Άσυλο στη Λειψία: οι πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου

Τεκμηρίωση του Κώστα Κηπουρού και της Susanne Grütz

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Ο εμφύλιος πόλεμος έληξε το 1949 με την ήττα των ανταρτών. Πολλοί από αυτούς έφυγαν στο εξωτερικό, ενώ εκτός χώρας φυγαδεύτηκαν και πολυάριθμα παιδιά – μεταξύ άλλων και στη Σοβιετική ζώνη κατοχής, τη μετέπειτα Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ-DDR).

Ακόμα και μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής από την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1944, η χώρα δεν ησύχασε, καθώς τον Μάρτιο του 1946 ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος. Προέκυψε από τη σύγκρουση μεταξύ των αντάρτικων δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και του κυβερνητικού εθνικού στρατού, έληξε δε τον Αύγουστο του 1949 με την ήττα των ανταρτών. Δεκάδες χιλιάδες αριστεροί εγκατέλειψαν την Ελλάδα ή διώχθηκαν, συλλήφθηκαν, κλείστηκαν σε στρατόπεδα αναμόρφωσης ή και εκτελέστηκαν. Όσοι μπόρεσαν να φύγουν βρήκαν ως επί το πλείστον νέα πατρίδα στις σοσιαλιστικές χώρες. Περίπου 1.300 πρόσφυγες, στην πλειονότητά τους παιδιά και νέοι, έφτασαν στην τότε Σοβιετική ζώνη κατοχής, την μετέπειτα ΛΔΓ.

Στο βιβλίο τους, ο Κώστας Κηπουρός και η Susanne Grütz ρίχνουν φως σε αυτό το ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο ελληνογερμανικής ιστορίας, τη ζωή των Ελλήνων προσφύγων στη ΛΔΓ και συγκεκριμένα στη Λειψία. Η διγλωσσία (γερμανικά-ελληνικά) του βιβλίου τονίζει τον διαπολιτισμικό του χαρακτήρα και το καθιστά προσιτό σε ένα ευρύ κοινό.
Για τη μετανάστευση και το πολιτικό της υπόβαθρο πολλά έχουν γραφτεί και συζητηθεί με παντός είδους επιχειρηματολογία. Το βιβλίο αυτό αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα στη ζωή των μεταναστών εκείνης της εποχής ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά. Αν και ασχολείται με ιστορικά γεγονότα, προσφέρει σημεία αναφοράς στις επίκαιρες συζητήσεις σχετικά με μετανάστευση, ένταξη και πολιτιστική ταυτότητα, καθώς τον λόγο τον έχουν οι ίδιοι οι πρόσφυγες. Συχνά έφυγαν ολομόναχοι, χωρίς την οικογένειά τους, καταλήγοντας – μέσω Αλβανίας, Βουλγαρίας και Ουγγαρίας – στη Σοβιετική ζώνη κατοχής. Πρώτος σταθμός εκεί ήταν συχνά το Μπαντ Σάνταου της Σαξονίας και τελευταίος η Λειψία. Είκοσι επτά άτομα μιλούν για τη φυγή τους, τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα, τις πρώτες μέρες στον νέο τόπο και τη μετέπειτα ζωή τους εκεί.

Κατά τη διάρκεια κατασκευής του Κεντρικού Σταδίου στη Λειψία: χορός Ελλήνων νέων σε κάποιο διάλειμμα (φωτογραφία ιδιωτικού αρχείου)

Αυτά τα λεγόμενα παιδιά του Μάρκου (Βαφειάδη) αφηγούνται τις πολύ προσωπικές τους ιστορίες, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματά τους, αναβιώνοντας το παρελθόν. Έλαβαν σχολική παιδεία και επαγγελματική κατάρτιση στη ΛΔΓ, πολλά έγιναν επιστήμονες, μηχανικοί, γιατροί και δάσκαλοι. Οι διηγήσεις μοιάζουν μεταξύ τους, μια και οι Έλληνες μετανάστες έζησαν υπό τις ίδιες συνθήκες. Οι λεπτομέρειες ωστόσο διαφέρουν από άτομο σε άτομο, αρχίζοντας από τις πρώτες εμπειρίες μετά την αναχώρησή τους από την Ελλάδα, τις δυνατότητας παιδείας και κατάρτισης που τους προσέφερε η ΛΔΓ και φτάνοντας στο ερώτημα που καθένας αργά ή γρήγορα έθεσε στον εαυτό του: Θα υπάρξει άραγε παλιννόστηση;


Η Ευφροσύνη Χατζή σήμερα

Απόσπασμα από το βιβλίο, σελίδα 47 κ.ε.
Η οικογένειά μας σκορπίστηκε στους τέσσερις ανέμους 
Διηγείται η Ευφροσύνη Χατζή, μηχανικός-οικονομολόγος, γεννημένη στις 25 Ιουλίου 1937 στο Αερομίνι

Δεν θυμάμαι λεπτομερώς τις τελευταίες μέρες μου στην Ελλάδα, άλλωστε ήμουν ακόμα ένα παιδί έντεκα ετών, που έβοσκε κατσίκες. Θυμάμαι, όμως, ότι ένα βράδυ του Ιουλίου ή του Αυγούστου του 1948 φύγαμε από το χωριό μας, γιατί οι μάχες μεταξύ των ανταρτών και του βασιλικού στρατού πλησίαζαν όλο και περισσότερο και γίνονταν όλο και πιο έντονες. Ήταν μια φυγή μέσα από λόφους και κοιλάδες. Με συνόδευαν ο πατέρας μου και μια αδελφή μου. Η μητέρα μου έμεινε στο χωριό, γιατί έπρεπε ακόμα να φροντίζει τη χήρα αδελφή μου και τα δύο μικρά παιδιά της. Ο σύζυγός της είχε σκοτωθεί από στρατιώτες της Βέρμαχτ. Στη φυγή μας προς την Αλβανία, δεχτήκαμε αρκετές φορές πυρά από αεροπλάνα. Δεν υπήρχε χρόνος για μακροσκελείς συζητήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το γιατί έπρεπε να φύγουμε από το χωριό. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να θυμηθώ τέτοιες συζητήσεις. Ήταν ξεκάθαρο για εμάς ότι έπρεπε να φύγουμε το συντομότερο δυνατό. Ο πατέρας μου είχε μόλις ξυλοκοπηθεί τόσο βάναυσα από κυβερνητικούς στρατιώτες, που δεν μπορούσε να κουνηθεί σχεδόν καθόλου για μια ολόκληρη εβδομάδα. Αν έπεφτε ξανά στα χέρια τους, θα τον είχαν συλλάβει αμέσως. Τη στιγμή της απόδρασής μας δεν μας απασχολούσε το θέμα της επιστροφής. Πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στο χωριό μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Μόνο όταν είχαμε ήδη φτάσει στην περιοχή γύρω από τη Σαμαρίνα, αντιλήφθηκα ότι δε θα υπήρχε γρήγορη επιστροφή.

Φυσικά λυπήθηκα, αλλά κατά κάποιο τρόπο αποδέχτηκα την κατάσταση ως αναπόφευκτη. Η αδερφή μου ήταν εκείνη που συνειδητοποίησε πιο έγκαιρα τι σήμαινε η απόδρασή μας. Σ’ ένα από τα στρατόπεδα προσφύγων στην Αλβανία, αρρώστησα για πάνω από ένα μήνα. Δεν είναι περίεργο, άλλωστε ήμασταν υποσιτισμένοι, γεμάτοι ψείρες και είχαμε μόνο τα ρούχα που φορούσαμε. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να μου δώσει τίποτα άλλο παρά μόνο μια κουβέρτα. Μόνο οι γυναίκες που είχαν επιφορτιστεί με τη φροντίδα μας είχαν καταφέρει να πάρουν τα πράγματά τους μαζί. Τουλάχιστον πίναμε ένα φλιτζάνι γάλα την ημέρα.

Μια μέρα, χωρίς συνεννόηση μάς πήγαν στα Τίρανα και μετά στη Βουδαπέστη. Εκεί είδα τον πατέρα μου για τελευταία φορά. Μ’ αγκάλιασε και μου έδωσε ένα καρπούζι. Αργότερα έμαθα ότι τον έστειλαν στη Ρουμανία, όπου το 1954 πέθανε στο Βουκουρέστι. Μια από τις αδελφές μου στάλθηκε στην Πολωνία, η μεγαλύτερη στη Σοβιετική Ένωση, στην Τασκένδη. Η μητέρα μου έμεινε στην Ελλάδα, όπως και η μεγαλύτερη αδελφή μου και ο αδελφός μου, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση για πολεμική δράση με τους αντάρτες. Η οικογένειά μας, πέντε παιδιά και οι γονείς μας, σκορπίστηκε στους τέσσερις ανέμους. Αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τη μητέρα μου. Καθώς ήταν αναλφάβητη, δεν υπήρχε τρόπος να μάθει για εμάς ή να κατορθώσει οτιδήποτε μέσω οποιουδήποτε επίσημου τρόπου για να επανενωθεί η οικογένεια.

Στη Βουδαπέστη, το 1949, έμαθα ότι θα μεταφερόμουν στην τότε Σοβιετική Ζώνη Κατοχής, δηλαδή στη Γερμανία. Ναι, φυσικά και φοβήθηκα. Εξάλλου, θα πήγαινα σε μια χώρα που είχε εισβάλει στην πατρίδα μου. Ωστόσο, αυτό το συναίσθημα υποχωρούσε όλο και περισσότερο με τις θετικές εμπειρίες που είχα καθημερινά στη μελλοντική μου νέα πατρίδα. Το διαμετακομιστικό κέντρο στο οποίο μείναμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, περίπου για ένα χρόνο, ήταν το κάστρο Ντέλκαου κοντά στο Μέρσεμπουργκ. Εκεί υπήρχαν περίπου 300 με 350 Ελληνόπουλα. Εγώ ήμουν ένα από τα μικρότερα. Το 1950 ήρθα στην Λειψία. Τότε είχα πια ξεπεράσει τον φόβο μου για τη Γερμανία.

Νεαρές Ελληνίδες παίζουν μουσική στο ανάκτορο Ντέλκαου (φωτογραφία ιδιωτικού αρχείου)

Καθώς δεν ήθελα να ενταχθώ στους αρχάριους «πιονιέρους», δήλωσα δυο χρόνια μεγαλύτερη, με σκοπό να μπω πιο γρήγορα στην επαγγελματική σχολή. Συνήθισα στις νέες συνθήκες σχετικά γρήγορα, πιθανώς επειδή ως παιδί είσαι πιο ικανός ν’ αντιμετωπίσεις τις αλλαγές. Φυσικά υπήρχε στενοχώρια, αλλά οι καλές συνθήκες διαβίωσης μάς έκαναν να ξεχνάμε πολλές αντιξοότητες, όπως ότι με δυσκολία χορταίναμε. Επιπλέον, νιώθαμε μέρος μιας οικογένειας, οπότε η θλίψη δεν μετριαζόταν. Επιπρόσθετα, η εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας απέκτησε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μας. Είχαμε έναν Έλληνα δάσκαλο ο οποίος έγραφε τις γερμανικές λέξεις, που έπρεπε να μάθουμε να προφέρουμε, με ελληνικά γράμματα στον πίνακα. Αλλά στην πραγματικότητα έπρεπε να μάθω παράλληλα και ελληνικά, γιατί είχα παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη στο σχολείο του χωριού και είχα ξεχάσει πολλά πράγματα. Όταν ήμουν ακόμα στην Αλβανία, ήθελα να γράψω ένα γράμμα στην αδελφή μου και διαπίστωσα, ότι μπορούσα να ζωγραφίσω με δυσκολία μόνο μεμονωμένα γράμματα.

Αυτό που με κράτησε ήταν η ακλόνητη πεποίθηση ότι μια μέρα θα μπορούσα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Γι’ αυτό δεν αμφιβάλλαμε καθόλου. Ωστόσο, δεν σκεφτόμασταν μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Η επιστροφή ήταν τόσο αυτονόητη για μένα που δεν τη σκεφτόμασταν κάθε μέρα. Άλλωστε, οι μέρες μας ήταν γεμάτες με πράγματα που μας κρατούσαν απασχολημένους πέρα από το σχολείο, κι αυτά σχετίζονταν κυρίως με τον πολιτισμό. Νομίζω ότι η πολιτιστική ζωή των Ελλήνων μεταναστών στη Λειψία ήταν πιο έντονη από εκείνη στη Δρέσδη και στο Καρλ-Μαρξ-Στατ. Σε κάθε περίπτωση, σ’ αυτό το πλαίσιο γνώρισα τον μελλοντικό σύντροφο της ζωής μου και πλέον αποθανόντα σύζυγό μου Γιώργο. Μου είχε τραβήξει την προσοχή γιατί ήταν ο μόνος ανάμεσά μας που μπορούσε να παίξει πολλά μουσικά όργανα. Συνόδευε τη χορωδία μας με το ακορντεόν του. Είχε μάθει μόνος του να παίζει. Το 1958 γίναμε ζευγάρι.

Στο μεταξύ είχα αποφοιτήσει ως μηχανικός από την επαγγελματική σχολή της Βιομηχανίας Ραδιοφωνικών και Τηλεπικοινωνιακών Συσκευών RTF. Από εκεί μου είχε ανατεθεί να σπουδάσω στη Λειψία βαριά μηχανολογία και ηλεκτρολογία. Αυτή η περίοδος δεν ήταν εύκολη, αλλά ό,τι έγινε, έγινε.

Τώρα είμαι συνταξιούχος και σκέφτομαι πολύ την Ελλάδα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να σημαίνει πολλά πράγματα για μένα. Πρώτα απ’ όλα, φυσικά, την οικογένεια. Τα παιδιά των αδελφών μου επέστρεψαν στην πατρίδα από την Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση. Ειδικά μετά τον θάνατο των αδελφών μου έχω στενή σχέση μαζί τους. Όταν ταξιδεύαμε στην Ελλάδα, μέναμε πάντα με τις ανιψιές και τα ανίψια μου. Ωστόσο, έχει περάσει ο καιρός που θα μπορούσα να μείνω για πάντα στην Ελλάδα. Οι συνθήκες ζωής και οι συνήθειες εκεί είναι πολύ διαφορετικές από τις συνήθειές μας εδώ. Εξάλλου, μου αρέσει η Λειψία περισσότερο από τη Δρέσδη ή άλλες πόλεις. Το Βερολίνο είναι τουναντίον για μένα πολύ θορυβώδες, γι’ αυτό δεν μπορώ να συνδεθώ με αυτή την πόλη.

Το ίδιο νιώθω και για την ενωμένη Γερμανία μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Δεν καλωσόρισα αυτή την εξέλιξη. Όχι μόνο λόγω της ανατροφής μας, αλλά και λόγω των συγκεκριμένων εμπειριών που είχα. Έχασα τη δουλειά μου και αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το σπίτι μου λόγω γήρατος. Αυτό ήταν πικρό και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσα να ξεπεράσω τη θλίψη. Δεν υπήρχαν συγκρίσιμα προβλήματα στη ΛΔΓ. Γνωρίζω από προσωπικές συζητήσεις ότι όλα τα Ελληνόπουλα που ήρθαν στη ΛΔΓ ευγνωμονούν ακόμα και σήμερα αυτή τη χώρα για την εκπαίδευση, τις επαγγελματικές ευκαιρίες και γενικά για τη ζωή που ζήσαμε. Γι’ αυτό, όταν συναντιόμαστε στον κύκλο των πρώην πολιτικών προσφύγων, είμαστε χαρούμενοι ακόμα και σήμερα. Τι θα γινόταν με εμάς, αν είχαμε μείνει στην Ελλάδα; Ο Γιώργος, ο σύζυγός μου για παράδειγμα, θα βοσκούσε πρόβατα και δεν θα είχε γίνει χημικός.

Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι εύκολο να συνοψίσω τη ζωή μου. Ιδιαιτέρως όταν ως πρώην πρόσφυγας διαπιστώνω ότι σήμερα υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, όπως π.χ. οι Ουκρανοί. Λυπάμαι πολύ για όσα συμβαίνουν εκεί, αυτό με συγκινεί. Εκ των υστέρων, μπορώ να πω ότι το χειρότερο για μένα είναι το γεγονός ότι στον ελληνικό Εμφύλιο πολέμησαν μεταξύ τους μέλη της ίδιας οικογένειας. Ακόμα αναρωτιέμαι αν όντως έπρεπε να γίνει έτσι. Αυτό μου προκαλεί μεγάλη λύπη.


Το βιβλίο
Kostas Kipuros, Susanne Grütz: Ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά, Η ιστορία των προσφύγων του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) στη Λειψία/Σαξονία (εξ ολοκλήρου δίγλωσσα γερμανικά και ελληνικά).
Εκδόσεις Verlag der Griechenland Zeitung, Αθήνα 2024, 311 σελίδες, 53 απεικ., ISBN: 978-3-99021-054-3, ευρώ 24,80.
Εκδόσεις Griechenland Zeitung (στα DE) εδώ

Με εισαγωγή του Κ. Κηπουρού, σύντομη ιστορική αναδρομή και λεπτομερή ανάλυση από επιστημονική ομάδα ιστορικών του Ιονίου Πανεπιστημίου Κέρκυρας υπό την εποπτεία του καθηγητή Κ. Αγγελάκου (με 120 υποσημειώσεις και παραπομπές).

 

 

 

Κώστας Κηπουρός
Δημοσιογράφος και μουσικός, γιος Ελλήνων προσφύγων. Μεγάλωσε στη ΛΔΓ τη δεκαετία του 1960 και αποτελεί σύνδεσμο μεταξύ ελληνικής και γερμανικής κουλτούρας. Η οικογενειακή του ιστορία αντανακλά πολλές από τις εμπειρίες που περιγράφονται στο βιβλίο.

 

Susanne Grütz
Μουσικός και εικαστικός που στο παρελθόν έχει οργανώσει εκθέσεις με θέμα τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Ο σχεδιασμός του βιβλίου οφείλεται στη δημιουργικότητά της.

Με την προσωπική τους σκοπιά οι δύο συγγραφείς συνέβαλλαν στην αρτιότητα του βιβλίου. Ο συνδυασμός καλλιτεχνικού και επιστημονικού ενδιαφέροντος προσδίδει στο βιβλίο βάθος και αυθεντικότητα. Από κοινού φωτίζουν τόσο την ιστορική διάσταση όσο και τις ανθρώπινες μοίρες που κρύβονται πίσω από την ιστορία της μετανάστευσης αυτής στη Λειψία και τη Σαξονία.

Οι μεταφραστές
Από τα γερμανικά στα ελληνικά και αντίστροφα:
Panos Terz (Πάνος Τερζόπουλος) εδώ. Θεόδωρος (Τέο) Βότσος εδώ και στο diablog.eu εδώ

Το ντοκιμαντέρ
Susanne Grütz και Κ. Κηπουρός «Zwischen Heimat und Fremde» (Ανάμεσα σε πατρίδα και ξενιτιά. 47:44 στα DE, με γερμανική μεταγραφή και ελληνικούς υπότιτλους) εδώ. Η τεκμηρίωση του εμφυλίου πολέμου στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών (στα DE) εδώ.
Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει το ιστορικό υπόβαθρο του εμφυλίου πολέμου και περιλαμβάνει πολυάριθμες συνεντεύξεις αυτόπτων μαρτύρων και απογόνων τους.

::: Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξω-
   τερικών με κονδύλια του Γερμανοελληνικού Ταμείου Μέλλοντος :::

άλλοι σύνδεσμοι
Κώστας Κηπουρός (στα EN) εδώ
Susanne Grütz (με επιλογή μουσικών τίτλων, στα DE) εδώ
Παράδειγμα μουσικού βίντεο των δύο μουσικών εδώ
Μάρκος Βαφειάδης εδώ
Ο εμφύλιος πόλεμος λογοτεχνικά στο diablog.eu εδώ, εδώ και εδώ

Απόσπασμα: Κώστας Κηπουρός και Susanne Grütz. Με φιλική παραχώρηση του εκδοτικού οίκου. Παρουσίαση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Απεικονίσεις: εκδόσεις Verlag der Griechenland Zeitung, S. Grütz. Πορτρέτο Κώστα Κηπουρού: Andre Kempner. Πορτρέτο Susanne Grütz: Norbert Wagenbrett, λεπτομέρεια από την ελαιογραφία «Kabarettisten» (Αρτίστες του καμπαρέ).

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε