Ήπειρος: στιγμιότυπα μιας πεζοπορίας

Στα βουνά της βορειοδυτικής Ελλάδας

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Στο diablog.eu η Ντόρις Βίλερ μάς έχει ταξιδέψει τρεις φορές σε πεζοπορίες ανά την Ελλάδα. Φέτος περιγράφει το άγριο τοπίο των ηπειρώτικων βουνών.

Όλα άρχισαν με μια πετρούλα
Το περασμένο φθινόπωρο φίλοι μάς έκαναν δώρο μια μικρή πέτρα, συνοδεύοντάς την με την επιθυμία να επισκεφτούμε σύντομα μαζί τους τον τόπο προέλευσής της: το φαράγγι του Βίκου στη βορειοδυτική Ελλάδα.
Είχαν και τα σχετικά βιβλία πεζοπορίας για ξεφύλλισμα.[*] Ψάξαμε, διαβάσαμε, είδαμε ντοκιμαντέρ και μελετήσαμε χάρτες. Και επιλέξαμε το Zagoria Trek, τη διαδρομή του Ζαγορίου της Πίνδου.
Τολμηρό εγχείρημα. Οι περιγραφές των διαδρομών φαίνονταν αρκετά απαιτητικές. Επαρκεί για την πορεία το θάρρος και η θέληση μου; Μπορώ να ανταπεξέλθω; Το βήμα μου είναι άραγε ακόμα σταθερό; Και οι ενοχλήσεις στα γόνατα; Όλο και ξεφύτρωναν μικρές αμφιβολίες.
Ευτυχώς που είχαμε κλείσει την πτήση και το ραντεβού με τους φίλους μας. Να κάνουμε πίσω δεν μπορούσαμε πια. Και η λαχτάρα μου για τα ελληνικά βουνά με έκαιγε.

[*]      Pindosgebirge (εκδόσεις Rother Wanderführer), Zagoria-Trek (εκδόσεις Outdoor) και πεζοπορικός χάρτης της Νότιας Πίνδου (εκδόσεις Ανάβαση)

Ιωάννινα, η πρωτεύουσα της Ηπείρου. Οθωμανική γραφικότητα
Οι τέσσερείς μας είπαμε να συναντηθούμε αρχές Ιουνίου στα Γιάννενα. Ανυπομονούσα να τα ξαναδώ μετά από 35 ολόκληρα χρόνια. Εξωτική μου είχε φανεί τότε η οθωμανική τους αρχιτεκτονική. Και οι αμέτρητες βιοτεχνίες, κυρίως χρυσοχόων και αργυροχόων. Πολλοί δούλευαν έξω, στο φως της ημέρας. Έμενε κρυφό το εσωτερικό των μαγαζιών στο μυστηριώδες ημίφως. Η λίμνη φάνταζε ελκυστική, αλλά αποδείχτηκε ότι τα στάσιμα νερά ήταν βούρκος γεμάτος φύκια, τουλάχιστον τότε, το φθινόπωρο.

Γιάννενα, στη λίμνη
Γιάννενα, στον πεζόδρομο
Γκράφιτι κτηρίου στον πεζόδρομο

Τώρα, αρχές Ιουνίου 2024, το νερό είναι σχετικά καθαρό. Παρ’ όλα αυτά, δεν βλέπω κανέναν να κολυμπάει, παρότι οι θερμοκρασίες αποτελούν πρόκληση για μπάνιο. Οι χειροτέχνες έχουν εκλείψει από το τοπίο της πόλης. Τα σπίτια, τουλάχιστον στο ισόγειο, έχουν τώρα φωτεινά, φιλικά χρώματα. Παντού καινούργιο πλακόστρωτο, τα αυτοκίνητα εξορίστηκαν από πολλούς δρόμους. Καφετέριες, ταβέρνες και καταστήματα κυριαρχούν την εικόνα. Περιπατητές και τουρίστες. Τζαμιά και οθωμανικά μέγαρα λάμπουν ανακαινισμένα.
Γιατί είναι ιδιαίτερα φροντισμένη η οθωμανική κληρονομιά; Μήπως οφείλεται στον Αλή Πασά, που σχεδόν ανεξαρτητοποίησε το πασαλίκι του από τη Μεγάλη Πύλη; Στο απόγειο της δόξας του στις αρχές του 19ου αιώνα η πόλη άνθισε οικονομικά. Μάλιστα είχε έρθει σε συνδιαλλαγή με τους Έλληνες αγωνιστές του αγώνα της απελευθέρωσης. Μέχρι που ήρθε σε ρήξη με τον σουλτάνο και δολοφονήθηκε. Παρόλο που ο Αλή Πασάς ξεκίνησε την καριέρα του ως αρχηγός ληστρικών συμμοριών και δεν ήταν διόλου αβρός στους αντιπάλους του, τα Γιάννενα τιμούν τη μνήμη του. Στο νησάκι της λίμνης το μικρό Mουσείο Αλή Πασά παρουσιάζει τον βίο και την πολιτεία του.

Γιάννενα, στο κάστρο
Κάστρο, ο τάφος του Αλή Πασά

Στον περίβολο του κάστρου θαυμάζω ένα υπερμέγεθες κλουβί πουλιών από σφυρήλατο σίδηρο. Είναι ο οικογενειακός τάφος του Αλή Πασά.

Αυτό το πιο παλιό τμήμα της πόλης είναι μια χερσόνησος που εμβολίζει τη λίμνη και περικλείεται ακόμα από τείχος με πύλες. Περπατάμε στα έρημα σοκάκια σαν να βρισκόμαστε σε υπαίθριο μουσείο. Ανοιχτά είναι μόνο μερικά μικρά boutique ξενοδοχεία. Τα παντζούρια των ανακαινισμένων σπιτιών είναι σχεδόν παντού κλειστά, προφανώς αναμένοντας τους Έλληνες των μεγαλουπόλεων και του εξωτερικού που περνούν εδώ τον Ιούλιο και Αύγουστο τις διακοπές τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ορεινός κόσμος των άγνωστων και ιδιότυπων Τζουμέρκων
Πριν ξεκινήσουμε την πολυήμερη εκδρομή μας –τη διαδρομή του Ζαγορίου– πεζοπορούμε δοκιμαστικά στα Τζουμέρκα, την ορεινή περιοχή νοτιοανατολικά των Ιωαννίνων.

Ο δρόμος ελίσσεται προς τα πάνω με αμέτρητες φουρκέτες, αναγκάζοντάς μας να οδηγούμε αργά. Ευτυχώς, γιατί αυτό με γλιτώνει από τη ναυτία. Όταν ήμουνα παιδί πηγαίναμε να επισκεφτούμε τους παππούδες μου με τον σκαραβαίο μας. Έπρεπε να περάσουμε τον Μέλανα Δρυμό στη νοτιοδυτική Γερμανία από το σημείο Höllental, τη «χαράδρα της κόλασης». Όνομα και πράγμα, γιατί για μένα ήταν πράγματι η κόλαση. Ο πατέρας μου αναγκαζόταν να σταματάει τακτικά για να βγάλω τα σωθικά μου στην άκρη του δρόμου και όχι μέσα στο αυτοκίνητο.

Καλαρίτες, ένας τόπος ηρεμίας 
Για εμάς η διαδρομή προς τους Καλαρίτες τελειώνει στο παρκινγκ στην άκρη του χωριού. Όπως τα περισσότερα ορεινά χωριά της περιοχής δεν είναι φτιαγμένο για αυτοκίνητα. Σκαλοπάτια οδηγούν προς τα πάνω και προς τα κάτω. Εναλλακτική λύση είναι μόνο κάτι κακοτράχαλα μονοπάτια. Για να ζεις εδώ πρέπει να σε βαστάνε τα πόδια σου. Οι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν για βοήθεια μπαστούνια με περίτεχνη λαβή.

Εδώ σε υψόμετρο 1.150 μέτρων διανυκτερεύουμε τρεις βραδιές στον ξενώνα του Ναπολέοντα. Οι φίλοι μας πέρυσι είχαν νοιώσει εδώ τόσο οικεία, που θέλησαν να ξαναέρθουν μαζί μας. Τα λιτά δωμάτια αναδύουν ευεξία. Ξύλινα κρεβάτια, ξύλινα πατώματα, ξύλινες οροφές. Κουρτίνες από αέρινα κεντήματα. Διακοσμητικά λιστέλο μπροστά από τα παράθυρα. Πολύχρωμα υφαντά χαλάκια δίπλα στα κρεβάτια, που σύντομα θα αποθηκευτούν για να μην τα φάει ο σκόρος.

Η πλατεία στους Καλαρίτες απλώνεται σε πολλά επίπεδα της βουνοπλαγιάς.[*] Καθόμαστε όπως στο θέατρο σε διαφορετικό ύψος. Στη σκηνή ωστόσο τα δρώμενα είναι ελάχιστα.
Τις μέρες αυτές είναι ανοιχτός μόνο ο ξενώνας του Ναπολέοντα. Στο χωριό επικρατεί μια ευλογημένη ησυχία. Ακόμα και όταν το Σαββατοκύριακο καταφτάνουν και μερικοί άνθρωποι παραπάνω. Μαζί μ΄ αυτούς και η Λαμπρινή, η γυναίκα του Ναπολέοντα, που έρχεται από τα Γιάννενα να τον συνδράμει.
Τους χειμερινούς μήνες οι Καλαρίτες έχουν 12 κατοίκους όλους κι όλους. Μακρύ δρόμο για το σχολείο έχει το μοναδικό παιδί του χωριού, όπως κι όλα τα άλλα παιδιά των Τζουμέρκων. Πηγαίνουν στα Πράμαντα. Οδικώς 20 χιλιόμετρα ή 40 λεπτά με όχημα. Οι μισοί Καλαριτιανοί βοηθούν τον Ναπολέοντα. Μαγειρεύουν, σερβίρουν, κρατούν καθαρά τα δωμάτια του ξενώνα, εξυπηρετούν στο παντοπωλείο που είναι στον ίδιο χώρο με την ταβέρνα. Στα γαλαζοπράσινα ράφια, που φτάνουν μέχρι το ταβάνι, βρίσκεται ένα πολύχρωμο συνονθύλευμα ειδών καθημερινής ανάγκης. Χαρτομάντηλα. Καφές. Μακαρόνια. Ρύζι. Ζάχαρη. Αλεύρι. Σπίρτα. Οδοντογλυφίδες. Αφρός ξυρίσματος. Σαπούνια. Προϊόντα καθαρισμού. Ανάμεσά τους ασπρόμαυρες φωτογραφίες των προγόνων. Οι τιμές πώλησης καθορίζονται αυθόρμητα.

[*]      Σχεδόν σε κάθε χωριό της Ελλάδας υπάρχει μια κεντρική πλατεία με τουλάχιστον ένα καφενείο, ταβέρνα και παντοπωλείο. Είναι ένας τόπος συνάντησης, κάθεσαι, χαζεύεις, συζητάς, τρως και πίνεις.

Καλαρίτες, μπακάλικο και εστιατόριο μαζί

Καθώς πέφτει το σούρουπο ακούγεται από την πλατεία ένας γκιώνης, κρυμμένος στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων. Με την κανονικότητα μετρονόμου ακούγεται πάντα ο ίδιος ζεστός τόνος, σαν να έρχεται από φλογέρα. Ο Ναπολέοντας μας διηγείται αμέσως το τι λέει σχετικά η ελληνική παράδοση: κάποτε ένας νέος σκότωσε τον αδελφό του επειδή αυτός είχε χάσει από κακοτυχία δύο πρόβατα. Ο φονιάς μετάνιωσε πικρά και παρακάλεσε τον Θεό να τον κάνει κουκουβάγια. Έτσι κι έγινε. Και από τότε καλεί ο γκιώνης τον αδικοχαμένο του αδελφό. Αλλά βέβαια ματαίως. [Το παραμύθι του γκιώνη εδώ]

Η πρώτη μας πεζοπορία για προθέρμανση δεν είναι εύκολη. Έχει κουφόβραση. Περπατάμε επτά ώρες, κάνουμε κυκλική διαδρομή περνώντας από το γειτονικό χωριό Συρράκο. Απότομη κατάβαση και ανάβαση 640 μέτρων, εν μέρει με ψηλές πεζούλες. Αργά το απόγευμα ξαπλώνω τελείως εξαντλημένη στο κρεβάτι μου, αφουγκράζομαι τις βροντές και τη βροχή που φέρνει δροσιά.
Απόδειξη του πόσο ορεινή και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή: με τα πόδια χωρίζουν τα χωριά Καλαρίτες και Συρράκο μόνο 3 χιλιόμετρα. Οδικώς η απόσταση είναι ατέλειωτα 22 χιλιόμετρα. Και τη δεύτερη μέρα της πεζοπορίας είναι παρόμοια μεγάλη η διαφορά μεταξύ μονοπατιών και δρόμου: 5 προς 20 χιλιόμετρα από τους Καλαρίτες στο Ματσούκι. Το σημερινό μονοπάτι αποτελεί επίσης πρόκληση, κατεβαίνει απότομα την πλαγιά. Θα μας οδηγήσει πράγματι στον προορισμό μας; Το πλαισιώνουν αριές και άλλα φυτά που μας τσιμπάνε. Συνεχίζουμε παρ΄ όλ΄ αυτά, αλλά σίγουρα δεν θα γυρίσουμε από τον ίδιο δρόμο. Ελπίζουμε κάποιος από το Ματσούκι θα μας πάει με το αυτοκίνητο στους Καλαρίτες.

Παντού τρεχούμενα νερά

Η φύση είναι ονειρεμένη. Ένα μαγεμένο δάσος όλο βρύα. Ένα στενό και κατάφυτο πέτρινο γεφύρι ζεύει το ρέμα του φαραγγιού. Λουλουδιασμένες εκτάσεις πλαισιώνουν τη διαδρομή μας. Το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι της Βύλιζας αποπνέει μαγεία. Μια τεράστια μουριά ρίχνει τη σκιά της σε ένα πέτρινο τραπέζι κατάμεστο με υπερώριμους καρπούς σε ζύμωση. Μπαίνουμε στο οχυρό μοναστήρι αφού λύνουμε στην πύλη του τον γρίφο μιας έξυπνης ξύλινης κλειδαριάς.

Στο μοναστήρι της Βύλιζας

Πρόσβαση στα κτήρια ωστόσο δεν έχουμε. Το κλειδί το έχει ο καφετζής στο Ματσούκι. Αλλά προς τα εκεί πηγαίνουμε. Παρ’ όλα αυτά, περιδιαβαίνουμε στην αυλή και φανταζόμαστε τη μοναστηριακή ζωή σε προηγούμενους αιώνες.

Προς το Ματσούκι

Λίγο αργότερα αντικρίζουμε ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Μια σε πρώτη όψη ατέρμονη σκάλα, πλαισιωμένη από χαμηλά τοιχάκια, ελίσσεται σαν φίδι στο βραχώδες τοπίο. Ένα αριστούργημα ολόπετρης αρχιτεκτονικής που δαμάζει αυτό το άγριο τοπίο για εμάς τους πεζοπόρους. Πρωτίστως κατασκευασμένη για τους προσκυνητές, ώστε να φτάνουν με σχετική άνεση στον ποθητό προορισμό τους, το μοναστήρι.

Σκαλωτό καλντερίμι, αριστούργημα των μαστόρων της πέτρας

Μετά από λίγες βουνοστροφές αντικρίζουμε τον προορισμό μας, το Ματσούκι. Έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα από τους Καλαρίτες. Αντί για πετρόσπιτα με γκρίζες στέγες σχιστόλιθου έχει σοβαντισμένες προσόψεις και κόκκινες κεραμοσκεπές. Στο χωριό οδηγεί επίσης και ασφαλτοστρωμένος δρόμος, πιθανόν ο λόγος που ξεχειμωνιάζουν εδώ 50 άτομα. Το καλοκαίρι γίνονται 500.
Στο καφενείο, από το οποίο ώρα τώρα ακούγαμε δυνατά μπάσα, έχουμε θερμή υποδοχή. Από τα ηχεία ακούγεται τώρα ο θαυμάσια ιδιότυπος ήχος του ηπειρώτικου κλαρίνου. Τέτοιους ήχους είχα πρωτακούσει πολλά χρόνια πριν σε ζωντανή εκτέλεση σε κάποια ταβέρνα στις Πρέσπες. Συμμετείχε εκεί ο μικρός γιος του πανδοχέα και φυσούσε τη φλογέρα του. Στο μεταξύ σίγουρα θα είναι, όπως ο πατέρας του, βιρτουόζος στο κλαρίνο ή στην παραδοσιακή φλογέρα.
Απολαμβάνουμε τα δροσερά μας αναψυκτικά, αγναντεύουμε από τον εξώστη την κοιλάδα που απλώνεται μπροστά μας και ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε πάνω από τα κεφάλια μας ένα ιδιαίτερα μεγάλο πετούμενο. Ο τηλεφακός της φωτογραφικής μηχανής επιβεβαιώνει τις υποθέσεις μας: είναι αητός που τον σηκώνουν ψηλά τα ανοδικά θερμικά ρεύματα. Σιγά σιγά χάνεται στα σύννεφα. Είμαστε συνεπαρμένοι από αυτό το σπάνιο θέαμα. Ανάλαφροι μπαίνουμε στο αυτοκίνητο τού σερβιτόρου και παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής για τους Καλαρίτες.

Η Κατερίνα Μουσαφίρη στο ζωντανό της μουσείο

Αυτές οι λίγες ημέρες εκεί κάνουν τον αποχαιρετισμό από τους Καλαρίτες και τους αξιαγάπητα φιλόξενους κατοίκους τους εξαιρετικά δύσκολο. Την τελευταία στιγμή έρχεται η πρώην δασκάλα του χωριού και μας προσκαλεί να επισκεφτούμε το σπίτι της. Είναι ένα ζωντανό οικογενειακό μουσείο. Όσο ζούσε ακόμα ο άντρας της, είχαν συγγράψει ένα βιβλίο για την ιστορία του χωριού. Εάν είχαμε τον χρόνο πολύ θα ήθελα να το ξεφυλλίσω. Σκέφτομαι λοιπόν να επιστρέψω σύντομα στους Καλαρίτες και να χαλαρώσω.

Τα Ζαγοροχώρια, από το 2023 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco

Στο φαράγγι του Βίκου και στο Μικρό Πάπιγκο
Το Μικρό Πάπιγκο έχει εντυπωθεί στη μνήμη μας από την πρώτη επίσκεψη το 1989: Στο κέντρο τουριστικών πληροφοριών των Ιωαννίνων μάς είχαν συστήσει να διασχίσουμε το «εκπληκτικό» φαράγγι του Βίκου και να μην χάσουμε την ευκαιρία να περπατήσουμε στο «βαθύτερο φαράγγι του κόσμου».[*, στα DE] Έτσι αφήσαμε τη σκηνή μας στο κάμπινγκ και πήραμε νωρίς το πρωί το λεωφορείο για το Μονοδένδρι. Από εκεί, κατεβήκαμε με πάμπολλα σκαλοπάτια τα 450 μέτρα στο φαράγγι. Βοήθημα προσανατολισμού τότε δεν είχαμε μαζί μας. Ούτε κανονικό χάρτη, ούτε κάποια συσκευή gps, μόνο ένα δυσανάγνωστο ασπρόμαυρο αντίγραφο χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας. Τουλάχιστον ήταν σημειωμένη έγχρωμα η διαδρομή μας.

Φτάνοντας κάτω στο άνυδρο ποτάμι αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε στα διάσπαρτα βράχια της κοίτης του, που γίνονταν όλο και πιο μεγάλα. Αυτό λοιπόν ήταν το μονοπάτι; Πώς θα μπορούσαμε να καλύψουμε τα προγραμματισμένα χιλιόμετρα σε μια μέρα; Μετά από επίμονη αναζήτηση βρήκαμε εντέλει σημάνσεις που μας οδήγησαν κατά μήκος της πλαγιάς πάνω από το φαράγγι, αλλά η διαδρομή διέσχιζε επανειλημμένα γλιστερές, απότομες σάρες. Ευτυχώς φορούσαμε άρβυλα πεζοπορίας μέχρι τον αστράγαλο που άμβλυναν την επίπονη διαδρομή, τα πόδια μας μάς ευγνωμονούσαν! Άκυρο όμως το σχέδιο να φτάσουμε αυθημερόν στο χωριό Βίκος. Θα ήταν μεν η πιό σύντομη διαδρομή, αλλά την επόμενη μέρα θα έπρεπε, για να ξανακατεβούμε στο φαράγγι, να καλύψουμε υψομετρική διαφορά 300 μέτρων και στη συνέχεια να αντιμετωπίσουμε άνοδο 500 μέτρων από την άλλη πλευρά μέχρι το Πάπιγκο. Γιατί μόνο από εκεί υπήρχε λεωφορείο για τα Γιάννενα. Παρόλο που ήμασταν ήδη εξαντλημένοι, θέλαμε να ολοκληρώσουμε την περιπέτεια αυτή μέσα σε μια μέρα. Ευτυχώς που δεν είχαμε ιδέα πόσο ιδρώτα θα χύναμε στην επίπονη ανάβαση που είχαμε μπροστά μας.

Die Ανηφορίζοντας από την κοίτη του ποταμού αργά το απόγευμα ο ήλιος εξακολουθούσε να καίει. Είχαμε ξεμείνει από νερό. Τόση δίψα δεν είχαμε ξανανοιώσει στη ζωή μας. Φραπές, κρύα μπύρα, κοκακόλα, νερό. Έβλεπα τις μικρές σταγόνες του νερού να κάνουν ρυάκια στην επιφάνεια του ποτηριού. Τέτοιες ανείπωτες φαντασιώσεις είχαμε μέχρις ότου εμφανίστηκε μπροστά μας το χωριό. Τί ανακούφιση ήταν αυτή! Αμέσως μετά συνειδητοποιήσαμε ωστόσο εμβρόντητοι, ότι εκεί δεν υπήρχε εκεί ούτε καφενείο ούτε περίπτερο. Ένας ντόπιος άδραξε τη μοναδική ευκαιρία και μας πρόσφερε δωμάτιο και εστίαση μαζί. Συμφωνήσαμε, αρκεί να μας έδινε να πιούμε. Αργότερα καταλάβαμε ότι βρισκόμασταν στο Μικρό Πάπιγκο. Ο κύριος οικισμός, το Πάπιγκο, με την τουριστική υποδομή του, απείχε 1,5 χιλιόμετρο, για μας τη στιγμή εκείνη μια απόσταση ανέφικτη.
Μας προσέφεραν βραδινό στο δωμάτιο με τον μουντό φωτισμό. Καθόμασταν στην άκρη του κρεβατιού, μπροστά μας ένα τραπέζι με ξέχειλα πιάτα. Οι οικοδεσπότες μας που κάθονταν στον πάγκο απέναντί μας, κοιτούσαν σοβαρά και επίμονα. Ούτε λέξη δεν βγήκε από το στόμα τους. Ούτε καν όταν προσπαθήσαμε να συζητήσουμε μαζί τους στα ελληνικά. Μάλλον μας είχαν προσφέρει το φαγητό τους και θα πήγαιναν πεινασμένοι για ύπνο.[*]

[*]      Επιστρέφοντας μετά δυο μέρες στα Γιάννενα, οι ιδιοκτήτες του κάμπινγκ μόλις μας είδαν ήταν ανακουφισμένοι και καταχαρούμενοι. Φοβόντουσαν ότι κάτι μας είχε συμβεί. Παρόλο που η σκηνή μας είχε μείνει στημένη εκεί τις μέρες που λείψαμε, μας χρέωσαν μια νύχτα λιγότερο. Μείναμε άφωνοι από την πηγαία αυτή φιλοξενία.

Κατάβαση στο φαράγγι του Βίκου

Τώρα πια το μονοπάτι στο φαράγγι του Βίκου είναι τέλεια σηματοδοτημένο, το διασχίζουν πια πολλοί επισκέπτες. Εκπληκτικά πολλά δέντρα χαρίζουν σκιά. Αυτό είναι πολύ θετικό, παρότι μειώνουν τη θέα στο φαράγγι. Μας απατά η μνήμη μας ή όντως η περιοχή έχει γίνει πιο δασώδης;

Φαράγγι του Βίκου, ατενίζοντας τα βράχια

Αιτία ίσως να είναι η μείωση των αιγοπροβάτων. Σπανίζουν, δεν συναντάμε ούτε ένα κοπάδι. Χωρίς βοσκή η φύση φουντώνει. Το δάσος ανακαταλαμβάνει σταδιακά το φαράγγι. Συνθήκες σίγουρα ευνοϊκές για αρκούδες, λύκους και λύγκες, τα άγρια ζώα της περιοχής.

Φαράγγι του Βίκου, δροσίζοντας τα πόδια

Πριν την τελική ανάβαση στο Μικρό Πάπιγκο βυθίζω τα ξαναμμένα μου πόδια στο ορμητικό ποτάμι. Διστάζω να δροσιστώ ολόκληρη. Και όμως ζηλεύω κάπως τις γυναίκες που απολαμβάνουν το μπάνιο τους στο δροσερό βουνήσιο νερό. Το επόμενο τμήμα της διαδρομής, που το θυμάμαι από την προηγούμενη φορά με κάποιο δέος, αποδεικνύεται τελικά σχετικά ομαλό. Ίσως χάρη στο άφθονο πόσιμο νερό, την πυκνή σκιά και τη μειωμένη διαδρομή.

Μικρό Πάπιγκο

Ενημερωμένοι εκ των προτέρων ξέραμε ότι στο Μικρό Πάπιγκο υπάρχουν πλέον αρκετές ιδιωτικές προσφορές για ύπνο και φαγητό. Πλησιάζουμε για διανυκτέρευση στο αγαπημένο μας μέρος: από το κεντρικό σοκάκι οδηγεί ένα απλό πλακόστρωτο δρομάκι στο κατάλυμα. Εδώ δεν υπάρχει όμως ούτε μια γλάστρα, ούτε ένα φυτό. Τρεις άνθρωποι μας κοιτάζουν σχεδόν έκπληκτοι. «Θέλετε δωμάτιο εδώ;», απορούν, αλλά ενημερώνουν τον υπεύθυνο. Τα δωμάτια είναι μια χαρά. Αλλά το πρωινό σερβίρεται μετά τις οκτώ. Πολύ αργά για μας, μας περιμένει ανάβαση 1000 μέτρων και οι θερμοκρασίες προβλέπονται υψηλές.
Θέλουμε λοιπόν να ψάξουμε κι άλλο, παρόλο που ο ξενοδόχος μάς διαβεβαιώνει ότι στο δεύτερο κατάλυμα δεν υπάρχει πρωινό. Ποιο μέρος να εννοεί; Περπατώντας προηγουμένως στο γραφικό και γεμάτο κληματαριές χωριό είχαμε περάσει από μια ελκυστική, καταπράσινη αυλή.

Το φιλόξενο δωμάτιό μας

Εκεί λοιπόν, στον ξενώνα Δίας, μας δίνουν δύο άνετα δωμάτια και το επόμενο πρωί, νωρίς στις επτά, απολαμβάνουμε μαζί με άλλους πεζοπόρους ένα βασιλικό πρωινό, και μάλιστα με σπιτικό βούτυρο.
Τα ξύλινα ταβάνια των δωματίων είναι έντονα βαμμένα, μου θυμίζουν Σουηδία. Ανάμεσα στα δύο μεγάλα κρεβάτια –μπροστά από το τζάκι– το ξύλινο πάτωμα είναι υπερυψωμένο. Πρέπει να είναι υπέροχο να κάθεσαι εδώ τον χειμώνα με τις ώρες στα μαξιλάρια μπροστά στη φωτιά!
Αλλά τώρα είναι καλοκαίρι. Ξεπλένουμε ιδρώτα και σκόνη, και ένας υπνάκος μας αναζωογονεί. Ώρα για το βραδινό στη βεράντα. Μια πινακιδούλα «ρεζερβέ» μπλοκάρει το τραπέζι με την καλύτερη θέση. Κρίμα. Πολύ θα θέλαμε να καθίσουμε εκεί και να απολαύσουμε την εκπληκτική θέα: από τη μια πλευρά η κοιλάδα και στο βάθος της οι βουνοκορφές που χάνονται σταδιακά στην ομίχλη, από την άλλη ο ορεινός όγκος της Αστράκας λουσμένος στο ζεστό βραδινό φως. Η υπέροχη έκπληξη: το τραπέζι είναι κρατημένο για εμάς.

Μικρό Πάπιγκο, δειλινό

Η μαγευτική ατμόσφαιρα της βραδιάς με γεμίζει με βαθιά αίσθηση γαλήνης.  Ζωντανεύουν παιδικές αναμνήσεις. «Αχ, πόσο ήσυχος είναι ο κόσμος ένα γύρο, βουτηγμένος στο λυκόφως ήρεμος και σταθμισμένος!» Συχνά τραγουδούσαμε με τη μητέρα μας το νανούρισμα «Το φεγγάρι έχει ανατείλει» με τον στίχο αυτό, και κοιμόμασταν γαληνεμένα.

Αρκούδες, πυγολαμπίδες και δράκοι
Μεγάλα αγρίμια δεν είδαμε. Πριν το ταξίδι μας είχα διαβάσει για αρκετά άτυχα συναπαντήματα αρκούδων και πεζοπόρων. Χαίρομαι που δεν έκανα την προσωπική γνωριμία τους. Προφανώς επαρκούν εδώ οι συνεχόμενες δασικές εκτάσεις ώστε αγρίμια σαν τις αρκούδες, τους λύκους και τους λύγκες να μπορούν να ζουν αποτραβηγμένα, και εμείς να πεζοπορούμε σχεδόν δίπλα τους.
Οι συναντήσεις μας περιορίζονται σε μικρότερα, ακίνδυνα πλάσματα. Είδαμε Κοινά κονάκια. Όμορφες σαύρες, όπως την υπέροχη σαύρα της Ρούμελης. Γαλάζιες λιβελούλες. Πεταλούδες με το άστατο φτερούγισμά τους όπως είναι ο κιτρινόμαυρος ασκάλαφος (libelloides macaronius), το κοκκινόμαυρο πεντάστικτο ζυγαινάκι (zygaena viciae) ή ο τιγρέ απρόμαυρος ιφικλείδης ποδαλείριος (iphiclides podalirius).

Μυριάδες λυκαινίδες, έντονα γαλανές πεταλούδες που τρέφονται από την κοπριά των μουλαριών και των αιγοπροβάτων και απομυζούν από τις σχεδόν στεγνές λακκούβες ως και το τελευταία υπόλειμμα υγρασίας. Πυγολαμπίδες να μας δείχνουν τον δρόμο στη νυχτερινή μας βόλτα σε κάποιο αφώτιστο χωριό.

Το φιλικό τσοπανόσκυλο και το κοπάδι του

Ένα κοπάδι αιγοπρόβατα με τον βοσκό τους και το εξαιρετικά φιλικό τσοπανόσκύλο. Αυτό μας υποδέχεται κουνώντας την ουρά του πριν επιστρέψει στο κοπάδι του. Το σπρέι πιπεριού που είχαν μαζί τους οι φίλοι μας ακριβώς για τέτοιες συναντήσεις δεν χρειάστηκε. Άλλα περιπλανώμενα κοπάδια δεν συναντάμε. Από μακριά παρακολουθούμε κοντά στο πέρασμα του Μπάρου σε υψόμετρο 1.900 μέτρων τη μετάθεση ενός ολόκληρου κοπαδιού: πρώτη φορά βλέπω πρόβατα, κατσίκια και τσοπανόσκυλα να μεταφέρονται με φορτηγά από τα χειμαδιά τους στο βουνό. Ένα ένα ξεχύνονται εκατοντάδες ζώα από δυο φορτηγά. Να υποφέρουν άραγε κι αυτά από ναυτία από την όλο στροφές και κούνημα διαδρομή που έκαναν και να πρέπει να συνέλθουν πρώτα;
Η σιωπή της νύχτας διακόπτεται από τον γκιώνη ή από σκύλους που αληχτούν, ξυπνώντας ο ένας τον άλλον – κι εμάς. Ένας τους αρχίζει. Λίγο μετά μπαίνουν στον χορό τα σκυλιά της γειτονιάς. Μερικές φορές είμαστε τυχεροί και επανέρχεται μετά από λίγα λεπτά πάλι ησυχία. Λίγο αργότερα όμως ξανά απ΄ την αρχή.

Και μετά είναι και οι δράκοι. Προσπερνάμε μερικά άγρια άλογα και κατευθυνόμαστε προς μια ορεινή λίμνη όπου λέγεται ότι ζουν οι δράκοι. Με κάποια απογοήτευση βλέπουμε μερικά ζωντανά μήκους περίπου δέκα εκατοστών με πρωτοζωική όψη, να σκάβουν στην κρυστάλλινη, ρηχή όχθη της λίμνης. Μοιάζουν με διασταύρωση γκέκο και γιγάντιου γυρίνου και ανήκουν στην οικογένεια των τριτώνων (ιχθυόσαυρα). Είναι ονοματοδότες των δρακόλιμνων της Ηπείρου.

Bergmolch im Drachensee
Ιχθυόσαυρα στη Δρακολίμνη

Η πρώτη μου διανυκτέρευση σε oρειβατικό καταφύγιο
Το δέος για την ανάβαση στo oρειβατικό καταφύγιο της Αστράκας μάς κάνει να ξεκινήσουμε σχετικά νωρίς. Ο αέρας είναι ευχάριστα δροσερός, ακόμα και όταν αφήσαμε πίσω μας τη δενδρογραμμή, το όριο βλάστησης. Νερό παίρνουμε από δύο πηγές κατά μήκος της διαδρομής, είναι γευστικότατο. Τρίβουμε τα μάτια μας: το πράσινο είναι τόσο εκθαμβωτικό λες και ο αμφιβληστροειδής μας έχει φίλτρο technicolor.

Το εκθαμβωτικό πράσινο των λειμώνων

Από το Μικρό Πάπιγκο φτάνουμε στο καταφύγιο σε τρεισήμισι ώρες, εκπληκτικά γρήγορα. Σε σύγκριση με την εξαντλητική διαδρομή στο φαράγγι του Βίκου την προηγούμενη ημέρα, η σημερινή πορεία είναι παιχνιδάκι, παρά την υψομετρική διαφορά των 1.000 μέτρων που διανύσαμε.

Προς το καταφύγιο της Αστράκας

Φτάνουμε στο καταφύγιο λίγο πριν από το καραβάνι με τα μουλάρια που φέρνει σε καθημερινή βάση από το Πάπιγκο τα χρειαζούμενα για τους επισκέπτες. Είναι ανεκτίμητος ο αλτρουισμός του ημιονηγού με τα ζώα του για μας τους ορειβάτες. Ιδιαίτερα σήμερα που μεταφέρει τις βαριές φιάλες αερίου. Το βάρος τους αντισταθμίζεται από το ελαφρύ χαρτί τουαλέτας.

Καταφύγιο της Αστράκας, μεταφορά αγαθών

Η ποικιλία των εδεσμάτων με εκπλήσσει, δεν περίμενα να είναι τόσο μεγάλη. Το προσωπικό τού καταφυγίου είναι κάπως «κουλάτο». Δεν αισθάνομαι πραγματικά ευπρόσδεκτη· απορρίπτω το σχέδιο να περάσω το απόγευμά μου εδώ.

Εκδρομή στη Δρακολίμνη

Αντ’ αυτού πάμε μετά το διάλειμμά μας 300 μέτρα πίσω, περνάμε από μια αποξηραμένη λίμνη και ανεβαίνουμε άλλα 300 μέτρα φτάνοντας στη Δρακολίμνη. Είναι ένα μέρος μαγευτικό.

Η Δρακολίμνη

Ειρηνεμένοι, χαρούμενοι και πεινασμένοι επιστρέφουμε για το βραδινό στο καταφύγιο. Ξεπερνάω τον εαυτό μου και κάνω ένα παγωμένο ντους. Πάλλομαι από ζωντάνια.
Έξω απολαμβάνουμε τη βραδινή γαλήνη. Για άλλη μια φορά είμαστε μαγεμένοι από τα αλλεπάλληλα περιγράμματα των βουνών μέσα στην κυανόφαιη ομίχλη. Ο ήλιος χάνεται πίσω από μια βουνοκορφή κλασικά κιτς ως πυροκόκκινος δίσκος. Όπως συνηθίζεται στους κοιτώνες των ορεινών καταφυγίων τα φώτα σβήνουν στις 10 το βράδυ. Παρ΄ ότι και τα 8 κρεβάτια του θαλάμου είναι κατειλημμένα, δεν κοιμάμαι καθόλου άσχημα. Τουλάχιστον κανείς δεν ροχαλίζει. Οι ωτοασπίδες κάνουν παρ΄ όλ΄ αυτά τη δουλειά τους – γλιτώνω από το ενοχλητικό βουητό των κουνουπιών.

Ο δρόμος για το Τσεπέλοβο. Ολόκληρο το χωριό ένα μουσείο
Το «κοντινένταλ» πρωινό στο καταφύγιο δεν θέλει πολύ ώρα, είναι ιδανικό για ένα πρώιμο ξεκίνημα της σημερινής διαδρομής. Τις επόμενες ώρες διαβαίνουμε ένα αλπικό τοπίο, από τα πιο όμορφα που έχουμε συναντήσει στην Ελλάδα.

Υψίπεδα κατάσπαρτα με λουλούδια. Αλλόκοτες μορφές βράχων. Διαβρωμένες πέτρες. Εύθραυστες πέτρες. Τα τελευταία χιονοτόπια. Αγελάδες που βόσκουν ειρηνικά, διάσπαρτες εδώ κι εκεί.

Αναχώρηση από το καταφύγιο της Αστράκας
Το τοπίο αλλάζει ανεπαίσθητα –
– όπως ο χαμαιλέοντας τα χρώματά του

Άλλοτε θυμίζει Σκωτία, άλλοτε Ισλανδία. Γοητευμένοι από αυτό το φαντασμαγορικό θέαμα, παραβλέπουμε μια διασταύρωση και συνεχίζουμε παράλληλα προς το φαράγγι του Μέγα Λάκκου. Το στενό μονοπάτι θέλει απόλυτη συγκέντρωση. Η ομορφιά του σου κόβει την ανάσα και ταυτόχρονα γοητεύει. Η συνειδητά αργή εισπνοή και εκπνοή με βοηθά να διώξω μακριά μικρές εξάρσεις ανησυχίας. Χαίρομαι που, στρίβοντας από την απότομη πλαγιά, έχουμε πάλι στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια μας.

Το φαράγγι του Μέγα Λάκκου
Στο φαράγγι του Μέγα Λάκκου

Στο επόμενο σταυροδρόμι συνειδητοποιούμε ότι αγνοήσαμε το gps και αντ΄ αυτού ακολουθούμε τις απανταχού παρούσες κόκκινες σημάνσεις. Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε την πορεία μας. Χοντρικά η κατεύθυνση είναι σωστή. Βιαζόμαστε. Από το βάθος πλησιάζει κακοκαιρία. Έχει κουφόβραση. Προσευχόμαστε να μη μας προλάβει η καταιγίδα. Ειδικά στην απότομη κατάβαση στο τέλος της διαδρομής προς το Τσεπέλοβο, οι βρεγμένες πέτρες θα είναι γλιστερές.

Η πρώτη θέα του Τσεπέλοβου
Η πλατεία του Τσεπέλοβου

Στην πλατεία κάνουμε στάση στο Robin Café. Θα ήθελα να μείνουμε εδώ, αλλά τα παραδοσιακά σπίτια που βλέπουν στην πλατεία δεν έχουν μπαλκόνια. Τα θέλουμε ωστόσο για να στεγνώσουμε τα ρούχα μας. Βρίσκουμε αυτό που θέλουμε στον ξενώνα «Το φαράγγι» της Βούλας. Μας δίνει το μπλε και το κίτρινο δωμάτιο και κάνουμε αμέσως μπουγάδα.
Οι τέσσερις Βαυαροί, με τους οποίους είχαμε ήδη συνδιανυκτερεύσει στον κοιτώνα του καταφυγίου της Αστράκας, είναι κι αυτοί εδώ. Αργότερα θα προστεθούν και Γάλλοι μοτοσικλετιστές. Γέμισε ο ξενώνας. Θαυμάζω τη σπιτονοικοκυρά· πώς καταφέρνει να φέρνει βόλτα ξενοδοχείο και ταβέρνα μαζί;
Το πρώτο βράδυ καθόμαστε έξω κάτω από ένα πυκνό στέγαστρο που δημιουργούν τα φύλλα του ακτινίδιου. Οι καρποί είναι ακόμα άγουροι, αλλά η συγκομιδή υπόσχεται να είναι πλούσια. Το δεύτερο βράδυ έχει έξω μεγάλη υγρασία. Κατ΄ εξαίρεση καθόμαστε μέσα. Η σπιτονοικοκυρά μας κάθεται στο διπλανό τραπέζι και μέχρι να σχολάσει πλέκει με το βελονάκι. Οι πανέμορφες δαντέλες της κρέμονται σε όλα τα παράθυρα, διακοσμούν τα ράφια και δημιουργούν μια ζεστή ατμόσφαιρα. Τα φτιάχνει κυρίως τον χειμώνα όταν μειώνεται η τουριστική κίνηση.

Κουρτίνες με βελονάκι στον ξενώνα «Το φαράγγι»
Ημέρα ανάπαυσης στο Τσεπέλοβο

Τα κουρασμένα μας κορμιά απολαμβάνουν μια μέρα αργίας στο Τσεπέλοβο. Η κουφόβραση συνεχίζεται. Είμαστε ράθυμοι σαν τεμπελόσκυλα. Εξερευνούμε με περιέργεια αλλά σε σλόου μόσιον τα σοκάκια. Έχουμε την εντύπωση ότι υπάρχουν περισσότερα πανδοχεία και ταβέρνες απ΄ ότι απλά σπίτια. Καθόμαστε με τις ώρες στην πλατεία, στο Robin Café, προστατευμένοι από το φύλλωμα ενός τεράστιου πλάτανου. Η νεροποντή της καταιγίδας όμως το διαπερνά. Καταφεύγουμε στο στέγαστρο και χαζεύουμε την έρημη πλατεία.
Ντόπιοι δεν φαίνονται. Το χωριό είναι το διοικητικό κέντρο της περιοχής Ζαγορίου-Τύμφης. Παρ΄ όλα αυτά, το δημαρχείο μοιάζει να είναι εγκαταλελειμμένο. Παλιοί λογαριασμοί ηλεκτρικού είναι σφηνωμένοι στο παράθυρο του ισογείου. Όσους συναντάμε εργάζονται ως σερβιτόροι ή πανδοχείς. Αργά το απόγευμα καταφθάνουν μερικοί πεζοπόροι. Ένας από αυτούς κουτσαίνει –έχει μια εκδορά– το ένα του μπαστούνι είναι τσακισμένο. Παραπάτησε σε κάποια γλιστερή πέτρα.

Ο πλούτος του Τσεπέλοβου οφειλόταν στο εμπόριο ξυλείας που δεν μπορεί να ξαναδημιουργηθεί. Αλλά ο τουρισμός συντηρεί καλά το χωριό. Τα σοκάκια και τα σπίτια είναι περιποιημένα, οι λαχανόκηποι φροντισμένοι. Οι πατάτες και τα κρεμμύδια βλασταίνουν, τα φασόλια έχουν ανθίσει

Ο κύκλος ολοκληρώνεται. Στους Κήπους
Η πολυήμερη περιμετρική πεζοπορία μας καταλήγει νωρίς το απόγευμα στους Κήπους. Για άλλη μια φορά διανυκτερεύουμε στο ξενοδοχείο Μελίνα. Είναι μια μικρή παλιννόστηση.

Στην παλαιότερη συνοικία των Κήπων

Η σπιτονοικοκυρά μάς υποδέχεται με χαρά. Της είχαμε αφήσει το κλειδί για το νοικιασμένο αυτοκίνητο που έμεινε εδώ όσο λείπαμε. Τα δωμάτια είναι έτοιμα, οριζοντιωνόμαστε για λίγο. Χαλαρωμένοι κάνουμε αργά το απόγευμα, όπως μας είχαν συστήσει, μια βόλτα στο γεφύρι.

Μένουμε κατάπληκτοι από την τέχνη των μαστόρων της πέτρας. Τα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια που ζεύουν τα ποτάμια της Ηπείρου είναι τόσο ποικιλόμορφα. Έχουν, ανάλογα τις ανάγκες του τοπίου, ως και τρεις ανισοϋψείς καμάρες. Οι ίδιοι οι ντόπιοι χρηματοδοτούσαν την κατασκευή τους. Έτσι ενίσχυαν το εμπόριο, είχαν εισόδημα και δεν ήταν αναγκασμένοι να αποδημήσουν. Μέχρις ότου που ούτε αυτό δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τη μεταναστευτική κίνηση μακριά από τις δυσπρόσιτες ορεινές αυτές περιοχές.

Πετρόχτιστο γεφύρι, σχέδιο του Martin Schmidt

Ο ιός της πεζοπορίας μεγάλων αποστάσεων
Εδώ και δώδεκα χρόνια είμαστε ενθουσιώδεις πεζοπόροι μεγάλων αποστάσεων. Όλα άρχισαν το 2012 με την ιδιότυπη διαδρομή Kellerwaldsteig στην περιοχή της Βόρειας Έσσης. Ακολούθησε το Corfu Trail στην Κέρκυρα. Το Ευρωπαϊκό Μονοπάτι E4 στην Πελοπόννησο. Η Κάρπαθος και η Άνδρος. Το Μονοπάτι του Μαινάλου στην Πελοπόννησο. Το μονοπάτι Hochrhöner στην περιοχή μεταξύ Βαυαρίας, Έσσης και Θουριγγίας. Και φέτος το Zagoria Trek.

Ο σχεδιασμός πεζοποριών στην Ελλάδα είναι απλούστατος. Στη Γερμανία πρέπει να επιλέξουμε πολύ προσεκτικά πού θα διανυκτερεύσουμε και πού θα βρούμε βραδινό, ενώ στην Ελλάδα απλώς ξεκινάμε έχοντας την περιέργεια να δούμε τι μας περιμένει στον προορισμό μας. Πίνουμε ένα αναψυκτικό, πιάνουμε κουβέντα και αναφέρουμε ότι ψάχνουμε κατάλυμα για τη νύχτα. Μας στέλνουν στον πανδοχέα, στον γείτονα, στην ξαδέλφη. Μπορεί και στο γειτονικό χωριό, όπου μας πάνε με αυτοκίνητο. Αν δεν έχουμε ήδη βρει δωμάτιο διασχίζοντας το μέρος.

Μόλις φοράω τα άρβυλα πεζοπορίας ξυπνά μέσα μου ένα αίσθημα ελευθερίας.  Ανανέωσα πρόσφατα τις σόλες τους, εδώ και χρόνια είναι πιστοί μου σύντροφοι. Στο μικρό μου σακίδιο έχω λίγα μόνο πράγματα. Και κατόπιν απλώς βαδίζω από μέρος σε μέρος. Σηκώνομαι, παίρνω πρωινό και μετά το σακίδιό μου, πεζοπορώ, φτάνω κάπου, βρίσκω δωμάτιο, κάνω ντους κι έναν υπνάκο, τρώω, βρίσκω παρέα, κοιμάμαι. Ζωή αργών ρυθμών δίχως άγχος. Καθαρίζει το μυαλό. Και τα διάφορα πονάκια μειώνονται μέρα τη μέρα: να ένας σοβαρός λόγος για να πεζοπορείς, να τραβάς όλο και πιο πέρα.

Η συγγραφέας
Η Ντόρις Βίλερ διοχέτευε επί πολλά χρόνια το πάθος, την περιέργεια και την ενσυναίσθησή της στην οργάνωση εξατομικευμένων ταξιδιών. Αυτά της τα χαρίσματα την αναδεικνύουν και σήμερα ως συγγραφέα προσωπικών βιογραφιών.
Από το 1982 η βαθιά σχέση της με τη χώρα και τους ανθρώπους της την έκανε να ταξιδέψει αμέτρητες φορές στην Ελλάδα. Σε πολυήμερες πεζοπορίες ανακαλύπτει τα τελευταία 10 χρόνια την ιδιαιτερότητα της ελληνικής φύσης.

::: Οι πεζοπορίες τής Ντόρις Βίλερ/Doris Wieler στο diablog.eu εδώ (Άνδρος, Κάρπαθος και Πελοπόννησος).
Η τωρινή ιστοσελίδα της Doris Wieler εδώ

Κείμενο: Doris Wieler. Σύνταξη και μετάφραση: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: Christiane Magiros, Martin Mitscherling, Martin Schmidt και Doris Wieler.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε