Βαγγέλης Τσαπρούνης: άγιες εικόνες και αγάπη για τη φύση

Συνέντευξη στον Simon Steiner

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Η αγιογραφία συνδυάζει τέχνη και χειρονακτική εργασία με την Πίστη, καθιστώντας, στον ταραχώδη κόσμο μας, δυνατή την αναζήτηση του Θείου. Για τον Βαγγέλη Τσαπρούνη η αγιογραφία είναι πολύ περισσότερο από ένα πεζό επάγγελμα. Ο Simon Steiner μίλησε μαζί του.

Βαγγέλη, πώς άρχισες να ασχολείσαι με την αγιογραφία;

Με την αγιογραφία άρχισα να ασχολούμαι πριν από 34 χρόνια, περίπου. Ήταν γύρω στο 1992 και είχα μόλις τελειώσει πενταετή φοίτηση σε ιδιωτικό εργαστήριο ελευθέρων σπουδών. Το θέμα της σπουδής μου ήταν το ελεύθερο σχέδιο και το χρώμα.

Στις σπουδές σου, ποιος ήταν ο ρόλος του παρελθόντος, της παράδοσης και της σύγχρονης εποχής μας; Και τι ρόλο έπαιξαν οι δάσκαλοί σου;

Ο Βαγγέλης Τσαπρούνης στο εργαστήρι του στα Βασιλικά της Βόρειας Εύβοιας

Εκείνη την εποχή στην Αθήνα, όπως άλλωστε και τώρα, τον τόνο στην εικαστική σκηνή τον έδινε η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών που έπαιρνε μια στροφή προς τη λεγόμενη «σύγχρονη τέχνη», contemporary art. Η νέα τάση αφορούσε εικαστικές εγκαταστάσεις, video art, performances, εννοιολογική τέχνη και οπωσδήποτε οτιδήποτε άλλο εκτός από ζωγραφική τελάρου. Αυτή η τάση τα επόμενα χρόνια έγινε κυρίαρχη και παραμένει ως τις μέρες μας.
Στο μικρό όμως εργαστήριο που φοιτούσα εγώ, η επιρροή της γενιάς του 1930 και της επιστροφής στην παράδοση ήταν ακόμα πολύ ισχυρή. Ο ζωγράφος Τάσος Ρήγας που διεύθυνε το εργαστήριο, μας μετέδιδε τον θαυμασμό του για ζωγράφους σαν τον Παρθένη, τον Νικολάου, τον Παπαλουκά, τον Τσαρούχη όπως και για τις πηγές αυτής της παράδοσης: τη βυζαντινή αγιογραφία, τα αρχαία ελληνικά ανάγλυφα, τις ληκύθους, τα ψηφιδωτά και τα φρέσκο. Ζούσαμε λοιπόν μια εποχή πίσω. Η ελληνική τέχνη είχε περάσει στην μεταμοντέρνα εποχή και εμείς αναπνέαμε ακόμα τον αέρα του μοντερνισμού. Μιλώντας για μοντερνισμό αναφέρομαι σε εκείνο το στοιχείο του που τον θέλει να ανατρέχει στις πηγές, την παράδοση και το αρχέγονο. Να αναζητά αυτό που έχει αξία.
Το εργαστήριο του Τάσου Ρήγα ήταν ένα φροντιστήριο προετοιμασίας για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Οι σπουδαστές έμεναν από ένα ως τρία χρόνια κατά μέσο όρο και μετά από αυτό είτε  είχαν εισαχθεί στη σχολή είτε τα παρατούσαν οριστικά. Ο Ρήγας ήταν ένας χαρισματικός δάσκαλος και δημιουργούσε όλο αυτό το καλλιτεχνικό κλίμα, εκπαιδεύοντας ζωγράφους. Στην πραγματικότητα δεν είχε καμία υποχρέωση να το  κάνει μιας και το εργαστήριο, όπως προανέφερα, αφορούσε απλώς την προετοιμασία για τις εξετάσεις.
Εγώ παρέμεινα εκεί πέρα από  το όριο των τριών χρόνων και ύστερα από πέντε συνεχόμενες φορές ως επιλαχών στη λίστα των επιτυχόντων της σχολής, αποφάσισα να συνεχίσω την πορεία μου χωρίς ανώτατη εκπαίδευση. Είχα περάσει πέντε χρόνια σπουδάζοντας σχέδιο και χρώμα, συζητώντας για τέχνη σε κυριακάτικους περιπάτους στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Αρχαιολογικό Μουσείο, βόλτες στις γκαλερί παρακολουθώντας και σχολιάζοντας την καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας.

