Ελληνίδες κρατούμενες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ

Φανή Μαρίνα Παπούλια

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Ράβενσμπρουκ – ποτέ έως τότε, καμία από τις Ελληνίδες που εκτοπίστηκαν εκεί είχε ακούσει το όνομα αυτό, ούτε καν γνώριζε τη γεωγραφική θέση αυτού του μικρού χωριού στο Βρανδεμβούργο.

Ακόμα και σήμερα, το Ράβενσμπρουκ δεν παίζει σχεδόν κανένα ρόλο στη γεωγραφία της ελληνικής συλλογικής μνήμης.  Άουσβιτς, Μαουτχάουζεν, Νταχάου, Μπέργκεν-Μπέλζεν είναι τα τοπωνύμια της ναζιστικής τρομοκρατίας που γνωρίζει η πλειονότητα των Ελλήνων, κυρίως χάρη στη διάσημη σύνθεση του Θεοδωράκη «Άσμα ασμάτων». [από την καντάτα Μαουτχάουζεν, εδώ (στα DE), στο YouTube εδώ]

Οι επιζώντες συνήθως σιωπούσαν, γιατί κανείς δεν ενδιαφερόταν πραγματικά να ακούσει τα όσα είχαν βιώσει. Σε ορισμένα μέρη η επιστροφή τους θεωρήθηκε ακόμα και ενοχλητική, όπως ανέφεραν επανειλημμένα Εβραίοι επιζώντες. Οι πολιτικά αριστερίζοντες υπέστησαν εκ νέου ποικίλες διώξεις από το καταπιεστικό ελληνικό κράτος των μεταπολεμικών χρόνων και συχνά βίωσαν για δεύτερη φορά την απάνθρωπη καθημερινότητα της κράτησης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Άρα δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ελάχιστοι Έλληνες επιζώντες ξαναπάτησαν το πόδι τους στο Ράβενσμπρουκ, τον τόπο του μαρτυρίου τους.

Το βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη-Γαλιατσάτου (εξαντλημένο)

Μαρτυρίες
Σημαντική πηγή για τις Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ είναι οι αναμνήσεις της Μαρίας Τσισκάκη-Γαλιατσάτου. Ήδη από το 1946 άρχισε να καταγράφει τις εμπειρίες της στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ωστόσο χρειάστηκαν σχεδόν άλλα 30 χρόνια μέχρι να τις εκδώσει με δικά της έξοδα, λίγο πριν από το θάνατό της το 1975.

Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου θεώρησε χρέος της να περιγράψει όσο το δυνατόν πιο «αντικειμενικά» τα όσα βίωσε. Δεν είχαν όλες οι τέως κρατούμενες Ελληνίδες το σθένος αυτό. Οι τραυματικές εμπειρίες βαραίνουν μέχρι και σήμερα όσες επέζησαν. Μια άλλη Ελληνίδα δυσκολεύτηκε εμφανώς να υπομείνει τη συνέντευξη που της παίρνουν συνεργάτες του προγράμματος «Memories of the Occupation in Greece (MOG)». [εδώ] Επανειλημμένα θέλει να τερματίσει πρόωρα τη συνέντευξη και διακόπτει πολλές φορές τις διηγήσεις της με υβριστικές εκφράσεις γεμάτες μίσος κατά των Γερμανών. Ακόμα και 80 χρόνια μετά, οι πληγές εξακολουθούν να είναι βαθιές. Οι βάναυσες εμπειρίες τής κράτησης είναι και σήμερα εντονότατες και η οργή για την απώλεια της περιουσίας μεγάλη. Δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε προθυμία για συμφιλίωση. Ήταν λοιπόν 16 ετών όταν οι Γερμανοί την συνέλαβαν σε μπλόκο στην πόλη της, τον Βόλο. Δεν ασχολούνταν με την πολιτική, ως νεαρή ορφανή το μόνο που την απασχολούσε ήταν η καθημερινή επιβίωση. Από τα 14 της κερδίζει το ψωμί της ως εργάτρια σε τοπικό καπνεργοστάσιο, όπου συνέχισε να εργάζεται –μέχρι τη συνταξιοδότησή της– και μετά την επιστροφή της από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Στρατόπεδα συγκέντρωσης και τόποι καταναγκαστικής εργασίας
Μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιωθεί η κράτηση 265 Ελληνίδων, οι οποίες μεταφέρθηκαν από τον Φεβρουάριο του 1944 μέχρι και την άνοιξη του 1945 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ. Με συνολικά 12 συρμούς έφτασαν εκεί μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες μαζί με συμπατριώτισσές τους, αλλά πάντα στο πλαίσιο μεγαλύτερων μετατοπίσεων απ΄ όλα τα σημεία της Ευρώπης.

Αφετηρίες μεταφοράς των εκτοπισμένων Ελληνίδων προς το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ // © Φ.Μ.Παπούλια

Κομπιένη, Ρίγα, Χαϊδάρι, Βαρσοβία, Λοτζ, Άουσβιτς είναι μερικά μόνο μέρη απ΄ όπου ξεκίνησε το ταξίδι τους – το οποίο συχνά δεν τελείωνε στο Ράβενσμπρουκ: η εκμετάλλευση για τις ανάγκες της γερμανικής πολεμικής οικονομίας ήταν τεράστια και είχε ποικίλες μορφές. Κέπενικ, Λειψία, Μάλχωφ, Μαγδεβούργο, Ρέχλιν είναι μερικοί τόποι καταναγκαστικής εργασίας με ενίοτε θανάσιμη κατάληξη.

Η συνήθως σχολαστική ναζιστική γραφειοκρατική διαδικασία υποδοχής των κρατουμένων μας παρέχει πάμπολλα χρήσιμα στοιχεία έρευνας. Κατάλογοι εκτοπισμών, αφίξεων και προσωπικών αντικειμένων, ιατρικά αρχεία και, τέλος, οι ίδιες οι καρτέλες των κρατουμένων αποτελούν τη βάση της αναζήτησης στοιχείων. Δεν είναι δυνατόν με αυτόν τον τρόπο να εντοπιστούν όλες οι κρατούμενες, παρά μόνο ένας μεγάλος αριθμός τους.

Τόποι καταναγκαστικής εργασίας Ελληνίδων // © Φ.Μ.Παπούλια

Η Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο
Περισσότερο από 25 χρόνια πριν βρέθηκε ένας από αυτούς τους καταλόγους στα χέρια μιας μικρής ομάδας ατόμων γύρω από τη Σοφία Αναστασιάδου και την Ελένη Βίνκελ. Απετέλεσε τον θεμέλιο λίθο του δραστήριου και αφοσιωμένου έργου μνήμης της «Ομάδας φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο». Με μεγάλη προσωπική επιμονή, σχολαστική έρευνα, συνεισφορά ιδιωτικών οικονομικών πόρων και απίστευτα ευτυχείς συμπτώσεις κατέστη δυνατή η προσωπική επαφή με τέως κρατούμενες που σήμερα έχουν πλέον αποβιώσει. Στόχος του έργου είναι να τιμηθεί κατάλληλα η μνήμη αυτών των Ελληνίδων και να αναδυθούν και άλλες από την ανωνυμία του αριθμού κράτησης που έφεραν στον βραχίονα. [1]

Ποιές ήταν αυτές οι 265 Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ, ποιά τα 265 ετερόκλητα βιογραφικά τους, οι 265 διαφορετικές εμπειρίες τους, οι 265 παραλλαγές προσωπικών αναμνήσεων;

Ελληνίδες στη Γαλλική Αντίσταση
Η πρώτη Ελληνίδα που αναφέρεται στους καταλόγους εισόδου του Ράβενσμπρουκ δεν έρχεται από την Ελλάδα, αλλά από την Κομπιένη (Compiègne) της Γαλλίας τον Φεβρουάριο του 1944 – για πολιτικούς λόγους και μαζί με άλλες 957 εκτοπισμένες κρατούμενες. Δεν γνωρίζουμε ούτε γιατί η 51χρονη Αναστασία βρισκόταν στη Γαλλία ούτε και τον ακριβή λόγο σύλληψής της. Από αναφορές Γαλλίδων κρατουμένων του Ράβενσμπρουκ γνωρίζουμε ωστόσο ότι ήταν σύνηθες να υπάρχουν αλλοδαπές γυναίκες στις τάξεις της Γαλλικής Αντίστασης. Για μιαν άλλη Ελληνίδα κρατούμενη στο Ράβενσμπρουκ γνωρίζουμε ότι βρισκόταν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια του πολέμου, ότι τελικά συνελήφθη λόγω των δραστηριοτήτων της στη Γαλλική Αντίσταση και ότι εκτοπίστηκε στο Ράβενσμπρουκ. Η Βελγίδα φίλη της στο στρατόπεδο, η επιχειρηματίας και αντιστασιακή Simonne L., αναφέρει:
Μοιραζόμασταν το ίδιο κρεβάτι πλάτους 60 πόντων, εκείνη προς το κεφάλι του κρεβατιού, εγώ προς τα πόδια […] Ποτέ όμως τίποτα από όσα σας διηγηθούν ή ακούσετε ή μάθετε δεν θα είναι δυνατόν να σας δώσει την πραγματική εικόνα της φρίκης αυτής που ο Δάντης ποτέ δεν θα τολμούσε να φανταστεί.
Ωστόσο ακόμα και τότε η Πολύμνια για να μου δώσει θάρρος μου απήγγειλε ποιήματα. Είχε πράγματι γράψει ποιήματα και στη φυλακή…. πολλές εκατοντάδες θα έλεγε κανείς, τακτοποιημένα όλα στη μνήμη της. Έκανε σχέδια να τα τυπώσει μετά τη νίκη σε δώδεκα τεύχη και σκίτσα, έλεγε μάλιστα πως θα αφιέρωνε σε μένα το πρώτο τεύχος.
Και οι δύο μας με τα μάτια κλειστά απαγγέλναμε τελικά μαζί ποιήματα για να φύγουμε από την πραγματικότητα. Πολλά από αυτά ήταν τραγούδια που τα λέγαμε όλες μαζί μιμούμενες την Πολύμνια.
[…] Επρόκειτο για μια γυναίκα σπάνιας πνευματικής καλλιέργειας που κάθε φορά που την σκέφτομαι κλαίω.

Τόπος μνήμης Ρέτσωφ-Ρεχλίν // © κοινότητα Rechlin

Και οι δύο Ελληνίδες δεν θα επιζήσουν το στρατόπεδο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Simonne L., η Πολύμνια θανατώθηκε στο στρατόπεδο νεολαίας Ούκερμαρκ (Uckermark),  ενώ η Αναστασία πεθαίνει από τις κακουχίες κράτησης και εργασίας στο υποστρατόπεδο Ρεχλίν (Rechlin). Το όνομά της είναι απαθανατισμένο στην αναθηματική στήλη που υψώνεται στον εκεί τόπο μνήμης εν μέσω του τοπίου του Μεκλεμβούργουμε τις τόσες λίμνες.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στην Αθήνα // © A.M.Δρουμπούκη

Η «Ειδική μεταφορά από την Αθήνα»
Τον Ιούνιο του 1944, λίγους μόνο μήνες πριν από την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής από την Ελλάδα, φτάνει η λεγόμενη Ειδική μεταφορά από την Αθήνα στο Ράβενσμπρουκ. Πρόκειται για τη μοναδική ως τώρα πιστοποιημένη απευθείας μεταφορά κρατουμένων από την Ελλάδα σε αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με τον συρμό αυτόν φτάνουν στο στρατόπεδο 61 Ελληνίδες. Όλες είχαν φυλακιστεί για πολιτικούς λόγους στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στα όρια της Αθήνας: Μεταξύ τους ήταν μια 16χρονη μαθήτρια, μέλος της ΕΠΟΝ, μια μητέρα έξι παιδιών, που ταυτοποιήθηκε ως διοικητική προϊσταμένη του ΕΑΜ στην Εύβοια, πολλά μέλη μιας οικογένειας από τη Θήβα που προσάχθηκαν ως μέλη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθώς και μια μητέρα με την κόρη της από τα Ιωάννινα, οι οποίες κρατούνταν ως πολιτικοί όμηροι. Άλλοι λόγοι κράτησης που αναγράφονταν στις καρτέλες των κρατουμένων ήταν «ανυπότακτη συμπεριφορά», «υποστήριξη συμμοριών», «ευνοϊκή μεταχείριση Εβραίων» ή απλά «κομμουνίστρια».
Οι μισές από αυτές τις γυναίκες ήταν κάτω των 25 ετών, το ένα τέταρτο δεν είχε καν συμπληρώσει τα 20, ενώ η νεότερη ήταν μόλις 15 ετών.

Ηλικιακή κατανομή των έγκλειστων Ελληνίδων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ // n = 204 // © Φ.Μ.Παπούλια

Ορισμένες από τις γυναίκες αυτής της ομάδας πστο Χαϊδάρι ροορίζονταν για εκτέλεση, προτού αλλάξουν γι΄ αυτές τα σχέδια των γερμανικών κατοχικών αρχών. Το ταξίδι των 61 γυναικών και 850 ανδρών σε κλειστά εμπορευματικά βαγόνια διήρκεσε 13 ημέρες. [2] Στη Θεσσαλονίκη προστέθηκαν άλλοι 250 κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλος Μέλας. Τελικά, στη Βαϊμάρη τα δύο βαγόνια με τις γυναίκες αποσυνδέθηκαν από το υπόλοιπο τρένο. Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου διηγείται:
Μέσα στα βαγόνια υπήρχε μια κατάσταση ανάμεσά μας, που δεν είναι εύκολο να περιγραφεί. Κατάθλιψη. Φόβος. Αβεβαιότητα.  Όσες από μας μπόρεσαν να δουν σωστά, είδαν τον κίνδυνο. Έπρεπε αμέσως ν´ αντιδρούμε. Έπρεπε με κάθε τρόπο να διώξουμε αυτό που μας βάραινε. Ανάμεσά μας, οι περισσότερες ήταν νέες κοπέλες. Σ´ αυτές έλαχε ο κλήρος να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα κεφιού και αισιοδοξίας. Με έξυπνα ανέκδοτα, με τραγούδια του τόπου μας, με κανένα πρόχειρο σκετσάκι που σατίριζε την κατάστασή μας, αλλάξανε κατά κάποιο τρόπο τη βαριά ατμόσφαιρα.

Η άφιξη στο Ράβενσμπρουκ και η σχετική διαδικασία υποδοχής βιώθηκε ως βαθιά απάνθρωπη τομή, μια και σήμαινε την πλήρη αποπροσωποποίηση, την αναγωγή σε έναν αριθμό κρατουμένου. Η Τσισκάκη-Γαλιατσάτου αναφέρει ότι από τις πρώτες μέρες η ομάδα συνειδητοποίησε γρήγορα, ότι δύο πράγματα θα ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους: η συνοχή τους και η επαφή με άλλες συγκρατούμενες. Και πράγματι, παρά τις διαφορετικές κοινωνικές τους καταβολές –ήταν φοιτήτριες, μοδίστρες, νοικοκυρές, διοικητικοί υπάλληλοι, επιστήμονες– κατάφεραν να διατηρήσουν για μήνες μια κοινότητα με στενούς δεσμούς.

Ενώ ορισμένες από αυτές τις γυναίκες δεν ήταν σε θέση να υπογράψουν το δελτίο κρατουμένου και έβαζαν αντί υπογραφής τρεις σταυρούς, άλλες διέθεταν καλές γνώσεις ξένων γλωσσών: σε μια κοινότητα στρατοπέδου με πάνω από τριάντα εθνικότητες αυτό αποτελούσε προσόν αποφασιστικής σημασίας. Έτσι μαθαίνουμε από τη Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου:
Η Βάσω μιλάει καλά τα γαλλικά. Η Ελενίτσα τα καταφέρνει στα ρούσικα, η Μπέττυ ξέρει γερμανικά καθώς και η Ματίνα. Η Παπαδοπούλου τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλες αυτές τις γλώσσες. Επιχείρησαν λοιπόν αμέσως μια πρώτη επαφή κι έτσι η μικρή Σόνια από τη μακρινή στέπα και η μικρή Ελένη από τις γαλανές και ζεστές θάλασσες, γίνονται φίλες. Η Βάσω και η Οντέτ δένονται σφιχτά. Η Μπέττυ και η Μαντίνα έρχονται σε επαφή με Γερμανίδες αντιναζίστρες. Η Παπαδοπούλου προσπαθεί να συνεννοηθεί με τις Πολωνίδες. Σιγά σιγά ο πάγος έσπασε κι έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας ο δεσμός εκείνος που ενώνει τους σκλάβους.

Όπως φάνηκε αργότερα, η Μπέττυ μπόρεσε να χρησιμοποιήσει στο στρατόπεδο τις γνώσεις της στα γερμανικά για να σώσει ζωές και να αποτρέψει την απομάκρυνση μιας άρρωστης Ελληνίδας συντρόφου.

Το πρώην κεντρικό κτήριο του υποστρατοπέδου Χάσαγκ Λειψίας (λήψη του 2021) // © GfZL

Αυτές οι 61 γυναίκες παραδίδονται τελικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ και μεταφέρονται για εργασία στη Λειψία, στα εργοστάσια Χάσαγκ. Δύο γυναίκες αυτής της ομάδας δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους. Η 22χρονη Μαρία πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση σε νοσοκομείο της Λειψίας, ως συνέπεια των σκληρών συνθηκών κράτησης και εργασίας. Η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου μας αφηγείται την τραγική μοίρα της άλλης κρατούμενης, της Βαγγελιώς:
Στην ομάδα μας ήταν και πέντε κοπέλες από την Εύβοια κι ανάμεσα σ΄ αυτές η Βαγγελιώ, μια αγρότισσα. Η δυστυχισμένη, συνηθισμένη να ζει έξω στο ύπαιθρο, στάθηκε αδύνατο να προσαρμοστεί στη ζωή του εργοστάσιου και μάλιστα κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες  και το αποτέλεσμα ήταν να χάσει τα λογικά της. Έτσι ένα πρωί τη φόρτωσαν σ΄ ένα καμιόνι μαζί με άλλες καταδικασμένες κι αυτές, και την έστειλαν στο θάνατο.

Η εκκένωση του Άουσβιτς
Από τον Σεπτέμβριο του 1944 έως τα μέσα Ιανουαρίου του 1945 μεταφέρονται και άλλες Ελληνίδες στο Ράβενσμπρουκ, αυτή τη φορά κυρίως από το Άουσβιτς. Αυτές οι μεταφορές, μερικές φορές χιλιάδων γυναικών, δεν είναι τόσο λεπτομερώς τεκμηριωμένες. Στους καταλόγους εισόδου συνήθως αναγράφεται μόνο το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και η εθνικότητα. Συχνά πρόκειται για νεότερες Εβραίες, οι οποίες είχαν μεταφερθεί την άνοιξη του 1943 με τους πρώτους συρμούς εκτόπισης από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς.

Η Χάνα Χέρτζογκ και η Άντι Εφρατ [3] υπέδειξαν επίσης εβραίες Ελληνίδες που έφτασαν στην ύστερη φάση στο Ραβενσμπρούκ από το Άουσβιτς, όπου είχαν ήδη δημιουργήσει ένα καλά οργανωμένο δίκτυο αλληλεγγύης. Έτσι και στο Ραβενσμπρούκ αυτή η ομάδα των περίπου 50 γυναικών συνέχισε την αμοιβαία μεταξύ τους φροντίδα και υποστήριξη. Αυτοί οι δεσμοί που δημιουργήθηκαν υπό τις ακραίες καθημερινές συνθήκες του στρατοπέδου, διατηρήθηκαν και μετά το τέλος του πολέμου.

Μια άλλη ομάδα 38 Ελληνίδων μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Σαξενχάουζεν και φτάνει στο υποστρατόπεδο Όμπερσπρε, που δημιουργήθηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του 1944. Εκεί, τις υποχρέωσαν σε καταναγκαστική εργασία στο εργοστάσιο καλωδίων της AEG. Καθημερινά τις μετέφεραν με μαούνα από το στρατόπεδο στον τόπο εργασίας τους, υπό την επίβλεψη μιας βίαιης επιτηρήτριας, η οποία, σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είχε ίχνος συμπόνιας για τις κρατούμενες.

Είσοδος του πρώην στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας των εργοστασίων πυρομαχικών Πόλτε στο Μαγδεβούργο (με αναμνηστική επιγραφή) // © Olaf Meister, Wikimedia Commons

Μια άλλη, μικρότερη ομάδα 11 Ελληνίδων μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ και καταλήγει σε καταναγκαστική εργασία στο εργοστάσιο Πόλτε του Μαγδεβούργου. Αυτές οι γυναίκες εκτοπίστηκαν τον Ιούνιο του 1944 από την Ελλάδα στο Άουσβιτς με έναν από τους τελευταίους συρμούς. Είχαν συλληφθεί κυρίως για πολιτικούς λόγους και ορισμένες από αυτές είχαν ήδη περάσει μακρά περίοδο κράτησης σε ελληνικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η νεαρή Βαγγελιώ για παράδειγμα ήταν μόλις 17 ετών όταν συνελήφθη στην Κρήτη τον Αύγουστο του 1942. Σε αυτή την ομάδα βρισκόταν και η Βάσω Σταματίου, μια αργότερα πολύ δραστήρια αυτόπτις μάρτυρας. Το 2023 η Ελένη Βίνκελ είχε την ευκαιρία να μιλήσει μαζί της αυτοπροσώπως, λίγο πριν τον θάνατό της. [4]

Στο εργοστάσιο Πόλτε οι γυναίκες εργάζονταν σε 12ωρες βάρδιες, όπου κατά τις διαδικασίες αποχρωματισμού, βαφής, διάτρησης και συμπίεσης των προϊόντων ήταν συχνά εκτεθειμένες σε τοξικά χημικά χωρίς καμία προστασία. Σχεδόν καθημερινά συνέβαιναν εργατικά ατυχήματα. Στεγάζονταςν ανά εκατό άτομα κάτω από άθλιες συνθήκες σε ξύλινα παραπήγματα – χωρίς θέρμανση και με παράθυρα χωρίς τζάμια.

Μία από τις τελευταίες μέχρι σήμερα τεκμηριωμένες μεταφορές Ελληνίδων από το Άουσβιτς έφτασε στο Ράβενσμπρουκ τον Ιανουάριο του 1945. Οι γυναίκες αυτές περιγράφουν ομόφωνα τις χαώδεις συνθήκες κατά την αναχώρησή τους από το Άουσβιτς, την εξαντλητική τριήμερη πορεία με ακραίο ψύχος και την επακόλουθη μεταφορά στο Ράβενσμπρουκ με τρένο σε ανοιχτά και εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες εμπορευματικά βαγόνια. Αν και αυτές οι γυναίκες είχαν ήδη περάσει σχεδόν δύο χρόνια στο Άουσβιτς –μερικές από αυτές υποβαλλόμενες σε βιαιότατα ιατρικά πειράματα– θεώρησαν το Ράβενσμπρουκ ως επιδείνωση της κατάστασής τους και περιέγραψαν με φρίκη τις πρώτες τους εντυπώσεις.

Τον Ιανουάριο του 1945 βρίσκονταν στο Ράβενσμπρουκ, λόγω της συνεχούς άφιξης μεταφορών εκκένωσης από άλλα στρατόπεδα, πάνω από 60.000 κρατούμενες. Στα παραπήγματα όπου κρατούνταν προηγουμένως 200 γυναίκες, στοιβάζονταν τώρα έως και 2000 γυναίκες. Έτσι κατέρρευσαν παντελώς οι συνθήκες υγιεινής και η επιστασία. Επικρατούσε οξεία έλλειψη τροφίμων και οι διάφορες ασθένειες εξαπλώνονταν ανεξέλεγκτα. Καθημερινοί θάνατοι ήταν αναπόσπαστο μέρος της ζωής στο στρατόπεδο. Το σύστημα της καταναγκαστικής εργασίας ωστόσο συνεχίστηκε. Οι Ελληνίδες που έφταναν τώρα μοιράστηκαν ως επί το πλείστον στα υποστρατόπεδα Μάλχωφ και Νόισταντ-Γκλέβε και εργάστηκαν μέχρι το τέλος του πολέμου στις τοπικές οπλοβιομηχανίες.

Απελευθέρωση και επιστροφή στην Ελλάδα
Το τέλος του πολέμου και η στιγμή της απελευθέρωσης δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις περιγραφές των Ελληνίδων του Ράβενσμπρουκ όπως το γνωρίζουμε από τις περιγραφές κρατουμένων σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι γυναίκες αναγκάζονταν συχνά να συμμετέχουν σε πορείες εκκένωσης από τον τόπο εργασίας τους, τις γνωστές «πορείες θανάτου». Οι διηγήσεις τους χαρακτηρίζονται από τον φόβο του θανάτου, την πείνα και την ακραία σωματική εξάντληση. Μερικές  Ελληνίδες μετά την ξαφνική αποχώρηση του προσωπικού επιτήρησης, περιπλανήθηκαν για εβδομάδες στην κατεστραμμένη Γερμανία, χωρίς προσανατολισμό και τροφή. Υπάρχουν επίσης διαμετρικά αντίθετες εμπειρίες όσον αφορά τους Σοβιετικούς απελευθερωτές. Ενώ μερικές, μετά από όσες ταλαιπωρίες υπέστησαν, ένιωσαν επιτέλους ασφάλεια, φροντίδα και στοργή, άλλες Ελληνίδες αναφέρουν οδυνηρά, γεμάτα φόβο συμβάντα σεξουαλικής βίας.

Η πρώτη επαναπατριζόμενη έφτασε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945, ενώ άλλες γυναίκες θα χρειαστούν ακόμα μήνες μέχρι να ξαναδούν την πατρίδα τους. Μόνο σποραδικά αναφέρονται περιπτώσεις οργανωμένης επιστροφής, όπως συνέβη με άλλες εθνικότητες. Το ελληνικό κράτος εκείνη την εποχή δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους επιζήσαντες πολίτες του. Από την ομάδα των 61 γυναικών, η Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου αναχωρεί με άλλες 21 από το Μόναχο για την Ιταλία και φτάνει στην Ελλάδα με ένα βρετανικό πολεμικό πλοίο. Ορισμένες εβραίες Ελληνίδες αναφέρουν ότι μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο Βέλγιο, απ΄ όπου επέστρεψαν αεροπορικώς στην πατρίδα τους. Άλλες, αντίθετα, χρειάστηκαν μήνες για να φτάσουν τελικά στην Ελλάδα μέσω των Βαλκανίων.

Στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία δεν υπήρχε περιθώριο για τις τραυματικές εμπειρίες των όσων επέζησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς τότε ήταν άγνωστες οι διαταραχές μετατραυματικού στρες. Οι γυναίκες δεν είχαν εξωτερική βοήθεια στην προσπάθειά τους να επεξεργαστούν τις εμπειρίες της κράτησής τους, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Μια καταγόμενη από τη Θεσσαλονίκη που επέζησε το Ράβενσμπρουκ περιγράφει, πώς οι φίλοι και οι φίλες της γιόρταζαν την ανάκτηση της ελεύθερης ζωής τους σε ταβέρνες – και πως ήταν αδύνατο για εκείνη να τους ακολουθήσει. Κάθε ανθρώπινη επαφή τής ήταν δύσκολη, κάθε άτομο τής φαινόταν να είναι μια παραπάνω επιβάρυνση. Ένας γυναικολόγος της Θεσσαλονίκης μερίμνησε για τις γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε αναγκαστική στείρωση. Μερικές από αυτές μπόρεσαν αργότερα να δημιουργήσουν οικογένειες, άλλες παρέμειναν για όλη τους τη ζωή άτεκνες. Σε βιβλίο του 2023 ο Γιάννης Καρατζόγλου εξετάζει τη στάση του ελληνικού πληθυσμού απέναντι στην εβραϊκή περιουσία. [εδώ] Ένα δύσκολο θέμα, ακόμα και 80 χρόνια αργότερα. Η Όρο Αλφαντάρη, πρώην κρατούμενη στο Ράβενσμπρουκ που ζει στη Θεσσαλονίκη, το συνοψίζει ως εξής:
Βρήκαμε τα ακίνητα, αλλά άδεια και πιασμένα από πρόσφυγες.  Με πολλά δικαστήρια τα πήραμε. Μετά παντρεύτηκα και πάλι. Αλλά δεν μας έμεινε οικογένεια. Δεν έχουμε κανέναν τώρα, ούτε μια γιαγιά… Το πιο σκληρό είναι να μείνει ο άνθρωπος μόνος του. Ποτέ δεν θα το συγχωρέσουμε αυτό το κακό.

Για τις Ελληνίδες που διώχθηκαν πολιτικά από τους Ναζί, τα βάσανα δεν τελείωσαν με το πέρας του πολέμου. Η χρονογράφος Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου συλλήφθηκε ξανά και εκτοπίστηκε και πάλι σε στρατόπεδα αντιφρονούντων. Τήνος και Τρίκερι, Μακρόνησος και Γυάρος είναι σταθμοί της οδυνηρής εμπειρίας της, με θύτη αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος. Στη μεταπολεμική περίοδο είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα της μοίρας των Ελληνίδων που είχαν διωχθεί πολιτικά από τους Ναζί.

Ράβενσμπρουκ, Οδός των Εθνών // © Eleni Winckel

Είναι μάλλον δύσκολο να αποδοθεί σε λίγες σελίδες μια γενική εικόνα για την τύχη 265 γυναικών.  Επιχείρησα να αναφερθώ τουλάχιστον στα στοιχεία που θεωρώ αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου οι τέως κρατούμενες να τύχουν μελλοντικά μιας συλλογικής βιογραφικής τεκμηρίωσης. Η διεργασία αυτή δεν είναι άλλο παρά ένα συνεχές work in progress. Συνεχώς βρίσκονται νέα σημεία αναφοράς,  εμφανίζονται νέα ονόματα με τις δικές τους προσωπικές βιογραφίες. [5]

Παρόλο που η ελληνογερμανική διαδικασία αναψηλαφησης, και ιδίως σε πολιτικό επίπεδο, δεν είναι εύκολη υπόθεση, παραμένει αμείωτο το ενδιαφέρον για τον ελληνογερμανικό θεσμό της μνήμης. Ας εκμεταλλευτούμε όλοι την ευκαιρία να εξασφαλίσουμε από κοινού μια μόνιμα εδραιωμένη μνήμη για τα ελληνικά θύματα της ναζιστικής θηριωδίας – ειδικά σε μια εποχή όπου το βασικό πλαίσιο της δημοκρατικής ιδέας τίθεται όλο και περισσότερο υπό αμφισβήτηση.


[1] Η Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο, έχει αναλάβει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης τεκμηρίωσης σχετικά με τις Ελληνίδες και τους Έλληνες κρατούμενους στο Ράβενσμπρουκ. Απορρέει από μια πρωτοβουλία της μη κερδοσκοπικής ένωσης Βερολίνου Frauen aktiv und kreativ e.V. (Γυναίκες ενεργές και δημιουργικές), η οποία από το 2000 είχε αναλάβει την αναζήτηση επιζώντων Ελληνίδων και Ελλήνων του στρατοπέδου συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ. Μέχρι στιγμής έχει καταγραφεί η τύχη 265 Ελληνίδων και πάνω από 130 Ελλήνων. Ο σύλλογος είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει προσωπικές συνεντεύξεις με πέντε πρώην κρατούμενες Ελληνίδες και/ή τους συγγενείς τους.
Για την πολυετή αφοσιωμένη συμβολή της η Ελένη Winckel-Μωραΐτου ανακηρύχτηκε το 2023 σε μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Ράβενσμπρουκ (IRK-CIR) [εδώ] ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Τον καιρό αυτό υποστηρίζει τις εργασίες για το ντοκιμαντέρ «Παρούσες» της Ανιές Σκλάβου και του Στέλιου Τατάκη με θέμα το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ.
Την άνοιξη του 2016 αναρτήθηκε στο Ράβενσμπρουκ αναμνηστική πινακίδα για τους Έλληνες κρατούμενους. Κάθε χρόνο πραγματοποιείται στο σημείο αυτό, μετά τις επίσημες εκδηλώσεις για την απελευθέρωση του στρατοπέδου συγκέντρωσης, μικρή τελετή προς τιμή τους. Τελετή μνήμης του 2026 εδώ [στα DE].
Επικοινωνία: gfkravensbrueck@gmail.com.
[2] Βλ. επίσης τη μαρτυρία της Ευγενίας Λαμπρινού στον τόμο Τελευταίος σταθμός. Μαρτυρίες Ελλήνων κρατουμένων σε γερμανικά στρατόπεδα. Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.
[3] Herzog, Hanna / Efrat, Adi: Wir Griechinnen wurden klepsi, klepsi genannt. Jüdisch-griechische Frauen im Konzentrationslager Ravensbrück. (Εμάς τις Ελληνίδες μας φωνάζανε κλέψι, κλέψι. Εβραίες Ελληνίδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ) στο συλλογικό έργο: Gisela Bock (εκδ.): Genozid und Geschlecht: Jüdische Frauen im nationalsozialistischen Lagersystem. (Γενοκτονία και φύλο: Εβραίες γυναίκες στο εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα στρατοπέδων), Frankfurt a. M. 2005, σελ. 85-102.
[4] Βάσω Σταματίου: βαρούμ? γιατί; Μια Ελληνίδα στο Άουσβιτς, Αθήνα 1997, εδώ.
Ελένη Winckel: Ο χρόνος τρέχει… Μια επίσκεψη στη Βάσω Σταματίου. Εξάντας, τεύχος 38, 2023, σελ. 70-73.
[5] Πρόσφατα προστέθηκαν στον κατάλογο αυτό, χάρη στη συνεργασία με το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Λαμιέων, άλλα ένδεκα ελληνικά ονόματα, ένδεκα ανθρώπινες μοίρες.


© Κανέλλα Τραγουστή

Η συγγραφέας
Η Φανή Μαρίνα Παπούλια σπούδασε Νεότερη Ιστορία και Πολιτικές Επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Από τότε ασχολείται με θέματα της νεοελληνικής ιστορίας του όψιμου 19ου και του 20ου αιώνα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές καθώς και για ζητήματα ιστοριογραφίας και βιογραφικών εργασιών. Από το 2024 υποστηρίζει την Ομάδα φίλων των Ελληνίδων και Ελλήνων κρατουμένων του Ravensbrück, Βερολίνο στην επεξεργασία του υλικού των συλλεγμένων πηγών.

Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη μορφή της ανακοίνωσης της Φ. Μ. Παπούλια στις 28/11/2025 στους χώρους της Πρεσβείας της Ελλάδος στο Βερολίνο. Σχετικά με αυτή την εκδήλωση εδώ [στα DE]. Κείμενο: Φανή Μαρίνα Παπούλια με σπαράγματα των Μαρία Τσισκάκη-Γαλιατσάτου, Simonne Lehouk-Gerbehaye και Όρο Αλφαντάρη. Φωτογραφίες και απεικονίσεις: βλ. ©. Ευχαριστούμε τις Pauline Schneider και Charlotte Behr για τη βοήθειά τους στη δημιουργία των πινάκων. Μετάφραση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Επιμέλεια: Νίκη Μολφέτα. 

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε