Αταλάντη Ευριπίδου: Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο

Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα και ένα διήγημα

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Η Αταλάντη Ευριπίδου μιλά στη Γεωργία Χάρδα για την πρώτη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Εκείνοι που δεν έφυγαν». Μέσα από προσωπικά βιώματα, ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία, η συγγραφέας συνδυάζει τη φαντασία με τη λαϊκή παράδοση.

Η συλλογή εξιστορεί, από την οθωμανική κατοχή μέχρι και σήμερα, το χρονικό ανθρώπων στο περιθώριο της Ιστορίας. Γυναίκες, κουήρ άτομα, εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, μπάσταρδα, σεξεργάτριες – ήταν ανέκαθεν παρόντες, παρότι σπάνια ορατοί, και ποτέ δεν έφυγαν. Επτά ιστορίες με φόντο μια ολοένα και λιγότερο μυθική Ελλάδα, όπου οι θρύλοι χάνονται, η ελευθερία στηλιτεύεται και η αλληλεγγύη είναι το μόνο που απομένει.
Αυτό που ξεχωρίζει στη συλλογή της είναι η ειλικρίνεια και η αναγνώριση της ανθρώπινης ατέλειας, καθώς οι χαρακτήρες της δεν είναι ιδανικοί, αλλά ανθρώπινοι και πολυδιάστατοι. Το βιβλίο εξετάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, καθώς και τις αντιφάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Η έντονη διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης, σε συνδυασμό με την αναζήτηση της αλήθειας σε έναν κόσμο γεμάτο ψευδαισθήσεις, δείχνει πως η συλλογή της Ευριπίδου επιδιώκει να φωτίσει τις σκοτεινές και αθέατες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, αφήνοντας τον αναγνώστη με αρκετά ερωτήματα για την ιστορία και τη συλλογική μνήμη.

Η συνέντευξη

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε για να γράψετε την πρώτη συλλογή διηγημάτων σας με τίτλο «Εκείνοι που δεν έφυγαν»;

Έγραψα το πρώτο από τα διηγήματα της συλλογής, την «Τρισεύγενη», στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου δημιουργικής γραφής που διοργανώνουν οι «Tales of the Wyrd» και, κατόπιν, άλλα δύο, το «Πέρα απ’ τα γυάλινα βουνά…» και το «Εκείνοι που δεν έφυγαν» για να παρουσιαστούν στα λογοτεχνικά εργαστήρια της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ). Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν κάποιοι κοινοί θεματικοί και υφολογικοί άξονες στα διηγήματα αυτά και αποφάσισα να γράψω μερικά ακόμη για να δημιουργήσω μια συλλογή διηγημάτων που να διατρέχεται από αυτά ακριβώς τα θεματικά και υφολογικά νήματα.

Αναρωτιέμαι διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου σας αν η παραμονή είναι ένα είδος αντίστασης ή αδράνειας, και τι αποκαλύπτει για την ανθρώπινη φύση το γεγονός ότι κάποιοι επιλέγουν να μείνουν, ενώ άλλοι επιλέγουν να φύγουν;

Νομίζω ότι η παραμονή μπορεί να είναι και τα δύο, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία παραμένουμε. Οι χαρακτήρες της συλλογής κάνουν και τα δύο –μένουν και φεύγουν– και είναι και οι δύο επιλογές που άλλοτε αποτελούν αντίσταση και άλλοτε αδράνεια. Το Αγόρι, η Βασιλική, ο Ευγένιος είναι όλοι άνθρωποι που επιλέγου να φύγουν, αλλά η φυγή τους έχει διαφορετικά αίτια και διαφορετική υφή και, ενδεχομένως, ο αναγνώστης δεν θα τους δικαιολογήσει όλους εξίσου για την απόφασή τους. Ο Καπετάνιος, η Ευδοκία, ο Στρατής είναι χαρακτήρες που μένουν, όμως –και πάλι– τα κίνητρά τους και τα αποτελέσματα της παραμονής τους δεν είναι εξίσου αποδεκτά. Μου φαίνεται πως όλοι μας θα κάνουμε και τις δύο επιλογές στη ζωή μας και για να αντισταθούμε και λόγω μουδιάσματος, πιθανώς. Ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, και λόγω αυτοσυντήρησης. Ίσως, τελικά, σημαντικότερο να είναι το πού στεκόμαστε μετά την πράξη της παραμονής ή της φυγής.

Έχετε αφιερώσει το βιβλίο στον παππού σας. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για το πώς αυτή η αφιέρωση αποτελεί το αντίο που δεν προλάβατε να του πείτε;

Αυτό ήταν κάτι που συνειδητοποίησα εποπτεύοντας μια πτυχιακή εργασία για το πένθος πέρσι: ότι, πρακτικά, έγραψα ένα ολόκληρο βιβλίο για να διαχειριστώ τον χαμό του παππού μου. Τον χάσαμε μέσα στο lockdown και, δυστυχώς, δεν κατάφερα με τους περιορισμούς να τον δω ή να παρευρεθώ στην κηδεία. Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής είναι με κάποιον τρόπο εμποτισμένα από τα βιώματά μου στο χωριό μου, στην Καρδίτσα – είτε σε επίπεδο γλώσσας είτε σε επίπεδο εικονοπλασίας. Κι όταν έφτασα να γράψω τα έξι από τα επτά διηγήματα, συνειδητοποίησα ότι είχα συμπεριλάβει πολλές πτυχές της «ελληνικότητας», αλλά όχι το κέφι και το γλέντι. Και κάπως έτσι, κατάλαβα και ότι είχα αποδεχτεί πια και τον θάνατο του παππού, μέσα μου. Ήταν μια πολύ θεραπευτική διαδικασία, παρότι δεν ξεκίνησε καθόλου έτσι.

Πώς επιλέξατε το θέμα των διηγημάτων; Βασιστήκατε σε προσωπικές εμπειρίες ή σε μυθολογικά και λαϊκά στοιχεία της παράδοσης;

Μια μείξη όλων αυτών, αλλά και αρκετών μαρτυριών και κάμποσης φαντασίας. Τα δύο από τα διηγήματα, όπως σημειώνεται και στο τέλος του βιβλίου, είναι εμπνευσμένα από λαϊκά παραμύθια που συμπεριλαμβάνονται στο δίτομο έργο του Μέγα, «Ελληνικά Παραμύθια». Αυτά είναι το «Πέντε Φεγγάρια Ρημαδιό», βασισμένο στο παραμύθι «Ο Κυρ-Σιμιγδαλένιος», και η «Τρισεύγενη», βασισμένη στο παραμύθι «Η Τρισεύγενη ή τα Τρία Κίτρα». Αλλά, επίσης, και πραγματικές ιστορίες, όπως του Θανάση Βάγια ή του Ζαφείρη που πολεμούσε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, καθώς και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν στην κατοχή, μαρτυρίες για τους υπαρξιστές της ιπτάμενης παράγκας. Φυσικά και προσωπικές εμπειρίες δικές μου, μαζί με αγαπημένα πράγματα –ποιήματα, τραγούδια– και, όπως προανέφερα, κάμποση φαντασία. Πέρα από αυτά τα δύο διηγήματα, ωστόσο, που χρησιμοποίησαν τα παραμύθια σαν γενικό οδηγό, τα υπόλοιπα προήλθαν από σκέψεις όπως «πώς θα έμοιαζε ο μαγικός ρεαλισμός στην Ελλάδα;» (έτσι γράφτηκε το ομότιτλο διήγημα της συλλογής) ή «πρέπει να στείλω διήγημα στο εργαστήριο και βιάζομαι, ας ψάξω στο διαδίκτυο ένα writing prompt» (κάτι που κατέληξε στο prompt «Ένας δήμιος που τον καταράστηκε το τελευταίο του θύμα»).

Tα διηγήματά σας είναι 7, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία ο αριθμός αυτός;

Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκίνησαν εφτά. Ξεκίνησαν οκτώ, αλλά το ένα το αφαίρεσα προτού αρχίσω να υποβάλλω το χειρόγραφο, γιατί δεν ταίριαζε ικανοποιητικά με τα υπόλοιπα. Επίσης, υπήρξε κι ένα ένατο που γράφτηκε αργότερα, όταν το κείμενο της συλλογής ήταν ήδη στα χέρια του επιμελητή – οπότε ήταν πολύ αργά. Αλλά, νομίζω πως ήταν ο ιδανικός αριθμός, τελικά, για πολλούς λόγους. Σε πιο συμβολικό επίπεδο, επειδή είναι σημαντικός αριθμός και το βιβλίο μιλάει για μια μαγεία που διαρκώς φθίνει και χάνεται. Σε πρακτικό επίπεδο, επειδή θα σου πάρει μια βδομάδα ανάγνωσης αν βάλεις στόχο ένα διήγημα τη μέρα.

Στο διήγημα σας «Το καρφί στην κεφαλή» μου άρεσε η φράση «Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού». Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα;

Αυτό ήταν ένα διήγημα που ξεκίνησε στο μυαλό μου από αυτήν την πρώτη φράση. Μου ήρθε αυτή και ξεκίνησα να το γράφω χωρίς να έχω ιδέα πού θα πήγαινε. Έχω την αίσθηση πως προήλθε, νοηματικά, από αυτό που λέμε συχνά «ε, κάπου στον κόσμο θα είναι η σωστή ώρα» όταν αργούμε κάπου. Αλλά, επίσης, συμπυκνώνει κατά κάποιον τρόπο αυτή την απώλεια μνήμης και ιστορίας, αυτές τις λεπτομέρειες της αλήθειας που θυσιάζονται συστημικά (και συστηματικά) προκειμένου να κατασκευάσουμε το εθνικό ή προσωπικό μας αφήγημα.

Στο ίδιο διήγημα η αφηγήτρια αναφέρει τη συμβουλή της γιαγιάς: «Μη φτιάχνεις τέλεια παραμύθια. Άμα σκαρώνεις μια ιστορία, κοίτα να την κάνεις να την πιστέψουν επειδή μοιάζει αληθινή κι όχι επειδή θέλουν γιατί κάποια στιγμή θα τους απογοητεύσεις και θα σταματήσουν να θέλουν και θα σε πάρουν στο κατόπι με τσουγκράνες και με φτυάρια». Πιστεύετε ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποδώσει έναν πιο αυθεντικό ή ρεαλιστικό τόνο και πώς σχετίζεται με την ανάγκη του αναγνώστη για «αλήθεια» σε μια εποχή που κατακλύζεται από ψευδαισθήσεις;

Θα μιλήσω με την ιδιότητα της αναγνώστριας κι εγώ, αρχικά: δεν αισθάνομαι πως μπορώ να ταυτιστώ με αψεγάδιαστους χαρακτήρες ή να τους συμπονέσω. Ούτε μου αρέσουν εκείνοι που είναι εντελώς κενοί, για να μπορεί ο αναγνώστης να τους μεταχειριστεί σαν είδωλο του εαυτού του μέσα στην ιστορία. Θέλω να διαβάζω για χαρακτήρες που είναι πραγματικοί, τρισδιάστατοι άνθρωποι και που καταλαβαίνω πώς λειτουργεί το μυαλό και η ψυχολογία τους ακόμη κι αν δεν συμφωνώ μαζί τους ή δεν έχω τις εμπειρίες τους. Με την ιδιότητα του συγγραφέα, τώρα, νομίζω πάλι πως είναι μια καλή συμβουλή να μεταχειριζόμαστε τους χαρακτήρες μας σαν κανονικούς ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι και ατελείς κι αυτό είναι σπουδαίο στην πραγματική ζωή, όπως είναι σπουδαίο και στη λογοτεχνία.

Στο «Καλοκαίρι που χάθηκε η χαρά» ο Άγγελος Πολύζος αναφέρει «Η ζωή δεν έχει κορύφωση, γιατί δεν είναι αφήγημα.» Θεωρείτε ότι η ζωή, όπως και η λογοτεχνία, μπορεί να βρει μια «λογική» ή να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία, ή είναι καταδικασμένη να παραμένει ατελείωτη;

Νομίζω ότι η ζωή και το αφήγημα της ζωής είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα: η ζωή η ίδια δεν έχει συνέπεια, ειρμό ή λογική, αλλά το αφήγημά της, ο τρόπος με τον οποίο τη μνημονεύουμε, τα έχει όλα αυτά. Πολλές φορές, μπορεί να τύχει δύο άσχετα πράγματα να συμβούν ταυτόχρονα, αλλά εμείς να τα θυμόμαστε αργότερα να συμβαίνουν με τη σειρά επειδή αυτό εξυπηρετεί το αφήγημα (π.χ. «πάτησα μια μπανανόφλουδα και την ίδια στιγμή περνούσε το λεωφορείο μου και το έχασα», το οποίο μετατρέπεται σε «έχασα το λεωφορείο επειδή πάτησα τη μπανανόφλουδα και έπεσα»). Όσον αφορά τη λογοτεχνία, αυτή χρειάζεται να είναι πειστική, αν όχι ρεαλιστική, οπότε σε κάποιον βαθμό απαιτείται λογική – περισσότερο, όμως, εσωτερική λογική, γιατί φυσικά υπάρχουν είδη όπως το παράλογο ή το whimsy που, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να μην την ακολουθούν καθόλου, αλλά διαθέτουν εσωτερική συνέπεια.

Το βιβλίο καλύπτει έναν ευρύ ιστορικό φάσμα από την τουρκοκρατία έως τις μέρες μας, με ιδιαίτερη έμφαση σε πρόσωπα που ζουν στο περιθώριο της ιστορίας. Πώς επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και πώς βλέπετε τη σχέση τους με την ελληνική κοινωνία;

Νιώθω πως υπάρχουν πολλές ανείπωτες ιστορίες μέσα στην ευρύτερη, μεγάλη Ιστορία της χώρας μας – πολλά πράγματα για τα οποία δεν μιλάμε ανοιχτά ή και τα θάβουμε εντελώς κάτω από το χαλί. Δεν υπήρχαν καθόλου queer άνθρωποι στον Επαναστατικό αγώνα; Οι αγωνιστές πάνε όλοι, πάντα, με τον σταυρό στο χέρι; Τι σήμαινε να είσαι ανύπαντρη μητέρα σε χωριό; Πώς χτίζονται οι οικογενειακοί μας μύθοι; Πώς διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη και ποιοι άνθρωποι μένουν εκτός; Τις κάνω αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό μου κι εκτός λογοτεχνίας. Κι από τη θέση ενός ανθρώπου που έχει το προνόμιο να τις κάνει, προσπαθώ, όσο μπορώ με τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου, να ρίχνω φως σε αυτές τις αφανείς ιστορίες μέσα στην Ιστορία. Πιστεύω, όμως, επίσης ότι πάμε καλύτερα, ως κοινωνία. Υπάρχει σημαντική βελτίωση σε σχέση με δέκα ή πενήντα χρόνια πριν σε ζητήματα αποδοχής, ανεκτικότητας, διαφορετικότητας. Λόγω επαγγέλματος, έρχομαι συνέχεια σε επαφή με νέα παιδιά, 18-19 χρονών, και με συγκινεί να βλέπω ότι κάθε καινούρια φουρνιά είναι λίγο πιο ανοιχτόμυαλη, λίγο πιο ευαισθητοποιημένη.

Η ελληνική παράδοση και ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση και τα λαϊκά παραμύθια, φαίνεται να είναι σημαντικά στοιχεία στην γραφή σας. Μιλήστε μας γι αυτό.

Κατηγορώ τα παραμύθια του Μέγα γι’ αυτό. [*] Τα αγαπούσα ιδιαίτερα μικρή, τα διάβασα πολλές φορές και μεγάλη και ένιωθα ανέκαθεν μια σύνδεση μαζί τους που δεν την αισθανόμουν για δυτικά αφηγήματα. Τα λαϊκά παραμύθια έχουν έξυπνες γυναίκες που σώζουν τα βασιλόπουλα, έχουν πρωταγωνιστές που κερδίζουν τις λάμιες και τους δράκους με την ευφυία τους κι όχι με τη σωματική τους ρώμη, έχουν ένα χιούμορ συχνά, αλλά και μια γενικότερη αίσθηση αυθεντικότητας. Είναι γήινα, μυρίζουν χώμα. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια χώρα που κοντεύει να βουλιάξει απ’ τους τουρίστες και, έξω απ’ την Ελλάδα, το μόνο που γνωρίζουν για τη χώρα είναι το μακρινό, αρχαίο της παρελθόν και η οικονομική κρίση. Ειδικά η αρχαία γραμματεία και η μυθολογία μας, είναι κτήμα του κόσμου – βλέπουμε μια αυξανόμενη τάση να γράφουν ξένοι συγγραφείς επαναφηγήσεις ελληνικής μυθολογίας. Αλλά η λαϊκή παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια μας, τα παραμύθια μας, οι ιστορίες των χωριών μας είναι δικά μας και δεν τα έχει οικειοποιηθεί κανείς ακόμα. Οπότε, μου φαίνεται λογικό πιο νέοι συγγραφείς, όπως εγώ και άλλοι που προηγήθηκαν, να στρέφονται προς τα εκεί όταν αναζητούν έμπνευση, προσωπικό ύφος ή ακόμη και ταυτότητα. Είναι, ίσως, μια επαναδιαπραγμάτευση του τι θεωρείται ελληνικότητα, με τους δικούς μας όρους.

Πώς η έννοια της προσωπικής θυσίας, που διατρέχει αρκετά διηγήματα της συλλογής σας, συνδέεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα; Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι σήμερα καλούνται να κάνουν παρόμοιες θυσίες και τι φυσικά είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν;

Χαίρομαι που δεν καλούμαστε να κάνουμε παρόμοιες θυσίες γιατί δεν έχουμε πόλεμο ή κάποιου τύπου κατοχή. Και γιατί, σε πολλά πράγματα, η ποιότητα ζωής και η κοινωνία έχουν βελτιωθεί. Ταυτόχρονα, θα έλεγα ότι κάνουμε θυσίες κάθε μέρα, ακόμη κι αν δεν είναι οι ύψιστες. Σίγουρα το να δώσει κάποιος τη ζωή του για να αντισταθεί σε κατακτητές είναι ηρωικό, αλλά το να δουλεύει τρεις δουλειές για να μπορεί να στείλει τα παιδιά του στα αγγλικά είναι κι αυτό μια σημαντική θυσία, αν και ίσως πιο πεζή.

Τα διηγήματα σας εκφράζουν έντονα την ελληνική ιστορία και τις αντιφάσεις της. Τι είναι αυτό που σας προβλημάτισε περισσότερο και σας ώθησε να εστιάσετε σε αυτά τα θέματα;

Μια γενικευμένη απορία για το πού είναι αυτές οι ιστορίες, γιατί δεν τις αφηγούμαστε. Ιστορίες όπως του Ζαφείρη, που ανέφερα παραπάνω, ή των υπαρξιστών του Σίμου, που συγκέντρωσαν τόσα χρήματα για τους σεισμόπληκτους του Ιονίου. Και μια ανάγκη να τις φανταστώ και μέσα από τη φαντασία να τις ξαναθυμίσω στον εαυτό μου και στους αναγνώστες. Η έμφυτη αδικία της κοινωνικής λήθης.

Η συλλογή σας διαπραγματεύεται τις αντιφάσεις και τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ τολμά να επανεξετάσει ιστορικά και κοινωνικά στερεότυπα. Ποιο είναι το μήνυμα που θέλατε να μεταφέρετε στους αναγνώστες σας μέσω αυτής της ανάλυσης;

Για μήνυμα δεν ξέρω, αλλά θα είμαι πολύ ικανοποιημένη αν έστω κι ένας αναγνώστης ολοκληρώσει αυτή τη συλλογή λίγο πιο προβληματισμένος σχετικά με το ποιων ανθρώπων η ιστορία γίνεται Ιστορία και ποιων όχι.


[*] Ο Γεώργιος Μέγας ήταν Έλληνας λαογράφος. Γεννήθηκε στις 13/8/1893 στη Μεσημβρία της Ανατολικής Ρωμυλίας (το σημερινό Νεσέμπαρ της Μαύρης Θάλασσας) ως γιος δασκάλου. Φοίτησε στο σχολείο της Σιάτιστας, από όπου καταγόταν ο πατέρας του, και το 1913 ολοκλήρωσε τις φιλολογικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Μέγας εργάστηκε αρχικά ως εκπαιδευτικός. Από το 1926 ως το 1930 σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Λαογραφία στη Λειψία και στο Βερολίνο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής γυμνασίου και στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο διηύθυνε από το 1936 ως το 1955. Από το 1947 δίδαξε ως τακτικός καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το 1960 ανέλαβε την προεδρία της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Συγκέντρωσε και δημοσίευσε πολυάριθμα λαϊκά παραμύθια, φανταστικές αφηγήσεις της λαϊκής λογοτεχνίας καθώς και έργα της δημώδους λογοτεχνίας, τα οποία αντανακλούν την αγροτική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα, τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις αξίες της ζωής. Ταξινόμησε ως πρώτος τα λαϊκά παραμύθια όχι με βάση τοπικά ή γεωγραφικά, χρονολογικά ή θεαματικά κριτήρια, αλλά σύμφωνα με τον διεθνή δείκτη Aarne-Thompson-Uther (ATU). Για να διευκολύνει το έργο των μελλοντικών ερευνητών, στο τέλος των έργων του αναγράφει πάντα τον τύπο στον οποίο ανήκει κάθε παραμύθι (μύθος ζώων, παραμύθι ή ευτράπελη διήγηση), την προέλευσή του και τις παραλλαγές του.
Σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στις 22/10/1976.


Το διήγημα 
Το καρφί στην κεφαλή

Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού. Απ’ τη γιαγιά σου το ’μαθα αυτό. που, απ’ όπου έφευγε, αλλιώτικα τη θυμούνταν. Εδώ ήταν μαμή, εκεί γυρολόγος, παραδίπλα μάγισσα κι αντίπερα αγία.
Πηγαίναμε από χωριό σε χωριό, με το μουλάρι μας κι ένα σκεπαστό κάρο φορτωμένο με το βιός μας, και το βράδυ ζεσταίναμε σούπα στο γκαζάκι και κοιμόμασταν στρωματσάδα. Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ούτε μου ’λειψε ιδιαίτερα. Ίσως να ρώτησα μια-δυο φορές γι’ αυτόν κι ίσως η μάνα κάτι να μου απάντησε, μα δεν θυμάμαι πια. Δεν μ’ άρεσε, όμως, που παντού με λέγαν μπάσταρδο και με μουρμούραγαν στις βρύσες και στα καφενεία.
Έτσι, όταν έμεινα έγκυος σ’ εσένα, έφτιαξα ένα παραμύθι και το είπα τόσο πολλές φορές στον καθρέφτη μου, ώσπου, στο τέλος, το πίστεψα. Κάθε ψέμα είναι αλήθεια κάπου αλλού. Ήρθα στα Καλύβια με την κοιλιά στο στόμα κι άνοιξα κι αέρισα το σπίτι της θείας Μαριγώς κι είπα τάχα μου πως ο άντρας μου ήταν ναυτικός κι έλειπε σε ταξίδι. Σε λίγους μήνες θα κατέβαινα στην πόλη και θα ταχυδρομούσα ένα γράμμα που θα μου ανακοίνωνε τον θάνατό του. Κάλλιο χήρα κι ορφανό παρά πουτάνα και μπάσταρδο. Τα ‘χα όλα κανονισμένα στο μυαλό μου μέχρι που εμφανίστηκε ο πατέρας σου και μου χάλασε τα σχέδια.
Λέω ο πατέρας σου, αλλά ποιος ξέρει αν είναι -τι είναι στ’ αλήθεια. Ο άντρας που με γκάστρωσε, πάντως, δεν είναι .Καμιά φορά, όταν σε κοιτάω και βλέπω πόσο του μοιάζεις, δυσκολεύομαι να θυμηθώ πως τον γνώρισα αφότου είχες γεννηθεί. Μετά το θυμάμαι, βέβαια, και μου κόβονται τα πόδια, παρότι τον αγάπησα τον Στρατή πολύ. Για τί; Αυτό δεν είναι εύκολο να σ’ το εξηγήσω, μα πρέπει να προσπαθήσω. Ήδη έχω αρχίσει να ξεχνάω, και τρέμω πως, άμα δεν σ’ τα πω, θα τους χάσεις και τους δυο γονείς σου, Ιουλίτσα μου.
Σαν έφτασα στο χωριό, ήμουν ξένη. Μπορεί να ‘χα κληρονομήσει το σπίτι της θείας, αλλά ούτε μ’ είχε δει ποτέ κανείς, ούτε μ’ είχε ακούσει. Και για τη μάνα μου, που σηκώθηκε κι έφυγε στα δεκαπέντε με την κοιλιά στο στόμα, καλό λόγο δεν είχαν να πουν. Δεν την πίστεψαν όλοι την ιστορία μου και με κοιτούσαν με μισό μάτι. Όσο περνούσαν οι μήνες, όμως, κάθε γράμμα που ’στελνα στον δήθεν άντρα μου λιγόστευε τη γλωσσοφαγιά. Κι όταν γέννησα και με ρώτησε η μαμή πώς να οε πούμε, της είπα Ιουλία, σαν την πεθερά μου. Μη κοιτάς τώρα που πεθερά δεν υπήρχε . Τι ήθελες, δηλαδή, να σ’ έλεγα Αγορίτσα σαν τη γιαγιά σου; Μια χαρά όνομα είναι το Ιουλία.
Σαράντα μέρες δεν ξεμύτισα απ’ το σπίτι. Ήθελα μα ήθελα περισσότερο να τα ’χω εγώ καλά με τους γειτόνους κι εσύ ακόμα πιο καλά. Έκατσα, λοιπόν, μέχρι να σαραντίσω και, με κάθε μέρα που περνούσε, όλο και περισσότερες γυναίκες έρχονταν να μου φέρουν πίτες και φρέσκο γάλα και γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες. Και να σε δουν, φυσικά.
Ένα βράδυ ήρθε κι ο Φανούρης που ’χε το μπακάλικο στην πλατεία  τον θυμάσαι καθόλου; Ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές σου ‘πα να μην τον πλησιάζεις όταν ήσουν μικρή, έχασα τον λογαριασμό. Κι όλο μού παραπονιόσουν που τ’ άλλα παιδιά αγόραζαν κορνέδες και ζαχαρωτά κι εγώ δεν σ’ άφηνα. Τέλος πάντων. Μόλις σ’ είχα ταΐσει, κι η πουκαμίσα μου είχε νοτίσει από το γάλα. Δεν περίμενα μουσαφιραίους, αλλά φαντάστηκα ότι κάποια γειτόνισσα θα ‘τον πάλι, κι άνοιξα χωρίς να το καλοσκεφτώ.
«Τι κάνεις, Παρασκευούλα;» με ρώτησε μελιστάλαχτα.
Τα ’χε τσούξει η μύτη του ήταν κόκκινη και τα μάτια του γυάλιζαν, η ανάσα του μύριζε τσίπουρο.
«Καλά είμαι, μωρέ Φανούρη, αλλά πρέπει να βάλω το παιδί για ύπνο, είναι αργά» είπα  ευγενικά, γιατί δεν μ’ έπαιρνε να μην είμαι ευγενική με τον έναν άνθρωπο στο χωριό που πούλαγε ψωμί και γάλα.
«Να μπω δυο λεπτά που θέλω να σου πω;» συνέχισε εκείνος, σαν να μην είχα πει κουβέντα.
Όταν έχεις φάει τα χρόνια σου στους δρόμους, γυρνώντας από μέρος σε μέρος, μαθαίνεις ν’ αναγνωρίζεις πότε κάποιος δεν θέλει το καλό σου. Η μάνα μού ’λεγε πως κάθε άνθρωπος βαδίζει σ’ αυτή τη γη μ’ ένα καρφί στα στήθια ή στην κεφαλή ή στ’ αχαμνά, και πως, αν θες να επιβιώσεις, καλύτερα να παραστήσεις ότι το καρφί του καθενός ούτε το βλέπεις ούτε μαντεύεις πώς κυβερνάει τη ζωή του. Σοφή γυναίκα η γιαγιά σου. Σοφότερη από μένα.
«Πρέπει να κοιμίσω το μωρό» ξανάπα.
Αυτή τη φορά, δεν κατάφερα να κρύψω την ενόχληση μου. Τα σκασμένα χείλια του Φανούρη άνοιξαν σ’ ένα χυδαίο χαμόγελο.
«Σίγουρα θες να τα πω εδώ έξω αυτά που ’χω να πω, Παρασκευούλα;» Τ’ όνομά μου στο στόμα του μου ’φερνε ναυτία. Δεν μίλησα. «Μπορεί ν’ ακούσει κανείς…» πρόσθεσε. Αποφάσισα, τότε, πως ό,τι άλλες απειλές ή αλήθειες κι αν είχε να ξεστομίσει, χωρίς μάχη το κατώφλι μου δεν θα περνούσε. Για καλή μου τύχη, έμπηξες τα κλάματα εκείνη την ώρα.
«Καληνύχτα, Φανούρη» είπα κι έκανα να κλείσω την πόρτα.
Τη στιγμή που την έπιασε μ’ ένα ιδρωμένο χέρι κι έσπρωξε τη μούρη του στη χαραμάδα, κόντεψα να φτύσω την καρδιά μου στο πάτωμα. Θυμήθηκα να μου λέει μια γειτόνισσα πως ο Φανούρης είχε πάει στον πόλεμο. Η ανάμνηση ανηφόρισε στον λαιμό μου και τον έφραξε  έβηξα και ξανάβηξα, μα δεν έλεγε να καθαρίσει. Το κλάμα σου δυνάμωσε. Λες και καταλάβαινες.
«Έχω έναν ξάδερφο στο ταχυδρομείο, κάτω στην πόλη» είπε χαμηλόφωνα. «Ξέρεις τι λέει, Παρασκευούλα; Ότι τα γράμματα που στέλνεις πάνε πάντα στο ίδιο μέρος: μια διεύθυνση στην Αθήνα. Τι ναυτικός είν’ αυτός ο άντρας σου που δεν ταξιδεύει αλλά μένει μακριά από γυναίκα και παιδί;»
Άνοιξα το στόμα μου κάτι να πω, κάποιο ψέμα που θα ’ταν αλήθεια κάπου αλλού, αλλά δεν πρόφτασα.
«Παρασκευή…;»
Τη φωνή που ακούστηκε πίσω απ’ τον Φανούρη δεν την αναγνώρισα, αλλά μ’ έκανε να βρω πάλι τα κουράγια μου και να παραμερίσω τον Φανούρη. Εκείνος γύρισε σαστισμένος να κοιτάξει ποιος ήταν.
Τον άντρα που στεκόταν στην αυλόπορτα δεν τον ήξερα , παρότι τον είχα περιγράφει χίλιες φορές ώς τότε, με τα πυκνά μαλλιά του και τα γένια του και τα δυο δάχτυλα που ’λειπαν απ’ το αριστερό του χέρι. Της γιαγιάς σου συμβουλή κι αυτή: μη φτιάχνεις τέλεια παραμύθια. Άμα σκα ρώνεις μια ιστορία, κοίτα να τους κάνεις να την πιστέψουν επειδή μοιάζει αληθινή κι όχι επειδή θέλουν· γιατί κάποια στιγμή θα τους απογοητεύσεις και θα σταματήσουν να θέλουν και θα οε πάρουν στο κατόπι με τσουγκράνες και με φτυάρια. Αληθινοί είναι οι άνθρωποι που ’χουν κουσούρια, τα μάγια που δεν πιάνουν πάντα, τα γιατρικά που μπορεί να βγουν και τζούφια. Έτσι έλεγε η μάνα μου, γι’ αυτό ο Στρατής δεν είχε όλα του τα δάχτυλα.
Κρατούσε στον ώμο έναν ξεθωριασμένο σάκο και κοιτούσε μια τον Φανούρη και μια εμένα, με τα χοντρά του φρύδια σμιχτά. Εσύ πια ούρλιαζες. Ο άντρας έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα προς το σπίτι μας, κι έπειτα στράφηκε πάλι προς το μέρος μου.
«Παρασκευή…;» επανέλαβε, αυτή τη φορά πιο αργά, προσεκτικότερα. Ο τόνος του ήταν ήρεμος, ευγενικός, μα το κορμί του έμοιαζε με σύρμα τεντωμένο. «Τι συμβαίνει; Είστε καλά; Εσύ; Το παιδί;»
Δεν ξέρω πώς ακριβώς να σου εξηγήσω τι συνέβη μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Από τη μία ανακουφίστηκα που κάποιος είχε εμφανιστεί να με σώσει. Από την άλλη, θύμωσα που δεν είχα μπορέσει να σώσω τον εαυτό μου. Κι ένα κομμάτι μου φώναζε πως αυτόν τον άντρα δεν τον ήξερα  μπορεί να ’ταν τρισχειρότερος απ’ τον Φανούρη, και μετά ποιος θα με γλίτωνε;
«Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε απότομα ο Φανούρης.
«Είμαι ο Στρατής» απάντησε ο άγνωστος, «ο άντρας της Παρασκευής.»
Για λίγο έπαψα ν’ ανασαίνω, σ’ τ’ ορκίζομαι. Μου πέρασε απ’ τον νου πως ήταν κι αυτό μέρος του σχεδίου τού Φανούρη που ’θελε να με κάνει να παραδεχτώ την απάτη. Πού μπορεί να ’χε βρει ο μπακάλης άντρα ίδιο μ’ αυτόν που είχα περιγράφει, ιδέα δεν είχα  άσε που ήταν και ντίρλα. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Σίγουρα δεν ήταν απίθανο. Πολύς κόσμος είχε χάσει δάχτυλα στον πόλεμο, πολύς κόσμος είχε καστανά μαλλιά και γένια και μάτια μπλε με τσίνορα μακριά σαν φύλλα χορτάρι. Αλλά γιατί να μπλεχτεί ο ξένος άνθρωπος με τις μπαγαποντιές του Φανούρη; Μ’ έπιασε ζάλη, κι ούτε που κατάλαβα για πότε βρέθηκε κάποιος δίπλα μου να με βαστήξει μην πέσω. Και, μέσα σ’ όλα, να πλαντάζεις κι εσύ στο κλάμα.
Έριξα μια κλεφτή ματιά στον ψευτο-Στρατή. Μέχρι και το ύψος – ίδιο με το δικό μου, ούτε πιθαμή παραπάνω ή παρακάτω είχε πετύχει ο ρουφιάνος ο Φανούρης.
«Θες να τον διώξω;» μουρμούρισε στ’ αυτί μου, με μια φωνή σαν ηλιαχτίδα που ’χεις πεθυμήσει. Τα χέρια του γύρω μου ήταν ζεστά και σταθερά. Γνώρισα στη ζωή μου πολύ κόσμο με χέρια που κόβαν βόλτες, μα ο πατέρας σου ποτέ δεν ήταν τέτοιος.
Δεν τόλμησα να πω κουβέντα.
«Καλύτερα να πηγαίνεις« άκουσα να λέει ο άντρας στον Φανούρη. «Είναι αργά, και το παιδί… καταλαβαίνεις.»
Έκλεισε την εξώπορτα, μ’ έπιασε μαλακά απ’ το χέρι και μ’ έβαλε να κάτσω οτο ντιβάνι. Μου ‘δωσε κι ένα ποτήρι νερό κι εξαφανίστηκε. Σκέφτομαι τώρα πως δεν ήταν σοφό να μπάσω έναν άγνωστο σπίτι μας και να τον αφήσω μόνο του μαζί σου που ’σουν ακόμα βυζανιάρικο, μα τι τα θες. Λίγο που τα χα τελείως χαμένα, λίγο που τότε ήταν άλλες εποχές, έτσι έκανα. Όταν κατάλαβα ότι είχες σταματήσει να κλαις, πετάχτηκα πάνω κι έτρεξα στο δώμα. Κοιμόσουν στην αγκαλιά του άντρα, κρατώντας σφιχτά στη μικρή σου χούφτα τον δείκτη του κουτσουρεμένου του χεριού. Κι εκείνος… εκείνος είχε ένα χαμόγελο όλο δέος, σαν να μην είχε ξαναδεί μωρό στη ζωή του. Με κατάλαβε που μπήκα, και σήκωσε το βλέμμα. Έτσι άδολα και ζεστά όπως με κοίταγε, δεν μπορούσα να το χωνέψω πως έπαιζε θέατρο, ούτε να βάλω με τον νου μου τι είχε να κερδίσει.
«Δώσ’ μου το παιδί» είπα, πιο δυνατά απ’ όσο σκόπευα.
«Να την κρατήσω λίγο ακόμα;» ρώτησε χαμηλόφωνα εκείνος, κι η λαχτάρα στη φωνή του δεν μπορεί να ’ταν ψεύτικη. Ποιος ήταν τόσο καλός ηθοποιός;
Σ’ άρπαξα απ’ τα χέρια του κι έμπηξες πάλι τα κλάμα α. Ο άντρας δεν μίλησε, αλλά ούτε έφυγε απ’ την κάμαρη· μ΄ άφησε να σε ηρεμήσω όπως νόμιζα και, για λίγο, μόνο το παράπονό σου ακουγόταν. Όταν σε πήρε πάλι ο ύπνος, έριξα ένα σάλι στους ώμους μου και του ’κανα νόημα να μ ακολουθήσει στην κουζίνα. άφησε τον σάκο του δίπλα στην κούνια κι ήρθε.
«Και τώρα λέγε: ποιος είσαι του λόγου σου; Τι θέλεις από μένα;» Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, μα δεν τον άκουσα. Δεν είχα διάθεση για δικαιολογίες. Ήθελα να διώξω τον ξένο απ’ το σπιτικό μας και να πέσω για ύπνο. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι η μητρότητα θα ήταν τόσο κουραστική  η γιαγιά σου φαινόταν πάντα χαρούμενη και ξέγνοιαστη. Ήταν, βέβαια, πολύ καλύτερη ψεύτρα απ’ ό,τι εγώ. «Μη τολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι στο παιδί μου – μά την Παναγιά, θα σε σκοτώσω.»
«Παρασκευή, τι λες;» ρώτησε ο άντρας, κι η απορία του μου ’κοφε τη φόρα. «Δεν καταλαβαίνω.» Κάθισε σ’ ένα σκαμνί κι έτριψε αφηρημένα το στομάχι του που γουργούριζε . Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη επάνω μου· όχι, όμως, με τον τρόπο του Φανούρη. Με κοιτούσε ανήσυχα, και τα μάτια του ψάχναν στο πρόσωπό μου κάποιο σημάδι που θα εξηγούσε τι μου συνέβαινε. «Είσαι καλά;»
Αυτές οι δύο λέξεις, οι τόσο μικρές, μεγάλωσαν την αγωνία μου. Άδραξα ένα μαχαίρι απ’ αυτά που στράγγιζαν δίπλα στον νεροχύτη, και το κούνησα απειλητικά προς το μέρος του. Ένιωθα το κορμί μου μαγκωμένο και σκληρό, σαν να ’χε κλειδώσει ολόκληρο, εκτός απ’ το χέρι που βάσταγε το όπλο. Κι αυτό, όμως, δεν το αισθανόμουν δικό μου. Δεν είχα απειλήσει ποτέ κανέναν και δεν ήμουν σίγουρη αν το ’κανα σωστά, αλλά τουλάχιστον έκανα κάτι παραπάνω απ’ το να στέκομαι εκεί και να περιμένω κάποιον ξένο να με σώσει. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν είδε τη λεπίδα.
«Λέγε ποιος είσαι και τι γυρεύεις. Λεφτά θες; Δεν έχω.» Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, θαρρείς και κάτι αναζητούσε μέσα του. Δικαιολογίες; Ψευτιές; Υπομονή; Ιδέα δεν είχα.
«Γιατί το κάνεις αυτό, βρε Παρασκευή;» είπε τόσο ήσυχα, που χρειάστηκε να πλησιάσω για να τον ακούσω καθαρά . Άνοιξε τα βλέφαρά του· είχε βουρκώσει, κι αυτό μ’ έκανε να τραμπαλιστώ στις φτέρνες μου, γιατί ήταν κάτι που το ’χα σκεφτεί πολλές φορές κι ας μην το ’χα μοιραστεί με κανέναν όποτε έλεγα το παραμύθι μου. Ο δικός μου ο Στρατής δεν δίσταζε να κλάψει αν έτσι ένιωθε. «Ξέρω πως έλειψα καιρό, μα ήταν για καλό, τ’ ορκίζομαι, μη μου κακιώνεις. Μάζεψα γερό κομπόδεμα και δεν θα χρειαστεί να μπαρκάρω ξανά. Συγχώρα με, Παρασκευούλα, δεν ήθελα να χάσω τόσα πράγματα  ήθελα να ’μουν εδώ, να φτιάχναμε το σπίτι μαζί, να ’μουν στο πλευρό σου για τη γέννα, δεν φαντάζεσαι πόσο το ήθελα. Αλλά τώρα ήρθα και δεν σκοπεύω να φύγω πάλι. Έλεγα πως θα ’ταν αρκετό.»
Έσκυψε το κεφάλι, κι ίσα που πρόφτασα να δω ένα δάκρυ να στάζει πάνω στο χέρι του. Ξεφύσηξα, ξαφνικά εξαντλημένη , και τράβηξα μια καρέκλα να κάτσω. Σωριάστηκα σαν αδειανό τσουβάλι.
«Δεν θα το ξαναπώ. Ποιος είσαι; »τόνισα μία μία τις λέξεις, μπας και το ’παιρνε απόφαση επιτέλους ότι το θέατρό του δεν θα μ’ έπειθε τόσο εύκολα.
Ο άντρας στέναξε ξεψυχισμένα.
«Αχ, βρε Παρασκευούλα μου, τι θέλεις να σου πω;» ρώτησε. «Εγώ είμαι, ο Στρατής σου. Με ξέχασες;» Για μερικά δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτ’ άλλο, ενώ τα μάτια μου άρχιζαν να κλείνουν απ’ την κούραση. «Ξέχασες που μεγάλωσα στη Χαλκίδα; Που μπάρκαρα πρώτη φορά στα δεκατέσσερα, και στα είκοσι πήγα στον Μεγάλο Πόλεμο; Πως έχασα δυο δάχτυλα; Που ήσουν εθελόντρια νοσοκόμα κι ερχόσουν κάθε βράδυ και μου διάβαζες για να κοιμηθώ; Πάντα με παίδευαν τα γράμματα, μα οι ιστορίες μού αρέσαν κι ας μην μπορούσα να τις καταλάβω μοναχός μου. Όταν βγήκα απ’ το νοσοκομείο ο πόλεμος είχε τελειώσει, κι άρχισα να σε κορτάρω κανονικά. Σε ζήτησα σε γάμο, δέχτηκες και παντρευτήκαμε.» Σήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε δειλά. «Μετά κληρονόμησες απ’ τη θεία σου ένα σπίτι κι είπαμε να μπαρκάρω για μερικούς μήνες, να ’ρθεις εσύ στο χωριό, κι άμα γυρίσω να βάλουμε μπρος για παιδιά. Ε, βάστα και να δεις  ενάμιση μήνα στο καράβι, μου μήνυσες ότι ήσουν έγκυος. Έβαλα τα δυνατά μου να μαζέψω γρήγορα λεφτά να γυρίσω κοντά σας. Έκανα …» σταμάτησε για λίγο και δάγκωσε τα χείλια του. «Έκανα πράγματα για τα οποία δεν είμαι περήφανος εκεί στα ξένα, τίποτα όμως που ν’ ατίμασε εσένα ή τον γάμο μας, Παρασκευή. Τα ’κανα και μετανιώνω, αλλά ήταν απαραίτητα. Αυτός είμαι.»
Όλα αυτά τα είχα πει και ματαπεί στους γειτόνους όποτε ρώταγαν για τον άντρα μου τον ναυτικό. Ένα πράμα μόνο δεν είχα μοιραστεί, κι ας το ’χα πάντα έτσι πλασμένο στο κεφάλι μου: ότι ο Στρατής μου δυσκολευόταν με τα γράμματα. Όταν ήμουν δώδεκα ή δεκατριών, η μάνα μου γνώρισε έναν άντρα κι ερωτεύτηκε για λίγο. Για λίγο. Ήταν καλός άνθρωπος, κι η γιαγιά σου δεν συνήθιζε να κάθεται με τους καλούς ανθρώπους. Του άρεσε να του διαβάζω, και πάντα με παίνευε που ήξερα ανάγνωση. Εκείνος είχε πάει σχολείο, είχε προσπαθήσει να μάθει, αλλά τα γράμματα κι οι λέξεις χόρευαν μπροστά στα μάτια του και δεν τα πολυκαταλάβαινε. Απ’ όλους τους αγαπητικούς της μάνας μου, εκείνος μας φέρθηκε σωστότερα. Έτσι, τον Στρατή του παραμυθιού τον έφτιαξα να ‘ναι καλός άνθρωπος, να φέρεται σωστά και να τον ζορίζουν τα γραμμένα. Κάτι αυτό, κάτι τα βουρκωμένα μάτια του, πείστηκα πως ίσως να μην ήταν κάποια πονηριά του Φανούρη η εμφάνισή του, μα δώρο απ’ την Παναγιά.

Δεν ξέρω να σου πω, τελικά, αν για κάποιο λόγο με λυπήθηκαν ο Θεός κι οι άγγελοί του ή αν αυτό που γίνηκε ήταν κάμωμα δικό μου. Θα σου πω μονάχα πως κι άλλα πράματα εμφανίστηκαν στην πόρτα μας επειδή τα πίστεψα πολύ και τα ιστόρησα. Θυμάσαι που έπαθες οστρακιά μικρή; Φοβηθήκαμε τότε ότι θα σε χάναμε. Όμως σ’ ονειρεύτηκα καλά και σηκώθηκες την άλλη μέρα. Ούτε ξέρω αν αυτό το πράμα είναι χάρισμα δικό μου ή αν κυλάει στο αίμα της γενιάς μας  αν το ’χε η γιαγιά σου ή αν το ’χεις κι εσύ. Ελπίζω να το ’χεις, όμως, γιατί έχω αρχίσει και ξεχνάω, παιδί μου.
Δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράματα με τον Στρατή. Στην αρχή τον είχα και κοιμόταν στο ντιβάνι· δεν τον εμπιστευόμουν. Κάθε που έκανε κίνηση να με βοηθήσει, πεταγόμουν. Κι όποτε τον έβλεπα να παίζει μαζί σου ή να σε νανουρίζει, έτρεμα από φόβο. Δεν ήταν άγιος, αλλά ήταν υπομονετικός. Άργησα να το καταλάβω, όμως, φτιάχνοντάς τον, έφτιαξα έναν άνθρωπο κανονικό· καλύτερο απ’ τους περισσότερους, μα κανονικό. Άμα το κατάλαβα αυτό, γίνηκε και των δυονών μας η ζωή πιο εύκολη.
Τον πίκρανα με τη συμπεριφορά μου και δεν ήταν λίγες οι φορές που τσακωθήκαμε. Μα τον αγάπησα και τον αγαπώ ακόμα. Μου ’ φτιάξε το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές και τη ροδακινίτσα, μου ’φερνε βιβλία απ’ την πόλη να τα διαβάζουμε μαζί. Κι εγώ τον βοηθούσα με τα γράμματα, τους λογαριασμούς και τις αποδείξεις όταν ανοίξαμε το χρωματοπωλείο. Εξήντα χρόνια, κι ακόμα να βαρεθούμε ο ένας τον άλλον. Και βλέπεις πώς κάνει τώρα: με τρέχει σ’ όλους τους γιατρούς, κι ας μην υπάρχει γιατρικό κανένα.
Σωστότερο σύζυγο ή πατέρα στη ζωή μου όλη δεν είδα. Είναι άδικο να τον χάσεις κι εσύ επειδή στο δικό μου το μυαλό ανοίγουν τρύπες. Θέλω να τον πιστέψεις με κάθε σου σκέψη και να συνεχίσεις να τον πιστεύεις ώς να μας σωθεί ο χρόνος και ν’ ανταμώσουμε τον Μεγαλοδύναμο. Θα το κάνω κι εγώ για όσο μπορώ ακόμα, όμως φοβάμαι πως δεν θα ’ναι για καιρό. Ήδη δεν τον θυμάμαι τις περισσότερες μέρες.
Υποσχέσου μου, Ιουλία. Υποσχέσου να θυμάσαι τον Στρατή μου  να τον θυμάσαι για δυο όταν εγώ θα τον ξεχάσω. Κι άμα μπορείς να τον κρατήσεις ζωντανό πέρα απ’ τα ανθρώπινα, άμα μπορούν να τον θυμούνται τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου, θα φύγω ξέροντας ότι, για όλα τα στραβά μου, έκαμα κι εγώ δυο καλά σ’ αυτή τη Γη: εσένα κι εκείνον.


Το βιβλίο
Αταλάντη Ευριπίδου, Εκείνοι που δεν έφυγαν
εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2024, 175 σελίδες, περ. 14 ευρώ
ISBN: 978-960-435-872-4

 

Η συγγραφέας
H Αταλάντη Ευριπίδου γεννήθηκε το 1987. Είναι κοινωνική ψυχολόγος και συγγραφέας, που περιστασιακά γράφει και ποίηση. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά στις ανθολογίες Στοιχειωμένη πόλη (Ars Nocturna, 2013), Κόρες της νύχτας (Ars Nocturna, 2016), Το Φως στις Ρωγμές (Αρχέτυπο, 2021), Ίσως #1 (Οξύ, 2021), Αντίστροφη Μέτρηση (AllBooks, 2024) και Σπονδές (Άγνωστη Καντάθ, 2025). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στις ηλεκτρονικές πύλες Φρέαρ και Βλάβη.
Στα αγγλικά, διηγήματά της κυκλοφορούν σε περιοδικά όπως τα Luna Station Quarterly, Skull & Laurel, 34 Orchard, Gallery of Curiosities και Speculative North.
Στα γερμανικά, έχει εκδοθεί, μεταφρασμένο από τα αγγλικά, το διήγημά της «Τρισεύγενη» (αγγλικός και γερμανικός τίτλος: «Kinderly») στην ανθολογία «Σκιές από τον κόσμο του ήλιου: Φανταστική λογοτεχνία από την Ελλάδα», εδώ (παρουσίαση στα DE).
Έχει συνεργαστεί με την εταιρεία παιχνιδιών ρόλων Onyx Path Publishing για τα βιβλία Gods and Monsters και Forgotten and Forbidden Orders. Η συλλογή διηγημάτων «Εκείνοι που δεν έφυγαν» είναι το πρώτο της βιβλίο. Ήταν υποψήφιο για το βραβείο «Μένης Κουμανταρέας» της Εταιρείας Συγγραφέων και για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας. Το 2026 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου/-ης πεζογράφου του περιοδικού ο αναγνώστης.

Η συνεντεύκτρια
Η Γεωργία Χάρδα γεννήθηκε στα Καβάσιλα του Νομού Ηλείας. Είναι δημοσιογράφος και εργάζεται σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό με ειδίκευση στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Αγαπά βαθιά το βιβλίο και τη λογοτεχνία και στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής της διαδρομής έχει πραγματοποιήσει συνεντεύξεις με καταξιωμένους Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Παράλληλα παρακολουθεί ενεργά τη σύγχρονη μουσική σκηνή, συνομιλώντας με καλλιτέχνες και δημιουργούς, δίνοντας βήμα τόσο σε ανερχόμενες φωνές όσο και σε ήδη γνωστά ονόματα του χώρου.
Άρθρα της για τη λογοτεχνία και τη μουσική δημοσιεύονται στον ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών. Στον ελεύθερο της χρόνο διαβάζει, τρέχει, κολυμπά και απολαμβάνει τις ηλιόλουστες μέρες.

Συνέντευξη: Γεωργία Χάρδα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό fractal εδώ. Με τη φιλική άδεια της Γ. Χάρδα και της πύλης. Διήγημα: Αταλάντη Ευριπίδου. Με τη φιλική άδεια της Α. Ευριπίδου και του εκδοτικού οίκου. Φωτογραφίες: fractal. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.  

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε