Το μαγικό βουνό με γυαλιά πρεσβυωπίας

του Κώστα Μαυρουδή

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την πρώτη έκδοση του Μαγικού βουνού του Τόμας Μαν και η επέτειος εγείρει ένα συναρπαστικό ερώτημα: Πώς αλλάζει με τα χρόνια ο τρόπος που διαβάζουμε ένα κλασικό έργο; Για τον Έλληνα ποιητή Κώστα Μαυρουδή, η δεύτερη συνάντηση με το Μαγικό βουνό, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση, σήμανε μια νέα οπτική – εντυπωσιακά διαφορετική από αυτή που θα υπαγόρευε η μνήμη του. Υπάρχει λοιπόν «ώριμη» ανάγνωση; Τι συγκρατεί η αναγνωστική μας μνήμη; Και τι συμβαίνει με όλες τις σκέψεις, τις ιδέες και τις εντυπώσεις, όταν το υποκείμενο που τις δημιούργησε δεν υπάρχει πια;

Στη δεύτερη ανάγνωση, µε περασµένα πια τα εξήντα, επισήµανα στο Μαγικό βουνό κάτι που δεν θυµόµουν. Πόσο αργά, κυριολεκτικά βήµα βήµα, περιγράφονται η άφιξη και οι πρώτες μέρες του νεαρού Χανς Κάστορπ στο σανατόριο Μπέργκχοφ. Σχεδόν παρελκυστικά αναβάλλεται η ανάδειξη του απρόοπτου, όταν αυτός ο φοιτητής Ναυπηγικής από το Αµβούργο (έχει πάει στο Νταβός της Ελβετίας για να δει τον νοσηλευόµενο εξάδελφό του) θα διαγνωστεί με την ίδια πάθηση και θα υποχρεωθεί να παραµείνει εκεί.

Δεν θυµόµουν µε πόση βραδύτητα, πριν προβάλει ο πυρήνας της ιστορίας –φορτωµένης από ιδέες για την πολιτική, την τέχνη και κυρίως την ύπαρξη– παρουσιάζονται τα στοιχεία του τόπου. Ο νοσηλευόµενος Γιοάχιµ υποδέχεται τον εξάδελφό του και αρχίζει να του δείχνει τον κόσµο του: τον θυρωρό τού διεθνούς ιδρύµατος («µε πηλίκιο και λιβρέα»), την κοιλάδα όπως φαινόταν εκείνο το σούρουπο «στη θλιβερή µεταβατικότητα που υπάρχει λίγο πριν πέσει ολοκληρωτικά η νύχτα», τα δωµάτια, τους ασθενείς, τον γιατρό (κυνικό όσο είναι επαγγελµατικά αναγκαίο), που του µιλά για τον θάνατο, ακόµη και για την ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου, εκεί όπου τρεις εβδοµάδες φαίνονται σαν µια µέρα. Για δεύτερη φορά μέσα σε τριάντα χρόνια οδηγήθηκα στο Νταβός. «Είχε σούπα από σπαράγγια, ντοµάτες γεµιστές, ψητό, γλύκισµα και µια πιατέλα µε τυριά και φρούτα». Ο Γιοάχιµ τρώει πάντα στην ίδια θέση, µε την πλάτη στην είσοδο. Διαβάζει μάλιστα ένα βιβλίο, θέλοντας να αποφύγει τους άλλους.

Οι αναδροµές στο παρελθόν του επισκέπτη, η παιδική ηλικία µε την απώλεια του πατέρα και της μητέρας, η κηδεµονία και ο θάνατος του παππού του (η επιτηδευµένη περιγραφή του φερέτρου µε τη µύγα στα χέρια του νεκρού) αναβάλλουν την εξέλιξη: «Είναι υπέροχο που ήρθες, είπε ο Γιοάχιµ και η ήρεµη φωνή του ακούστηκε συγκινηµένη». Μετατίθεται η συνάντηση µε τους δυο χαρακτήρες του έργου, τον Νάφτα και τον Σετεµπρίνι (ιησουίτη και ουµανιστή-δημοκράτη, αντίστοιχα), που οι λυσσαλέες και υψιπετείς διαμάχες τους αφορούν ζητήματα όπως το ιερό, την ομορφιά, τον χρόνο.

Ο αφηγητής χρονοτριβεί με την περιγραφή της πρώτης ηµέρας, την ενόχληση του Χανς Κάστορπ απ’ τη συνεύρεση ενός ζευγαριού στο διπλανό δωµάτιο, τη γνωριµία µε τον γιατρό Μπέρενς: «Θα ήσασταν καλύτερος ασθενής απ’ τον εξάδελφό σας, βάζω στοίχηµα. Βλέπω στον καθένα αν µπορεί να γίνει καλός άρρωστος, γιατί χρειάζεται ταλέντο και γι’ αυτό. Ο εξάδελφός σας µε παιδεύει, επιθυµεί να φύγει, ούτε ένα χρονάκι δεν θέλει να µας χαρίσει». Και, προβλέποντας πως ο επισκέπτης θα βρει γοητευτικές νοσηλευόµενες, ξεκινά το παιχνίδι της οιωνοσκοπίας: «Με τον δείκτη και τον µέσο τράβηξε το ένα του βλέφαρο προς τα κάτω. “Αναιµικός, φυσικά. Βέβαια, αναιµικός”».
Είχα ξεχάσει πολλά. Δεν θυµόµουν ούτε καν ότι ο Χανς Κάστορπ ήταν φίλος του καπνού. Το πούρο υδραργύρου (µεταφορά του γιατρού Μπέρενς για το θερµόµετρο) «του θύµισε τα πούρα του και έβγαλε από την ασηµένια θήκη ένα δείγµα από τα Μαρία Μαντσίνι».

Αυτά κάπνιζε στις πρώτες πεντακόσιες σελίδες, µέχρι να αλλάξει την προτίµησή του υπέρ ενός άλλου, ιδιαίτερα προσεγµένου πούρου, του Ριντλίσβουρ, µε φύλλα εξαιρετικής ποιότητας, πιο κοντόχοντρο από τα Μαρία, µε µαλακό, υπάκουο χαρακτήρα και γκρι-σουρί χρώµα. «Καιγόταν οµοιόµορφα», διαβάζουµε, «με κάτασπρη σταθερή στάχτη». Εκτός από την εισαγωγή, που προσέχω πόσο αργόσυρτη είναι με τη δεύτερη ανάγνωση, ξέρω µε βεβαιότητα πως η τρίτη θα µε οδηγούσε σε πολλές ακόμη παρατηρήσεις: στα παιχνίδια των υπαινιγµών («είχε το θερµόµετρο στο στόµα και δεν µπορούσε να µιλήσει καθαρά»), στη στενή σχέση του στοχασμού µε την ποίηση, στις αναρίθμητες εικόνες («τη συβαριτική λακκουβίτσα σε ένα µάγουλο», «το χιόνι που έλιωνε διάτρητο και πορώδες»).

Δεν πρέπει να αποτολµούµε ορισµένες αναγνώσεις πολύ νέοι. Πληθωρικοί και αφελείς, χάνουµε ένα µεγάλο µέρος των βιβλίων. Υπάρχουν στρώµατα ωριµότητας που εµφανίζονται αργά. Κάποιος κατέγραψε την εµπειρία τού εντελέστερου διαβάσµατος, οµολογώντας πως ενώ σ’ ένα διάσηµο µυθιστόρηµα, πριν από χρόνια, τον είχαν κερδίσει τα συναισθήµατα της µοιχαλίδας πρωταγωνίστριας, ως ηλικιωµένος συγκινήθηκε από τη µοίρα του συζύγου (του Αλεξέι Καρένιν). Το ίδιο συνέβη, πρόσθετε, ξαναδιαβάζοντας τον Πολ Μοράν, που η πρόζα του εκπέµπει έναν πολιτικά ύποπτο σαρκασµό: «Στη Βενεζουέλα κυριαρχούν οι µιγάδες. Ακόµα και τα ζώα δηµιουργούν ενώσεις άγνωστες στη φύση. Οι σκύλοι µοιάζουν µε ιππογρύπες, τα γαϊδούρια µε ψάρια και τα ψάρια µε άλογα»!

Η ωριµότερη ανάγνωση γίνεται µε γυαλιά πρεσβυωπίας. Πριν από τριάντα χρόνια πρωτοδιάβασα τους διαλόγους του Νάφτα µε τον Σετεµπρίνι. Ήταν μια συναρπαστική κατάχρηση της ευφράδειας. Ιδεολογική διαμάχη δύο πλευρών που υπεράσπιζαν, αντίστοιχα, το αμετάβλητο της µοίρας και την εξέλιξη ως προορισμό. Τώρα, επιφυλακτικός µε τα οράµατα –ταϊσμένος με μισόν αιώνα Ιστορίας–, µπορώ να οµολογήσω ότι δεν βρίσκω πια αυτονόητη την αισιοδοξία του ουµανιστή. Ο μυστικιστής αντίπαλός του εκπροσωπεί και δικές μου διαθέσεις: την αμφιβολία για τη φύση και το σώμα («η φύση θα έπρεπε να έχει ενοχές μπροστά στην πνευματικότητα»), την προφητική βεβαιότητα για «το χρήμα που θα γίνει Καίσαρ», τη χειραφέτηση που θα καταλήξει στον τρόμο.

Νοέμβριος 1920

Είπα για την ωριµότερη ανάγνωση που πάντοτε περιµένει. Τη δεκαετία του ’60 είδα να καίνε στην κουζίνα ενός εστιατορίου τα βιβλία ενός λόγιου γέροντα που είχε πεθάνει. Τους επιφύλασσε αυτή την άδοξη μοίρα η γυναίκα του, όµως µόνον τώρα, έπειτα από πενήντα πέντε χρόνια, µπορώ να διακρίνω στα κίνητρά της το σιωπηλό μίσος ή τον ανταγωνισµό µε αυτά, κάτι που πιθανόν σκίαζε για χρόνια τον γάμο της. Ας μείνουμε εδώ.  Η σχέση μας με το κείμενο είναι πάντα ανολοκλήρωτη. Στο συμβόλαιο κάθε ανάγνωσης έχουμε αγνοήσει σημαντικές ρήτρες. Η ανυπαρξία μας θα είναι το τέλος ενός εαυτού που, πιο υποψιασμένος κάθε φορά, αποσπούσε ένα επιπλέον στοιχείο του έργου. Θα είναι η απώλεια εκείνων που εντοπίζαµε, φανταζόµασταν, παραβλέπαµε, στη γραπτή σελίδα. Αυτό θα συµβεί: απουσιάζω σηµαίνει (και) ότι ένας κόσμος από προσωπικές ερμηνείες δεν θα εµφανιστεί, δεν θα υπάρξει, ποτέ πια.


Ο συγγραφέας
O Κώστας Μαυρουδής γεννήθηκε στην Τήνο το 1948 και σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματα το 1968. Από το 1978 εκδίδει και διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Το Δέντρο. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί σε ένα είδος ποιητικής πρόζας: σύντομα, πυκνά κείμενα που θυμίζουν ημερολόγιο και αφοριστικό στοχασμό ή περιγραφές ταξιδιωτικών και αναγνωστικών εντυπώσεων.

Το βιβλίο του Η αθανασία των σκύλων (εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013) απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και το βραβείο του Αναγνώστη και θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2025 στη Γερμανία από τις εκδόσεις Schiler & Mücke. H μετάφραση εκπονήθηκε από την Έλενα Παλλαντζά και την ομάδα LEXIS με επιχορήγηση του Γερμανικού Ταμείου Μεταφραστών.

Το κείμενο Το μαγικό βουνό με γυαλιά πρεσβυωπίας προέρχεται από το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Το αλάτι του Bad Ischl (εκδ. ΚΙΧΛΗ, Αθήνα 2023). Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τον συγγραφέα για την ευγενική παραχώρηση υλικού από το αρχείο του: Πρόκειται για την αλληλογραφία ενός νοσηλευόμενου στο Νταβός Αθηναίου στις αρχές του 20ου αιώνα. Ως φοβικός των μικροβίων είχε την ιδιοτροπία να μην διαβάζει τις εφημερίδες άλλων ασθενών και διαρκώς ζητούσε να του αποστέλλονται από την Ελλάδα. Το κείμενό του τελείωνε συχνά με τη φράση: «τας εφημερίδας μου!»

Συνεργείο επί το έργον – από ταξίδι του συγγραφέα στο Νταβός 1998

Η κλασική φιλόλογος και συγγραφέας Έλενα Παλλαντζά εργάζεται ως μεταφράστρια από τα ελληνικά στα γερμανικά και αντίστροφα. Το 2013 ίδρυσε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης τη μεταφραστική ομάδα LEXIS. Από κοινού έλαβαν το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης για τη μεταφορά στα γερμανικά της νουβέλας Η δύσκολη τέχνη του Δημήτρη Ελευθεράκη (εκδόσεις Reinecke & Voß Verlag 2017).
::: Η Έλενα Παλλαντζά στο diablog.eu εδώ

Κείμενο: Κώστας Μαυρουδής. Εισαγωγή και μετάφραση: Έλενα Παλλαντζά. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: αρχείο Κώστα Μουρουδή.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

1 σκέψη στο “Το μαγικό βουνό με γυαλιά πρεσβυωπίας”

Σχολιάστε