Ο προσανατολισμός σου προς την παράδοση ταιριάζει στην Πίστη σου.

Από φύση ή από κλίση είχα ένα συντηρητισμό σαν άνθρωπος, μέσα στα άλλα. Ίσως και μια λανθάνουσα έφεση προς τη θρησκεία και το πνευματικό (στο σχολείο με φώναζαν τα άλλα παιδιά «πάτερ»). Ποτέ όμως δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τα δόγματα και τον φανατισμό. Αργότερα και μέσα από την δουλειά μου ανέπτυξα μια έντονη κλίση προς την οικουμενικότητα της θρησκείας.

Πώς σε επηρέασαν συγκεκριμένα εικονίσματα και δάσκαλοι;

Κάπου κοντά στο τέλος αυτής της περιόδου ο Τάσος Ρήγας με έφερε σε επαφή με τον αγιογράφο Γιώργο  Χοχλιδάκη. Ο μάστρο-Γιώργης, όπως τον λέγαμε, την εποχή εκείνη, είχε ένα αγιογραφικό εργαστήριο με τρείς-τέσσερις βοηθούς και αναλάμβανε αγιογραφήσεις εκκλησιών σε πολλά μέρη ανά την Ελλάδα. Ήταν φορέας μιας μεγάλης παράδοσης. Είχε θητεύσει στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου, του μεγάλου ανανεωτή της Βυζαντινής αγιογραφίας. Ο Κόντογλου ήταν δάσκαλος πολλών ζωγράφων της γενιάς του 1930, ανάμεσα σε άλλους και του Γιάννη Τσαρούχη.
Ενθουσιάστηκα με την ιδέα να εργαστώ μαζί του ως βοηθός αγιογράφος. Το έργο που με ενέπνεε ιδιαίτερα εκείνη την εποχή ήταν οι τοιχογραφίες της Μονής της Χώρας, στην Κωνσταντινούπολη, μνημείο που είχα την ευκαιρία να το θαυμάσω κάποια χρόνια αργότερα από κοντά. [εδώ]
Πήρα λοιπόν έναν δρόμο που με απομάκρυνε από τα τεκταινόμενα στην τέχνη της εποχής μου και με βύθισε σε μια σπουδή που έμοιαζε με αρχαιολογική ανασκαφή. Ήμουν περίεργος για όλα όσα αφορούσαν αυτή την δραστηριότητα. Τα κείμενα της έβδομης οικουμενικής συνόδου που ορίζουν την χρήση της εικόνας στην ορθόδοξη παράδοση, τους βίους των Αγίων, την ιστορία της αρχιτεκτονικής και της εικονογραφίας, την τεχνολογία των υλικών, τις καταβολές αυτής της τέχνης κ.ο.κ.
Στο εργαστήριο του αγιογράφου Γιώργου Χοχλιδάκη ζωγραφίζαμε κυρίως τοιχογραφίες και ελάχιστες φορητές εικόνες σε ξύλο. Ο Χοχλιδάκης είχε δουλέψει την τεχνική φρέσκο στην αρχή της σταδιοδρομίας του και δείγμα αυτής της δουλειάς μπορεί κανείς να δει στην μικρή εκκλησία της Καπνικαρέας στην οδό Ερμού όπου είχε δουλέψει με τον δάσκαλό του τον Κόντογλου.

Πες μου περισσότερα για την τεχνική σου και τα στάδια της εκπαίδευσής σου.

Οι Άγιοι Δημήτριος και Θεόδωρος

Την εποχή που πήγα εγώ δούλευε μόνο σε ξερό τοίχο, al seco, και ιδιαίτερα μια παραλλαγή αυτής της τεχνικής στην οποία χρησιμοποιούσαμε καμβά. Στην τεχνική αυτή χρησιμοποιούμε μεγάλα κομμάτια βαμβακερό ύφασμα περίπου 3m x 4m τα οποία τεντώνουμε σε  αντίστοιχου μεγέθους τελάρα στο εργαστήριο. Στη συνέχεια περνάμε την προετοιμασία, σχεδιάζουμε την παράσταση και τη ζωγραφίζουμε. Το έτοιμο έργο διπλώνεται προσεκτικά και το κολλάμε στον τοίχο, σαν ταπετσαρία περίπου. Η ακριβής θέση που θα τοποθετηθεί προβλέπεται με ακρίβεια από ένα εικονογραφικό πρόγραμμα το οποίο έχει σχεδιαστεί υπό κλίμακα πάνω σε ένα αρχιτεκτονικό σκαρίφημα του Ναού. Αυτή είναι η τεχνική που χρησιμοποιώ και στα δικά μου έργα συνήθως. Υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα στη μέθοδο καθώς και τεχνικές δυσκολίες. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι πρέπει να υπολογιστούν σωστά τα μεγέθη των έργων καθώς και οι χρωματικές διαβαθμίσεις έτσι ώστε να δημιουργήσουν ένα αρμονικό σύνολο με το αρχιτεκτονικό μέλος και να δημιουργηθεί η κατανυκτική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στις ορθόδοξες εκκλησίες. Αυτό λύνεται μόνο με την εμπειρία και βοηθό έχει κανείς τις δοκιμασμένες λύσεις της παράδοσης. Η καθημερινότητα στο εργαστήριο μας εκπαίδευε γι’ αυτό.
Υπάρχει μια ιεραρχία σε αυτή τη δουλειά. Ο δάσκαλος διευθύνει το εργαστήριο. Αυτός κάνει το αρχικό σχέδιο υπό κλίμακα καθώς και τα τελικά σχέδια στον καμβά. Οι βοηθοί ξεκινούν την θητεία τους κάνοντας την προετοιμασία του καμβά και άλλες χοντροδουλειές. Έμεινα σε αυτό το στάδιο για σχεδόν ένα χρόνο και στην συνέχεια άρχισα να ζωγραφίζω κτήρια, μετά ρούχα κ.λ.π. Υπάρχουν λοιπόν τεχνίτες που ειδικεύονται στα ρούχα ή στα διακοσμητικά μοτίβα ανάλογα με την πείρα του ο καθένας. Κάποιος μπορεί να είναι φιλόδοξος και να μάθει όλη τη δουλειά, ενώ κάποιος άλλος αρκείται στην ειδικότητά του. Ο δάσκαλος κάνει επίσης το τελείωμα του έργου, χαμηλώνει κάποιους τόνους εδώ, τονίζει κάτι άλλο εκεί, διορθώνει το σχέδιο κάποιου ρούχου και το πιο σημαντικό ζωγραφίζει τα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους. Έτσι γίνεται δυνατή η ζωγραφική τόσο μεγάλων επιφανειών.
Για την ιστορία αναφέρω ότι ύστερα από μερικά χρόνια δούλεψα και στο εργαστήριο φορητών εικόνων του Θέμη Πέτρου όπου έμαθα την τεχνική της αυγοτέμπερας.  Δούλευα μια στο ένα εργαστήριο και μια στο άλλο κατά περιόδους. Στα 1996 σε ηλικία 27 χρόνων ανέλαβα να ζωγραφίσω μαζί με τη συνάδελφο Νέλλη Τζιάρα το παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου στη Χαλκίδα. Το 1998 με βρίσκει να ιδρύω το πρώτο μου εργαστήριο στην οδό Κολοκοτρώνη στο κέντρο της Αθήνας, και το 2001 το μεταφέρω στην οδό Αγίας Φιλοθέης δίπλα στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Πώς διαμορφώθηκετο το προσωπικό σου στυλ; Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι σου;

Παντοκράτωρ στον θόλο του παρεκλήσιου Αγ.Βασιλείου
Σχοινούσας 2002, τεχνική al seco

Όσον αφορά το προσωπικό μου στύλ μέσα σε αυτά τα πλαίσια, θα έλεγα ότι δεν είναι ζήτημα συνειδητής επιλογής ή εκλεκτικισμού. Η όποια προσωπική γραφή έχει να κάνει με τον τρόπο που κατανοώ περισσότερο ή λιγότερο τα στοιχεία της παράδοσης, είναι δηλαδή προϊόν αναλυτικής διαδικασίας αλλά και μιας εσωτερικής αίσθησης του Ιερού που διαμορφώθηκε σιγά σιγά μέσα μου. Ας πούμε ότι έχω διαμορφώσει ένα κριτήριο ή ιδανικό που προσπαθώ να προσεγγίσω. Κοιτάζω το έργο που δουλεύω και αναρωτιέμαι: είναι σωστά σχεδιασμένο, τα χρώματα είναι αρμονικά; Η μεγάλη μου φιλοδοξία, αλλά αυτό πρέπει να το πουν οι άλλοι αν το καταφέρνω, είναι να βοηθώ και εγώ με την τέχνη μου να δημιουργείται στην εκκλησία αυτό το βίωμα εορταστικής χαράς και συγκρατημένης λύπης, το συναίσθημα της χαρμολύπης όπως λέγεται με μία λέξη.
Θα αναφέρω εδώ κάποιες γνώμες άλλων για το θέμα που τις ασπάζομαι κι εγώ: Οι καλλιτέχνες στα εργαστήρια τους κυνηγάνε διαρκώς ένα όραμα και αυτή είναι η κύρια έγνοια που τους απασχολεί όταν εργάζονται (κι όχι μόνο τότε). «Κυνηγάνε πάντα κάποιο είδος ισορροπίας κι αναρωτιούνται αν την έχουν πετύχει» (Gombrich). [εδώ] Επίσης «κινούνται διαρκώς προς την έκσταση χωρίς να την φτάνουν ποτέ γιατί ο εκστατικός άνθρωπος δεν έχει πλέον την επιθυμία να κάνει τέχνη» (Λάπας). [εδώ]

Ποια σημασία έχει για σένα η αγιογραφία;

Ο Αγ. Νικόλαος στον Αγ. Βασίλειο Σχοινούσας 2002

Συνοψίζοντας, κατά την γνώμη μου, η αγιογραφία δεν είναι μια απλή τεχνοτροπία, είναι ένα ολόκληρο εικαστικό σύστημα που σχετίζεται άμεσα με το ορθόδοξο δόγμα. Θα χρειαζόταν να είναι κανείς θεολόγος και να έχει εντρυφήσει στη θεολογία των εικόνων για να περιγράψει όλο το πλέγμα των κανόνων και των συμβολισμών. Σε γενικές γραμμές όμως μπορούμε να πούμε ότι η έβδομη οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας αποκαθιστά τη χρήση των εικόνων, στην λατρευτική πρακτική, μετά την εικονομαχία. Η εικόνα από αυτή την άποψη αποκτάει την αξία της μέσα στην εκκλησία χάρη στην δυνατότητά της να προσανατολίσει το πνεύμα των πιστών προς τον Εικονιζόμενο. Πρόκειται λοιπόν για λειτουργικό αντικείμενο  που καθαγιάζεται  μέσα από τη χρήση του στην λατρεία. Ο αγιογράφος προσφέρει την χειρωνακτική του εργασία προκειμένου να την κατασκευάσει. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, αυτό εκφράζει η φράση «δια χειρός» πριν την υπογραφή του, που θεωρείται πιο κατάλληλο από το αρχαίο «εποίησεν». Το ίδιο ισχύει και για όλα τα λειτουργικά σκεύη. Το Ιερό Ποτήριο, για παράδειγμα, δεν λαμβάνει την ιερότητα του εξ αιτίας της κατασκευής του αλλά εξ αιτίας της χρήσης του στην Θεία Ευχαριστία.

Τώρα, φυσικά, με ενδιαφέρει πολύ να μάθω τι είναι αυτό που κάνει τη δουλειά σου να ξεχωρίζει. Είναι βασικά η θρησκεία, η Εκκλησία;

Παντοκράτωρ στον θόλο του Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου Dunackeszi Βουδαπέστη 2024, τεχνική al seco

Είναι φανερό από όσα ήδη ανέφερα, ότι υπάρχει μια «ένταση» ανάμεσα στην κοσμική τέχνη και την αγιογραφία, όσον αφορά τη θεματολογία αλλά και όσον αφορά την χρονικότητα. Υπάρχει ένας σταθερός κώδικας που μένει ζωντανός μέσα στα εργαστήρια της αγιογραφίας όσο η παράδοση περνάει από δάσκαλο σε μαθητή και όπως συνοψίζεται από φωτισμένους δασκάλους όπως ο μοναχός Διονύσιος ο εκ Φουρνά, 16ος αι.μ.Χ. [εδώ] Η όποια εξέλιξη είναι πολύ αργή και συχνά κάνει κύκλους. Η ένταση που προανέφερα περιγράφεται από το γεγονός πως ο σύγχρονος αγιογράφος, αντίθετα με τα κελεύσματα του καιρού του, καλείται να γυρίσει την πλάτη στην πρωτοτυπία και τον υποκειμενισμό για να υπηρετήσει κάτι άχρονο.
Κατά τη γνώμη μου, η  θρησκεία σαν σύστημα γνώσης είναι στραμμένη στο παρελθόν. Ό,τι σημαντικό μπορούσε να ειπωθεί έχει ειπωθεί ήδη το έτος 1 από τον ίδιο τον Χριστό. Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος της τεχνολογίας δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σημαντικά υπαρξιακά ζητήματα της ζωής. Η εκκλησία δίνει απάντηση  στη βασική ερώτηση «τι είναι θάνατος» και η απάντηση είναι ότι «δεν υπάρχει θάνατος». «Με ποιο τρόπο πρέπει να σχετίζονται οι άνθρωποι;» «Με κοινωνία αγάπης.» Ίσως μέχρι να εμπεδωθούν αυτές οι βασικές αλήθειες θα βάζουμε μόνοι μας τις αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια μας.
Οι αλήθειες αυτές δεν είναι προς απόδειξη, αντιθέτως πρόκειται για αφετηρίες που οδηγούν σε συγκεκριμένη πρακτική. Κρίνονται δηλαδή εκ του αποτελέσματος, και προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη στάση. Η παράδοση αποκτάει κύρος με μια αέναη συσσώρευση προσώπων, σοφών προπατόρων, που συχνά μας διαφωτίζουν και άλλοτε, εξ αιτίας της διαφορετικής ιστορικής στιγμής και αναγκών, μας συσκοτίζουν. Η εκκλησία πάντα βρίσκεται σε μια ένταση ανάμεσα στην συντήρηση και στην μεταρρύθμιση, κι αυτό συχνά οδηγεί στην αίρεση. Είναι δηλαδή «μαχόμενη» (ή στρατευόμενη), όπως λέγεται, σε αντίθεση με την εκκλησία των αγίων που ονομάζεται «θριαμβεύουσα». Την απεικόνιση της δεύτερης προσπαθεί να κάνει ορατή ο αγιογράφος.

Μίλησέ μου για την εργασία σου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Γενική άποψη με σκαλωσιά στον Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου Dunackeszi Βουδαπέστη 2024

Από το 1996 που άρχισα να αναλαμβάνω αγιογραφήσεις εκκλησιών έχω ιστορήσει εξολοκλήρου εφτά Ιερούς Ναούς στην Ελλάδα και έναν στο εξωτερικό. Πρόκειται για Ενοριακούς Ναούς και παρεκκλήσια. Συγκεκριμένα: Ι.Ν Αγίου Στεφάνου, Χαλκίδα, παρεκκλήσιο Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Δημητρίου // Ι.Ν Αγίου Χαραλάμπους, Ελληνικά, Β. Εύβοια, ενοριακός // Ι.Ν Αγίου Αθανάσιου, Ελληνικά, Β. Εύβοια, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίας Σοφίας, Αμοργός, ενοριακός // Ι.Ν Τιμίου Σταυρού, Δονούσα, ενοριακός // Ι.Ν Αγίου Φιλαρέτου, Σχοινούσα, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίου Βασιλείου, Σχοινούσα, παρεκκλήσιο // Ι.Ν Αγίου Πέτρου και Παύλου, Βουδαπέστη, ενοριακός.
Έργα μου, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες καθώς και δεσποτικές εικόνες τέμπλου υπάρχουν σε πολλούς άλλους Ιερούς Ναούς και σε ιδιωτικές συλλογές.
Ο τρόπος που εργάζομαι στη Ελλάδα και στο εξωτερικό ουσιαστικά είναι ο ίδιος. Αρχικά κάνω μια μελέτη, όπως περιέγραψα στην αρχή, η οποία συνοδεύεται από οικονομική προσφορά. Αν ο εφημέριος μείνει ευχαριστημένος, το σχέδιο πηγαίνει για έγκριση από την αρμόδια μητρόπολη και προχωρώ στην εκτέλεση του έργου, μαζί με μια ομάδα εργασίας που συγκροτώ κάθε φορά.

Σε κάποια ταβέρνα μού είχες δείξει φωτογραφίες της δουλειάς σου στη Βουδαπέστη. Θυμάμαι ότι ήταν λίγο μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2021 για την οποία συζητούσαμε συνεχώς.

Λεπτομέρεια πίνακα

Στη Βουδαπέστη, βέβαια, υπήρχαν επί πλέον  δυσκολίες. Η διαφορά της γλώσσας και της κουλτούρας καθώς και η προμήθεια των υλικών ήταν μερικές. Επίσης, η εξαγωγή και η μεταφορά των έργων. Το ελληνικό δημόσιο έχει θεσπίσει ειδική άδεια για την εξαγωγή έργων τέχνης, προς αποφυγή της αρχαιοκαπηλίας. Η άδεια αυτή χορηγείται από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία και βεβαιώνει ότι τα έργα προς εξαγωγή είναι σύγχρονα. Όλα αυτά όμως ξεπεράστηκαν χάρις την καλή συνεργασία και την αμοιβαία εμπιστοσύνη με τον εφημέριο εκεί, τον πάτερ Νικόλαο, την οικογένεια του και τη βοήθεια των Αγίων. Μετά το τέλος αυτής της εργασίας αισθάνθηκα ιδιαίτερα περήφανος και ταυτόχρονα ευγνώμων. Ήταν για μένα ένας άθλος.
Η πρόταση για την παραπάνω εργασία έγινε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή. Ήταν αμέσως την μεγάλη πυρκαγιά στην Β. Εύβοια, τον τόπο καταγωγής μου όπου διαμένω με την οικογένεια μου τα τελευταία 14 χρόνια. Η Φωτιά κατέκαυσε 500.000 στρέμματα συμπαγούς δάσους. Μια βιβλική καταστροφή. Η κρατική μέριμνα κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς ήταν απούσα, επιεικώς. Στη συνέχεια στράφηκε προς την κατεύθυνση των «μεγάλων επενδύσεων». Αποτέλεσμα, μετά το πρώτο βαρύ πένθος και την προσπάθεια να ορθοποδήσουν, οι κάτοικοι από χρόνο σε χρόνο εγκαταλείπουν την περιοχή εξ αιτίας του οικονομικού μαρασμού και της ανεργίας που ακολούθησε την καταστροφή των ζωτικών πόρων της περιοχής. Το δάσος παρήγαγε ξυλεία, ρητίνη πεύκου και ένα σημαντικό τουριστικό προϊόν, εκτός των άλλων. Το 80% του ελληνικού μελιού από πεύκο παραγόταν εδώ. Η παραδοσιακή κτηνοτροφία δέχτηκε τρομερό πλήγμα. Τα ζώα κάηκαν ζωντανά, σε μεγάλο ποσοστό. Τον πρώτο καιρό η περιοχή έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Στάχτη, φορτηγά, λάσπη, όρθιοι καμένοι κορμοί παντού. Και μετά πλημμύρες. Απλώς  δεν υπάρχουν λόγια να σας περιγράψω την κατάσταση. Οι κάτοικοι ξεχνούσαν ακόμα και το όνομά τους από το σοκ.
Δέχτηκα λοιπόν την πρόταση για την αγιογράφηση στη Βουδαπέστη από ένα παλιό μου συνεργάτη Ουκρανό που έχει γυρίσει στην πατρίδα του, έχει κάνει οικογένεια και έχει γίνει ιερέας. Είχε ακούσει γι’ αυτή την ενορία που ήθελε να αγιογραφήσει την εκκλησία της με τον ελληνικό τρόπο. Μου πρότεινε να την αναλάβουμε μαζί γιατί ο ίδιος εξ αιτίας των καθηκόντων του δεν μπορούσε μόνος. Κατά τη γνώμη μου δεν είχε και την εμπειρία. Για να μην τα πολυλογώ, κάναμε την πρώτη επαφή με τον π. Νικόλαο, τον ιερέα της ενορίας. Στην συνέχεια ο πόλεμος στην Ουκρανία τον έκλεισε πίσω από τα σύνορα κι έτσι ανέλαβα μόνος μου. Μπόρεσα μόνο να τον συμπεριλάβω στη ομάδα που τοποθετούσαμε τις τοιχογραφίες στο Ναό.
Η αγιογράφηση κάθε εκκλησίας είναι πολύ μεγάλο έργο. Πάντα υπάρχουν ιδιαιτερότητες και ξεχωριστές στιγμές.

Θυμάμαι με μεγάλη χαρά την έκθεσή σου στα Βασιλικά· είχαμε μουσική, κρασί και υπέροχες συζητήσεις. Και θαυμάσια ζωγραφική – όχι εικονίσματα, αλλά απεικονίσεις των Βασιλικών, της ιδιαίτερής μας πατρίδας.

Παράλληλα με την εκκλησιαστική ζωγραφική, ζωγραφίζω και άλλα θέματα. Πρόκειται για σχεδιάσματα, σπουδές και έργα ζωγραφισμένα με μολύβι, μελάνι, ακουαρέλα, λάδι ή ακόμα και κάποια χαρακτικά και ελάχιστα γλυπτά. Παρουσίασα μια μικρή συλλογή από αυτά τα έργα σε μια έκθεση που έκανα εδώ στα Βασιλικά το 2021, τη χρονιά της πυρκαγιάς. Την ονόμασα «μικρή αναδρομική» γιατί συμπεριλάμβανε επιλεγμένα έργα από όλη μου την πορεία, εκτός από τη περίοδο της μαθητείας. Ήθελα να δείξω όλη αυτή την δουλειά και να πάρω μια ανατροφοδότηση.
H πιο συνεκτική ενότητα, από αυτή τη δουλειά είναι τα τοπία που ζωγραφίζω με λάδι πάνω σε κόντρα πλακέ θαλάσσης. Είναι τοπία  από την γύρω περιοχή. Θάλασσες και χαμηλοί λόφοι. Τα ζωγραφίζω από του φυσικού και από  μνήμης. Δεν επιλέγω τα θέματα αυτά με κριτήριο την γραφικότητά τους αλλά επειδή μου προκαλούν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, μια σύνδεση με το τοπίο. Ζωγραφίζω πάνω στην κάθετη διάσταση έτσι ώστε να συμπεριλάβω όσο το δυνατόν περισσότερο ουρανό. Άνθρωποι δεν υπάρχουν και πολύ σπάνια ανθρώπινες κατασκευές. Με ενδιαφέρει να δημιουργήσω μια εντύπωση υψηλού, ένα είδος δέους απέναντι στο μεγαλείο της φύσης, που όμως είναι ταυτόχρονα οικείο και προσιτό, εξ αιτίας της κλίμακας του τοπίου. Πρόκειται για λόφους και όχι για πανύψηλα απρόσιτα όρη. Για του Έλληνες το Θείο ήταν πάντα κοντινό και προσιτό. Αντίθετα με τις αγιογραφίες, τα ζωγραφίζω γρήγορα σχεδόν αυτόματα, αφού έχω σχηματίσει πρώτα στο μυαλό μου τι θέλω να κάνω κάθε φορά. Συχνά χωρίς κανένα προσχέδιο.

Πώς ανταποκρίνεται το κοινό;

Συνήθως παίρνω καλά σχόλια για την ζωγραφική μου, οι άνθρωποι που τα βλέπουν μου λένε συχνά ότι αναγνωρίζουν πολύ οικεία θέματα που δεν τα είχαν προσέξει μέχρι τότε. Αυτό το θεωρώ επιτυχία, μέσα στις επιδιώξεις μου είναι να διευρύνω κάπως τα όρια των πραγμάτων που τους δίνουμε προσοχή. Επίσης, μου λένε πως τα έργα μου τους ταξιδεύουν.

Έχεις εκθέσει και στα Κύθηρα.

Έκανα μια έκθεση με αυτά στον εκθεσιακό χώρο «Δεσμό» στο Παρίσι το 2019 και είχα καλή υποδοχή. Μετά την πυρκαγιά του 2021 τα τοπία μου έγιναν καμένα τοπία και αναγεννημένα τοπία. Το 2023 εξέθεσα αυτή τη δουλειά σε ένα ωραίο χώρο στα Κύθηρα, το «Ζείδωρο». [αρχαία: «ζωογόνο»]

Πώς συνδυάζεις θρησκευτική και «λαϊκή» τέχνη;

Οι αγιογραφίες μου και τα έργα μου στη φύση διαφέρουν πολύ ως προς την θεματολογία και ως προς την τεχνοτροπία. Υπάρχει όμως ένα είδος συναισθηματικής σύνδεσης, που σε μένα δεν φαίνεται παράδοξη γιατί θεωρώ τη φύση ιερή.

Πού δημιουργείς τα έργα σου; Ποιός είναι ο ρυθμός εργασίας σου;

Το εργαστήρι στα Βασιλικά στη Βόρεια Εύβοια

Ο χώρος που μου δίνει τη δυνατότητα για όλη αυτή την παραγωγή είναι το εργαστήριο μου. Το εργαστήριο έχει συναισθηματική φόρτιση για μένα, είναι χώρος μελέτης και περισυλλογής. Μια τυπική μέρα εκεί ξεκινά συνήθως στις οκτώ το πρωί με σκούπισμα και οργάνωση της εργασίας. Εάν δεν υπάρχουν επείγουσες παραδόσεις, δουλεύω πέντε συνεχόμενες ώρες ζωγραφίζοντας και μελετώντας, μετά κάνω διάλειμμα  για μεσημεριανό φαγητό και ξεκούραση. Το απόγευμα είτε συνεχίζω στο εργαστήριο είτε ασχολούμαι με το σπίτι και αγροτικές εργασίες. Υπάρχουν συχνά προσαρμογές ανάλογα με τις καθημερινές ανάγκες και την εποχή. Προσαρμογές υπάρχουν και εξ αιτίας της ροής των παραγγελιών.  Οι εποχές του έτους και ο καιρός είναι πολύ πιο καθοριστικός για την εργασία στην επαρχία από ότι στην πόλη. Μου αρέσει η ποικιλία και έτσι δεν βαριέμαι ποτέ. Συχνά όμως είμαι αγχωμένος γιατί δεν προλαβαίνω όσα θέλω.

Σε γνωρίζω από τότε που ήσουν μικρό παιδί, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Όταν σε βλέπω, σκέφτομαι τα Βασιλικά, όπου μένουμε, και όχι τις αγιογραφίες.

Απολαμβάνω τη σχέση μου με τη φύση, τις εναλλαγές του φωτός και κυρίως τη θάλασσα. Είμαι ερωτευμένος με τη θάλασσα και η γυναίκα μου δε ζηλεύει γι’ αυτό επειδή μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη. Το φως είναι κυρίαρχο και στη ζωγραφική μου. Μου αρέσει να κολυμπώ αλλά απολαμβάνω και τους μακρινούς περιπάτους στο βουνό. Υπάρχουν όμως περίοδοι που κλίνομαι στο εργαστήριο και χάνω την επαφή με το γύρω μου. Μια μακριά τέτοια περίοδος ήταν τα τελευταία τρία χρόνια που ζωγράφιζα την εκκλησία στην Βουδαπέστη. Από άποψη υγείας δεν μου έκανε καλό. Ίσως δεν ήθελα να πολυβγαίνω και γιατί δεν ήθελα να βλέπω το καμένο τοπίο.

Πώς θα συνεχίσεις τώρα με την οικονομική κατάσταση που έχουμε; Μίλησες για τη δουλειά στα χωράφια και τις οικιακές εργασίες. Αλλά πώς θα μπορέσεις να βγάλεις στο μέλλον το ψωμί σου ως εικαστικός;

Πίνακες στο εργαστήρι

Οι παραγγελίες στη αγιογραφία δεν έχουν σταθερή ροή και οι εκθέσεις ζωγραφικής δεν είναι εισόδημα στην Ελλάδα. Αυτή την περίοδο η οικονομική δυσκολία είναι γενικότερο φαινόμενο στην Ελλάδα. Δεν έχω παράπονο, έχω ζήσει πλούσια ζωή και βρίσκομαι τώρα σε ένα ενδιαφέρον μεταίχμιο: Αισθάνομαι ότι έχω κάνει αρκετά για τη ζωγραφική και  θα μπορούσα να σταματήσω εδώ και να είμαι ευχαριστημένος. Η αναζήτησή μου έχει καρποφορήσει και αισθάνομαι ελεύθερος να επιλέξω επαγγελματικά κάτι άλλο πιο κερδοφόρο και πιο σταθερό. Θα μπορούσα επίσης να συνεχίσω και θα ήταν αυτό σαν μια καινούρια αρχή: πιο απελευθερωμένος και πιο ώριμος, να κάνω κάτι πραγματικά καλό, κληροδότημα για τους επόμενους. Μια παλιά ρήση λέει ότι η ζωγραφική είναι η τέχνη των γερόντων. Θα μπορούσα πιθανά να κλείσω το ψαλίδι ανάμεσα στην εκκλησιαστική μου και την κοσμική μου ζωγραφική. Αυτή θα ήταν μια πολύ ευγενική φιλοδοξία και είναι ο δρόμος που θα ήθελα να πάρω. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι αυτό εξαρτάται πάρα πολύ από τις κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες. Δεν ευνοούν όλες οι εποχές την παραγωγή της τέχνης το ίδιο,, στην Ελλάδα το να ασχολείσαι με την τέχνη αυτή την εποχή είναι αντίξοο. Εγώ από την άλλη έχω οικογένεια και αυτό είναι προτεραιότητα. Δεν θα επέλεγα τη ζωή του μοναχικού καλλιτέχνη που για χάρη της τέχνης του απαρνιέται τα πάντα. Ποτέ δεν ήμουν σε αυτό. Η τέχνη μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα και εγώ χωρίς αυτή.
Υπάρχουν στην Ελλάδα πολλά αγιογραφικά εργαστήρια που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Τα πιο πολλά κάνουν πολύ εμπορική δουλειά. Όμως στην τέχνη έτσι είναι την εποχή που τον πρώτο ρόλο παίζει το κέρδος. Κάποιοι όμως τα καταφέρνουν να υπερβούν τις αντιξοότητες του αγοραίου γούστου και της επιθυμίας για πλουτισμό και να κάνουν κάτι σημαντικό. Το ίδιο ίσως συμβεί και στη δική μας γενιά και η παράδοση να συνεχιστεί.

Βαγγέλη, σε ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση στο εργαστήρι και τη συζήτησή μας. Τα λέμε!


στο εργαστήρι: Β. Τσαπρούνης αριστερά, S. Steiner δεξιά

Ο Βαγγέλης Τσαπρούνης εδώ. Συνέντευξη: Simon Steiner. Φωτογραφίες: Β.Τσαπρούνης, Simon και Rebekka Steiner. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.

 

.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε