡ Σκεύη μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία τραβολογοῦσε τὸν πατέρα της γιὰ τρέξιμο στὸν στίβο ἢ γιὰ περπάτημα. Τῆς ἄρεσε μάλιστα νὰ τὴν ξεναγεῖ ὁ μπαμπάς της στὰ διάφορα κτίρια, ὅπως τὸ «Λευκό», ὅπου ἔκαναν μαθήματα οἱ μαθητὲς τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ «πρακτικοῦ» λυκείου, ἢ τὸν «Πύργο», τὴν παλιὰ ἔπαυλη τοῦ ᾽Ανδρέα Συγγροῦ ὅπου στεγαζόταν τὸ «κλασικὸ» λύκειο. Ἐκεῖ φοιτοῦσαν κορίτσια, χώρια, βεβαίως, ἀπὸ τὰ ἀγόρια, δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη μεικτὴ ἡ ἐκπαίδευση. ῞Ομως, ὅταν δύο χρόνια μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Νίκου στὰ ᾽Ανάβρυτα, δέχτηκαν στὴν πρώτη γυμνασίου τὰ πρῶτα κορίτσια, ἔλεγε στὴν κόρη του ὅτι τοῦ εἶχε φανεῖ σὰν θαῦμα. Λὲς καὶ τὸ «Λευκὸ» κτίριο εἶχε γίνει ἀκόμα πιὸ λευκό, σὰν νὰ ἔλαμπε. Ἐκεῖνος μέχρι τότε εἶχε ζήσει ἐκεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν παρέα ἀγοριῶν, εἴκοσι τέσσερις ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο. Ἡ ζωὴ στὸ «᾽Ανατολικό», τὸ κτίριο ὅπου ἔμεναν οἱ οἰκότροφοι, ἦταν σχεδὸν στρατιωτική: πρωινὴ ἔγερση στὶς ἕξι, κρύο λουτρό, τροχάδην καὶ γυμναστική, ντύσιμο, στρώσιμο τοῦ κρεβατιοῦ, πρωινὴ ἐπιθεώρηση, μαθήματα, φαγητὸ στὴν τραπεζαρία, μεσημεριανὴ ὡριαία κατάκλιση, ἀθλοπαιδιὲς ἢ πρακτική, χειρωνακτικὴ ἐργασία, ζεστὸ λουτρό, τρίωρη μελέτη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη καθηγητῶν, ἐπιθεώρηση, δεῖπνο, ἡμίωρη ἀνάπαυση, διάβασμα καὶ σκάκι, βραδινὸ σιωπητήριο καὶ κατάκλιση. Μαθημένος ὁ Νίκος νὰ ζεῖ σχεδὸν ὅλη μέρα στοὺς δρόμους, στὴ γειτονιά τους, στὰ Πατήσια, δὲν συνειδητοποίησε τί τὸν περίμενε ὅταν, ἐντυπωσιασμένος ὁ δάσκαλος ἀπὸ τὶς ἐπιδόσεις του, πρότεινε στοὺς γονεῖς του νὰ δώσει ὁ μικρὸς ἐξετάσεις γιὰ τὴν Πρότυπο Σχολὴ τῶν ᾽Αναβρύτων. Τὴ μέρα ποὺ ἀνακοινώθηκαν τὰ ἀποτελέσματα, τὴν περήφανη χαρὰ τοῦ παιδιοῦ ποὺ εἶχε πετύχει νὰ εἰσαχθεῖ, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς πρώτους, σκίασε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ κὺρ Γιάννη, τοῦ πατέρα του, ὅτι θὰ ἔμπαινε στὸ σχολεῖο «ἐσωτερικός». «Δὲν μπορῶ νὰ σὲ πηγαινοφέρνω μὲ τὴ μοτοσυκλέτα κάθε πρωί», τοῦ εἶπε καὶ ἡ συζήτηση ἔληξε ἐκεῖ. Ἦταν καλοκαίρι καὶ ἴσως τὸ ἀγόρι δὲν συνειδητοποίησε τί ἀκριβῶς τὸν περίμενε τὸν Σεπτέμβρη. Οὔτε ἡ παγωνιὰ ποὺ τὸν περόνιασε τὴ μέρα ποὺ ὁ μπαμπάς του τὸν ἀνέβασε στὴ μηχανὴ μὲ τὴ βαλίτσα στριμωγμένη ἀνάμεσά τους –τὰ χέρια τοῦ ἀγοριοῦ δὲν ἔφταναν νὰ σφίξουν, ὡς συνήθως, τὴ μέση τοῦ πατέρα, κι ἔτσι ἀγκάλιαζαν τὴν ἀποσκευή– μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἀπόγνωση τῆς ἐγκατάλειψης ποὺ ἐπρόκειτο νὰ νιώσει ὅταν θὰ ἔβλεπε τὸν πατέρα νὰ ἀπομακρύνεται πατώντας γκάζι, χωρὶς νὰ γυρίσει νὰ κοιτάξει τὸν γιό του ποὺ ἔμεινε γιὰ ὥρα περιμένοντας ἕνα νεῦμα, ἕνα γύρισμα τοῦ κεφαλιοῦ, μόνος μὲ τὴ βαλίτσα του μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ σχολείου.

 

5.  Από τα σκουπίδια στη βαλίτσα

ΟΤΑΝ Ο ΝΙΚΟΣ βρέθηκε στὸν κοιτώνα, μπροστὰ στὸ κρεβάτι ὅπου θὰ κοιμόταν στὸ ἑξῆς, χωρὶς δικό του δωμάτιο, χωρὶς δικούς του ἀνθρώπους, ξένος ἀνάμεσα σὲ ξένους, μετὰ τὴν ἀπελπισία, τὸν κυρίευσε ὁ θυμός. Πῶς μπόρεσαν οἱ γονεῖς του νὰ τὸν παρατήσουν; Πῶς τὸ ἐπέτρεψε ὁ πατέρας του, αὐτὸς ποὺ στὰ δώδεκά του, στὴν ἴδια ἡλικία μὲ ἐκεῖνον, εἶχε βρεθεῖ οἰκότροφος στὶς Βασιλικὲς Τεχνικὲς Σχολὲς τῆς Λέρου, μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του, τὴν Κρανιά, στὸν ῎Ολυμπο; ῞Οταν στὴν πρώτη ἐπίσκεψη γονέων τόλμησε νὰ τὸ πεῖ στὸν πατέρα του, ἐκεῖνος τοῦ ἄστραψε ἕνα χαστούκι. «Νὰ μὴ βάζεις στὸ στόμα σου τὶς Σχολές», εἶπε. «Αὐτὲς μὲ ἔκαμαν ἄνθρωπο. Τί ἤξερα στὸ βουνό; Τίποτα. Μόνο νὰ μεταφέρω τὰ ὅπλα στοὺς ἀντάρτες μὲ ἕνα γαϊδούρι. ῞Οταν μᾶς μάζεψε ὁ κυβερνητικὸς στρατός, ἤμασταν ἀγρίμια. Μὲ τὰ παπούτσια κοιμόμασταν μέσα σὲ σπηλιές. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ βασιλέας ποὺ μᾶς ἔβαλε νὰ μάθομε μιὰ τέχνη. Νὰ βγάζομε κατόπιν τὸ ψωμί μας. Καὶ μὴν ξεχνᾶς ὅτι οἱ περισσότεροι ἤμασταν ὀρφανοί. Τοῦ ἑνὸς ὁ γονιὸς εἶχε σκοτωθεῖ στὸ βουνό, τοῦ ἄλλου ἦταν ἐξόριστος, ἀλλουνοῦ σὲ στρατόπεδο αἰχμάλωτος. Ἐμένα μὲ πήρανε μετὰ τὸν σκοτωμὸ τοῦ πατέρα. Τὴ μάνα μου οὔτε ποὺ τὴν ξανάδα. Ποῦ κοτάγαμε ἐμεῖς νὰ παραπονεθοῦμε; Ποῦ ξέραμε ἀπὸ ἐπισκέψεις γονέων; ῎Ασε λοιπὸν τὶς κλάψες καὶ κοίτα νὰ προκόψεις, γιατὶ δὲν μένεις ἐδῶ τσάμπα. Διπλὴ δουλειὰ ἔχω φορτωθεῖ στὸ ξυλουργεῖο γιὰ νὰ φοιτᾶς ἐκεῖ ποὺ φοίτησε κι ὁ Κωνσταντίνος. Ἐρχότανε, παιδὶ ἀκόμη, μὲ τὸν πατέρα του στὴ Λέρο». Ναί, τὸ ἤξερε. Ὁ κὺρ Γιάννης δὲν μιλοῦσε συχνὰ γι’ αὐτά, ὅμως τὰ ἄκουγε ἀπὸ τὴ μάνα του, ποὺ εἶχε φοιτήσει κι ἐκείνη στὸ ἴδιο Ἵδρυμα, στὴ Σχολὴ Οἰκοκυρικῆς. Οἱ δικοί της γονεῖς, ἀντάρτες κι αὐτοί, εἶχαν ἐπιβιώσει, ἀλλὰ δὲν ἔφεραν ἀντίρρηση στὴ μεταφορὰ τῆς κοπέλας στὸ νησί, μιὰ πού, πάμφτωχοι –τὸ σπίτι τους στὴν ὀρεινὴ Μεσσηνία εἶχε καεῖ στὸν Ἐμφύλιο–, δὲν εἶχαν νὰ ζήσουν τὴ μοναχοκόρη τους. Ἡ Σχολὴ Οἰκοκυρικῆς ἦταν μιὰ λύση. Οἱ γονεῖς τοῦ Νίκου λοιπὸν γνωρίστηκαν στὶς Σχολὲς τῆς Λέρου, ὅπως στὰ ᾽Ανάβρυτα γνωρίστηκαν καὶ οἱ γονεῖς τῆς μικρῆς Παρασκευῆς.
«Ἔλα, πὲς τώρα. Πῶς σοῦ φάνηκε ἡ μαμὰ τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τὴν εἶδες;»
«Λοιπόν, τὴν πρωτοεῖδα στοὺς ἀγῶνες δρόμου ποὺ διοργανώνονταν κάθε ᾽Οκτώβριο. Διαγωνιζόταν κάθε τάξη ξεχωριστά. Πρῶτα τὰ κορίτσια καὶ μετὰ τὰ ἀγόρια. Ἡ διαδρομὴ ἦταν μέσα ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Συγγροῦ».
«Ποῦ; Ἐδῶ ποὺ περπατᾶμε τώρα;»
«Ναί, περίπου. Τὸ μονοπάτι ποὺ ἀκολουθούσαμε ἦταν ἕνα χιλιόμετρο δρόμος. Πότε ἀνηφόρα, πότε κατηφόρα».
«᾽Ανώμαλος δηλαδή!» εἶπε μὲ ἔμφαση τὸ κορίτσι. Ὁ μπαμπάς της ἔκανε πὼς δὲν ἔπιασε τὸ ὑπονοούμενο. «Ναί, ἀνώμαλος. Πρῶτα ἔτρεξαν τὰ κορίτσια τῆς πρώτης γυμνασίου. Ἐμεῖς, συγκεντρωμένοι στὸν στίβο, βλέπαμε μόνο τὴν ἐκκίνηση καὶ τὸν τερματισμό. Τὴ μαμά σου τὴν πρόσεξα πρὶν δοθεῖ τὸ σύνθημα νὰ ξεκινήσουν. Ἦταν ψηλὴ καὶ κοκαλιάρα. Καμπούριαζε λίγο, εἶχε στραμμένους τοὺς ὤμους πρὸς τὰ μέσα. Μοῦ ἄρεσε γιατὶ ἐγὼ τότε ἄκουγα ρόκ».
«Καὶ τί σχέση ἔχει αὐτό;»
«Δὲν ξέρω. Πάντως, ὅταν τὴν εἶδα, σκέφτηκα πὼς ἡ ὄψη της θὰ ταίριαζε μὲ μουσικὴ ὑπόκρουση τῶν Doors».
«Μάλιστα… Καὶ μετά;»
«Τὴν εἶδα νὰ ξεκινάει λίγο μετὰ τὴν ἐκκίνηση. Σὰν νὰ ἦταν ἀφηρημένη. Αὐτὸ μοῦ φάνηκε κάπως χαριτωμένο. Δὲν περίμενα κὰν νὰ τερματίσει. Φαντάζεσαι τὴν ἔκπληξή μου ὅταν τὴν εἶδα νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ δάσος πρὶν ἀπὸ ὅλες, μὲ κάτι τεράστιους, γοργοὺς διασκελισμούς. Πίσω της δὲν φαινόταν ἀκόμη καμία ἄλλη. Ἦταν βέβαιο ὅτι θὰ τερμάτιζε πρώτη. Ἔμεναν μόνο καμιὰ πενηνταριὰ μέτρα νὰ διασχίσει, ἔξω ἀπὸ τὸ δάσος, σ’ ἕναν χωματόδρομο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ τέρμα, ἐκεῖ ποὺ καθόμασταν οἱ ὑπόλοιποι. ῞Ομως ἐκείνη ξαφνικὰ ἔκοψε ταχύτητα κι ἄρχισε τὸ περπάτημα. Δὲν πιστεύαμε στὰ μάτια μας! Τῆς φωνάζαμε νὰ συνεχίσει. Νὰ τρέξει λίγο ἀκόμα. Ἐκείνη τὸν χαβά της. Ἔτσι, τὴν προσπέρασαν δυὸ τρεῖς μαθήτριες. Δὲν πῆρε οὔτε κὰν τὸ χάλκινο. Ἦταν καταπληκτικό».
«Τί τὸ καταπληκτικὸ εἶχε αὐτὴ ἡ χαζομάρα;»
«Μὰ δὲν κατάλαβες; Ἡ μαμά σου μποροῦσε νὰ νικήσει, εἶχε τὸ χρυσὸ στὸ τσεπάκι της, ὅμως τοὺς τὸ πέταξε στὰ μοῦτρα. Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔλεγε, ἐγὼ τοὺς ἔχω γραμμένους τοὺς ἀγῶνες σας, ἐμένα δὲν μὲ νοιάζουν αὐτά, δὲν εἶμαι ἄλογο κούρσας. Ἐγὼ τρέχω γιὰ τὸ κέφι μου».
«Καλά, μπορεῖ νὰ μὴν ἤξερε ποῦ εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ τερματισμοῦ. Νὰ νόμιζε πὼς τερμάτισε ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ δασάκι».
Ὁ Νίκος γέλασε. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ἦταν αὐτὸς ὁ λόγος. Ἡ Ραχὴλ ἄλλωστε ἦταν ἀπὸ τότε «στὸν κόσμο της», ὅπως τὴν πείραζαν συχνὰ καὶ οἱ δυό της κόρες. Μπορεῖ, ἐκεῖ ποὺ ἔπλενε μιὰ κατσαρόλα, νὰ ἔμενε μὲ τὸ καπάκι στὸ χέρι, κοιτώντας τὶς σαπουνάδες μὲ προσήλωση λὲς καὶ ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ αὐτὴ παρατήρηση τοῦ ἀφροῦ ἐξαρτιόταν τὸ μέλλον της. Τὸ ἴδιο κι ὅταν καθάριζε ἕνα μῆλο: ξεκινοῦσε ἀφαιρώντας τὴ φλούδα κυκλικά, καὶ ὅταν ἔφτανε στὴ μέση, ἔμενε μὲ τὸ μαχαίρι μετέωρο, τὴ μισοκαθαρισμένη φλούδα νὰ κρέμεται σὰν σπιράλ. Ἐπίσης, ὅταν διάβαζε, συχνὰ κατέβαζε τὸ βιβλίο, ὅμως τὸ βλέμμα της παρέμενε ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως ἦταν ἡ σελίδα λὲς καὶ τὰ γράμματα εἶχαν ξεκολλήσει καὶ αἰωροῦνταν στὸ κενό, σὰν μαῦρα μανταλάκια σὲ ἀόρατο σκοινί. Πάντως ἀπὸ μαθήτρια διάβαζε πολύ. Ἐξαιτίας της εἶχε μπεῖ κι ὁ Νίκος σ’ ἐκείνη τὴν ὁμάδα ποίησης στὰ ᾽Ανάβρυτα. Τότε ἡ Ραχὴλ ἦταν δεκατεσσάρων χρονῶν κι ὁ Νίκος δύο χρόνια μεγαλύτερος. Εἶχε συνηθίσει πιὰ τὴ ζωὴ στὸ οἰκοτροφεῖο, τὰ ὡράρια, τὸ κρύο λουτρό, τὸν ὕμνο τῶν ᾽Αναβρύτων, τὰ καψόνια, τὴ στέρηση ἐξόδου ἀλλὰ καὶ τὶς πλάκες στὴν τραπεζαρία, τὴν κουβέντα μὲ τοὺς φίλους πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὸ μοίρασμα τῆς κοινῆς ζωῆς. Σχέση μὲ τὰ βιβλία καὶ μὲ τὴν ποίηση δὲν εἶχε, πέρα ἀπὸ τὴ συμβατικὴ στὸ μάθημα τῶν Νέων Ἑλληνικῶν. Ἡ μόνη ἐπινοημένη πραγματικότητα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦσε μιὰ παράξενη ἀλλὰ βαθιὰ ἱκανοποίηση ἦταν ἡ ἐπινόηση ἑνὸς διαφορετικοῦ πατέρα. Ποῦ καὶ ποῦ, ὅταν ὅλοι στὸν κοιτώνα εἶχαν ἀποκοιμηθεῖ, σκάλιζε τὰ δελτάρια ποὺ εἶχε χώσει κρυφὰ στὴ βαλίτσα του ἀνάμεσα στὶς κάλτσες καὶ τὶς διπλωμένες φανέλες ποὺ τοῦ εἶχε τακτοποιήσει ἡ μητέρα. ῞Οταν ἐκείνη, τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του, τὸν εἶχε στείλει νὰ κατεβάσει τὰ σκουπίδια –ἀπὸ τὸ πρωὶ τῆς ἐρχόταν νὰ βάλει τὰ κλάματα κι ἔψαχνε εὐκαιρία νὰ χωθεῖ στὸ μπάνιο–, ἐκεῖνος κατέβηκε τὶς σκάλες τῆς πολυκατοικίας ἀπρόθυμα, βγῆκε βαρὺς ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα καὶ διέσχισε τὸν δρόμο. Μὲ τὴ σακούλα σκουπιδιῶν στὸ χέρι, σκεφτόταν πὼς γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν θὰ ξαναέριχνε τὰ σκουπίδια ἐκεῖ, κι ἔτσι ὁ ξέχειλος βρομερὸς κάδος τὸν γέμιζε μὲ κάτι σὰν πρωθύστερη νοσταλγία, ὅταν πρόσεξε, πεταμένο ἀνάμεσα στὶς σακοῦλες, ἕνα πακέτο ποὺ ἔγραφε πάνω μὲ μαῦρο μαρκαδόρο «Λακκί». Τὸ πακέτο ἦταν πρόχειρα τυλιγμένο, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀντιστάθηκε στὸν πειρασμὸ νὰ τὸ ἀνοίξει, πιστεύοντας πὼς μέσα θὰ ἔβρισκε ἴσως γράμματα τοῦ πατέρα του ἀπὸ τότε ποὺ φοιτοῦσε ἐκεῖ. ῞Ομως ὄχι. Μέσα στὸ χαρτὶ περιτυλίγματος βρῆκε δεμένες μὲ μιὰ πλαστικὴ κορδέλα, ὅπως αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὰ ζαχαροπλαστεῖα, καμιὰ πενηνταριὰ κὰρτ ποστάλ, χωρὶς εἰκόνες, πυκνογραμμένες ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ μὲ διεύθυνση ἀποστολῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη. Δὲν ἤξερε νὰ πεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα ποιά παρόρμηση τὸν ἔκανε νὰ πάρει τὰ πεταμένα δελτάρια –ἔτσι τὰ ἀποκαλοῦσαν, ὅπως θὰ μάθαινε στὴ συνέχεια– καὶ νὰ τὰ κρύψει στὴ βαλίτσα του, ὡστόσο τὸ θαυμαστὸ περιεχόμενό τους θὰ τοῦ ἔκανε κάθε βράδυ συντροφιὰ τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ εἶχε βρεθεῖ ἐξόριστος στὰ ᾽Ανάβρυτα. Γιατὶ ἔτσι ἔνιωθε, ἐξόριστος. ῞Οπως ἐξόριστος ἦταν κι ὁ ἄντρας ποὺ στὴ Χούντα εἶχε βρεθεῖ στὸ στρατόπεδο Λακκίου τῆς Λέρου –στὸ ἴδιο κτίριο ἄραγε ποὺ πέρασε τὰ ἐφηβικά του χρόνια κι ὁ πατέρας του;– καὶ ἀντάλλασσε ἐπιστολὲς γεμάτες προσμονή, ἀγωνία καὶ τρυφερότητα μὲ τοὺς δικούς του, πίσω στὴν᾽Αθήνα.


Το βιβλίο
῞Ελενα Μαρούτσου: Τὸ ἐξιλαστήριο θαῦμα. Μιὰ ἱστορία σὲ πενήντα μία βαλίτσες
Κίχλη, Αθήνα 2022, 338 σελίδες, περ. 16 €
ISBN 978-618-5461-42-3

Η εικόνα του εξωφύλλου είναι από τη σειρά «Baggage Series» του Συροαμερικανού εικαστικού Μοχάμαντ Χαφέζ. Η συγγραφέας συνηθίζει να ενσωματώνει στα διηγήματά της εικαστικές αναφορές.

Επαναλαμβανόμενο μοτίβο του μυθιστορήματος είναι η «βαλίτσα» (σε όλες τις μορφές της, όπως σακίδιο, μπαούλο, τσάντα ή σακούλα σκουπιδιών) ως φύλακας της περιουσίας και της μνήμης. Μια βαλίτσα συμβολίζει πάντα αναχώρηση και άφιξη, ταξίδι και αλλαγή.

 

 

 

© Μ.Βαλασόπουλος

Η συγγραφέας
Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Ρέντινγκ της Αγγλίας. Διδάσκει λογοτεχνία και δημιουργική γραφή και δημοσιεύει κριτικές βιβλίων.
Έργα της: Του ύψους και του βάθους (Αλεξάνδρεια 1998)· Οι προδοσίες των ονομάτων (Αλεξάνδρεια 2004)· Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (Καστανιώτης 2008, Βραβείο Μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού δέκατα 2009)· ΤΟ ΝØΗΜΑ (Κέδρος 2010)· Οι χυδαίες ορχιδέες (Κίχλη 2015)· Δύο (Κίχλη 2018)· Θηριόμορφοι (Πόλις 2020, συμπεριελήφθη στη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία γυναικών συγγραφέων από την επιτροπή του ελληνικού PEN)· Το εξιλαστήριο θαύμα. Μια ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες (Κίχλη 2022, Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα 2023). Το Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων είναι το ένατο βιβλίο της (Κίχλη 2024).

Απόσπασμα: Έλενα Μαρούτσου. Παρουσίαση: Michaela Prinzinger σε μετάφραση Α.Τσίγκα. Φωτογραφίες: Κίχλη, Μάριος Βαλασόπουλος. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε