Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Όπως και στις θεατρικές της δουλειές, έτσι και στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων Δέκα τρόποι να εκτεθείς (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2024), η σκηνοθέτις Έλενα Καρακούλη καταφέρνει να διεισδύσει στις σκέψεις και τον συναισθηματικό κόσμο των ηρωίδων της. Με γλώσσα που βρίσκει το στόχο, με ευαίσθητη, ρεαλιστική ματιά και αμείλικτη ειλικρίνεια αφηγείται ιστορίες γυναικών που αναζητούν, σκοντάφτουν και ξαναγεννιούνται. Οι ιστορίες της περιστρέφονται γύρω από εκείνες τις κρυφές στιγμές της ζωής που αιωρούνται μεταξύ καθημερινότητας και εσωτερικής αλήθειας – συχνά γεμάτες εκπλήξεις, ενίοτε γλυκόπικρες.
Η Καρακούλη δεν εξωραΐζει· λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά με τρυφερότητα. Το διήγημα Η γραμματέας, που μετέφρασαν στα γερμανικά η Κάρολιν Μάντερ και η Έλενα Παλλαντζά, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αφηγηματικής της τέχνης: Μια γυναίκα, ένας διττός ρόλος συζύγου και γραμματέως, μια ερώτηση που δεν πρέπει να τεθεί – κι όμως τίθεται. Σε ένα δείπνο συναδέλφων, ανάμεσα σε επαγγελματικούς υπολογισμούς, συγκαλυμμένη εξουσία και εσωτερικευμένη πατριαρχία, σπάει το καλοστημένο παιχνίδι των συμμαχιών και αμφισβητεί την παγιωμένη τάξη. Ακολουθεί μια σύντομη παύση, μια μίνι-ανάκριση και, τέλος, μια απόφαση. Η ιστορία συμπυκνώνει την κεντρική θεματική του βιβλίου: η οριακή στιγμή της πτώσης, η στιγμή της αλήθειας – συγκλονιστική, απελευθερωτική, αναπόφευκτη.
Το διήγημα
Η γραμματέας
O άντρας μου είναι γιατρός, στην πραγματικότητα όμως είναι καλλιτέχνης. Για την ακρίβεια γράφει θεατρικά έργα –τα οποία μάλιστα εκδίδει μόνος του καταβάλλοντας κάποιο συμβολικό ποσό σ’ ένα μικρό τυπογραφείο– και τα Χριστούγεννα συνηθίζει να τα κάνει δώρα σε φίλους και συναδέλφους που εκτιμούν τη λογοτεχνία. Ο ίδιος πάντως, όταν τον ρωτούν σχετικά, αρνείται τον τίτλο του καλλιτέχνη. Λέει μόνο: «Το κέφι μας κάνουμε, δεν είμαστε εμείς άνθρωποι των τεχνών αλλά της επιβίωσης». Δεν ξέρω αν το κάνει αυτό από σεμνότητα ή επειδή δεν θέλει να τον περάσουν για υπερφίαλο και χάσει έτσι την αξιοπιστία του, πάντως τελευταία δηλώνει «ερασιτέχνης καλλιτέχνης», τονίζοντας σε κάθε ευκαιρία την ετυμολογία της λέξης ερασιτέχνης: Όχι, δεν είναι επαγγελματίας, δηλώνει με σεμνότητα, είναι κάτι παραπάνω από αυτό, είναι κάποιος που αγαπά τόσο την τέχνη ώστε δεν αντέχει να την ασκεί. Η τέχνη είναι η ερωμένη του και αυτός δεν είναι παρά ένας «εραστής της τέχνης», όπως λέει, χωρίς να μπορεί να κρύψει την περηφάνια του.

Στην πραγματικότητα, ο άντρας μου είναι χειρουργός και διευθυντής στο Τμήμα κολονοσκόπησης μεγάλης κλινικής. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες ούτε βέβαια ακούγεται πολύ ποιητική η λέξη «κολονοσκόπηση», αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Οι ασθενείς περιμένουν συνήθως στην αίθουσα «ενδοσκόπησης», που νομίζω ότι θα συμφωνήσετε πως ακούγεται κάπως πιο εύηχη. Εκεί γδύνονται, φορούν τη γαλάζια χάρτινη ρόμπα τους και τα νάιλον υποδήματα, και περιμένουν τη νάρκωση.
Η όλη εξέταση κρατάει ελάχιστα, είναι η προετοιμασία που είναι δυσάρεστη –για να μην πω αηδιαστική–, όλες αυτές οι φιάλες με το παχύρρευστο γλυκό υγρό που πρέπει να πίνουν σε τακτά διαστήματα στη διάρκεια της προηγούμενης μέρας οι ασθενείς. Ευτυχώς η γραμματεία τούς δίνει σαφείς οδηγίες: «Της εξέτασης προηγείται ο καθαρισμός του εντέρου με καθαρτικά. Είναι πολύ σημαντικός ο καθαρισμός προκειμένου η εξέταση να είναι αξιόπιστη». Πράγμα που σημαίνει ότι το προηγούμενο βράδυ οι ασθενείς αναγκάζονται να φάνε συγκεκριμένες τροφές και να αδειάσει το έντερό τους. Δεν θα πω περισσότερα, καταλαβαίνετε. Αναγκαίο κακό. Όπως κι αν έχει, μετά την «ενδοσκόπηση» οι ασθενείς συνέρχονται από τη νάρκωση και έχουν το κεφάλι τους ήσυχο για πέντε χρόνια αν είναι γυναίκες και για δύο χρόνια αν είναι άντρες.
Η αλήθεια είναι πως ο άντρας μου έχει ιδιαίτερη επιτυχία στις γυναίκες ασθενείς, τους εμπνέει ένα είδος βαθιάς εμπιστοσύνης· είναι ο τόνος της φωνής του, ένας μοναδικός συνδυασμός, τα ποιητικά του λόγια μαζί με κάτι αμυδρά αυταρχικό στον τρόπο που τους απευθύνεται, κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Έτσι τις κερδίζει. Είναι μέρος της γοητείας του, αναμφίβολα. Πριν παντρευτούμε είχε πολλές κατακτήσεις – οι περισσότεροι γιατροί έχουν, είναι κοινό μυστικό αυτό, είναι το κύρος, η ιατρική ποδιά, δεν ξέρω, αλλά προσελκύουν τις γυναίκες. Δεν τους λείπουν οι ευκαιρίες για γνωριμίες, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Μπροστά σ’ ένα γιατρό δεν έχεις άλλη επιλογή από το να είσαι απόλυτα ειλικρινής και… προπάντων ευάλωτη, ανάλογα με το πρόβλημα που σε φέρνει ως εκεί. Στο γιατρό εναποθέτεις τις ελπίδες σου, εξομολογείσαι τους φόβους σου, περιγράφεις με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες αυτό που νιώθεις, γιατί ο γιατρός και μόνο αυτός είναι σε θέση να αξιολογήσει τα συμπτώματα προκειμένου να κάνει ασφαλή διάγνωση. Κατ’ αρχάς σου δημιουργεί αυτή την υπνωτιστική σχεδόν διάθεση να ξαπλώσεις στο κρεβάτι, να αφεθείς και να παραχωρήσεις τον έλεγχο σε κάποιον άλλο, κάποιον που ξέρει καλύτερα από τον καθένα και από σένα την ίδια τι χρειάζεται το σώμα σου για να διατηρήσει τη σφριγηλότητά του και η ψυχή σου για να είναι ήρεμη. Αυτό από μόνο του είναι ερεθιστικό.
Κάποιοι γιατροί είναι πολύ καλοί σε αυτό, ορισμένοι το εκμεταλλεύονται κιόλας. Ας πούμε ο Θάνος ο γυναικολόγος, ευτυχώς δεν τον συναναστρεφόμαστε πια. Χρόνια παντρεμένος, και μάλιστα με τρία παιδιά, τα έφτιαχνε συστηματικά με τις νεότερες ασθενείς του. Απαράδεκτος. Μάλλον φταίει η κατάθλιψη της μέσης ηλικίας, λέει ο άντρας μου, ο οποίος σαφώς αποδοκιμάζει τέτοιες πρακτικές. Ο ίδιος δεν μου έχει δώσει ποτέ το παραμικρό δικαίωμα να τον ζηλέψω, ούτε, βέβαια, έχω λόγο να αμφισβητώ την πίστη του, αν και είμαι σίγουρη ότι δεν λείπουν οι πειρασμοί από την επαγγελματική του ζωή, μπαινοβγαίνει σε σπίτια και έχουν δει πολλά τα μάτια του. Ξέρει απέξω και ανακατωτά τις γυναίκες, κάποιες του ρίχνονταν μάλιστα όταν ήταν νεότερος, πριν πάρει την ειδικότητα. Μια από αυτές δεν δίστασε να τον υποδεχτεί ολόγυμνη στο σαλόνι της, χωρίς ο ίδιος να προλάβει καν να της ζητήσει να γδυθεί, κι όλα αυτά με το σύζυγό της στη διπλανή κάμαρα. Ο άντρας μου όμως παρέμενε βράχος. Ήξερε να κρατά τη θέση του, να τιμά το λειτούργημά του, να είναι προσεκτικός στις κινήσεις του και φειδωλός στα λόγια ώστε να μην παρερμηνεύονται οι προθέσεις του.
Εκτός δουλειάς, όταν ο γιατρός συναντά άλλους γιατρούς, γίνεται πολύ ομιλητικός. Ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, κλείνονται στο σαλόνι και γελάνε δυνατά με διάφορα «περιστατικά»· υπάρχει μια μυστική αλληλεγγύη ανάμεσά τους. Όλα αυτά τα «περιστατικά» τα διηγούνται μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού, γιατί δεν είναι βέβαια μυστικό ότι οι περισσότεροι γιατροί καπνίζουν πάντα, το να μην καπνίζουν είναι εξαίρεση, θα μπορούσαν να καπνίζουν και όταν συνταγογραφούν ή όταν εξετάζουν, αν αυτό επιτρεπόταν. Μια φορά τόλμησα να ρωτήσω γιατί καπνίζουν όλοι οι γιατροί και κείνος γέλασε, μου είπε μπροστά σε όλους πως το κάπνισμα «αποτελεί πράξη αντίστασης απέναντι στο μυστήριο του θανάτου». Οι συνάδελφοί του τον κοίταξαν με απορία, θεώρησαν όμως ότι είναι κι αυτό ένα ακόμα απόφθεγμα από κάποιο βιβλίο του και δεν το σχολίασαν περαιτέρω, ούτε εγώ επέμεινα.
Αυτό που ίσως σας διαφεύγει είναι ότι οι περισσότεροι γιατροί είναι φιλότεχνοι. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν αρκετό χρόνο γιατί δουλεύουν, είναι σίγουρο ωστόσο ότι, αν δεν δούλευαν τόσο πολύ, θα ήταν σε θέση να απολαύσουν μια έκθεση ζωγραφικής, μια όπερα ή ένα καλό βιβλίο. Η ποίηση επίσης τους αρέσει πολύ, όπως και η κλασική μουσική, οι αρχαίοι συγγραφείς. Ένας γιατρός δεν είχε άλλη επιλογή από το να είναι αριστούχος μαθητής και ως τέτοιος δεν γινόταν παρά να διαθέτει κλασική παιδεία. Ο άντρας μου, ας πούμε, έχει μια αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη –που του κληροδότησε ο, επίσης γιατρός, πατέρας του– με εκδόσεις αρχαίων κλασικών, ξενόγλωσση λογοτεχνία και, βέβαια, πολλά επιστημονικά βιβλία. Είναι, φυσικά, συνδρομητής σε ιατρικά περιοδικά, γιατί ένας γιατρός οφείλει να είναι ενημερωμένος. Παρ’ όλα αυτά, τα βιβλία για την κολονοσκόπηση δεν είναι στην «πρώτη γραμμή» αλλά στα πιο ψηλά ράφια· ογκώδη, με χρυσά γράμματα, μοιάζουν με διακοσμητικά ανάμεσα στους δυο αμφορείς, αντί για βιβλιοστάτες, γιατί, όπως είπαμε, ο άντρας μου είναι κατά βάθος καλλιτέχνης. Οι γνώσεις του ξεπερνούν κατά πολύ την επιστήμη του, όπως γίνεται φανερό στο τελευταίο του θεατρικό έργο, που έχει τον τίτλο: Το μήλο της Εύας. Αν το διαβάσετε, θα διαπιστώσετε ότι αποδεικνύεται άψογος ανατόμος της γυναικείας φύσης.
Σαν άλλος Τσέχωφ, στα κείμενά του περιγράφει πραγματικούς ανθρώπους, το έργο του δεν είναι από αυτά τα παράξενα, τα ελιτίστικα και τα μεταμοντέρνα, που, αν είσαι υπομονετικός και τα διαβάσεις ως το τέλος, δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Τα έργα του άντρα μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, έχουν ανθρώπους με σάρκα και οστά, σαν αυτούς που συναντά στην κλινική του. Ο άντρας μου είναι ερευνητής της ανθρώπινης φύσης, δεν είναι τυχαίο που οι ασθενείς του τον λατρεύουν, έρχονται από όλες τις πόλεις για να τον επισκεφθούν, κι αυτό σίγουρα οφείλεται στο χαρακτήρα του. Κανείς δεν του παραβγαίνει στη διάγνωση, έχει ταλέντο να εντοπίζει το πρόβλημα, είναι τρυφερός και λιγομίλητος. Επίσης διαθέτει κάτι σπάνιο για γιατρό: έχει χιούμορ, βαθιά δηλαδή κατανόηση της ανθρώπινης ατέλειας.
Στην αίθουσα ενδοσκόπησης έχει τοποθετήσει σε κομβικά σημεία διάφορα αποφθέγματα, που κάνουν τη διαφορά. Προτιμά τους αρχαίους κλασικούς και έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στους στωικούς και στον Μάρκο Αυρήλιο· φανταστείτε ότι στην αίθουσα της ενδοσκόπησης δεν έχει τίποτα κουτσομπολίστικα περιοδικά, όπως αυτά που στοιβάζονται στα τραπεζάκια υποδοχής άλλων ιατρείων, αλλά τα Εις Εαυτόν. Άλλο επίπεδο. Όσο για τα ρητά, είναι διαλεγμένα ένα προς ένα και σ’ αυτό έχω συνεισφέρει κι εγώ: «Κάλλιο το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν», Ιπποκράτης· ή «Άριστον υγιαίνειν, δεύτερον δε κάλλος, τρίτον δε πλούτος» και «Υγεία τίμιον αλλ’ ευμετάστατον», όπως και το «Αποφάσισα να είμαι ευτυχισμένος γιατί κάνει καλό στην υγεία» – αυτό το τελευταίο είναι του Βολταίρου.

Αν κάτι με κουράζει όσο περνούν τα χρόνια στο πλευρό του άντρα μου είναι τα γεύματα των γιατρών στα οποία είμαστε καλεσμένοι και κάποιες φορές οφείλουμε βέβαια να ανταποδώσουμε. Όλα πρέπει να είναι στην εντέλεια. Το τραπέζι, τα ορεκτικά, τα ποτά, τα αναψυκτικά για τα παιδιά των γιατρών, τα οποία θα πρέπει να απασχοληθούν με δημιουργικό τρόπο σε κάποιο χώρο του σπιτιού ώστε να μην είναι στα πόδια των μεγάλων. Εκείνο που βέβαια δεν μπορώ να ελέγξω είναι η θεματολογία στις συζητήσεις των γιατρών στο τραπέζι του φαγητού, ενώ τα παιδιά κρύβονται κάτω από το τραπέζι:
Μια γυναίκα έπεσε σε κώμα. Συμβαίνουν κι αυτά. Υποβλήθηκε σε χειρουργείο, όλα πήγαν καλά, αλλά η γυναίκα δεν δείχνει να επανέρχεται.
Ο άλλος γιατρός είναι σφάχτης. Κάνει χειρουργεία χωρίς δεύτερη σκέψη, πολύ επιθετικός.
Οι χειρότεροι βέβαια είναι οι οδοντίατροι, σχεδόν γιατρούς τους αποκαλούν. Και σε αυτούς το δίχως άλλο συμβαίνουν κακοτοπιές, στον Κώστα για παράδειγμα, που ενώ έκανε μια εξαγωγή ρουτίνας του έτυχε μια τόσο δύσκολη ασθενής, που τον ταλαιπωρούσε για έναν ολόκληρο μήνα, λέγοντας ότι πονούσε αδικαιολόγητα μετά την εξαγωγή παρά τα αντιφλεγμονώδη και τα παυσίπονα. Η ίδια η εξαγωγή τον δυσκόλεψε πολύ, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από έναν μη συνεργάσιμο ασθενή, πιο πολύ όμως τον εκνεύρισε η αδικαιολόγητη επίθεση που δέχτηκε. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν της πήρε χρήματα γιατί ήταν κόρη συναδέλφου. Πας να κάνεις ένα καλό και βρίσκεσαι ξαφνικά υπόλογος. Κάτι τέτοιοι είναι οι χειρότεροι. Ου μπλέξεις, πραγματικά.
Και η ιστορία του παθολόγου για τη γυναίκα που έπεσε να κοιμηθεί, αλλά δεν ξύπνησε ποτέ. Πονούσε, λέει, ο ώμος της εκείνο το μεσημέρι και θεωρώντας ότι ήταν μυϊκό το πρόβλημα, πήρε ένα παυσίπονο κι έπεσε να κοιμηθεί. Είχε στρες και αγνοούσε τις ενδείξεις. Μπορεί να φταίει κάποιες φορές και η κακή διατροφή, αλλά το στρες είναι σίγουρα το χειρότερο.
Κι άλλες ιστορίες για επεμβάσεις που στράβωσαν, για κακότροπους ασθενείς, που χωρίς να έχουν αίσθηση του ρόλου τους ζητούν και τα ρέστα. Καθόλου συνεργάσιμοι, έχουν το ύφος του ξερόλα.
Κι έπειτα είναι οι γυναίκες των συναδέλφων του άντρα μου. Έχω συνηθίσει τις συναναστροφές μαζί τους, μάλιστα με κάποιες έχουμε και αυτό που θα λέγαμε φιλικές σχέσεις, έχουμε πει και δυο κουβέντες παραπάνω, έχουμε πάει μαζί διακοπές ή έχουμε συνοδεύσει τους άντρες μας σε ιατρικά συνέδρια. Αν μη τι άλλο έχουμε κάποια κοινά. Ο άντρας μου κι εγώ δεν έχουμε παιδιά κι έτσι οι συναναστροφές μας είναι περιορισμένες και πάντοτε συνδέονται με κοινωνικές υποχρεώσεις. Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζω ένα σχετικά μεγάλο αριθμό ατόμων με τα οποία έρχομαι κοντά. Εντάξει, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε πάντα σε όλα, αλλά γνωρίζουμε τουλάχιστον τη θέση μας, μεταξύ μας υπάρχει ένα είδος αλληλεγγύης.
Τις περισσότερες φορές τα δείπνα των γιατρών εξελίσσονται με τον αναμενόμενο τρόπο: Όσο εκείνοι συζητούν στο τραπέζι, αφού έχει σερβιριστεί το φαγητό, και χαλαρώνουν πίνοντας ένα πρώτης τάξεως κόκκινο κρασί, τα παιδιά μαζεύονται σε μια κρεβατοκάμαρα και βλέπουν κάποια σειρά στην τηλεόραση ή παίζουν σκοτεινό δωμάτιο, ενώ εμείς οι γυναίκες αποσυρόμαστε στην κουζίνα για να πούμε τα δικά μας: τα φροντιστήρια των παιδιών, ένα καταπληκτικό ασιατικό εστιατόριο που άνοιξε πρόσφατα, η οργάνωση ενός φιλανθρωπικού μπαζάρ.
Αυτό θα το οργανώσει η Βεατρίκη, η γυναίκα του ΩΡΙΛΑ ή αλλιώς η γυναίκα τσαγιέρα· τη λέω έτσι επειδή βρίσκεται σε μόνιμη υπερένταση και πριν ολοκληρώσει την πρότασή της έχει ήδη πει την επόμενη, τα μισά στα αγγλικά. Δεν προλαβαίνει τίποτα: τις δραστηριότητες των παιδιών, τα επαγγελματικά ταξίδια του συζύγου… Είναι και η ανακαίνιση του σπιτιού, που τους έχει υποχρεώσει να ζουν εδώ και πέντε μήνες ανάμεσα σε κούτες μετακόμισης· νομίζει όμως ότι σε δυο μήνες θα μπορεί να κανονίσει οτιδήποτε – προς το παρόν είναι overbooked.
Η Αναστασία, η γυναίκα του αναισθησιολόγου, είναι και κείνη σε μόνιμο πανικό, αλλά ξεκίνησε μια αγωγή με αντικαταθλιπτικά, γι’ αυτό το ’χει ρίξει στους χυμούς. Η Μάρθα, η γυναίκα του ορθοπεδικού, που ντρέπεται για τις γάμπες της και φροντίζει πάντοτε να τις καλύπτει, φοράει μονίμως παντελόνια και σε περιστάσεις όπως η αποψινή επιτρέπει στον εαυτό της κάποια εξαίρεση, επιλέγοντας ένα φαρδύ εμπριμέ φόρεμα, που αγόρασε στο νησί το καλοκαίρι.
Στο δείπνο που οργανώσαμε απόψε στο σπίτι μας, ο άντρας μου φαίνεται ότι έχει μεγάλο οίστρο. Κλείνουν, βλέπετε, είκοσι χρόνια από την ίδρυση του Τμήματος κολονοσκόπησης του οποίου είναι επικεφαλής. Από τις προηγούμενες μέρες αισθανόμουν πως κάτι ετοίμαζε, αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα αποφάσιζε να εκτεθεί τόσο πολύ. Και πράγματι, ενώ όλα πήγαιναν ρολόι, τα ορεκτικά, τα κυρίως πιάτα, το κόκκινο κρασί, η απαλή συνοδευτική μουσική και οι φιλοφρονήσεις, ο άντρας μου αποφασίζει να γίνει τολμηρός. Κάνει πρόποση, αλλά δεν εύχεται στη μακροημέρευση της κλινικής, όπως θα ήταν λογικό. «Είστε έτοιμοι να ακούσετε μια ιστορία;» τους ανακοινώνει, προεξοφλώντας πως ναι, εννοείται πως θέλουν να ακούσουν την ιστορία του.
Χλωμιάζω καθώς τον βλέπω να σηκώνεται και να βγάζει, σαν έτοιμος από καιρό, από την τσάντα του μερικές σελίδες του τελευταίου του έργου, Από τα σπλάχνα του. Πρόκειται για τον μονόλογο ενός –τι άλλο;– γιατρού, που δεν αντέχει πια να ασκεί το λειτούργημά του. Βρίσκεται στην κλινική όπου εργάζεται ανελλιπώς και μια ωραία μέρα αποφασίζει να πετάξει από πάνω του τη λευκή μπλούζα και να βγει στο προαύλιο.
Οι συνάδελφοί στο τραπέζι φαίνεται να το απολαμβάνουν ή έστω να το βρίσκουν χαριτωμένο, ή να αναρωτιούνται εν πάση περιπτώσει πού το πάει. Στο πρόσωπο του αναισθησιολόγου διακρίνω ωστόσο ένα γελάκι χλευαστικό. Ανεπίτρεπτο, σκέφτομαι· θέλω να παρέμβω και να σταματήσω τον άντρα μου, να μην εκτίθεται, αλλά η θέση μου είναι δίπλα του και όχι απέναντί του.
Εκείνος συνεχίζει ακάθεκτος την απαγγελία:
Βγαίνει λοιπόν στο προαύλιο και ανάβει τσιγάρο. Ρουφάει με απληστία τον καπνό και συνειδητοποιεί πόσα χρόνια ήθελε να το κάνει αυτό, να ρουφάει δηλαδή τον καπνό του στο προαύλιο, στον ήλιο, σ’ ένα παγκάκι, να πετάει τη στάχτη κάτω στα χαλίκια, αντί να συνταγογραφεί και να κάνει διαγνώσεις στο ιατρείο του, στον τρίτο όροφο της κλινικής. Η προϊσταμένη κατεβαίνει και…
εκεί αρχίζει το διαλογικό κομμάτι, το οποίο είναι το δυνατό του σημείο, γιατί, όπως είπαμε, ο άντρας μου γράφει θεατρικά έργα:
… η προϊσταμένη λοιπόν έρχεται να τον φωνάξει πάνω στο γραφείο, δεν πιστεύει στα μάτια της όταν τον βλέπει να καπνίζει εν ώρα υπηρεσίας.
«Τι κάνεις εκεί; Πώς μπορείς να είσαι τόσο…»
Εκείνος τότε την αρπάζει και της δίνει ένα παθιασμένο φιλί, που καιρό τώρα ήθελε να της δώσει.
«… τόσο ασυγκράτητος», συμπληρώνει εκείνη.
Και μετά…
Ακούγονται γελάκια στο τραπέζι. Η αλήθεια είναι πως ο άντρας μου αυτή τη φορά ξέφυγε λίγο. Ντρέπομαι ν’ ακούσω τη συνέχεια και πηγαίνω στην κουζίνα για να φέρω το γλυκό.

Σκέφτομαι πώς γνώρισα τον άντρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ήταν ακόμα ασκούμενος κι εγώ είχα πάει για μια απλή συνταγογράφηση. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι με πρόσεξε από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο ιατρείο του, αλλά δεν το έδειξε. Απλώς, αφού με εξέτασε ως όφειλε –κατά τη διάρκεια της εξέτασης ήταν εντελώς τυπικός, σχεδόν δεν με κοίταζε–, στη συνταγή που μου έγραψε συμπλήρωσε κάτι με τα ορνιθοσκαλίσματα, που ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να αποκρυπτογραφήσω. Σημείωσε λοιπόν και το τηλέφωνό του. Ένα μήνα μου πήρε, αλλά του τηλεφώνησα. Ήμουν φοιτήτρια τότε, σπούδαζα γλωσσολογία, ένιωθα κάπως άβγαλτη, μια κοπέλα από την επαρχία, εκείνος ήταν γιατρός κι εγώ μπορούσα από τότε να εκτιμήσω το κύρος ενός γιατρού.
Ένιωθα η εκλεκτή όταν συναντηθήκαμε τελικά σε κάποιο απόμερο ζαχαροπλαστείο και θυμάμαι ότι στο πρώτο μας εκείνο ραντεβού δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω τι να παραγγείλω. Ζήτησα τον κατάλογο με τα γλυκά, αλλά αυτό με μπλόκαρε ακόμα περισσότερο, ξαφνικά όλα μου φαίνονταν λέξεις άγνωστες, σαν να μην ήξερα τι θα πει σοκολατόπιτα, τιραμισού και τάρτα μήλου. Ένιωθα σαν μικρό κοριτσάκι που ξεμύτισε από το χωριό του και που όλα ήταν άγνωστα και απειλητικά, ακόμα και η τάρτα μήλου έμοιαζε με τεράστια απειλή.
Εκείνος ανέλαβε δράση και είπε στο σερβιτόρο: «Επί δύο». Έτσι, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, βάλθηκα να πίνω καφέ σκέτο και να τρώω λεμονόπιτα. Εγώ, που το λεμόνι μου φαινόταν πάντοτε πολύ ξινό και το απέφευγα, σε κείνο το πρώτο ραντεβού δεν τόλμησα να το πω, αλλά έφαγα ολόκληρη τη λεμονόπιτά μου και ήπια τον καφέ – δεν θυμάμαι τη γεύση του, ούτε αν μου άρεσε. Θυμάμαι όμως ότι είπα ψέματα πως μου άρεσε πολύ και στα χρόνια που ακολούθησαν έμαθα να μου αρέσει, και καμάρωνα κιόλας. Μάλιστα αυτό έγινε το αγαπημένο μας ζαχαροπλαστείο, το μέρος όπου βγήκαμε το πρώτο μας ραντεβού και που κάθε χρόνο πηγαίναμε για να γιορτάσουμε τις επετείους μας, κάνοντας πάντοτε την ίδια και απαράλλαχτη παραγγελία, για να τιμήσουμε την παράδοση.
Του άρεσε πολύ που σπούδαζα γλωσσολογία. Το έβρισκε ερεθιστικό. Τα πρώτα χρόνια, πριν από το σεξ μου διάβαζε τα γραπτά του. Τον άκουγα συνεπαρμένη. Με συγκινούσε βαθιά που αυτός ο άντρας με τις σκοτούρες και τα επιδέξια χέρια άφηνε τα βράδια το στηθοσκόπιο και έγραφε το απόσταγμα των εμπειριών του. Με ενθουσίαζε το ότι είχε διαλέξει εμένα για να φανερώσει την πραγματική του ταυτότητα, όχι αυτή που γνώριζαν οι ασθενείς του αλλά την άλλη, την πραγματική, αυτήν που καταπίεζε. Μου άρεσε που ήταν διχασμένος και που στην αγκαλιά μου γινόταν ολόκληρος. Κι εγώ ένιωθα πως μπορούσα να κάνω κάτι επιτέλους με τις σπουδές μου, να βρω έναν προορισμό στη ζωή μου. Η αποστολή μου θα ήταν να βοηθήσω έναν ποιητή.
Τα πράγματα μεταξύ μας εξελίχτηκαν με τον πιο φυσικό τρόπο. Σύντομα έπαψα να είμαι η ασθενής και έγινα το κορίτσι του γιατρού και έπειτα η γυναίκα του. Αργότερα, κάποιοι καλοθελητές φρόντισαν να μάθω ότι υπήρξαν κι άλλα κορίτσια του γιατρού, πριν από μένα εννοώ, όσο ήταν νέος και ελεύθερος, είχε μάλιστα αρραβωνιαστεί και κάνα δυο από αυτές, αλλά ως εκεί. Δεν το προχώρησε, ήταν ο γιατρός και ήταν φυσικό να έχει κάποιες κατακτήσεις. Με μένα όμως ήταν αλλιώς τα πράγματα και αυτό φάνηκε από εκείνο το πρώτο ραντεβού στο ζαχαροπλαστείο. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να ολοκληρώσω τις σπουδές γλωσσολογίας, το αντίθετο μάλιστα, ήταν πολύ θετικός, κι εγώ μετά ξεκίνησα να παραδίδω και κάποια ιδιαίτερα μαθήματα, ωστόσο στην πραγματικότητα δεν χρειάστηκε να εργαστώ ποτέ, ειδικά αφότου έμεινα έγκυος.
Εκείνο το παιδί δεν επρόκειτο τελικά να γεννηθεί, αλλά κι εγώ –αν θέλω να είμαι ειλικρινής– είχα ήδη αρχίσει να απομακρύνομαι από την προοπτική να δουλέψω. Ήταν δύσκολη η περίοδος μετά την αποβολή του μωρού. Επρόκειτο για μια παλίνδρομη κύηση, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά, απ’ ό,τι μου είπαν. Είναι παράξενο που κανείς δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα, σίγουρα όχι οι γυναίκες που ήξερα και ας ξεφύτρωναν μετά από τη δική μου κι άλλες παλίνδρομες κυήσεις ή αλλιώς «ατυχίες», που και οι ίδιες οι γυναίκες, που στο μεταξύ κρατούσαν τα παιδιά τους στην αγκαλιά, τις είχαν ξεχάσει.
Ο γυναικολόγος μου, παλιός συμφοιτητής του άντρα μου και διευθυντής μεγάλου μαιευτηρίου, δεν φάνηκε να προβληματίζεται. «Ατυχία», είπε αφού με εξέτασε και συμπλήρωσε ότι αν αυτό συνέβαινε τουλάχιστον τρεις φορές, θα έπρεπε να κάνω μια σειρά από εξετάσεις, να δούμε αν υπάρχει κάποιο κληρονομικό ή γονιδιακό πρόβλημα, αν και το θεωρούσε απίθανο. «Συμβαίνουν αυτά», μου είπε για να με καθησυχάσει, αν ήθελα, θα μπορούσα ακόμα και να σκεφτώ το ενδεχόμενο να κάνω μια εξωσωματική, «δεν είναι τίποτα, όλες κάνουν», τόνισε. «Δεν είσαι πια πιτσιρίκα», μου έκλεισε το μάτι, «θα χρειαστείς βοήθεια». Η επιστήμη ευτυχώς έχει προχωρήσει, θα μπορούσα λοιπόν να δεχτώ τη βοήθειά του.
Μου φαινόταν παράξενο να μιλάω για εξωσωματική, ενώ μόλις είχα χάσει ένα μωρό, τη μέρα μάλιστα που είχα πάει για ν’ ακούσω την καρδιά του, πράγμα που φυσικά δεν συνέβη, αλλά ο παλιός συμφοιτητής του άντρα μου θεώρησε σκόπιμο να μου δώσει μια προοπτική και να μη με αφήσει να φύγω απογοητευμένη. Δυο μέρες μετά με δέχτηκε «σφήνα»· ένα μικρό έκτακτο χειρουργείο, θα κάναμε απόξεση, ένα τσαφ, είπε, δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Όλη η διαδικασία θα έπαιρνε το πολύ μισή ώρα. Και όντως δεν πόνεσε πολύ ή, σε κάθε περίπτωση, δεν πόνεσε τόσο όσο η αναμονή στην αίθουσα τοκετών, όταν έπρεπε να περιμένω τη σειρά μου μαζί με όλες τις γυναίκες που είχαν μόλις γεννήσει ή περίμεναν να γεννήσουν. Με στενοχώρησε κάπως αυτό, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε όλες αυτές τις γυναίκες εκείνη τη μέρα που θα έβγαζα από μέσα μου το κύτταρο που θα μπορούσε να εξελιχθεί ως το παιδί μου. Με στενοχώρησε, αλλά δεν επιτρεπόταν να πω κάτι, επειδή μας έκαναν χάρη και βέβαια δεν μας πήραν χρήματα, παρά μόνο «ένα χαρτζιλίκι» για τον αναισθησιολόγο. Ένιωσα μάλιστα άσχημα όταν με πήραν τα κλάματα και με κατάλαβε ένας παρατηρητικός νοσηλευτής, που περνούσε από μπροστά μου και με ρώτησε αν είμαι καλά.
Λίγες μέρες μετά, όταν είχα πια αναρρώσει και προσπαθούσα να επιστρέψω στην κανονική ζωή, έλαβα τη γνωμάτευση που με πληροφορούσε ότι δεν υπήρχε κανένα γονιδιακό πρόβλημα, πως όλα ήταν φυσιολογικά και πως το φύλο του εμβρύου ήταν θηλυκό. «Μπορούμε να ξαναπροσπαθήσουμε σε δύο μήνες», είπε ο άντρας μου.
Είχαν περάσει ήδη τρεις βδομάδες όταν έπνιξα ένα λυγμό για την κόρη που δεν θα κρατούσα ποτέ στην αγκαλιά μου και αποφάσισα ότι δεν αντέχω να το περάσω ξανά όλο αυτό. Δεν είπα, φυσικά, όχι στη λογική πρόταση του άντρα μου, αλλά μέσα μου είχα πάρει την απόφαση. Έπρεπε να τονωθεί η ψυχολογία μου κι έτσι ξεκίνησα να δουλεύω ως εθελόντρια στο Δήμο, και αποφάσισα ότι το πιο σημαντικό αποδώ και πέρα θα είναι η υγεία μας, η κοινή μας ζωή, να είμαι στο πλευρό του άντρα μου και να τον βοηθάω με όλες μου τις δυνάμεις.
Εξυπακούεται ότι χάρη στις σπουδές μου στη γλωσσολογία βοήθησα τον άντρα μου διορθώνοντας ολόκληρα μερόνυχτα τα χειρόγραφά του, μια επίπονη δουλειά, που ωστόσο τη θεωρούσα υποχρέωσή μου. Στην αρχή ήταν η διδακτορική του διατριβή και κάποιες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά. Πάντοτε τον επιβράβευα και ένιωθα περήφανη γι’ αυτόν, που έπνιξε την πραγματική του κλίση για χάρη της επιστήμης. Έγινα η ιδανική ακροάτρια των έργων του, η πρώτη του αναγνώστρια και επιμελήτρια. Με κολάκευε η εμπιστοσύνη που μου έδειχνε, τον θαύμαζα γι’ αυτόν του το διχασμό, μου φαινόταν γοητευτικός ο γιατρός που πάσχιζε να μείνει πιστός στο λειτούργημά του χωρίς να ακούσει τις σειρήνες της τέχνης του. Και δεν ήταν βέβαια από έλλειψη ταλέντου, σε καμία περίπτωση, αλλά από ευσυνειδησία. Έτσι είναι οι άνθρωποι του καθήκοντος, σκεφτόμουν, πρέπει να κάνουν θυσίες. Και γιατρός και συγγραφέας μόνο ο Τσέχωφ τα κατάφερε. Ένας καταξιωμένος γιατρός στη σημερινή εποχή δεν έχει και πολλές εναλλακτικές πέρα από το να είναι γιατρός. Η τέχνη μπορεί να περιμένει.
Εκτός από επιμελήτρια των έργων του, για ένα διάστημα υπήρξα και γραμματέας του.
«Ο γιατρός δεν είναι εδώ». «Ο γιατρός είναι απασχολημένος, καλέστε αργότερα». «Ο γιατρός αναπαύεται».
Τους ξέρω τους κανόνες. Δεν έχει ωράριο, αλλά ο ύπνος του είναι ιερός, κουράζεται πολύ κι όταν κοιμάται κανείς δεν έχει το δικαίωμα να διαταράξει τον ύπνο του. Οι πόρτες είναι κλειστές, κι όταν έχουμε επισκέψεις και κείνος κοιμάται δεν επιτρέπεται να υψώνουμε τη φωνή μας. Όταν δέχεται κάποια ιατρική επίσκεψη στο σπίτι, τότε η συρταρωτή πόρτα κλείνει πίσω του κι εγώ ή όποιος τυχαίνει να βρίσκεται εκείνη την ώρα εκεί γινόμαστε αόρατοι. Ο γιατρός είτε μελετά για να είναι ενημερωμένος για τα νέα επιστημονικά δεδομένα είτε είναι πολύ απασχολημένος.
Οι ασθενείς μπορούν να τηλεφωνούν κάθε ώρα της ημέρας, ακόμα και την ώρα του φαγητού, για να ρωτήσουν σχετικά με την αγωγή που παίρνουν ή για κάτι επείγον, και τότε ο γιατρός σηκώνει το τηλέφωνο, χαμηλώνει τον τόνο της φωνής του και τους καθοδηγεί.

Αν κάτι τον βγάζει εκτός εαυτού είναι η έλλειψη υπακοής εκ μέρους κάποιων –λίγων είναι η αλήθεια– ατίθασων ασθενών. Όταν πας στο γιατρό πρέπει να δείχνεις εμπιστοσύνη, δεν θα του πεις εσύ πώς θα κάνει τη δουλειά του. Αυτό λέγεται αγνωμοσύνη.
Τόση ώρα δεν λέω ο άντρας μου, «ο γιατρός» ακούγεται καλύτερο, πιο ακριβές. Ακόμα και αν η γραμματέας, δηλαδή εγώ, δεν είναι άλλη από τη σύζυγο. Ακόμα και αν η γραμματέας παύει κάποια στιγμή να επιτελεί το ρόλο της και επιστρέφει στην κουζίνα της για να ετοιμάσει το δείπνο.
Πίσω στο δείπνο λοιπόν, στο σαλόνι όπου ο άντρας μου διαβάζει το τελευταίο του πόνημα, αυτό που εγώ ακόμα δεν έχω διορθώσει, το Από τα σπλάχνα του. Υποψιάζομαι πως ο Θεοδόσης, ο γυναικολόγος, τον ακούει με συναδελφική αλληλεγγύη, ενώ ο Γιάννης, ο ψυχίατρος, βαριέται αφόρητα.
Ακούω τον άντρα μου να περιγράφει γλαφυρά τη μελαγχολία του γιατρού καθώς αντικρίζει την ανθρώπινη μηδαμινότητα και μέσα στα δαχτυλίδια του καπνού να προσπαθεί να συλλάβει τη ματαιότητα της ύπαρξης, ενώ η προϊσταμένη τον πλησιάζει σαν άγγελος εξ ουρανού, και δεν αντέχω άλλο.
Είμαι στην κουζίνα, όπου έχω έρθει για να σερβίρω το γλυκό. Η λεμονόπιτα στα χέρια μου είναι βαριά. Την αρπάζω όμως και επιστρέφω στο σαλόνι, στέκομαι απέναντί τους, στη μέση ακριβώς, διακόπτω την απαγγελία και ακούω τον εαυτό μου να λέει:
«Δεν τη λένε ενδοσκόπηση, κολονοσκόπηση τη λένε. Ποια κάθαρση; Καθαρτικά είναι. ΚΩΛΟΣ, αυτό είναι. Ούτε σπλάχνα ούτε ύπαρξη. Ένας κώλος, τίποτα περισσότερο από αυτό. ΚΩΛΟΣ».
Τους αφήνω τη λεμονόπιτα στο τραπέζι, κάνω στροφή και επιστρέφω στην κουζίνα μου. Γυρίζουν και με κοιτάζουν. Ο άντρας μου έχει σταματήσει την απαγγελία, έχει παγώσει. Ο ψυχίατρος της παρέας πρόλαβε να με κοιτάξει με ενδιαφέρον, πρώτη φορά μετά από τα δέκα χρόνια που με ξέρει, ενώ τα παιδιά στριγκλίζουν από ενθουσιασμό και παρατάνε το παιχνίδι τους στη μέση.
Η βραδιά κυλάει κανονικά από εκείνη τη στιγμή και μετά. Τελειώνει μόνο λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως. Μόλις έφυγε και ο τελευταίος καλεσμένος μας, ο άντρας μου κι εγώ μαζεύουμε το τραπέζι και βάζουμε τα πιάτα στο πλυντήριο. Πλένουμε σιωπηλοί τα κολονάτα ποτήρια, δώρο γάμου, που το κρατάμε για τις επίσημες περιστάσεις, τα πλένουμε στο χέρι για να μη σπάσουν. Εκεί, μπροστά στο νεροχύτη, ο άντρας μου, αν και είναι μουτρωμένος, δεν θέλει να το δείξει, κρατάει με δυσκολία, αλλά κρατάει, την αυτοκυριαρχία του.
«Θέλεις να μου πεις τι σ’ έπιασε;»
Κάνω πως δεν καταλαβαίνω.
«Μην παριστάνεις τη χαζή, τι ήταν όλα αυτά για τους κώλους την ώρα του φαγητού;»
«Πώς τελείωσε η ιστορία;» επιμένω εγώ να μην καταλαβαίνω.
«Γιατί δεν έκατσες ν’ ακούσεις; Θα βρήκες μάλλον μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην κουζίνα με όλες αυτές τις κλώσες».
«Καλά, πώς σου ήρθε να τους διαβάσεις το Από τα σπλάχνα του; Δεν ήξερα καν ότι το είχες τελειώσει».
«Το τελείωσα, ναι, χτες, συγγνώμη που δεν πήρα την άδειά σου».
«Απλά ξαφνιάζομαι επειδή δεν μου έδωσες να το δακτυλογραφήσω».
«Δεν χρειάστηκε».
«Λοιπόν; Τους άρεσε;»
Σιωπή.
«Τα Σπλάχνα, λέω, τους άρεσαν;»
Μεγαλύτερη σιωπή, σχεδόν εκκωφαντική.
«Τι να μου πουν. Απλοί γιατροί είναι, δεν καταλαβαίνουν από τέχνη».
«Στο έργο σου υπήρχαν σκηνές σεξ;»
Γελάει.
«Αυτό είναι το πρόβλημά σου; Μήπως ζηλεύεις λίγο; Έχεις ακουστά, φαντάζομαι, αυτό που λέμε “ποιητική αδεία”. Το κάνατε στη Σχολή σας, σωστά; Τέχνη είναι, το κέφι μας κάνουμε. Δεν είναι αυτό το θέμα μας».
«Και ποιο είναι το θέμα μας τότε;»
«Το θέμα μας, αφού θες να τ’ ακούσεις, είναι τι διάολο σ’ έπιασε μπροστά στον κόσμο. Και σταμάτα να παριστάνεις τη χαζή».
«Τίποτα ιδιαίτερο, μια διαπίστωση έκανα. Αυτές οι λέξεις πάντα μου δημιουργούσαν μια απορία…»
«Κι έπρεπε να με εκθέσεις έτσι μπροστά στους συναδέλφους μου; Τώρα το θυμήθηκες πως σ’ ενδιαφέρουν οι λέξεις; Βέβαια, κάλλιο αργά παρά ποτέ», συμπληρώνει.
Δεν απαντώ.
«Ξέρεις, ώρες-ώρες δεν σε καταλαβαίνω», συνεχίζει. «Κάθεσαι εκεί και μιλάς με όλες αυτές τις κλώσες και ξαφνικά κάτι σε πιάνει και πετάς κι εσύ μια ατάκα, μόνο και μόνο για να κλέψεις την παράσταση».
«Οι κλώσες είναι οι γυναίκες των συναδέλφων σου. Και για ποια παράσταση μιλάς;»
«Είναι οι φίλες σου θέλεις να πεις και σταμάτα να κάνεις τη χαζή. Πόσες φορές να το πω πια».
«Είναι οι γυναίκες των συναδέλφων σου».
«Βρες φίλες τότε. Κάνε κάτι. Επιτέλους. Σταμάτα να περιφέρεσαι στο σαλόνι και να πετάς κακίες. Βγες έξω να δεις πώς είναι η ζωή, βγάλε κανένα φράγκο και μετά τα ξαναλέμε».
«Είμαι η γραμματέας σου, αυτό κάνω».
«Γι’ αυτό δεν είμαι καθόλου σίγουρος πλέον. Εννοώ δεν ξέρω αν έχω ανάγκη από μια γραμματέα».
«Θες να πεις ότι δεν είμαι πια η γραμματέας σου;»
«Δεν είσαι η γραμματέας μου, η γυναίκα μου είσαι και ώρες-ώρες το ξεχνάς. Είσαι και γλωσσολόγος, υποτίθεται. Τι σχέση έχει το κόλον του εντέρου με τον… ούτε να το επαναλάβω δεν θέλω. Επίσης, είσαι υστερική, ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη. Συμφωνεί και ο Γιάννης. Μια από τις επόμενες μέρες θέλω να πας να τον δεις, το συζητήσαμε ήδη».
«Θέλεις να μου πεις τότε γιατί με παντρεύτηκες;»
«Γιατί φτιάχνεις ωραίες λεμονόπιτες. Άντε, πάμε για ύπνο τώρα, γιατί έχω πρωινό ξύπνημα».
Ο άντρας μου πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Βγάζει τα ρούχα του, φοράει τις γαλάζιες πιτζάμες και τις ριγέ παντόφλες του, βάζει το συναγερμό και έπειτα το ξυπνητήρι, πλένει τα δόντια του, παίρνει ένα ποτήρι νερό, το αφήνει στο κομοδίνο του και ξαπλώνει στο κρεβάτι. Με αυτή τη σειρά, όπως πάντα. Εγώ μένω στο νεροχύτη. Τα καθαρά κολονάτα ποτήρια του γάμου μας αστράφτουν πάνω στον πάγκο, αραδιασμένα στο δίσκο τους. Σαν να αγοράστηκαν χτες μοιάζουν, σκέφτομαι. Το πρωί θα επιστρέψουν στο κουτί τους και θα μπουν στην αποθήκη για να μην πιάνουν χώρο και να μπορούν να επιστρέψουν καθαρά για το επόμενο δείπνο.
Τρώω το τελευταίο κομμάτι λεμονόπιτας που έχει απομείνει. Είναι ξινό, παρά τη ζάχαρη και τη ζαχαρόπαστα, τώρα καταλαβαίνω πόσο ξινό είναι. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό το γλυκό, που έγινε η σπεσιαλιτέ μου με τα χρόνια και που έμαθα να μου αρέσει. Τη σιχαίνομαι τη λεμονόπιτα, τα λεμόνια της, την κρέμα της, όλα, σκέφτομαι την ώρα που καταπίνω την τελευταία κουταλιά, ενώ ξέρω πως δεν πρόκειται να ξαναφτιάξω ποτέ αυτό το γλυκό.
Έξω φυσάει, τα δέντρα λυγίζουν. Απενεργοποιώ το συναγερμό, ανοίγω το παράθυρο και αφήνω να με τυλίξει το δροσερό αεράκι της νύχτας.

Το βιβλίο
Έλενα Καρακούλη, Δέκα τρόποι να εκτεθείς (διηγήματα)
Καστανιώτης, Αθήνα 2024, 14 €
ISBN 9789600372809
Η συγγραφέας
Η Έλενα Καρακούλη γεννήθηκε στην Αθήνα και εργάζεται ως σκηνοθέτις. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και θεατρολογία στην Αθήνα και δραματουργία στη Γερμανία, όπου συνεργάστηκε με το Deutsches Theater (Βερολίνο), το Schauspielhaus Bochum και το Thalia Theater (Αμβούργο). Από το 2008-2013 εργάστηκε ως δραματολόγος στο Εθνικό Θέατρο (Αθήνα), ενώ από το 1998 διδάσκει λογοτεχνία και φιλοσοφία στη Γερμανική Σχολή Αθηνών.
Έχει σκηνοθετήσει έργα των Ρ. Σίμελπφενιχ, Α. Σάιντελ, Χ. Μαγιόργκα, Γ. Ογκάουα, Ι. Μπέργκμαν και Σ. Σέπαρντ σε σημαντικές θεατρικές σκηνές, καθώς και στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.
Η συλλογή διηγημάτων «Δέκα τρόποι να εκτεθείς» είναι το πρώτο της βιβλίο.
Η Έλενα Καρακούλη στο diablog.eu εδώ
Οι μεταφράστριες
Το μέλος της συντακτικής μας ομάδας Έλενα Παλλαντζά είναι κλασική φιλόλογος και συγγραφέας και εργάζεται ως μεταφράστρια από τα ελληνικά στα γερμανικά και αντίστροφα. Το 2013 ίδρυσε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης τη μεταφραστική ομάδα LEXIS.
Από κοινού έλαβαν το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης για τη μεταφορά στα γερμανικά της νουβέλας «Η δύσκολη τέχνη» του Δημήτρη Ελευθεράκη (εκδόσεις Reinecke & Voß Verlag 2017).
Η Έλενα Παλλαντζά στο diablog.eu εδώ

Η σκηνοθέτις και επιμελήτρια Carolin Mader εργάζεται στο Βερολίνο και ως μεταφράστρια. Σε συνεργασία με την Έλενα Παλλαντζά έχει μεταφράσει κείμενα από τα ελληνικά για διάφορους συγγραφείς, κινηματογραφικές παραγωγές, φεστιβάλ και πολιτιστικά ιδρύματα.
Η Carolin Mader στο diablog.eu εδώ
Διήγημα: Έλενα Καρακούλη, με ευγενική παραχώρηση του εκδοτικού οίκου. Μετάφραση: Carolin Mader & Έλενα Παλλαντζά. Βιβλιοπαρουσίαση: Έλενα Παλλαντζά. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: εκδόσεις Καστανιώτη και ιδιωτικές συλλογές.
Όλες οι εικονογραφήσεις: Έλενα Παλλαντζά.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: