Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Έχω την εντύπωση ότι ένα τμήμα του κόσμου των «Ελλήνων μου» – και μαζί με αυτόν αδιαχώριστα και η όλη καθημερινότητα στην πόλη μου – έχει αλλάξει πολύ. Θέλω να παρέμβω, ως κάποιος που αισθάνεται στενά συνδεδεμένος με την Ελλάδα, όπου ζω έξι μήνες τον χρόνο και παίζω ελληνική μουσική. Είμαι ανάστατος. Με πνίγει και θέλω να το πω: Με πλημμυρίζει η νοσταλγία!
Η «δική μου» ελληνική καθημερινή κουλτούρα, οι δικές μου ταβέρνες, τα δικά μου βιβλιοπωλεία, τα μίνι μάρκετ, τα ταξιδιωτικά γραφεία, τα ραφτάδικα που άνοιξαν εδώ από τη δεκαετία του ’70 ως τη δεκαετία του 2000 πάνε να εξαφανιστούν. Δεν υπάρχουν πια όπως τα ήξερα και όπως τα αγαπούσα· για μένα είναι μια πικρή απώλεια. Χάθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άψυχες παραλλαγές τους. Για να ακριβολογήσω: σχεδόν όλα!
Τα περισσότερα ελληνικά καταστήματα ιδρύθηκαν από οικογένειες των «γκασταρμπάιτερ», των λεγόμενων φιλοξενούμενων εργατών, που ήρθαν στη Γερμανία μεταξύ της δεκαετία του ’60 και της δεκαετίας του ’80. Η πρώτη γενιά των ελλήνων μεταναστών έχει συνταξιοδοτηθεί. Ζούσαν κυρίως μεταξύ τους, στη δική τους κοινότητα, όπου συμμετείχαν φυσικά και πολλά άτομα από άλλες χώρες. Σήμερα οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς έχουν πατήσει τα 70, τα παιδιά και τα εγγόνια τους είναι και αισθάνονται Γερμανοί, μιλούν γερμανικά, είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ συνδεδεμένοι με τη γερμανική κουλτούρα και κοινωνία. Δεν υποφέρουν από νοσταλγία, δεν αισθάνονται ξένοι, για αυτούς όλα κυλούν φυσιολογικά, με την καλύτερη έννοια της λέξης «ισορροπημένα»: η γερμανική και η ελληνική τους φύση είναι ίσες και ισχύουν εξίσου. Σε αυτό προστίθεται και ο λεγόμενος εξαμερικανισμός. Οι νεότεροι ακολουθούν άλλες κατευθύνσεις και δεν έχουν αναλάβει τα ταξιδιωτικά γραφεία, τα ραφτάδικα, τα μίνι μάρκετ ή τις παλιομοδίτικες ταβέρνες, ούτε σκέφτονται να τα ανακαινίσουν. Ένας από τους λόγους είναι και η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων.
Η κοινωνική εγγύτητα, η ζεστασιά και οι προτάσεις του τύπου Άντε, πάμε στου Κώστα ανήκουν στο παρελθόν. Αν παλιά οι μερακλήδες έσπαζαν πιάτα και πετούσαν λουλούδια, τώρα επιτρέπονται μόνο χαρτοπετσέτες. Αυτό που πιθανώς μας περιμένει (αν και ήδη υπάρχει) είναι ελληνικά wine bars, νέα concepts μεζέδων και εκκεντρικά design shops. Έστω και greek style!
Ελληνικό βιβλιοπωλείο, όπου έβρισκες εφημερίδες, περιοδικά, βιντεοκασέτες και βιβλία, δεν υπάρχει πια. Μερικά από αυτά τα είδη υπάρχουν στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, τα οποία όμως είναι και αυτά είδος υπό εξαφάνιση. Ο έλληνας βιβλιοπώλης μου είχε πει πριν από χρόνια: «Προβάλλουμε και ταινίες στο Κοινοτικό Σινεμά, έχουμε σύλλογο». Ακολούθησαν εμβριθείς συζητήσεις και συνεχίζω ακόμα να τον επισκέπτομαι. Ένα βιβλιοπωλείο καθαρή κουλτούρα! Ελληνική φιλοσοφία ζωής, παράδοση και ταυτότητα. Εδώ, στο κέντρο της πόλης. Αυτό ήταν όμως τότε, κάποτε. Υπάρχουν ακόμα, θα μου πείτε, ναι, αλλά όλο και πιο αραιά, ελάχιστα, σπάνια, σχεδόν καθόλου, ίσως κατ΄ εξαίρεση.
Η χαρακτηριστική ελληνική ταβέρνα ήταν συνήθως διακοσμημένη πολύ ρουστίκ με μπόλικο ξύλο, φωτογραφίες ή και τοιχογραφίες, αρχαΐζουσες κολόνες. Φθηνό το πιάτο με τον γύρο. Οικογενειακή ατμόσφαιρα, χωρίς μάρκετινγκ και ευτυχώς χωρίς concept. Μερικές φορές έβγαιναν πηγαία υπέροχες βραδιές με ζωντανή μουσική και χορό. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε ακόμα αυτή η εκτός χρόνου παλιά ταβέρνα. Σήμερα το κοινό επιζητά ωστόσο «μεσογειακή fusion κουζίνα», κομψά εστιατόρια και αναγνώριση στα κοινωνικά μέσα. Δεν είναι λίγοι οι Έλληνες που προτιμούν να πάνε σε τούρκικο μαγαζί που διατηρεί ακόμα ταυτότητα, γοητεία και αυθεντική κουζίνα, πολύ συγγενή με την ελληνική.
Η διαπολιτισμική ένταξη αποτελεί επιτυχία αν και φέρει στοιχεία πολιτισμικής αποσύνθεσης. Είναι κάπως παράδοξο: όσο μεγαλύτερη είναι η ένταξη μιας μεταναστευτικής κοινότητας, τόσο λιγότερο αποζητά να έχει τη δική της ταυτότητα. Οι ελληνικές κοινότητες στη Γερμανία διαθέτουν καλή παιδεία και κατάρτιση και φαίνονται να είναι – ακόμα και στην αβέβαιη εποχή μας – οικονομικά σταθερές, γλωσσικά ενσωματωμένες και μη εξαρτώμενες πλέον από τα ελληνικά καταστήματα. Μπορούμε να πούμε ότι οι κοινότητες αυτές έχουν κατανεμηθεί στην πλειοψηφική κοινωνία.
Φέρνω τρία παραδείγματα:
Το μίνι μάρκετ
Αχ, τι νοστιμιές: λαχανικά τουρσί, τζατζίκι, φέτα σε χρυσό λάδι με δάφνη και μπαχάρι (πιπέρι μυρτιάς). Η ρίγανη είναι μαζεμένη από τη γιαγιά μου, λέει ο μαγαζάτορας με τη λευκή ποδιά. Μοιάζει με μικροσκοπικά μυρμήγκια ή τρυφερές νιφάδες, η μοσχοβολιά τους φτάνει μέχρι τη μύτη μου, νομίζω τουλάχιστον.
Παχιές πράσινες και μαύρες ελιές, Καλαμών με κυανές ή κοκκινωπές ανταύγειες και την ακρούλα σαν μικροσκοπικά αχλαδάκια.
Το κορύφωμα: Θρούμπες από τη Θάσο, οι ζαρωμένες ελιές με τη κρεατένια γεύση. Ωχροπράσινες τραγανές πιπεριές, τις δαγκώνεις και στάζει η άλμη στο πιάτο.
Ψαράκια τηγανητά ή στο λάδι με θωρούν από τη μεγάλη βιτρίνα. Χταποδοσαλάτα με τσουχτερή τιμή! Λουκάνικο; Τούρκικο σουτζούκι. Καλό κι αυτό. Πικάντικο, με πολύ σκόρδο, κόκκινο, από βοδινό. Λευκή Δεμέστιχα Αχαΐας και σκούρο κόκκινο Ημίγλυκο Νεμέας, ιδέα δεν έχω ποιος το πίνει. Διάφορα ούζα, υπέροχες ετικέτες με ελληνική γραφή, παίρνεις τα πάνω σου. Μικρά μπουκαλάκια ρετσίνας, ποιο να διαλέξω; Μην πίνεις Μαλαματίνα, λένε, αν όμως πρέπει, τότε να είναι Κουρτάκη. Οι τεράστιες νταμιτζάνες είναι οι δύλιτρες ρετσίνες για τα εστιατόρια. Κι εκεί είναι οι τενεκέδες με το ελαιόλαδο, υγρός χρυσός.
Στο πίσω ράφι βρίσκεται το ψωμί πίτα. Το χορταστικό συμπλήρωμα για την τροφή της ψυχής. Μερικές κονσέρβες, ψάρι και γίγαντες με άνηθο σε σάλτσα ντομάτας. Ψητές πιπεριές σε γυάλινο βαζάκι. Βλέπεις τις μαύρες ραβδώσεις της ψησταριάς και σου τρέχουν τα σάλια. Μπουκίτσες όλο Ελλάδα! Νοσταλγία, δάκρυα αγαλλίασης, καρδιοχτύπι, η Ελλάδα μου – εδώ στη Στουτγάρδη.
Ο μαγαζάτορας συσκεύασε τα προϊόντα σε μικρά διαφανή πλαστικά, όλα λάμπουν υπέροχα, πάλι μου τρέχουν τα σάλια. Από την χαρά μού φαίνονται όλα τζάμπα! Τα κουβαλάς σπίτι σου και περιμένεις τις επισκέψεις.
Τα μίνι μάρκετ ήταν συνήθως φθηνά, οικογενειακά και, όπως λέει η λέξη, μικρά – ακριβώς το είδος των καταστημάτων που χάθηκαν πρώτα. Τα σούπερ μάρκετ πήραν τη θέση τους. Ελαιόλαδο και κρασί, μυρωδικά και φέτα, ούζο και τσίπουρο, όλα αυτά και πολλές άλλες σπεσιαλιτέ προσφέρουν τώρα οι μεγάλες αλυσίδες. Συχνά σε φθηνότερες τιμές από ό,τι στην Ελλάδα.
Το ταξιδιωτικό γραφείο
Μυρίζει χταπόδι στιφάδο και πράγματι: στο γραφείο της Βούλας, που είναι γεμάτο με φακέλους, τηλέφωνα, ταμειακές μηχανές, αριθμομηχανές, στυλό, αποδείξεις και ταξιδιωτικά φυλλάδια, αιωρείται πάνω απ΄ όλα μια ευωδία χταποδιού. Η γεύση του άλλο πράγμα, νοστιμότατο, με κρεμμύδι, δάφνη, μπαχάρι, σε σκουροκόκκινη σάλτσα. Διακρίνω και μια νότα κανέλας. Ο χώρος ταπετσαρισμένος με φωτογραφίες: νησιά, δάση, βουνά και θάλασσα. Η Βούλα, κομψότατη στο χρυσαφί λάμπει ολόκληρη, με σικάτο χτένισμα, όλα της στην τρίχα. Ούτε ίχνος μετανάστριας. Ζει στο εδώ και τώρα, πλήρως ενταγμένη, πολύ ζωντανή και χειραφετημένη!
Ταξίδι: Πού πάμε; Πότε πάμε; Μέσω Ανκόνα; Με ποια ακτοπλοϊκή εταιρεία και πώς θα φτάσουμε στο λιμάνι, γιατί όχι Βενετία ή Μπάρι – και μετά; Ηγουμενίτσα ή Πάτρα, ζυγίζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα και συζητά και πολλά άλλα, ατελείωτα, ναι, έχω χρόνο και μετά θα έρθει και η Ρεμπέκα. Μπάρι, Νότια Ιταλία, Απουλία, Καλαβρία, επιτέλους θα διασχίσουμε ολόκληρη τη χώρα, θα ήταν μια εξαιρετική επιλογή, τα διόδια και η βενζίνη αξίζουν τον κόπο και θέλαμε επιτέλους να κάνουμε το γύρο ολόκληρης της μπότας! Έχουμε χρόνο και μας αρέσει να ταξιδεύουμε, σημασία έχει η διαδρομή και όχι ο προορισμός.
Ναι, θα κάνουμε την κράτηση σήμερα ή θα περιμένουμε την Ρεμπέκα; Και αν αλλάξει κάτι, θα σας τηλεφωνήσω, λέει η Βούλα. Πληρωμή σε μετρητά, μάλιστα. Αλλά τότε θα πάω πρώτα στην τράπεζα, κι αυτό εντάξει. Τρίζει ο εκτυπωτής και μου δίνει ένα πρώτο χαρτί, προσεγγίζουμε την κράτηση, μακάρι.
Έρχεται κι ο Γιάννης, είναι ο επίσημος φωτογράφος του ελληνικού προξενείου εδώ δίπλα, στο πίσω μέρος του ταξιδιωτικού γραφείου βγάζει τις επίσημες φωτογραφίες για το διαβατήριο. Κάθεται κάτω από μια τεράστια ομπρέλα, γνήσιος επαγγελματίας, βέρος φωτογράφος, αν και στο ταξιδιωτικό γραφείο. Κοινόχρηστο γραφείο στη δεκαετία του 2000, προηγμένα πράγματα. Ξαφνικά πιάνει ένα μπουζούκι. Παίζεται αν τελικά γίνει η κράτηση σήμερα.
Μπορώ να σας τηλεφωνήσω ακόμα και όταν θα είσαστε στον αυτοκινητόδρομο, αν αλλάξει κάτι, λέει η Βούλα. Πλέω σε πελάγη ευτυχίας, ιδεατά βρίσκομαι ήδη κοντά στην Ανκόνα, στην autostrada. Αριστερά η θάλασσα, λιγώνω: με το ένα πόδι είμαι ακόμα στο Στουτγάρδη και με το άλλο ήδη στο «Γκρις».
Το ραφείο
Ο Δημήτρης κάθεται, περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες βελόνες, ανάμεσα σε κρεμάστρες ρούχων με ροδάκια*** φορτωμένες σακάκια, ζακέτες και παντελόνια. Πουκάμισα και μπλούζες κρέμονται από συρμάτινες κρεμάστρες σε πλαστικό περιτύλιγμα. Όλα φρεσκοσιδερωμένα με το χέρι, χωρίς κούκλα σιδερώματος. Ο «Ντίμι» σημαδεύει με καρφίτσες παντελόνια, φούστες ή φορέματα, τα κονταίνει, τα μακραίνει, επιδιορθώνει φερμουάρ. Στοίβες από κοστούμια, στο πίσω μέρος είναι οι κουρτίνες, μπροστά κρέμεται ένα εντυπωσιακό φόρεμα χορού.
Με συναρπάζει η εμφάνιση του Ντίμι, μικρόσωμος, χοντρούλης, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης. Δεν φοράει τουπέ; Δεν χορταίνω να κοιτάζω το τουπέ του γιατί πάντα με τρόμαζε η τριχόπτωση. Και δεν χορταίνω να ακούω την προφορά, το αξάν του, μου αρέσει ο ήχος του.
Ποια διαδρομή; Ρωτάει, Αυτοκινητόδρομο ή πλοίο ή στην ακτή της Αδριατικής, Αλβανία; Όχι αεροπλάνο, η ψυχή σου δεν μπορεί να το ακολουθήσει! Με τι ασχολείσαι αυτή τη στιγμή, μπορείς να βοηθήσεις την κόρη μου στα γερμανικά; Δεν τα πάει καλά στο σχολείο! Ναι, ξέρεις, μας «στρατολόγησαν» τότε, ήταν μια αφίσα στην πλατεία του χωριού κοντά στην εκκλησία, σε έναν στύλο του ηλεκτρικού ή του τηλεφώνου: «Ψάχνουμε εργάτες». Έλα, έλα με το τρένο στο Μόναχο, ετοιμάσαμε τις βαλίτσες και αντίο! Τώρα κάθεται στο ραφτάδικο. Φτάνουν για να ζήσει;
Τα ραφτάδικα γενικά εξαφανίζονται – όχι μόνο τα ελληνικά. Η fast fashion πιέζει τις τιμές και έχει παραγκωνίσει τη ραφτάδικη τέχνη. Ό,τι συνηθισμένο και αγαπητό, το οικείο και το αίσθημα του ανήκειν κάπου – όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί, αντικατεστημένα από ένα σκηνοθετημένο «σπετάκολο», μέσα από το οποίο πρέπει να ξεχωρίσεις για να ανεβάσεις την αξία σου.
Ο κοινωνιολόγος Andreas Reckwitz μιλάει για την απώλεια των κοινωνικών περίγυρων. Εννοεί αυτό που περιέγραψα με βάση τις ταβέρνες, τα ταξιδιωτικά γραφεία και τα μίνι μάρκετ: Η ύστερη νεωτερικότητα καταστρέφει τους κοινωνικούς περίγυρους μέσω του οικονομισμού, της ψηφιοποίησης, της ανάπλασης-εξευγενισμού (gentrification) και της μοναχοποίησης – δηλαδή οτιδήποτε «ιδιαίτερο».
Αυτό που μένει είναι η νοσταλγία και κάποια μελαγχολία. Η ζωή συνεχίζεται, συμφιλιώνεσαι με το καινούργιο και σύντομα το ολοκαίνουργιο γίνεται αυτονόητο. Ακολουθείς τον συρμό, αρχικά κουνάς το κεφάλι σου, μετά συμφωνείς. Γιατί δεν θέλω να μείνω στάσιμος. Κάθε τι καινούργιο δίνει ζωή. Όποιος δεν εγκαταλείπει την πεπατημένη, μένει στο περιθώριο.
Απομένει ένα ερώτημα: Τί τα ξεπερνά όλα αυτά, είναι γλυκό και εύγευστο, με όψη πάντα δελεαστική; Φυσικά οι λιχουδιές του έλληνα ζαχαροπλάστη 🙂
Κείμενο: Simon Steiner. Συμβολικές φωτογραφίες: αρχεία S.Steiner και Α.Τσίγκα. Μετάφραση και σύνταξη: Α.Τσίγκας. Ο Simon Steiner στο diablog.eu εδώ.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Γειά σου Σίμον,
Ευχαριστώ πολύ, που μου έστειλες το άρθρο.
Μου άρεσε πολύ, γιατί το γράφεις απο την προσωπική σου πλευρά και βγάζεις και τα συναισθήματά σου.
Έτσι έγινε το κείμενό σου πολύ συμπαθητικό!
Το διάβασα με ευχαρίστηση!
Σε χαιρετώ, Νίκος