Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Δυο κορίτσια συναντιούνται στην Αθήνα της δεκαετίας του 1970, η δικτατορία μόλις έχει τελειώσει. Η Μαρία γεννήθηκε στην Αφρική και έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου στην αρχή δεν της αρέσει καθόλου. Μέχρι που γνωρίζει την Άννα, που έχει έρθει από το Παρίσι.
Η Ίλμα Ράκουσα παρουσιάζει το μυθιστόρημα:
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε το μυθιστόρημα «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» μεταξύ Ιουλίου 2001 και Ιουλίου 2002 –κατά τη διάρκεια υποτροφίας της στην Ακαδημία Schloss Solitude κοντά στη Στουτγάρδη–, το οποίο εκδόθηκε στα γερμανικά το 2022 σε μετάφραση της Michaela Prinzinger. Αντίθετα με ό,τι υποδηλώνει ο τίτλος, δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα – γεγονός που δεν καθιστά το βιβλίο λιγότερα συναρπαστικό. Είναι η ιστορία δύο φιλενάδων που αγαπιούνται και αλληλομισούνται ταυτόχρονα, που δεν μπορούν να αποχωριστούν η μία την άλλη, παρόλο που η σχέση τους παίρνει συχνά απειλητικές διαστάσεις ως προς τη σωματική τους ακεραιότητα. Η σχέση αυτή εξελίσσεται παράλληλα με τα ταραχώδη πολιτικά γεγονότα στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν η δραματικότητα της πλοκής είναι προδιαγεγραμμένη.
Το χρονικό πλαίσιο εκτείνεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 έως το τέλος της δεκαετίας του ’90, αν και η αφήγηση δεν είναι χρονολογικά γραμμική. Η Μαρία, η μία από τις δύο φίλες, λειτουργεί ως αφηγήτρια σε πρώτο πρόσωπο. Διηγείται την ιστορία τής φιλίας της με την Άννα Χορν, μετά τον τραγικό θάνατό της. Οι αναμνήσεις της πηγαίνουν μπρος-πίσω. Έτσι, για παράδειγμα, εξιστορεί σε αργό ρυθμό μία από τις καθοριστικής σημασίας σκηνές, παρατείνοντας κατά την ανάγνωση για πολύ την ένταση. Τέτοιου είδους τεχνάσματα δείχνουν πόσο έξυπνα έχει συνθέσει η Αμάντα Μιχαλοπούλου το μυθιστόρημά της. Η ψυχολογία των χαρακτήρων της αποδεικνύει επίσης καλλιτεχνική ευαισθησία και βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης.
Η Μαρία είναι δέκα ετών όταν επιστρέφει με τους γονείς της στην Αθήνα από τη Νιγηρία, όπου ο πατέρας της εργαζόταν στον πετρελαιπαραγωγικό τομέα. Στην πόλη είναι δυστυχισμένη και λαχταρά την ανεξάρτητη ζωή της στην Αφρική. Στο σχολείο –βρισκόμαστε στο 1977– γνωρίζει την Άννα Χορν, ένα πανέμορφο, περήφανο κορίτσι, που την γοητεύει αμέσως. Η Άννα προσκαλεί τη Μαρία στο σπίτι της, τη συστήνει στη μητέρα της, την Αντιγόνη, μια λεπτοκαμωμένη χορεύτρια μπαλέτου με ριζοσπαστικές πολιτικές ιδέες. Τέχνη και πολιτικός ακτιβισμός – αυτός ο συνδυασμός θα γοητεύσει τη Μαρία και σύντομα θα την αποξενώσει από το πατρικό της σπίτι, κυρίως από τη συντηρητική και θρησκευόμενη μητέρα της.
Η Αντιγόνη παίρνει μαζί της την Άννα και τη Μαρία σε μια διαδήλωση για την επέτειο του Πολυτεχνείου, του ξεσηκωμού των φοιτητών ενάντια στη στρατιωτική χούντα. Η Μαρία συνοδεύει αργότερα την Άννα στο Παρίσι, όπου μένει ο πατέρας της Σταμάτης, καθηγητής φιλοσοφίας, και ζει από κοντά τόσο τις έντονες συζητήσεις για τους πάντες και τα πάντα όσο και την Παρισινή ελευθεριότητα. Οι δυο φίλες είναι αχώριστες. Η Άννα ωστόσο έχει από κάθε άποψη την κυριαρχία επί της Μαρίας. Δίνει τον τόνο και κερδίζει τις εντυπώσεις, προκαλώντας παντού αίσθηση, καταφέρνοντας να κερδίζει στο τέλος και όλα τα φλερτ τής Μαρίας. Η αντιπαλότητα δεν παρακάμπτει ούτε καν το επαγγελματικό μέλλον: επαινούνται τα σχέδια της Μαρίας; Τότε η Άννα απαιτεί για τον εαυτό της να σπουδάσει στο Παρίσι καλές τέχνες. Στη Μαρία δεν αφήνει ούτε την παραμικρή δυνατότητα αυτονομίας.
Γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι πρόκειται για άσκηση εξουσίας. Η Μαρία πρέπει να υποταχθεί, και το αποδέχεται, παρόλο που έχει καταλάβει το πώς λειτουργεί η φίλη της. Γιατί και η Άννα δείχνει μερικές φορές αδυναμία: όπως, όταν βαθιά τρομοκρατημένη μετά από έναν σεισμό αναζητά υποστήριξη. Είναι η ώρα της Μαρίας να της συμπαρασταθεί με την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια της. Όποτε η Άννα βρίσκεται σε ανάγκη, καλεί τη Μαρία – και αυτή αφήνει τα πάντα στη μέση και τρέχει να συνδράμει τη φίλη της.
Είναι η Μαρία μαζοχίστρια; Είναι εξαρτημένη από την Άννα, όπως άλλοι από τα ναρκωτικά; Και αυτό, παρότι έχει αναλύσει εδώ και καιρό την ψυχοσύνθεση της Άννας; Μπροστά στην Άννα αισθάνεται «άχρηστη, ασήμαντη, χαζή», νοιώθει να είναι «ο παρατρεχάμενος, η υπηρέτρια, το σκλαβάκι – και το αφεντικό θύμωσε». Ναι, η Άννα είναι ιδιότροπη, ναι, εκμεταλλεύεται τη Μαρία στο έπακρο, ναι, σχεδόν καταφέρνει να της αμαυρώσει ακόμα και το καλλιτεχνικό της ταλέντο. Και η ίδια η Μαρία αναρωτιέται, γιατί τα επιτρέπει όλα αυτά.
Μετά από έντονες διαφωνίες και μακροχρόνιους χωρισμούς, ακολουθούν ξανά και ξανά σπαρακτικές συμφιλιώσεις. Κυρίως ένα επεισόδιο δένει σφικτά τις φίλες για πάντα. Απολαμβάνουν την παραμονή τους σε μια μοναχική βραχώδη ακτή κάποιου μικρού ελληνικού νησιού, όταν ένας άνδρας τους πλησιάζει απειλητικά. Πιστεύοντας ότι κινδυνεύει η ζωή τους, η Άννα μέσα στην απελπισία της τον σπρώχνει με δύναμη – ο άνδρας πέφτει στο κενό και πνίγεται στη θάλασσα. Δεν γνώριζαν βέβαια ότι δεν ξέρει κολύμπι. Φόνος χωρίς πρόθεση, από αυτοάμυνα. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να αποκαλυφθεί ποτέ. Οι φίλες κρατούν το τραγικό μυστικό για τον εαυτό τους.
Όχι μόνο στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα των ηθικών αξιών. Προς τί η αριστερή ιδεολογία και ο πολιτικός ακτιβισμός, προς τί τα ιδανικά της αναρχίας και οι ατελείωτες πορείες διαμαρτυρίες, όταν στην ιδιωτική ζωή αποτυγχάνεις ξανά και ξανά;
Η Μαρία το ορίζει επακριβώς: «[Η Άννα] Σαγηνεύει. Τυραννάει. Βρίζει. Σκοτώνει. Ναι, σκοτώνει.» Αυτό το εννοεί μεταφορικά, υποθάλπτοντας ωστόσο και μια πικρή κατηγόρια.
Η Άννα έχει ωστόσο επιτυχία με τη στρατηγική της. Παντρεύεται έναν επώνυμο (πολύ μεγαλύτερό της) αρχιτέκτονα, γεννά μια κόρη, τη Δάφνη, ζει μια αξιοπρεπή ζωή, χωρίς όμως να θέλει να αποκηρύξει τα αναρχικά της ιδανικά. Σε μια πορεία διαμαρτυρίας στην Αττική Οδό σκοτώνεται από αστυνομική σφαίρα στο κεφάλι. Είναι τριάντα πέντε χρονών.
Η Μαρία έχει αναπτύξει στενή σχέση με την κόρη τής Άννας και της παραδίνει μαθήματα ζωγραφικής· κατά κάποιον τρόπο γίνεται το υποκατάστατο της Άννας, της μητέρας της Δάφνης. Δεν έχει δικά της παιδιά. Βιολογική κληρονομιά της Άννας είναι Δάφνη. Η πολιτική της κληρονομιά έχει ως εξής: «Τέρμα στο δόγμα, στην αντικατάσταση μιας εξουσίας από άλλη, χειρότερη!» Το να ανέβεις στα οδοφράγματα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή διαθέτει τόσο κάποιο θεατρινισμό, όσο και κάποιο πραγματισμό. Με άλλα λόγια: πρέπει να γίνεις «ρομαντικός ταραχοποιός».
Σε αυτόν τον χαρακτηρισμό κρύβεται η προσπάθεια να φέρει κοντά, να συμφιλιώσει μάλιστα, την τέχνη και την πολιτική. Κάτι που κρύβει ωστόσο κάποιους κινδύνους, όπως ακριβώς δείχνει η ιστορία της Άννας.
Στο τέλος του μυθιστορήματος μάς δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στην Άννα, συγκεκριμένα μέσω ποιημάτων που έγραψε τη δεκαετία του ’80 κρατώντας τα μυστικά. Ποιήματα με τίτλο «Μόνη στο σπίτι», «Τρώγοντας ψωμί με βατόμουρα», «Adidas με αεροσόλες», «Αγροτικές εργασίες» και «Πίτσα Ναπολιτάνα». Συγκινητικά ποιήματα χωρίς επιτήδευση, αλλά με μεγάλη ευαισθησία και ευαλωτότητα. Αποκαλύπτουν την πραγματική Άννα; Στο «Πίτσα Ναπολιτάνα», αφιερωμένο στη Μαρία, γράφει: «Ντομάτα έχει κολλήσει στο πάνω χείλος σου / η άνοιξε κάποια παλιά πληγή; / Να έρθω να δω ή δεν είναι συνετό εκ μέρους μου; / Τα μάγουλά σου λένε όχι. / Είναι γεμάτα με κάτι σκληρό / που συνεχώς το αντικαθιστάς με κάτι άλλο, / σκληρότερο. / Μα εγώ θέλω να είμαι η μπουκιά σου / και η αμέσως επόμενη μπουκιά σου / και η αμέσως επόμενη. / Θέλω να γίνω όλος ο κύκλος της χώνεψης κι η πείνα σου / ξανά. / Κοίτα: ντομάτα λεκιάζει κι εμένα τα χείλη μου. / Με δαγκώνεις και με ματώνεις, τώρα.» (Παρίσι 1989)
Άρα ήταν τελικά αγάπη. Και έτσι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ο θάνατος της Άννας ανοίγει ένα οδυνηρό βάραθρο στη ζωή της Μαρίας: «Και να, τώρα που δεν υπάρχεις πια, παραδέρνω κι εγώ μαζί σου στο απόλυτο τίποτα. Ή μάλλον παίζω τον χειρότερο ρόλο: το φάντασμά σου.»
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, που σου κρατά την ανάσα μέχρι την τελευταία γραμμή – και που σε απασχολεί και καιρό μετά την ανάγνωση. Ακριβώς επειδή δεν απαντά σε κάθε ερώτημα και σε ωθεί να το σκεφτείς και να το ξανασκεφτείς.
Η σύστασή μου: Διαβάστε το και ξαναδιαβάστε το!
Το βιβλίο
Αμάντα Μιχαλοπούλου: Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003
ISBN 97896003334975


Η συγγραφέας
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου (* 1966) συγκαταλέγεται στις πιο γνωστές σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς. Με μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και αρθρογραφία έχει αποκτήσει φήμη πολύ πέρα από τα όρια της Ελλάδας και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία.
Στο diablog.eu εδώ. Συνέντευξη με τη συγγραφέα για το βιβλίο στο diablog.eu εδώ

Η κριτικός
Η Ίλμα Ράκουσα (* 1946) είναι Ελβετή συγγραφέας και μεταφράστρια από τα ρωσικά, τα σερβοκροατικά, τα ουγγρικά και τα γαλλικά και μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Στη Βικιπαίδεια εδώ (στα DE)
Κείμενο: Ilma Rakusa. Φωτογραφία: bahohe books, εκδόσεις Καστανιώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Katalin Deer. Σύνταξη και μετάφραση: Α. Τσίγκας.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: