Ίσλα Μπόα

Απόσπασμα από μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου

Το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου «Ίσλα Μπόα», που μεταφέρθηκε στα γερμανικά από τις μεταφράστριες Ντόρις Βίλλε και Σίγκριντ Βίλλερ. Πρόκειται για ένα βιβλίο που υπερβαίνει τα σύνορα μεταξύ δοκιμίου πολιτισμικής κριτικής και αστυνομικού καθώς και μεταξύ ψυχαγωγίας και προβληματισμού. Γράφτηκε στην εξώτερη άκρη της Ευρώπης και αντικατοπτρίζει την ποικιλομορφία άλλων και ξένων πολιτισμών. Σημειωτέον δε σε μια χώρα που δεν επωφελήθηκε κατ’ ανάγκη από τις δυτικές πολιτιστικές διαδικασίες των δύο τελευταίων αιώνων και εξακολουθεί παρ΄ όλ΄ αυτά να θεωρεί εαυτήν ότι ανήκει στη Δύση.

Το Ίσλα Μπόα είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται το 2009 στο ομώνυμο νησί, κάπου κοντά στο άκρο των τεκτονικών πλακών της Καραϊβικής και του Ατλαντικού· αλλά και ένα χρόνο αργότερα στην Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών όπου παρακολουθούμε την συνέντευξη του πρώην διευθυντή του καναλιού που διοργάνωσε το «Το παιγνίδι του Ίσλα Μπόα» σε μια νεαρή δημοσιογράφο. Δέκα άνθρωποι, απομονωμένοι απ’ τον πολιτισμό και μ’ ένα ένοχο παρελθόν στο βιογραφικό του ο καθένας, πρωταγωνιστούν σ’ ένα παιγνίδι συμβίωσης προσπαθώντας να συμβιβάσουν ανάγκες, θρησκευτικές αντιλήψεις και συνήθειες, καθώς το περιβάλλον του νησιού μάχεται να τους καταβάλει.

Πρόκειται για έναν μαύρο Καναδό σεφ, μία Κινέζα οικονομολόγο, έναν Πακιστανό βιοτέχνη, μια Ιταλίδα εθελόντρια, έναν Γερμανό οικολόγο, μια Λιβανέζα δασκάλα, μια Ελληνίδα αρχιτέκτονα, μια Αργεντινή τραγουδίστρια, έναν Κενυάτη δρομέα και έναν Γάλλο φιλόσοφο. Ποιός θα υπερισχύσει, τελικά, στο Ίσλα Μπόα; Το παιχνίδι ξεκινά με τις καλύτερες προϋποθέσεις αλλά πολύ σύντομα το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Το κανάλι πτωχεύει και οι παίκτες που μέχρι πρότινος προσδοκούσαν κέρδη, φήμη και το μερίδιό τους από την παγκόσμια αναγνώριση ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται μόνοι στο έλεος της ζούγκλας.

Isla_Boa_1

Christos Asteriou, ©Eleni Iliopoulou

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου

Μάνια: Πάνω στο μήνα η θάλασσα άρχιζε να μου τη δίνει. Και να φανταστείς ότι πίσω στην Αθήνα πέταγα τη σκούφια μου για καμιά εκδρομή κατά Σούνιο μεριά με μπάνιο, ταβέρνα στο κύμα και τα σχετικά. Πεζοπορίες και βουνά δεν τα χα, το νερό ήταν που με τράβαγε σα τον μαγνήτη. Ξέρεις τώρα, βρεγμένο μαλλί, πετσέτα στη μέση και την αρμύρα να στάζει στα παπούτσια. Δώσε μου παραλία, έλεγα, και πάρε μου τη ψυχή. Να ξαπλώνω με το βιβλίο μου, να πασαλείβομαι αντηλιακά, να τρώω τον ήλιο κατακούτελα, κόκκινη σαν τον αστακό κι ακόμα παραπάνω, ινδιάνα βέρα, ερυθρόδερμη. Τώρα το γαμημένο αλάτι έμπαινε στις φλέβες και μου’ τρωγε ύπουλα τα σωθικά, δεν μπορούσα να το αντέξω δευτερόλεπτο. Δεν ήθελα να βλέπω γαλαζοπράσινα νερά κι αιώρες, παρακαλούσα μόνο μήπως βρισκόταν πουθενά κανένα τζίνι να του ζητήσω να με πάει πίσω κι ας κράταγε τις άλλες δυο επιθυμίες χάρισμα.

Γύρναγαν κι οι άλλοι γύρω μου σαν εφιάλτης, δεν γούσταρα να βλέπω τη φάτσα κανενός, βρωμούσαν ανθρωπίλα όλοι τους, ρεύονταν, έφτυναν, κατουρούσαν παραδίπλα. Είχαμε παραγνωριστεί για να το πω απλά, ήταν η πείνα φοβερή, ποιός μίλαγε τώρα για ελπίδες, είχε αρχίσει η αποκτήνωση, μαλάκα μου, άλλοι κυκλοφορούσανε μισόγυμνοι, ούτε τους ένοιαζε μια. Σου λέει, θα πεθάνουμε στο κάτω κάτω αργά ή γρήγορα ποιός νοιάζεται τώρα για ντροπές και προφυλάξεις, ποιός να φυλαχτεί και από τι, τα’ χαμε παρατήσει όλα και κοιτάγαμε πως θα επιβιώσουμε, να γεμίσει κάπως η κοιλιά, να κρατηθούμε. Άσχετα που ψελλίζαν ακόμα πως κάτι θα γινόταν και θα την γλιτώναμε, εγώ σου λέω πως όλοι μέσα τους ήτανε χεσμένοι από το φόβο, μαζί κι εγώ, βέβαια, σε κάτι τέτοια πρώτη.

Στην αρχή σκέφτηκα πως θα είχε γούστο όλος αυτός ο πανικός αλλά μετά το μετάνιωσα, δεν γούσταρα, μ’ έπιασε αηδία. Τα σώματα άλλαζαν, αλλοιώνταν σαν το κρέας που ξεχνάς έξω και πανιάζει, δεν βλεπόντουσαν, σου λέω, μόνο χτυπήματα κι ουλές έβλεπε το μάτι σου, επιδερμίδες απαίσιες που πέφταν από πάνω τους οι φλούδες σαν τα λέπια. Που και που μου την έδινε και καθρέφτιζα το πρόσωπό μου στη θάλασσα να δω πως έχω καταντήσει κι όταν τα κατάφερνα σκυμμένη από ψηλά έβλεπα πόσο είχαν κόψει τα μούτρα μου. Ρε συ, δεν είμαι εγώ αυτή, έλεγα, κοντεύουν να μου πεταχτούν τα μάτια έξω. Τώρα, δεν ξέρω να πω και με ακρίβεια, αλλά πέντε κιλά στο νερό θα τα’ χα χάσει, τόσο πάνω κάτω υπολόγιζα. Εδώ έβλεπα τον Ρέιμοντ που κόντευε να γίνει στυλάκι, τι να’ λεγα εγώ που δεν ήμουνα ούτε η μισή μπροστά του. Του είχαν πέσει οι κοιλιές και στο πρόσωπο έβλεπες δυο καμπυλωτές ρυτίδες, κομμάτια κρέας που’ χαν κρεμάσει δίπλα από τη μύτη σαν σακιά.

Isla_Boa_2Τερέζα: Αποφασίσαμε πως έπρεπε να κάνουμε κανονική κηδεία θεωρώντας πως ήταν αναγκαίο να υπάρχει ένα τόπος μνήμης γι’ αυτούς που χάθηκαν. Τίποτα σπουδαίο, έναν απλό, συμβατικό τάφο που θα τον συνδέαμε με τον Μοχάμεντ και την Κάρλα έστω κι αν τα σώματά τους δεν είχαν βρεθεί για να γίνει η ταφή όπως πρέπει. Ήταν κάτι που χρειαζόμασταν να μας θυμίζει τις ανθρώπινες καταγωγές μας, τα έθιμα που είχαμε αφήσει πίσω στην κανονική μας ζωή.

Για δυο τρεις μέρες η προετοιμασία της τελετής γέμισε το χρόνο απασχολώντας το σώμα και το πνεύμα μας κι έτσι βρήκαμε ξανά ένα στοιχειώδες νόημα σ’ ό,τι κάναμε πέρα απ’ το να ψαρεύουμε και να χαζεύουμε το νερό σα χαμένοι. Διαλέξαμε ένα μέρος κοντά στη θάλασσα από την ανατολική πλευρά γιατί σκεφτήκαμε πως ο Μοχάμεντ θα ήθελε τάφο με ανεμπόδιστη θέα προς τη Μέκκα κι αυτό ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρεθεί. Αφού διαλέξαμε το σημείο, καθαρίσαμε το περίγραμμα στο χώμα με δυο μυτερά ξύλα αφήνοντας μια απόσταση ενός μέτρου από τα δύο μνήματα κι ύστερα στολίσαμε γύρω γύρω με πέτρες και κοχύλια. Από την άλλη πλευρά τοποθετήσαμε ένα σταυρό που είχε σκαλίσει με το χέρι ο Αμπέμπε κι ένα ξύλινο τετράγωνο με τ’ όνομα της Κάρλας που είχε φιλοτεχνήσει ο άντρας της ζωής της με πολύ προσπάθεια.

Δίπλα, στο σημείο που υποτίθεται πως ήταν ο τάφος του Μοχάμεντ ακουμπήσαμε μια μεγάλη, λεπτή πέτρα αφού πρώτα χαράξαμε πάνω της τα αρχικά του: Μ.Α. Ήταν απόγευμα και το ηλιοβασίλεμα έδινε μια παράξενη ένταση σε κείνη την απομίμηση τελετής μπροστά σε δύο τάφους χωρίς σώματα. Γύρω μας βούιζαν κουνούπια κι ο αέρας έφερνε κρωξίματα και μυρωδιές στη μύτη και στ’ αυτιά. Νιώσαμε καλύτερα μ’ όλο εκείνο το σκηνικό γιατί αποτείαμε φόρο τιμής στους δύο πνιγμένους κι επειδή αρχίζαμε να οικειοποιούμαστε το νησί «φορτίζοντας» σημεία του με τις προσωπικές μας ιστορίες. Ο τόπος που μας έλαχε να ζήσουμε εκείνες τις δύσκολες στιγμές άρχιζε να γίνεται λιγότερο ξένος και μέρα με τη μέρα αποκτούσε χαρακτηριστικά που του δίναμε με τις μικρές μας επεμβάσεις.

Isla_Boa_3

©Kamilo Nollas

Αφού προηγήθηκε μια συγκινητική ομιλία του Γιούργκεν, στην οποία ο καλός Γερμανός έκανε μια αναδρομή της σχέσης του με την Κάρλα, ξεκίνησα να λέω ένα αργεντινέζικο μοιρολόι που ήξερα από τη μητέρα μου κι είχα πρωτακούσει στην κηδεία της γιαγιάς μου στο Σαντιάγκο, δώδεκα χρονών κορίτσι. Στον κύκλο που είχαμε σχηματίσει πάνω απ’ τους τάφους στάθηκαν όλοι αμίλητοι ακούγοντας τα ισπανικά μου λόγια και το ηχόχρωμα της φωνής που σκέπαζε μελωδικά το χώρο. Πριν καν τελειώσω η Ζέινα ξεκίνησε ένα δικό της μοιρολόι και ύστερα, με τη σειρά, ένα η Φου κι ένα δικό του ο Αμπέμπε. Δεν είχαμε συνεννοηθεί γι’ αυτό και ήταν από τις πιο ωραίες στιγμές στο νησί που θα μου μείνει στο μυαλό σαν στιγμιότυπο. Ύστερα από ένα μικρό σιωπηλό ιντερμέδιο κι αφού είχαμε συγκινηθεί όλοι μας, ο Φρανσουά απήγγειλε από ένα κομμάτι χαρτί που είχε διασώσει με χίλιους κόπους, κάποιο ποίημα του Ντύλαν Τόμας. Το ποίημα ήταν γραμμένο στ’ αγγλικά και σε ορισμένα σημεία αρκετά δύσκολο να το καταλάβουμε. Η υποβλητική του φωνή συγκέντρωσε την προσοχή μας στη μουσική αφήνοντας τις λέξεις να χαϊδέψουν τ’ αυτιά μας σαν ακατάληπτα επιφωνήματα γεμάτα σαγήνη. Ξετύλιξε το χαρτί που κρατούσε στα χέρια και ξεκίνησε χωρίς να του ρίξει ούτε ματιά. Με ρυθμό και συναίσθημα απήγγειλε όλο το ποίημα σχεδόν απ’ έξω:

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουν
Όταν γλυφτούν τα κόκκαλά τους
Και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάρι
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν και θαλασσόπνιχτοι, θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες της θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα βρουν
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουν
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχεία θα τους ξεσκίσουν
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουν
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Στην αρχή παραξενεύτηκα ακούγοντας το ερωτικό ποίημα, μπορεί και να παρεξηγιόταν ο Γιούργκεν, αλλά μετά το ξανασκέφτηκα και βρήκα την επιλογή του Φρανσουά πολύ πετυχημένη. Η Κάρλα κι ο Αμπέμπε δεν είχαν μοιραστεί τίποτα κοινό στη ζωή και σίγουρα τους χώριζαν ένα σωρό πράγματα. Καθώς φανταζόμουνα τη σκηνή του πνιγμού κατάλαβα πως ο χαμός τους είχε κάτι βαθιά ερωτικό στο βάθος. Είχαν πεθάνει μαζί και, όπως και να το δει κανείς, η στιγμή τους είχε ενώσει για πάντα. Κάτι μου έλεγε ότι στο μέρος που «ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία» οι δυο τους θα περίμεναν ευτυχισμένοι την δικαίωση.

Μάνια: Το γδάρσιμο που είχα στο πόδι εξελίχθηκε σιγά σιγά σε ξεγυρισμένο συρίγγιο. Κάθε φορά που λέγανε πως έπρεπε να τρυπηθεί με τη σακοράφα του ξεχαρβαλωμένου φαρμακείου χεζόμουνα από το φόβο μου. Την καίγανε οι μαύροι στη φωτιά για απολύμανση γιατί έπρεπε, λέει, να βγάλουν το υγρό κι αυτό γινόταν μόνο με τρύπημα. Τι λέτε, ρε, τρελλαθήκατε όλοι σας; φώναζα κάθε φορά που φέρνανε μπροστά μου εκείνη την τσουρουφλιστή μύτη. Αλλά τι να έκανα; Ούρλιαζα από τον πόνο και υπέμενα τα γιατροσόφια του καθενός που ‘θελε να κάνει το δικό του. Εδώ που τα λέμε δεν είχα κι εναλλακτική. Αν μπορούσα να την γλιτώσω θα την γλίτωνα, χαζή είμαι; Η φωτιά καίει τα πάντα, η φωτιά απολυμαίνει τα πάντα, αυτό το ξέρουμε, παντογνώστη, είπα σ’ έναν από τους μαύρους που με περιτριγύριζαν, αλλά να σε δω όταν την ακουμπήσουν στο δικό σου πόδι τι θα κάνεις και πως θα χοροπηδάς. Παλικαριές στις πλάτες των άλλων τις ξέρω κι εγώ.

Isla_Boa_5

©Kamilo Nollas

Όταν έφτασα στο αμήν το πήρα απόφαση. Δάγκωσα μια πετσέτα και τους είπα να κάνουν ό,τι είχαν να κάνουν για να τελειώνουμε. Αντέχεις; ρωτήσανε, αντέχω, έκανα με το κεφάλι και πριν προλάβω να κλείσω τα μάτια μού την μπήξανε γερά. Κόντεψα να λιποθυμήσω από τον πόνο, αλλά μην νομίζεις, πιο πολύ είναι στο μυαλό παρά στο σώμα, μόνο άμα το σκέφτεσαι έχεις πρόβλημα, αλλιώς δεν τρέχει μια. Το πύον πετάχτηκε σα πηχτή κρέμα από το πόδι μου και η τεράστια φουσκάλα ξεφούσκωσε σα να ‘τανε μπαλόνι. Έκανα μια και βούτηξα στη θάλασσα μπας και σβήσω το κάψιμο. Μαλάκα μου, μύρισε για μια στιγμή καμένη σάρκα. Γι’ αστείο το περνάς; Άμα μεγάλωνε κι άλλο η πληγή θα είχα χοντρό πρόβλημα, σου λέω. Δεν είναι να παίζεις μ’ αυτά, φαντάζεσαι να σοβάρευε και να μην μπορούσα να περπατήσω; Ή να μου γύρναγε σε γάγγραινα και να μου κόβανε το πόδι; Στη ζούγκλα πρώτα τρώγονται τα χτυπημένα ζώα κι άμα δεν είχα κάνει γρήγορα μ’ έβλεπα να πηγαίνω σα το γουρούνι στο σακί, τροφή για καρχαρίες.

Τερέζα: Κλείσαμε τρεις μήνες χωρίς είδηση. Περνώντας ο καιρός καταφέραμε να ρυθμίσουμε με τέτοιο τρόπο τα πράγματα στο νησί ώστε να λειτουργούμε καλύτερα. Μέρα με την ημέρα δημιουργήσαμε μια δική μας κανονικότητα με πρόγραμμα και συγκεκριμένες δουλειές που τις μοιραζόμασταν όλοι χωρίς γκρίνιες κι ενστάσεις. Μετά το αρχικό σοκ φάνηκε πως συμβιβαστήκαμε με την ιδέα της ερημικής ζωής αν και η σπίθα του γυρισμού στραφτάλιζε ακόμα στο βάθος του μυαλού μας.

Ξηλώσαμε ό,τι είχε απομείνει από την καλύβα της παραγωγής κι αφού ξεχωρίσαμε ξύλα και άλλα υλικά τα χρησιμοποιήσαμε για να φτιάξουμε από την αρχή ένα καινούργιο καταφύγιο σε μέρος μακριά από την παραλία, καλύτερα προφυλαγμένο. Το σημείο ήταν αρκετά ψηλά για να λειτουργεί σαν παρατηρητήριο μιας κι έπρεπε να έχουμε συνεχώς το νου μας στην περίπτωση που θα βλέπαμε κάποιο περαστικό πλοίο ή έστω εκείνο το καΐκι που ίσως εμφανιζόταν τελικά με μια καλή δικαιολογία. Δουλέψαμε σκληρά για δυο-τρεις μέρες χρησιμοποιώντας σύνεργα από την εργαλειοθήκη του Μαρσέλ που μας βοήθησε με την πείρα και την αντοχή του υποδεικνύοντας τι έπρεπε να κάνει ο καθένας σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Φτιάξαμε ένα καταφύγιο σε στιλ πλατφόρμας με υπερυψωμένες σανίδες για τον κίνδυνο των ερπετών που είχε ένα οριζόντιο τοίχο και μια επικλινή επιφάνεια και κλείσαμε γύρω γύρω με ξύλα και φύλλα από τους φοίνικες. Ήταν αρκετά στενό –σαν τριγωνικό κουτί– χωρίς τις ανέσεις της καλύβας, αλλά κανένας δεν μουρμούρισε. Τις νύχτες καίγαμε πάντα μια μεγάλη φωτιά αφήνοντας κάποιον σε επιφυλακή να την φουντώνει σε τακτά διαστήματα.

Isla_Boa_6

©Kamilo Nollas

Γι’ αυτό χρειαζόμασταν μεγάλους όγκους ξύλων που κόβαμε από εδώ κι από κει μεταφέροντάς τους, ακόμα κι από την άλλη άκρη του νησιού, μ’ ένα αυτοσχέδιο καροτσάκι που κατασκεύασε ο Μαρσέλ συναρμολογώντας τα υπολλείματα ενός τροχήλατου τραπεζιού απ’ τον εξοπλισμό της δικής του καλύβας. Όσο κι αν μας κούραζε το καθημερινό κουβάλημα καταλαβαίναμε πως αλλιώς δεν γινόταν γιατί τις νυχτερινές ώρες ήταν πολύ πιθανότερο να μας έβλεπαν από μακριά και να σωνόμασταν από ένα σπιθήρισμα που θα γινόταν αντιληπτό ακόμα και μίλια πέρα απ’ το Ίσλα Μπόα. Οι φλόγες ταξίδευαν με την ταχύτητα του φωτός μέσα στο σκοτάδι, θα έφταναν κατά τη διάρκεια της νύχτας ευκολότερα στις κουβέρτες των περαστικών πλοίων κι ενδεχομένως στα μάτια του αξιωματικού υπηρεσίας που ίσως αγνάντευε γερμένος στην κουπαστή. Αν κάποια στιγμή σταματούσαμε να τροφοδοτούμε την βραδινή φωτιά θα ήταν ένα πρώτο σημάδι παραίτησης, κάτι που ευτυχώς δεν είχα διαπιστώσει για κανέναν μας ακόμα. Παρά την κούραση, την πείνα και όλο το αίσθημα της οργής για όσα είχαν συμβεί απροειδοποίητα πασχίζαμε για το καλύτερο. Ακόμα κι εγώ που δεν τα κατάφερνα ποτέ στις χειρωνακτικές δουλειές και δεν είχα δυνάμεις για βαριές εργασίες έκανα ό,τι μπορούσα καλύτερο εκπλήσσοντας τον εαυτό μου και τους υπόλοιπους.

Η φωτιά έσβηνε συχνά μετά τις απογευματινές καταιγίδες κι αυτό ήταν επίσης κάτι που μας κούραζε αφάνταστα γιατί υποχρεωνόμασταν να την ανάβουμε από την αρχή. Σπίρτα θυέλλης, τσακμάκι και αναπτήρας δεν βρίσκονταν δυστυχώς στη λίστα με τα διασωθέντα αντικείμενα κι έτσι ήμασταν αναγκασμένοι να προσπαθούμε χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο τρόπο που θα μπορούσε να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα με τον λιγότερο δυνατό κόπο. Στα σύνεργα του Ρέιμοντ υπήρχε ένας μεγάλος μεγεθυντικός φακός που έκανε καλή δουλειά τις πρωινές ώρες όταν ο ήλιος ήταν ψηλά και τσουρούφλαγε τα πάντα, αλλά ήταν άχρηστος το απόγευμα όταν συνήθως πλημμύριζαν τα πάντα από το νερό. Στην αρχή δεν πίστεψα ότι μπορούσε να μας φανεί χρήσιμος γιατί ήμουν εντελώς άμαθη σε συνθήκες επιβίωσης και νόμισα πως ήταν το πιο άχρηστο αντικείμενο που θα μπορούσε να μας δωρίσει κανείς εκείνες τις μέρες.

Isla_Boa_7

©Kamilo Nollas

Διαψεύστηκα πανηγυρικά όταν ο Μαρσέλ με μεγάλη υπομονή και εξαιρετική μαεστρία έδωσε κλίση στο φακό κατευθύνοντας τις αχτίδες του ήλιου πάνω από ένα ξερό προσάναμμα που πέταξε μια μικρή, πορτοκαλένια φλόγα αφού πρώτα γκρίζαρε και κάπνισε για λίγα λεπτά. Είχαμε προσπαθήσει χρησιμοποιώντας κι άλλες τεχνικές που αποδείχτηκαν πολύ δυσκολότερες απ’ ότι νομίζαμε στην αρχή. Το αυλάκι που θ’ ανοίγαμε για παράδειγμα σε μια βάση από μαλακό ξύλο θα πετούσε σπίθες αν το τρίβαμε, λέει, συνεχώς μ’ ένα σκληρό ραβδί, όμως το μόνο που κατάφεραν όσοι προσπάθησαν ήταν να γεμίσουν τις παλάμες τους φουσκάλες. Η πραγματικότητα του νησιού διέφερε πολύ απ’ όσα φανταζόμασταν ή είχαμε διαβάσει στα βιβλία, ειδικά εκείνο τον μεταβατικό καιρό που το ηθικό ήταν χαμηλά και οι δυνάμεις σε υποχώρηση.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου: Ίσλα Μπόα. Αθήνα, Εκδ. Πόλις 2012. Φωτό: Καμίλο Νόλλας, Ελένη Ηλιοπούλου.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου