Δενδρίτες

Μυθιστόρημα της Κάλλιας Παπαδάκη

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Οι «Δενδρίτες» αφηγούνται μια ιστορία φυγής και ελπίδων, όπως και για δαίμονες που δεν μπορείς να αποτινάξεις, ακόμα και αν μεταναστεύσεις σε μια νέα χώρα.

Η Κάλλια Παπαδάκη εξιστορεί με ευαισθησία την πορεία μιας οικογένειας που, στο πνεύμα του Τολστόι, είναι στην ατυχία της μοναδική. Οι ζωές των μελών της είναι συνυφασμένες μεταξύ τους. Όπως οι λεπτές διακλαδώσεις του χάρτη μιας πόλης που ο ένας δρόμος οδηγεί στον επόμενο και στον μεθεπόμενο, μέχρις ότου όλοι καταλήξουν σε αδιέξοδο, έτσι και οι πρωταγωνιστές αδυνατούν να ξεφύγουν από τις ευθύνες και τα φαντάσματά τους.

Περίληψη
Ο Αντώνης Καμπάνης φτάνοντας στην Αμερική είναι είκοσι δύο ετών. Δεν έχει πάνω του παρά μόνο ένα ιταλικό διαβατήριο, χωρίς καν να κατέχει τα ιταλικά. Στις αρχές του εικοστού αιώνα το νησί του, η Νίσυρος, βρίσκεται υπό ιταλική κατοχή.
Ο Αντώνης ατυχεί: όταν του παίρνουν και την τελευταία του δεκάρα το αμερικανικό όνειρο φαίνεται να έχει λήξει γι΄ αυτόν. Συναντά ωστόσο τον Τόνι Μέκκα, ο οποίος τον εντάσσει στην οικογένειά του. Βέβαια όχι τελείως ανιδιοτελώς, καθώς χρειάζεται βοήθεια για την παραγωγή παράνομης γκράπας. Με αυτό το ψυχικό ο Μέκκα θέτει τα θεμέλια μιας οικογενειακής ιστορίας αρκετών γενεών.


Βιβλιοπαρουσίαση
Δενδρίτες – Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ
του Thomas Plaul

Δενδρίτες είναι τόσο διακλαδισμένες προεξοχές που διευρύνουν την επιφάνεια των νευρικών κυττάρων συμβάλλοντας στις διαδικασίες μάθησης του εγκεφάλου, όσο και διακλαδισμένες κρυσταλλικές δομές όπως αυτές που συναντούμε στις νιφάδες του χιονιού. Η Κάλλια Παπαδάκη μπορεί να είχε και τα δύο κατά νου όταν ονόμασε το μυθιστόρημά της «Δενδρίτες»: οι πρωταγωνιστές της είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν συνεχώς τις γνώσεις τους για τον κόσμο γύρω τους και να γνωρίζουν τον εαυτό τους – και συγχρόνως να συνειδητοποιούν ότι οι όμορφες στιγμές της ζωής τους λιώνουν σαν τις νιφάδες του χιονιού. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2015, τιμήθηκε δύο χρόνια αργότερα με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και μεταφράστηκε έξοχα τέλος του 2024 στα γερμανικά από τη Michaela Prinzinger.

Ομορφιά που δεν αφήνει ίχνη
Η Παπαδάκη δανείστηκε το μοτίβο τής χιονονιφάδας και του χιονιού γενικότερα από τον Αμερικανό αγρότη Γουίλσον Μπέντλεϊ, έναν από τους πρώτους που στα τέλη του 19ου αιώνα κατάφεραν να φωτογραφίσουν χιονονιφάδες. Εξέφρασε κάποτε τη λύπη του ότι λιώνοντας «τόση ομορφιά χάνεται χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος» – η Παπαδάκη τού αφιερώνει το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός της. Στο προηγούμενο κεφάλαιο ολοκληρώνει την αφήγηση της ιστορίας δύο γενεών Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ με σαφή αναφορά στις περίφημες τελευταίες φράσεις του διηγήματος του Τζέιμς Τζόις «Οι νεκροί»: όταν ο Βασίλης Καμπάνης επισκέπτεται τον πατέρα του Αντώνη στο γηροκομείο, «χιονίζει έξω» και «χιονίζει τώρα και μέσα». Ο Βασίλης συνειδητοποιεί ότι «σε λίγο θα τους καλύψει όλους το χιόνι», με άλλα λόγια θα τους βρει ο θάνατος και δεν θα μείνει ούτε ίχνος τους στον ορατό κόσμο.

Στο έλεος άλλων
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο Αντώνης Καμπάνης, καταγόμενος από τη Νίσυρο, μεταναστεύει στις ΗΠΑ και προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσεϊ, χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία. Αντίστοιχα εξελίσσεται και η συζυγική του ζωή με τη Ραλλού, που κατάγεται από τη Λέσβο: μετά από κάποια ωραία αρχικά διαστήματα ο αλκοολισμός της Ραλλούς και η βίαιη συμπεριφορά του Αντώνη οδηγούν στον χωρισμό τους. Έτσι ο γιος τους Βασίλης αποστασιοποιείται από τους αποκαρδιωμένους γονείς του και υιοθετεί για τον εαυτό του την αμερικανική ταυτότητα εξαγγλίζοντας το όνομά του. Αλλά ούτε και ως Μπάζιλ είναι σε θέση να διαχειριστεί τις όμορφες στιγμές της ζωής: ο γάμος του με τη γαλουχημένη από τις αξίες του ΄68 Σούζαν σαρώνεται από τις προκλήσεις της καθημερινότητας, που καθορίζονται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής και κάνουν το ζευγάρι να παραπαίει ανίσχυρο και παραδομένο στη μοίρα του.

Η σκληρότητα της ξενιτιάς
Η Κάλλια Παπαδάκη, γεννημένη το 1978, διηγείται αρχικά παράλληλα σε δυο αφηγηματικές ροές και χρονικά επίπεδα τις ιστορίες του πατέρα και του γιου Καμπάνη που τις συνυφαίνει στην πορεία του μυθιστορήματος. Ο ρυθμός της αφήγησης είναι ραγδαίος, η πλοκή έχει ένα πλαίσιο εξήντα ετών παρουσιάζοντας  στο φόντο ιστορικά γεγονότα όπως είναι η Μεγάλη Ύφεση στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η πρώτη κατά συρροή δολοφονία στην ιστορία των ΗΠΑ που διαπράχθηκε το 1949 από τον Χάουαρντ Ούνρουχ στο Κάμντεν και η πετρελαϊκή κρίση του 1973.
Η συγγραφέας μεταφέρει μια αρχαία ελληνική τραγωδία στις ΗΠΑ του 20ού αιώνα· η ζωή των πρωταγωνιστών της χαρακτηρίζεται από λίγες στιγμές ευτυχίας και πολλές στιγμές ατυχίας, χωρίς κανείς τους –παρά τις όποιες προσπάθειές τους– να μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο της αποτυχίας. Ένα έξοχα καταγραμμένο (οικονομικο)μεταναστευτικό αφήγημα, ενίοτε με ειρωνικούς υπαινιγμούς με θέμα την ελπίδα, την αποθάρρυνση καθώς και τις δυσκολίες της ξενιτιάς και του να είσαι ξένος – ένα μυθιστόρημα διαχρονικής επικαιρότητας.

::: Ο Γουίλσον Μπέντλεϊ εδώ με βιβλιογραφία


Το βιβλίο
Κάλλια Παπαδάκη: Δενδρίτες
Μυθιστόρημα
εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015, 240 σελίδες
ISBN 978-96043-548-18, περίπου 10 ευρώ

 

 

 


Απόσπασμα, Κεφάλαιο X

Ημέρα των Ευχαριστιών, δείπνο:
το καρεκλάκι του μωρού
στον κενό χώρο
Nick Virgilio

Ο Αντώνης Καμπάνης δεν σκόπευε να ερωτευτεί, μάλιστα με τα χρόνια το ’χε πάρει απόφαση πως μόνος του θα ’κλεινε τα μάτια, ανήμπορος και άκληρος, σ’ ένα μικρό εργένικο σπίτι με πίσω κήπο, και ό,τι χρήματα είχε βάλει στην άκρη θα τα δώριζε στον σύλλογο καρκινοπαθών να ξορκίσει την κακιά την τύχη που του ’λαχε, γιατί το άτιμο το πεπρωμένο το πίστευε, όπως κι η μάνα του κι οι άμοιροι οι πρόγονοί του που μόνο φτώχεια και σκορβούτο είχαν δει, κι όταν ο Σαλονικιός συνεταίρος του τον έπεισε με τα χίλια ζόρια να πάνε στην ετήσια χοροεσπερίδα του συλλόγου ΑΧΕΠΑ στο πολυτελές ξενοδοχείο «Ουόλτ Ουίτμαν», ο Αντώνης Καμπάνης έβγαλε από την ντουλάπα το παλιό, σκοροφαγωμένο του κουστούμι και το δοκίμασε για να διαπιστώσει με μεγάλη του θλίψη πως είχαν περάσει σχεδόν έντεκα χρόνια από τον θάνατο της μητέρας του, είχε πάρει έντεκα ολόκληρα κιλά, τα μπατζάκια του ήταν μια πιθαμή πιο κοντά και το σακάκι δεν κούμπωνε, ήταν αδύνατον να παραστεί στον χορό με τούτη την άθλια αμφίεση, κι έτσι λιποψύχησε κι έστειλε σήμα στον Σαλονικιό πως είχε πόνους στα κόκαλα και πυρετό και να μην τον περιμένει στη γιορτή, μα ο Τάκης που τον ήξερε καλά, και γνώριζε τι μαλθακός κι άτολμος χαρακτήρας ήταν, του την είχε στημένη και, όταν ανακάλυψε τη φύση του προβλήματος, έστειλε τη Λεβαντίνα ράφτρα την ίδια μέρα με δανεικό κουστούμι να τον σουλουπώσει όσο τους το επέτρεπε ο χρόνος και οι επείγουσες περιστάσεις, κι έτσι ο Αντώνης Καμπάνης στις οκτώ και τέταρτο παρά μία σταυρωτή βελονιά, στις 22 Απριλίου του 1933, έστεκε μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού του απρόσμενα καλοντυμένος.

Για την ελληνοαμερικανική κοινότητα, η ετήσια χοροεσπερίδα ήταν αδιαμφισβήτητα, μετά το Άγιο και θαυματουργό Πάσχα, το γεγονός της χρονιάς, κι όλος ο καλός ο κόσμος έδινε κάθε χρόνο το βροντερό παρών, και παρ’ όλες τις οικονομικές δυσπραγίες, που δεν ήταν και λίγες, παλιά φορέματα και κουστούμια ξηλώνονταν και καινούργια ράβονταν, σύμφωνα πάντα με τις επιταγές της μόδας, κι έτσι, δίχως να το πολυξέρει, ο Αντώνης Καμπάνης έχαιρε μιας σιωπηλής γενικής εκτίμησης, γιατί στο δικό του μαγαζάκι πολλά φορέματα και ακόμη περισσότερα κουστούμια είχαν ξηλωθεί κι ανανεωθεί, η ράφτρα του ήταν χρυσοχέρα, γνωστή με το παρατσούκλι «Ροκαφέλερ της βελόνας», μάλιστα λεγόταν πως έρχονταν και πρώην κυρίες της καλής κοινωνίας που είχαν εκπέσει και παραπέσει, και στα μουλωχτά, πάντα λίγο πριν κλείσει το μαγαζί, εμπιστεύονταν στα χέρια της τις κινητές, φανταχτερές περιουσίες τους, ρούχα ακριβά που με τα χρόνια είχαν κρεμάσει και θαμπώσει κι επιζητούσαν κάποια επιδιόρθωση, ένα μικρό ρετούς, μια ανανέωση, κι όσο ο Σαλονικιός καμάρωνε τα στριφώματα και τις διπλοβελονιές της Λεβαντίνας, γλαρώνοντας ανάμεσα στα φρουφρού και τα γλυκά, μεθυστικά αρώματα, ο Αντώνης Καμπάνης στάθηκε σε μια γωνιά και παρατηρούσε απαθής την μπάντα που ’χε μόλις ανέβει στο πάλκο, και τραγουδούσε κι έπαιζε ελληνικά φοξ τροτ και τανγκό, κι όσο η Ελληνίδα βραχνή τραγουδίστρια μιλούσε για καινούργιους έρωτες και θρηνούσε με απανωτά «κι όμως, κι όμως» αλησμόνητους παλιούς καιρούς, τόσο ο Καμπάνης έπαιζε με το θαμπό βαφτιστικό του σταυρουδάκι που ’χε κρεμασμένο στον λαιμό και δεν είχε βγάλει από πάνω του επί τριάντα δύο συναπτά έτη.

Και τότε την είδε, στητή και μοναχή ανάμεσα στο πλήθος να βαστά το πανεράκι με τις εθελοντικές εισφορές των μελών, και δυο λεπτά αργότερα να στροβιλίζεται με χάρη στην αίθουσα και να χαριεντίζεται με μια παρέα καλοβαλμένων κυρίων, όσο οι σύζυγοί τους, στο περιθώριο του κύκλου και της κουβέντας, της έριχναν δηλητηριώδεις ματιές όλο οργή και μένος, κι έτσι ο Αντώνης Καμπάνης πήρε το θάρρος και πλησίασε, κι έριξε τον οβολό του για την ανέγερση του Ορθόδοξου Ναού στο καλαθάκι και της έπιασε ντροπαλά την κουβέντα, του έριχνε κοντά δέκα χρόνια, ήταν όμορφη με φυσιογνωμία ευγενική, τα σαράντα της χρόνια και οι κακοτοπιές την είχαν λιγάκι τραχύνει, χωρίς ωστόσο να την ασχημίσουν, το πιο σπουδαίο πράγμα πάνω της ήταν τα τσακίρικα μάτια της που σε υπνώτιζαν και σε χόρευαν στον ρυθμό τους, κι ο Αντώνης Καμπάνης, που ’ταν άμαθος κι άγαρμπος με τις γυναίκες, όταν εκείνη τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, από την ταραχή του έβγαλε δεύτερη φορά να ρίξει χρήματα στο πανέρι, κι εκείνη γέλασε αβίαστα και αυθόρμητα, και του ’πιασε το χέρι να του πει «φτάνει», αρκούσαν τα πρώτα δολάρια για ν’ αγιάσουν τον σκοπό τους, και τότε του συστήθηκε, «Ραλλού, Ραλλού από τη Μυτιλήνη» και δώσανε τα χέρια, «Αντώνης, Αντώνης Καμπάνης» και μ’ ένα κοριτσίστικο στροβίλισμα κι ένα χαρούμενο, μεστό και γάργαρο γέλιο χάθηκε από μπροστά του για να βρεθεί τρεις τέσσερις παρέες πιο κάτω αγκαζέ με τη φιλενάδα της τη Σμυρνιά και το πανέρι κάτω από τη μασχάλη, κόντευαν μεσάνυχτα κι ήταν η πιο μεγάλη ώρα, και τότε, λες κι είχαν όλοι τους συνεννοηθεί από πριν, με σύνθημα τον ύστατο χτύπο του ρολογιού, άφησαν στην άκρη τις αγαθοεργίες και τις φιλανθρωπίες της προηγούμενης ημέρας, κι έδωσαν σήμα στην μπάντα ν’ αρχίσει τους χορούς.

Έπρεπε να την ξαναδεί, κι όσο περνούσε η ώρα η ανάγκη του γινόταν βασανιστική, τον έπνιγε και τον κυρίευε κατάσαρκα, κι έψαχνε τρόπους να την πλησιάσει, από χορό δεν σκάμπαζε γρι, δεν είχε αρμονία στις κινήσεις του ο φουκαράς, παρότι ήταν σβέλτος και νευρώδης, στεκόταν σε μια γωνιά σαν το κούτσουρο και παραφύλαγε τη στιγμή που θα βρισκόταν δίπλα του, να την τρατάρει δυο λέξεις θαυμασμού, να την κερδίσει, μα τις δυο φορές που εκείνη κινήθηκε προς το μέρος του, του γλίστρησε η ευκαιρία σαν το λάδι μέσα από τα δάχτυλα, κάποιος τρίτος τη φώναξε, μια φίλη τη χαιρέτισε, κι ο Αντώνης Καμπάνης καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα, κι όταν το ρολόι έδειξε δύο και τέταρτο, το πήρε απόφαση πως δεν είχε τα κότσια να την προσεγγίσει κι άφησε το πόστο του και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα, υπομονετικά περιμένοντας τη σειρά του, την ώρα που ’παίζαν τα καψουρουτράγουδα και τους αμανέδες, και τότε την είδε, διέκρινε το περίγραμμά της πίσω από το θαμπό κρύσταλλο της πόρτας, τα χέρια της στον νιπτήρα να αφήνονται στο χάδι του τρεχούμενου νερού, κι όρμησε σαν πολιορκητικός κριός να της πει την κουβέντα που είχε από ώρα σκαρώσει και την ψιθύριζε ξανά και ξανά, μα να που τώρα είχε σκαλώσει στις άκρες των χειλιών του και τον περιγελούσε ισορροπώντας ανάμεσα στο μέσα και στο έξω και δεν έλεγε να κάνει το απονενοημένο βήμα να ξεπροβάλει, να ξεστομιστεί και να πάει στην ευχή του Θεού, και μιας κι η μιλιά του απειθαρχούσε, τα χέρια του πήραν μπρος κι έπραξαν ό,τι δεν θα μπορούσαν χίλιες λέξεις, έβγαλε το τσίγκινο σταυρουδάκι του από τον λαιμό και της το φόρεσε, και η Ραλλού κατέβασε το βλέμμα κατασυγκινημένη κι υποταγμένη στον άνδρα που την είχε στέψει βασίλισσα του σπιτιού του και μέλλουσα γυναίκα του.

Η Ραλλού δεν είχε τίποτα να του δώσει πέρα από την ευθυμία της και το όμορφο παρουσιαστικό της, έμοιαζε με την πρωινή δροσιά που ανασταίνει τα φύλλα των φυτών και ξαναδίνει στους στήμονες στιλπνότητα και ενέδωσε πρόθυμα στην επιθυμία του Αντώνη Καμπάνη γιατί ήταν διαφορετικός και ντροπαλός, τα χέρια του πιάναν, κι ό,τι οι άλλοι θεωρούσαν αδυναμία χαρακτήρα, η Ραλλού το έβλεπε σαν σέβας και σύνεση, και μαζί του ξανοίχτηκε στο άγνωστο του γάμου, τον Οκτώβρη του ’33, και ’φτιαξαν το σπιτικό τους στο σπιτάκι του Καμπάνη, δεν ήθελαν παραπάνω δωμάτια και χώρους, και στη δουλειά τον πρώτο καιρό μαζί πήγαιναν κι όλα λειτουργούσαν ρολόι, ομαλά κι εύρυθμα, μόνο ο Τάκης ο Σαλονικιός δεν έβλεπε με καλό μάτι τις μικρές αλλαγές, το εικόνισμα του Αγίου Δημητρίου του καβαλάρη που είχε αλλάξει τοίχο και στη θέση του έστεκε ένα κέντημα της Μυτιλήνης, τον κατσαμπρόκο που είχε παραπέσει και τα ψίχουλα που κάθε τόσο στολίζαν τον πάγκο της δουλειάς και το πάτωμα, και τον ζώναν τα φίδια, κι ήθελε φορές να τα βροντήξει, να πάρει το μερίδιό του και να φύγει, γιατί ήταν ευέξαπτος και κυκλοθυμικός και μισογύνης, κι άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο για να καλμάρει τα νεύρα του και να ησυχάσει τον κρυφό του νταλκά για τη Μυτιληνιά, που χρόνια πριν του ’χε κάνει τη δύσκολη, τότε δεν του ’χε δώσει την παραμικρή σημασία και να την τώρα, το παλιομεσοφόρι, δεύτερο αφεντικό, σωστός βραχνάς μες στο μαγαζί του.

Ο κακός αέρας στο μαγαζί δεν έλεγε να κοπάσει, νοτιάς ήταν, θαρρείς, κι έφερνε τα πάνω κάτω· και δεν έλεγε να πέσει η πολυπόθητη βροχή, να πάψει η γκρίνια που σαν σκόνη πύκνωνε στις επιφάνειες των πραγμάτων και τις θάμπωνε, τόσο που δεν έβλεπες από τι υλικό ήταν καμωμένες οι αντοχές τους, όλα έμοιαζαν ίδια κι απαράλλαχτα σμιλεμένα, και το μόνο που ένοιαζε τον Αντώνη Καμπάνη ήταν η δουλειά και το μερτικό του στα κέρδη, και ο Τάκης σώπαινε για όσα στραβά έβλεπε και βαθιά τον τσιγκλούσαν, κι έχυνε το δηλητήριο του σε μόνιμη βάση με σχόλια κακεντρεχή, μπηχτές και μεμψιμοιρίες, τόσο που γινόταν κακός και ανυπόφορος, και μόνο οι φωνές της Ραλλούς τον έβαζαν στη θέση του και τον συνέτιζαν, κι έτσι, σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, εδραιώθηκε ένα σκοτεινό μοτίβο, που τον πρώτο καιρό ξάφνιαζε τους συχνούς πελάτες με την αδυσώπητη ορμή του, μα με τα χρόνια και τη συνήθεια γίνηκε γραφικό, κομμάτι αναπόσπαστο της δουλειάς, ο Τάκης να μειώνει και να βρίζει τη Ραλλού και η Μυτιληνιά, που δεν μασούσε, να του αντιγυρίζει κοπλιμέντα που θα ’καναν ακόμη κι έναν σκληροτράχηλο μούτσο να κοκκινίσει από οργή και ντροπή, και ο Αντώνης Καμπάνης, όσο προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, τόσο λαβωνόταν από τα φίλια πυρά, μέχρι που είδε κι απόειδε κι αγανάκτησε κι είπε να δώσει χώρο στην οργή να υπάρξει, κι αποσύρθηκε από τους καβγάδες τους, κι έπεσε με τα μούτρα στο μεροκάματο, με τόσο σθένος και τόσο ταλέντο, ώστε, σχεδόν δυο χρόνια μετά, άνοιξε με δική του πρωτοβουλία κι επιμονή το πρώτο τους υποκατάστημα στη γειτονιά του Πάρκσαϊντ.

Ήταν η απαρχή μιας καινούργιας εποχής. Η άρση της ποτοαπαγόρευσης με την 18η τροπολογία τον Δεκέμβρη του ’33 είχε σημάνει το τέλος του χημικού πολέμου που είχε κηρύξει η κυβέρνηση Κούλιτζ τον χειμώνα του ’26 στους πότες, με τη μέθοδο της μετουσίωσης, ήταν ζήτημα χρόνου η μεθυλική αλκοόλη, η βενζίνη και η φορμαλδεΰδη να πάψουν να αποτελούν πόσιμα συστατικά, αφού βέβαια πρώτα, κατά γενική και ιατρική ομολογία, είχαν στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες Αμερικανούς πολίτες που κατανάλωναν εν αγνοία τους το δύσπεπτο και κυανόχρωμο ουίσκι, που η χημική του βάση προοριζόταν για τη βιομηχανική παραγωγή βαφών και καυσίμων, αλλά ελλείψει αιθανόλης την υφάρπαζαν οι μαφιόζοι από τις αποθήκες των εργοστασίων για να ποτίσουν την αγορά με τοξικό δηλητήριο, διαβεβαιώνοντας ψευδώς πως ήταν τσίλικο, «πρώτο πράγμα», καθαρό από τη μάνα του, και ο Αντώνης Καμπάνης, που έκανε στα νιάτα του διανομή με την Τζίνα τη νεκροφόρα κάσες ολόκληρες με «πρώτο πράγμα», εκείνες τις τελευταίες ημέρες του ’33 έφερνε μια στις τόσες στον νου, σαν επιμνημόσυνη ακολουθία, την γκράπα- φονιά που και νεκρούς ανάσταινε, και τον έπιανε ένα πικρό, ζοφερό παράπονο που του ’καιγε τα σωθικά, και μετά όλα τα ξεχνούσε κι αναθυμόταν τις καλές, γενναιόδωρες μέρες που ζούσε, και τις καλύτερες που ήταν να ’ρθουν, και στοίβαζε τα δολάρια στην κασέλα για τον γιο που θα διάβαινε το κατώφλι του, γιατί το ’χε τάξει στη μάνα του, τη μέρα που μπήκε στο βαπόρι για τα ξένα, πως σαν παντρευόταν και γεννούσε η γυναίκα του κι έκανε γιο με το καλό, θα του ’δινε το όνομα του μακαρίτη του πατέρα του, Βασίλη θα τον λέγανε τον γιο, Βασίλη, γιατί το ’χε υποσχεθεί κι είχε δώσει τον λόγο του.

Κι όσο ο Αντώνης Καμπάνης επιθυμούσε όσο τίποτα στον κόσμο έναν υγιή και δυνατό γιο να τον διαδεχτεί στον στίβο και τον κάματο της επιχείρησης τώρα που είχαν στρώσει οι δουλειές, τόσο δεν του καθόταν η σύλληψη, λες και ο Θεός είχε πεισμώσει και τα ’χε βάλει μαζί του, κι υπήρχαν πρωινά που ο Αντώνης Καμπάνης κοιτούσε καχύποπτα την κοιλιά της Ραλλούς, που δεν έλεγε να φουσκώσει, λες και κρυβόταν εκεί μέσα, στην άβυσσο της γυναικείας φύσης και καπατσοσύνης το μυστικό της καρποφορίας, κι όλο τη μετρούσε με το μάτι, μα η Ραλλού αντί να παχαίνει μάλλον αδυνάτιζε, ώσπου τη ρώτησε μια μέρα στα ίσια μήπως δεν είναι καρπερή και τζάμπα παιδεύονται, και η Ραλλού σήκωσε μέχρι απάνω τη φούστα της, κατέβασε το βρακί, και τον έφτυσε στα μούτρα, πώς τολμούσε, το δικό του πουλί ήταν μικρό και μαραμένο, η δική της λεκάνη ήταν προικισμένη με τα μυστικά του κήπου της Εδέμ και τη χλιδή της Ανατολής, και ο Αντώνης Καμπάνης ύψωσε το χέρι και τη χτύπησε μια δυο τρεις φορές δυνατά κι απανωτά, και έπειτα σίγησε ο θυμός και καταλάγιασε η μανία του και κλείστηκε στο μπάνιο να πάρει δυο κοφτές ανάσες, και τρεις βδομάδες μετά, αφού είχαν πια σβήσει οι μώλωπες και οι κοκκινίλες, της ζήτησε συγγνώμη, και για να αποδείξει πως το εννοούσε νοίκιασε αμάξι κι οδηγό και την πήγε σινεμά στο ντράιβ ιν που είχε ανοίξει ανατολικά στο προάστιο του Πένσοκεν μετά το πάρκο του παραπόταμου Κούπερ, και είδανε παρέα μες στη σιωπή και το πυκνό σκοτάδι το Γυναίκες φυλαχτείτε με πρωταγωνιστή τον σαραντάχρονο τότε, πάντα άψογο και στην τρίχα ντυμένο, Αδόλφο Μενζού.

Όσα χρόνια συνεχιζόταν, στη χάση και στη φέξη, η γενετήσια πράξη ανάμεσα στον Αντώνη και τη Ραλλού Καμπάνη, ήταν μια αιμοβόρα, μυστική μάχη, μα σαν τελείωνε, νικητής ποτέ δεν υπήρχε, παρά μονάχα δυο γδαρμένα πλάσματα, πληγωμένα κι αποκαμωμένα από τις αντιπαραθέσεις και τα τσουχτερά λόγια, κι ο Αντώνης Καμπάνης, όταν είχε τις μαύρες του, σήκωνε το χέρι πάνω της με την ίδια ορμή και μανία όπως την πρώτη φορά, και η Ραλλού, συνηθισμένη με τον χρόνο στα ιδιόρρυθμα συζυγικά της καθήκοντα, τον στόλιζε πατόκορφα με λογής λογής επαίσχυντα επίθετα, κι έτσι πορεύονταν μαζί στο σπίτι τις μικρές και μεγάλες ανάστατες ώρες, και οι μήνες περνούσαν αργά και βασανιστικά, όσο για την καθημερινότητα της δουλειάς, ο Τάκης ο Σαλονικιός είχε χάσει την ικμάδα του κι όλο ξεχνούσε πράγματα, ραντεβού και ημερομηνίες, ο Αντώνης Καμπάνης έπηζε στις παραγγελίες, τους αριθμούς και τα λογιστικά, και η Ραλλού, από πείσμα και μόνο, ήταν όλο και λιγότερο πρόθυμη να συνεισφέρει, να δώσει οποιαδήποτε βοήθεια, να φέρει εις πέρας και την παραμικρή, την πιο τιποτένια, πιο μηδαμινή αποστολή.

Κι ενόσω ο πρόεδρος Ρούζβελτ διένυε την πρώτη του θητεία στον Λευκό Οίκο διακηρύσσοντας με σθένος το Νιου Ντιλ, υποσχόμενος καλά αμειβόμενες δουλειές και ίσες ευκαιρίες για όλους, η Ραλλού ανακάλυπτε σιγά σιγά τις ευεργετικές και θεραπευτικές ιδιότητες του ποτού, και συγκεκριμένα του ούζου, που όταν το έπινες με άδειο στομάχι μούδιαζε γρήγορα το κεφάλι και εύφραινε την καρδιά, και όσο ο Φράνκλιν Ρούζβελτ πάσχιζε με νύχια και με δόντια να κρύψει από τις εφημερίδες την αναπηρία του από την πολιομυελίτιδα που του είχε στοιχίσει τα δυο γερά του πόδια και παραλίγο την πολιτική του καριέρα, τόσο η Ραλλού έπιανε να πίνει στα φανερά, ποτήρι το ποτήρι, βράδυ το βράδυ, κι έπειτα και τα μεσημέρια, κι ο Αντώνης Καμπάνης, που τον είχε απορροφήσει ολότελα η δουλειά και οι προοπτικές ανάπτυξης στη γειτονική και μεγαλύτερη Φιλαδέλφεια, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που ’χε πιάσει πάγο ο δρόμος και η υγρασία είχε μουλιάσει τους τοίχους, έπεσε να κοιμηθεί στο κρεβάτι του μια ώρα αρχύτερα, αναλογιζόμενος τον ισολογισμό του χρόνου, και κάνοντας συνάμα τον σταυρό του, κι όπως μετρούσε τα μηδενικά που βάραιναν και γέμιζαν την τσέπη του, είδε τη φτενή φιγούρα της Ραλλούς να διασχίζει τρεκλίζοντας τον δρόμο, μ’ ένα φθαρμένο ζακετάκι στους ώμους και μια χάρτινη σακούλα του μανάβη παραμάσχαλα, και την αγάπησε ξανά κεραυνοβόλα, με μια τρυφεράδα που του θύμισε πόσο είχε υποφέρει κι εκείνος στη δική του ζωή όλα αυτά τα χρόνια, και σκέφτηκε πως έπρεπε να τη συντρέξει τώρα στην ανηφόρα και στα δύσκολα, κι έσπευσε να της ανοίξει την πόρτα, και την πήρε με βιάση στην αγκαλιά του κι όλο το βράδυ τη χαϊδολογούσε και της έταζε πράσινα άλογα και ροζ φουρφούρια, της έλεγε πως τα πράγματα όφειλαν ν’ αλλάξουν από την επομένη κιόλας, ήταν θέμα χρόνου και πιο συγκεκριμένα θέμα τριών μηνών, επτά ημερών, και κάτι ωρών για να γίνει το μεγάλο μπαμ και να σημάνει η αλλαγή πλεύσης.


Η Κάλλια Παπαδάκη γεννήθηκε το 1978 στο Διδυμότειχο. Σπούδασε οικονομικά στις ΗΠΑ και κινηματογράφο στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Σταυράκου. Συγγράφει διηγήματα και ποιήματά που δημοσιεύονται τακτικά. Η συλλογή διηγημάτων «Ο ήχος του ακάλυπτου», το πρώτο της βιβλίο, διακρίθηκε το 2010 με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Το 2011 συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας Βερολίνου (ilb). Το μυθιστόρημά της «Δενδρίτες» εκδόθηκε το 2015 και τιμήθηκε το 2017 με το βραβείο European Union Prize for Literature. Στα γερμανικά μεταφράστηκε από την Michaela Prinzinger.
Επαγγελματικά η Παπαδάκη συγγράφει σενάρια για ταινίες μεγάλου μήκους. Το πρώτο της σενάριο ήταν για την ταινία της Πέννυς Παναγιωτοπούλου «September».
::: Η Κάλλια Παπαδάκη στην biblionet εδώ

Απόσπασμα: Κάλλια Παπαδάκη. Η βιβλιοκριτική του Thomas Plaul πρωτοδημοσιεύτηκε στα γερμανικά στην Griechenland Zeitung· εδώ με ευγενική παραχώρηση του εκδότη Jan Hübel σε μετάφραση Α. Τσίγκα. Φωτογραφίες: εκδόσεις Πόλις. Wilson Bentley Snow Crystals βλ. Wikipedia Commons εδώ. Σύνταξη: Α. Τσίγκας.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε