Αμαλία, βασίλισσα της Ελλάδος, και Κριστιάνε, σύζυγος του πάστορα της αυλής

Δυο μετανάστριες στην Αθήνα του 19ου αιώνα όπως τις περιγράφει η Ζενεβιέβ Λύσερ

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Δύο συνομήλικες, η μία Γερμανίδα και η άλλη Δανέζα, ακολουθούν τους συζύγους τους σε έναν ξένο κόσμο. Πώς αντιμετωπίζουν τον νέο τους περίγυρο;

Στο βιβλίο της η Ζενεβιέβ Λύσερ περιγράφει τους παράλληλους βίους δύο έντονα διαφορετικών γυναικών, της Γερμανίδας Αμαλίας, βασίλισσας της Ελλάδας, και της Δανέζας Κριστιάνε Λυτ, συζύγου του Γερμανού πάστορα της βασιλικής αυλής. Με τη βοήθεια αυθεντικών πηγών, όπως επιστολές, ημερολόγια και οδοιπορικά, ζωντανεύει την πολύχρωμη εικόνα μιας περασμένης εποχής. Το εγχείρημά της αποκτά μια απροσδόκητη δυναμικότητα και ταξιδεύει τον αναγνώστη στη (σκληρή) ελληνική πραγματικότητα των μέσων του 19ου αιώνα. Η καθημερινότητα των δύο γυναικών αποκαλύπτει απίστευτες πτυχές της επίπονης πορείας που διένυσε η Αθήνα για να μεταβληθεί από ληθαργική κωμόπολη σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Βασιλείου της Ελλάδας. Θεμελιώδη ρόλο έπαιζαν οι κοινωνικοί παράγοντες. Για παράδειγμα μαθαίνουμε τόσο για το φιλόδοξο έργο της βασίλισσας, τον (τέως) Βασιλικό (και νυν Εθνικό) Κήπο, τον οποίο σχεδίασε, ενάντια στις σφοδρές και πολύπλευρες αντιδράσεις του περιβάλλοντός της, εν μέρει προσωπικά (και για τον οποίο θα έπρεπε να την ευγνωμονούν σήμερα όλοι οι Αθηναίοι) όσο και για τους επισκέπτες της οικογένειας Λυτ, συμπεριλαμβανομένου και του «παραμυθά» Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, του πλέον διάσημου ποιητή και συγγραφέα της Δανίας. Αποδεικνύεται –ποιος θα το περίμενε;– πολύ ιδιόρρυθμος. Η Λύσερ δεν αφήνει τους αναγνώστες της ανενημέρωτους και παρεμβάλλει έξυπνα στο τρέχον κείμενο σύντομες βιογραφίες πολυάριθμων ατόμων με τους οποίους διασταυρώθηκαν οι δρόμοι των δύο γυναικών. Πίνακες ζωγραφικής, γκραβούρες και γραφικά σχέδια εικονογραφούν τα δρώμενα. Το βιβλίο συναρπάζει, είναι όμως και ευτράπελο. Γνωρίζουμε θαρρείς από κοντά τις αντιξοότητες των πρωταγωνιστριών και του περίγυρού τους. Το παράρτημα του βιβλίου περιλαμβάνει εκτενή βιβλιογραφία (παρ΄ όλο που μας συστήνεται ως «επιλογή») και ένα τεκμηριωμένο ευρετήριο εικόνων. Τελειώνοντας το βιβλίο έχουμε μια διαφορετική αντίληψη για αυτούς που ζούσαν εκείνη την ταραγμένη εποχή.

Το βιβλίο (μόνο στα DE)
Geneviève Lüscher: Neue Heimat Griechenland. Königin Amalie und Pastorsgattin Christiane in Athen.

35 x 25 cm, σκληρόδετο, 204 σελίδες με 41 απεικονίσεις
Εκδόσεις Verlag der Griechenland Zeitung, Αθήνα 2024, 24,80 ευρώ
ISBN 978-3-99021-052-9
Ο εκδοτικός οίκος εδώ

 

 

 

 

 

Ο πρόλογος του βιβλίου
που αναφέρεται στο περιεχόμενο και στις προθέσεις της Ζενεβιέβ Λύσερ:

Στα μέσα του 19ου αιώνα βρέθηκαν δύο νεαρές γυναίκες στην Αθήνα, η μία γεννημένη στη Γερμανία και η άλλη στη Δανία. Έφτασαν στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού Βασιλείου που μόλις είχε αναδυθεί από τα ερείπια του απελευθερωτικού αγώνα. Είχαν την ίδια ηλικία, προέρχονταν ωστόσο από πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Ως μετανάστριες έζησαν στην Αθήνα για πολλά χρόνια όπου έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον και να συμβιβαστούν μαζί του. Πώς διαχειρίστηκαν την πρόκληση αυτή;

Και οι δύο εκπροσωπούσαν χαρακτηριστικά την κοινωνική τους θέση. Δεν ήταν πρωτοπόρες σε κάτι και δεν πρωτοστάτησαν καλλιτεχνικά ή πνευματικά. Τις διακρίνει μια μεγάλη διαφορά: Η ζωή της βασίλισσας Αμαλίας –ως εκπροσώπου της υψηλής αριστοκρατίας– έχει τεκμηριωθεί επαρκώς από τη γέννησή της. Οι πηγές είναι άφθονες, μεταξύ αυτών και η αλληλογραφία της, που διασώθηκε ως τις μέρες μας. Γνωρίζουμε την τελευταία της κατοικία: η Αμαλία αναπαύεται στη βασιλική κρύπτη της οικογένειας Βίττελσμπαχ στην εκκλησία των Θεατίνων του Μονάχου.

Η Κριστιάνε (Χριστιάνα) Λυτ ωστόσο, κόρη αρχιδασάρχη και σύζυγος Γερμανού διαμαρτυρόμενου πάστορα, ανήκε στην αστική τάξη. Αν δεν είχε καταγράψει τις εμπειρίες της στο ημερολόγιο της Αθήνας και σε οδοιπορικά, δεν θα γνωρίζαμε τίποτα γι’ αυτήν, θα είχε καταποντιστεί ως ανώνυμη στους ωκεανούς της ιστορίας. Η Αμαλία ούτε καν ανέφερε ποτέ στις επιστολές της ονομαστικά τη σύζυγο του πάστορα. Δεν γνωρίζουμε πού βρίσκεται ο τάφος της Κριστιάνε, ίσως στο Κόλντιγκ της νότιας Δανίας.

Χρησιμοποιώντας τις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας θέλησα να αντιπαραβάλω τις ζωές των δύο αυτών γυναικών, να τις συνοδεύσω στα χρόνια που έζησαν στην Αθήνα και να περιγράψω πώς οργάνωσαν την ζωή τους στο νέο περιβάλλον, πώς αντιμετώπισαν τον ξένο πολιτισμό και επίσης κατά πόσο θέλησαν και σε τι βαθμό κατόρθωσαν εντέλει να προσαρμοστούν.

Άποψη της Αθήνας από το λόφο των Νυμφών. Στους πρόποδες του Λυκαβηττού θα κτιστεί μια νέα συνοικία και το βασιλικό ανάκτορο. Σήμερα, και τα δυο υψώματα βρίσκονται στο κέντρο της Αθήνας (λιθογραφία F. Stademann, 1841)

Ελπίζω να συνεισφέρω έτσι στην ιστορία των γυναικών και ταυτόχρονα να σκιαγραφήσω τη ζωή μιας χώρας που –εξουθενωμένη από τον μακρύ απελευθερωτικό αγώνα– αναζητούσε στον 19ο αιώνα ακόμα την ταυτότητά της.

Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί επιστημονική ιστορική μελέτη, γι’ αυτό και παρέλειψα, χάρη της καλύτερης αναγνωσιμότητας, υποσημειώσεις και παραπομπές. Απευθύνεται στους ιστορικά ενδιαφερόμενους.

Οι δύο κύριες πηγές που αναφέρθηκαν παραπάνω είχαν διαφορετικά κίνητρα και είναι για τον λόγο αυτό ουσιαστικά ελάχιστα συγκρίσιμες. Και οι δυο μαζί παρέχουν ωστόσο μια συνεκτική εικόνα της ζωής στην Αθήνα στα μέσα του 19ου αιώνα, αν και  γράφηκαν κάτω από εντελώς διαφορετική σκοπιά.

Η Αμαλία δεν αλληλογραφούσε με σκοπό να δημοσιεύσει αργότερα τις επιστολές της, παρόλο που αυτές εκείνη την εποχή ήταν λιγότερο ιδιωτικές απ’ ό,τι είναι σήμερα. Η Κριστιάνε όμως ίσως να απέβλεπε στη δημοσίευση τουλάχιστον των ταξιδιωτικών της περιγραφών. Είναι απρόσωπες και θα αποτελούσαν ενδιαφέρον υλικό για τις εφημερίδες της εποχής, αλλά η επιδίωξη αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το ημερολόγιο της Κριστιάνε είναι τελείως διαφορετικό, πολύ προσωπικό. Περιέχει καθαρά προσωπικές σημειώσεις που καταγράφηκαν ως προσωπική ανάμνηση.

Τεράστια πηγή αποτελούν οι 570 επιστολές της Αμαλίας. Αρχίζουν το 1836, όταν έφτασε στην Ελλάδα, περιλαμβάνουν πολλές χιλιάδες σελίδες και τελειώνουν το 1853, όταν πέθανε ο πατέρας της στο Ολδεμβούργο της Γερμανίας. Τα πρωτότυπα φυλάσσονται στα Κρατικά Αρχεία της Κάτω Σαξονίας στο Ολδεμβούργο και μπορούν να μελετηθούν μόνο με την άδεια των απογόνων του αδελφού τής Αμαλίας Πέτερ φον Όλντενμπουργκ. Μέχρι τώρα έχουν μεταγραφεί από τα χειρόγραφα πολύ λίγα αποσπάσματα. Άρα στα γερμανικά έχουμε πολύ περιορισμένο αριθμό επιστολών. Έχουν ωστόσο μεταφραστεί όλες στα ελληνικά και εκδόθηκαν το 2011 στην Αθήνα. Για να γίνει η μετάφραση αυτή χρειάστηκε, καλώς η κακώς, να μηχανογραφηθούν όλες τους. Είναι ακατανόητο, γιατί αυτό το τεράστιο έργο δεν έχει γίνει προσβάσιμο στο γερμανόφωνο κοινό.

Το σχέδιο της Αμαλίας για τον βασιλικό κήπο. Οραματιζόταν έναν μεγάλο κήπο όμοιο με τα πάρκα του παλατιού στη γενέτειρά της, το γερμανικό Ολδεμβούργο. Διηύθυνε το εγχείρημα με συνέπεια και αυστηρότητα, εισήγαγε πολλά αλλοδαπά φυτά και δεν δίστασε να μεταφέρει και να φυτέψει τεράστιους, πλήρως ανεπτυγμένους φοίνικες (σχέδιο και ακουαρέλα, γύρω στα 1850, © Otto-König von Griechenland-Museum, Ottobrunn)

Οι επιστολές της Αμαλίας αποτελούν μια μοναδική ιστορική μαρτυρία της εξέλιξης του νεότερου ελληνικού κράτους. Ο γερμανόφωνος χώρος δεν έχει ακόμα κατανοήσει την αξία τους, ίσως επειδή πρόκειται «μόνο» για τις επιστολές μιας γυναίκας. Αρχικό θέμα της αλληλογραφίας αυτής ήταν πράγματι κυρίως το κουτσομπολιό της αυλής και οι ασήμαντοι προβληματισμοί μιας μοναχικής βασίλισσας σε έναν ξένο τόπο. Ωστόσο μετά τα γεγονότα του 1843 το ενδιαφέρον της Αμαλίας στράφηκε στην πολιτική και οι επιστολές της περιγράφουν τα συμβάντα και αντανακλούν τις σκέψεις του ενδότερου κύκλου της εξουσίας. Εκείνη την εποχή οι Έλληνες επέβαλαν –ενάντια στη θέληση του βασιλιά– τη μετατροπή της απόλυτης μοναρχίας σε συνταγματική. Ως βασίλισσα η Αμαλία βρισκόταν στο επίκεντρο των γεγονότων και παρατηρούσε άγρυπνα, παρότι αφελώς και προκατειλημμένα, τις πολιτικές διεργασίες. Εκφράζει στον πατέρα της ελεύθερα και ανέμελα τις σκέψεις και κρίσεις της.

Ο Βασιλικός Κήπος (από το 1974: Εθνικός Κήπος), μια από τις λίγες πράσινες οάσεις μέσα στην γιγαντιαία μπετονούπολη Αθήνα, © Jan Hübel

Παραδόξως, δεν έχει γραφτεί μέχρι τώρα ούτε επιστημονική ούτε μυθιστορηματική βιογραφία της πρώτης βασίλισσας της νεότερης Ελλάδας. Το πρόβλημα μπορεί να έγκειται στο πολύγλωσσο αρχειακό υλικό, αλλά και σε παλιές εμπάθειες, οι οποίες –

ιδιαίτερα από ελληνικής πλευράς– παρεμποδίζουν μέχρι σήμερα μια εμπεριστατωμένη, επιστημονική επανεκτίμηση.

Η δεύτερη κύρια πηγή είναι το ημερολόγιο της Κριστιάνε Λυτ. Η σύζυγος του πάστορα έγραφε στα δανέζικα, οι σημειώσεις της μεταφράστηκαν στα ελληνικά και εκδόθηκαν στην Αθήνα σε τρεις τόμους τα έτη 1981, 1991 και 1999. Περιλαμβάνουν ημερολογιακές σημειώσεις των περιόδων 1838-1843 και 1843-1845, οι οποίες σκιαγραφούν κυρίως την οικογενειακή ζωή, καθώς και διάφορα οδοιπορικά μεταξύ 1839 και 1851. Αυτά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα από λαογραφική άποψη, καθώς αφορούν λιγότερο την οικογένεια Λυτ και περισσότερο τη χώρα και τους ανθρώπους στην Ελλάδα την εποχή της Κριστιάνε.

Αποκαλυπτικές είναι επίσης οι επιστολές της Μεγάλης Κυρίας (δηλ. της επικεφαλής Κυρίας επί των τιμών) Γιούλι φον Νόρντενφλυχτ, τις οποίες έγραφε στα γερμανικά σε φίλη της στην αυλή του Ολδεμβούργου. Δημοσιεύτηκαν ήδη το 1845 στη Λειψία. Η κυρία φον Νόρντενφλυχτ αλληλογραφούσε από το 1837 μέχρι τον θάνατό της το 1842. Το ίδιο έκανε και η διάδοχός της στην ελληνική αυλή Βιλχελμίνε φον Πλύσκο. Το ημερολόγιό της στα γερμανικά είναι ψηφιακά προσβάσιμο – αν και μόνο στην ελληνική του μετάφραση. Οι σημειώσεις της είναι πολύ σύντομες και διακριτικές και καλύπτουν επιγραμματικά τα έτη 1846 με 1854.

Επίσης ήταν χρήσιμες για το βιβλίο μου οι εκδόσεις του οθωνικού βασιλικού μουσείου König-Otto-Museum στο Όττομπρουν της Βαυαρίας, ένας κατάλογος έκθεσης του 2004 στο Ολδεμβούργο σχετικά με τη βασίλισσα Αμαλία καθώς και πολλές άλλες μικρότερες εκδόσεις, τις οποίες με ευγνωμοσύνη διαγούμισα.

Αποσπάσματα από γράμματα ή σημειώσεις που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά τα απέδωσα στα γερμανικά χωρίς να τα μεταφράσω κατά λέξη. Το ύφος, η γραμματική και η ορθογραφία έχουν προσαρμοστεί στον 21ο αιώνα, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάγνωσή τους. Πέρα από την ελεύθερη μετάφραση πήρα την πρωτοβουλία να συντομεύσω, να συνοψίσω ή να ανασυνδυάσω τις καταχωρήσεις. Αποσιωπήσεις δεν σημείωσα. Ωστόσο ουδέποτε αλλοίωσα το περιεχόμενο των παραθεμάτων σε εισαγωγικά, οι δηλώσεις παραμένουν αυθεντικές.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αντιπαραβάλω τις γερμανικές και δανέζικες σημειώσεις με εκείνες κάποιας Ελληνίδας. Πώς να ήταν άραγε η ζωή μιας Ελληνίδας στην Αθήνα του 19ου αιώνα; Από την απαρχή του νεοελληνικού κράτους δεν υπάρχουν δυστυχώς δημοσιευμένα ημερολόγια, επιστολές, απομνημονεύματα ή άλλα παρόμοια Ελληνίδων που θα μπορούσα να αξιοποιήσω εδώ. Ενώ οι νέοι στέλνονταν ακόμα και προεπαναστατικά για σπουδές στην Ευρώπη –στη Βιέννη, το Μόναχο, το Παρίσι ή την Πάδοβα– οι Ελληνίδες λάμβαναν μόνο μια στοιχειώδη παιδεία και έμεναν στο σπίτι. Μέχρι και τη δεκαετία του 1860 η φιλέλληνας Ρουμάνα συγγραφέας και περιηγήτρια Ντόρα Ντ’Ίστρια εξέφραζε παράπονα για την έλλειψη παιδείας των κοριτσιών. Τότε υπήρχαν ακόμα μόνο λίγα σχολεία θηλέων. Οι Ελληνίδες εντάχθηκαν ωστόσο ευκολότερα και ταχύτερα στη γερμανική παροικία από ό,τι οι αδελφοί τους, μια και οι «μικτοί γάμοι» βρέθηκαν πολύ σύντομα στην ημερήσια διάταξη: αρκετά γερμανικά μέλη της καλύτερης αθηναϊκής κοινωνίας παντρεύτηκαν κόρες ευυπόληπτων ελληνικών οικογενειών.

Περιπτώσεις γάμου Έλληνα με Γερμανίδα φαίνεται να ήταν πολύ πιο σπάνιες και απαντώνται μάλλον στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Η Πρωσίδα Μπετίνα φον Σαβινί παντρεύτηκε τον νομικό και μετέπειτα πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνο Σχινά. Μεταξύ του γάμου της το 1834 και του θανάτου της το 1835 η Μπετίνα Σχινά έζησε σχεδόν δύο χρόνια στην Αθήνα, όπου ο σύζυγός της ήλπιζε να διοριστεί σε διοικητική θέση του Βασιλείου. Στην περίοδο αυτή, προτού ακόμα η Αμαλία και η Κριστιάνε φτάσουν στην ελληνική πρωτεύουσα, η Μπετίνα Σχινά περιέγραφε στους γονείς της αναλυτικά και –σε αντίθεση με την Αμαλία– με κριτική ματιά τη νέα της ζωή και τις δυσκολίες της. Υπέφερε από το ασυνήθιστο κλίμα, τις ανθυγιεινές συνθήκες, τη στενότητα του καταλύματος και την επισφαλή οικονομική κατάσταση, η οποία επέτρεπε στο ζεύγος να έχει μόνο ένα περιορισμένο προσωπικό. Η Μετίνα πέθανε το 1835 πιθανότατα από τυφοειδή πυρετό.

Είσοδος του ανθρακωρυχείου που επισκέφθηκε η οικογένεια Λυτ στην Εύβοια το 1841. Αποτελούνταν από δύο σήραγγες και εξήγαγε άνθρακας κατώτερης ποιότητας (ξυλογραφία του H. Clerget, «Le Tour du Monde», 1876, 80)

Η αλληλογραφία της Αμαλίας προς το Ολδεμβούργο ήταν περίπου τρεις εβδομάδες καθ΄ οδόν, κατά καιρούς και υπό ιδανικές συνθήκες ένα δεκαπενθήμερο. Όταν στέλλονταν μέσω Τεργέστης ή Μασσαλίας ή σπανιότερα μέσω Κωνσταντινούπολης, τα γράμματά της θα ανοίγονταν. Στην περίπτωση αυτή ήταν απαγορευτικό να στέλνει εμπιστευτικά μηνύματα. Τότε έστελνε εντεταλμένο ταχυδρόμο ή έδινε τα γράμματά της σε έμπιστο πρόσωπο που ταξίδευε προς τον ευρωπαϊκό βορρά.

Αλληλογραφούσε πολύ τακτικά με το Ολδεμβούργο. Η Αμαλία έγραφε στον πατέρα της κατά το δυνατόν πάντα τις Κυριακές, αλλά όχι δια μιάς, αλλά συμπλήρωνε την επιστολή κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Μετά περίμενε με ανυπομονησία τα ποστάλια, δηλ. τα ταχυδρομικά πλοία, που έφερναν νέα από την πατρίδα της. Αυτό σήμαινε ότι ήταν –με κάποια καθυστέρηση– πάντα ενήμερη για τα δρώμενα στο Μεγάλο Δουκάτο του Ολδεμβούργου και στους κύκλους της γερμανικής αριστοκρατίας.

Ο τόνος με τον οποίο η Αμαλία απευθυνόταν στον πατέρα της, τον «αγγελικό της μπαμπά», σήμερα μας ξενίζει. Τον αγαπούσε σχεδόν παράφορα – αυτός ήταν το άτομο αναφοράς της και όχι ο σύζυγός της Όθων. Όταν κάποτε ευχήθηκε τον πατέρα της στα γενέθλιά του, προσέθεσε ότι εκείνη τη νύχτα στην Αθήνα υπήρξαν «πυροτεχνήματα»! Άφησε να εννοηθεί ότι η φωτιά είχε μάλλον ανάψει προς τιμήν του. Στην πραγματικότητα είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και ένα σπίτι κάηκε ολοσχερώς. Η βασίλισσα δεν νοιάστηκε αν κάποιος έπαθε κακό – το χιούμορ της ήταν κάπως περίεργο.

Η υπερβολική της προσκόλληση στον πατέρα της, αλλά και η εξάρτησή της από αυτόν, σίγουρα δυσκόλεψε τον αποχωρισμό από την πατρίδα της, την εξοικείωση με το νέο της περιβάλλον και την επικέντρωση στον σύζυγό της. Η Αμαλία δεν αποδεσμεύτηκε πραγματικά από το Ολδεμβούργο, τουλάχιστον όχι μέχρι το θάνατο του πατέρα της το 1853, παρόλο που τόνιζε επανειλημμένα πόσο πολύ αγαπούσε την Ελλάδα. Οι πολυσέλιδες επιστολές και η απέραντη θλίψη όταν οι απαντήσεις του πατέρα της αργούσαν να έρθουν, μαρτυρούν την ανάγκη της να μη «χάσει» τον πατέρα της, να τον έχει συνεχώς «μαζί της». Ένα επεισόδιο που περιγράφει η Μεγάλη κυρία επί των τιμών είναι πολύ χαρακτηριστικό: φτάνουν δύο πορτραίτα των γονέων της στην Αθήνα και η Αμαλία τα ξεπακετάρει. Η κυρία φον Νόρντενφλυχτ γράφει: «Η βασίλισσα βρισκόταν σε πραγματική φρενίτιδα χαράς. „Ο αγγελικός μου μπαμπάς! Η αγγελική μου μαμά!“ Και πάντα στα γόνατα, ευτυχισμένη και σαν παιδί άκρως ενθουσιασμένη, γλιστρούσε από τον έναν στον άλλο». Η βασίλισσα ήταν τότε 21 ετών και τρία χρόνια παντρεμένη.

Η Αμαλία ήταν ωστόσο και πολύ αφοσιωμένη στον σύζυγό της. Στάθηκε πιστά πλάι του ακόμα και σε δύσκολες στιγμές· τον προστάτευε, παραβλέποντας μεγαλόψυχα τις αδυναμίες του, μετατρέποντας το πείσμα και την αναποφασιστικότητά του σε επιμονή. Σχεδόν ποτέ δεν ανέφερε στον πατέρα της την ασθενική του κράση, την έλλειψη αποφασιστικότητας και την αδυναμία του να θέσει προτεραιότητες. Όταν το 1843 η πολιτική κατάσταση κορυφώθηκε, η Αμαλία παρενέβη χωρίς δισταγμό και από τότε κατεύθυνε παρασκηνιακά τις αποφάσεις του συζύγου της.

Η Κριστιάνε ήταν το τέταρτο από οκτώ αδέλφια. Η μικρότερη αδελφή της Χάνε, η οποία συνόδεψε την οικογένεια Λυτ στην Ελλάδα, απαθανάτισε με διασκεδαστικά σκίτσα την οικογενειακή καθημερινότητα στην Αθήνα. Δυστυχώς, οι επεξηγήσεις της στα ελληνικά ή στα δανικά έχουν ψαλιδιστεί και είναι σήμερα ακατανόητες.

Η σχέση της Κριστιάνε Λυτ με τους γονείς της ήταν διαφορετική. Αυτοί ή το πατρικό της σπίτι στη Δανία δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ στο ημερολόγιό της. Περιστασιακά αναφέρονται σε συντομία γενέθλια ή επιστολές από τη μητέρα της, μια αδελφή της ή άλλους συγγενείς, αλλά τίποτα παραπάνω. Ωστόσο δεν σώθηκαν τα γράμματα που έστελνε η Κριστιάνε στο σπίτι της. Με την αναχώρησή της από τη Δανία φαίνεται ότι αποστασιοποιήθηκε από την οικογένειά της και τον τόπο καταγωγής της και έστρεψε την προσοχή της στη νέα της ζωή στην Αθήνα. Στο ημερολόγιό της εκδηλώνει κατά καιρούς μόνο τα πατριωτικά της αισθήματα για τη Δανία. Αγαπά την πατρίδα της, αλλά η αγάπη αυτή δεν φαίνεται να συνδέεται με συγκεκριμένα άτομα. Αν και σύζυγος πάστορα, η Κριστιάνε –όπως και η Αμαλία– είχε ελάχιστη ενσυναίσθηση για το περιβάλλον της.

Με τσουχτερή γλώσσα σχολιάζει και επικρίνει τους ανθρώπους, σπάνια είναι ικανοποιημένη μαζί τους. Σε αντίθεση με την Αμαλία είχε ωστόσο αίσθηση του χιούμορ, καταγράφει διασκεδαστικές ιστορίες και περιστασιακά μπορούσε να γελάσει με τον εαυτό της, γεγονός αδιανόητο για τη βασίλισσα.

Παρόλο που και οι δύο γυναίκες έμαθαν αμέσως ελληνικά, καμία τους δεν προσπάθησε πραγματικά να ενταχθεί στη χώρα υποδοχής της. Για την Κριστιάνε η παραμονή της στην Ελλάδα είχε πάντα προσωρινό χαρακτήρα. Ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα επέστρεφε στον βορρά. Οι προσπάθειές της να κατανοήσει την Ελλάδα και να συναναστραφεί με τους κατοίκους της ήταν επομένως περιορισμένες, αλλά παρ’ όλ΄ αυτά υπαρκτές. Τι τελικά «πήρε» η Κριστιάνε μαζί της από τη ζωή της στην Ελλάδα επιστρέφοντας με τον σύζυγό της στη Γερμανία δεν μας είναι γνωστό. Σίγουρα όμως επηρέασε –ασυνείδητα– τους Έλληνες γείτονές της στην  Αθήνα, με την πιο ελεύθερη συμπεριφορά της, με τον τρόπο που ντυνόταν, με τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της ή με τον τρόπο που συναναστρεφόταν τον σύζυγό της. Όμως οι επαφές αυτές δεν ήταν στενές. Οι Ελληνίδες μεσοαστές νοικοκυρές ζούσαν πολύ απομονωμένα και δεν μάθαιναν ξένες γλώσσες.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν αρνητικά οι «αποικιοκρατικές» προσπάθειες των Βαυαρών, αλλά η επιρροή τους στον εξευρωπαϊσμό της από πολλές απόψεις υποβαθμισμένης χώρας ήταν αδιαμφισβήτητη – τουλάχιστον προς τα έξω. Για παράδειγμα: πολλοί ταξιδιώτες παρατήρησαν τη έντονη μείωση της παραδοσιακής ενδυμασίας ανδρών και γυναικών και την εντελώς νέα αρχιτεκτονική στην πρωτεύουσα.

Η Αθήνα γύρω στο 1850: έχει απλωθεί μέχρι τα νέα ανάκτορα. Εξέχουσα θέση αριστερά τους έχει το κομψό ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία με τις αψίδες του. Νέα κτήρια υπάρχουν τώρα και πίσω από το παλάτι. Ο υπερτονισμένος Λυκαβηττός είναι ακόμα τελείως αδόμητος (πηγή: Illustrated London News, 1842-1885, Athens 1984)

Η θέση της Αμαλίας διέφερε. Παρόλο που σκόπευε να περάσει όλη της τη ζωή στην Ελλάδα και συχνά τόνιζε πόσο αγαπούσε την χώρα «της», ζούσε μακριά από την ελληνική πραγματικότητα. Δεν προσπάθησε να δημιουργήσει επαφές με γυναίκες της αθηναϊκής ανώτερης τάξης, αλλά συναναστρεφόταν κυρίως Γερμανούς και διπλωμάτες, όπως άρμοζε στην κοινωνική της θέση. Οι Ελληνίδες κυρίες επί των τιμών, με τις οποίες διάνθιζε τη συνοδεία της, δεν έγιναν έμπιστες ή φίλες, και δεν απετέλεσαν παρά κάποια παραχώρηση προς τους υπηκόους της. Δεν είχε καμία πρόθεση να υιοθετήσει τα ελληνικά ήθη και έθιμα, ίσχυε μάλλον το ακριβώς αντίθετο: θεωρούσε καθήκον της τον εξευρωπαϊσμό Ελλήνων και Ελληνίδων και επιδίωξε κυρίως την προσαγωγή των ελληνικών ανώτερων τάξεων στα γερμανικά έθιμα που συνηθίζονταν στους αριστοκρατικούς κύκλους. Έτσι η Αμαλία, αν και ήθελε να είναι, δεν έγινε ποτέ της Ελληνίδα.

::: Η Κριστιάνε Λυτ και επώνυμες σύγχρονές της εδώ, εδώ και εδώ (στα EN)
Η Αμαλία της Ελλάδος εδώ

Η Ζενεβιέβ Λύσερ μπροστά σε ολόσωμο πορτρέτο της βασίλισσας Αμαλίας (αντίγραφο στο Schloss Eutin, © Felix Müller)

Η συγγραφέας
Η Ζενεβιέβ Λύσερ σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας Προϊστορία και εργάστηκε μετά τη διδακτορική της διατριβή ως ερευνήτρια, εκδότρια, συντάκτρια και δημοσιογράφος επιστημονικών άρθρων στην ελβετική γερμανόφωνη ημερήσια εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung (ΝΖΖ). Ζει στη Βέρνη.

::: Η Ζενεβιέβ Λύσερ εδώ (στα DE) και στο diablog.eu εδώ

 

 

Κείμενο: Geneviève Lüscher· απόσπασμα και εικονογραφήσεις με την ευγενική άδεια των εκδόσεων Verlag der Griechenland Zeitung. Σύνταξη και παρουσίαση: Α. Τσίγκας.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε