Στους Πομάκους της Θράκης

Οδοιπορικό του Lothar A. Hoppen

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Η Θράκη δεν ανήκει στους χαρακτηριστικούς τουριστικούς προορισμούς. Όσο πιο ανατολικά της Μακεδονίας ταξιδεύουμε, τόσο πιο άγνωστα είναι τα μέρη.

Ξεκίνησα τον γύρο της Θράκης από την Ξάνθη. Είναι μια γραφική πόλη, που την είχα ακουστά για τις ξέφρενες καλοκαιρινές της γιορτές. Αν και δεν βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, συναντάμε εδώ πολλά μουσουλμανικά στοιχεία. Αυτό οφείλεται και στη μικρή απόσταση από τα Πομακοχώρια, τα οποία ήθελα να επισκεφτώ.

Οι Πομάκοι είναι μια μουσουλμανική μειονότητα, τα χωριά τους είναι διάσπαρτα στα νότια Ροδόπη και κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Είναι μια εθνοτική ομάδα με διαφιλονικούμενη προέλευση. Ζουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία και την Τουρκία. Χωροταξικά οι Έλληνες Πομάκοι περιορίζονται στη Θράκη. Η ύπαρξή τους στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα του Μικρασιατικού Πολέμου: στην ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 η μουσουλμανική αυτή μειονότητα εξαιρέθηκε. Τους επιτράπηκε να μείνουν. Ένας ανάλογος αριθμός Ελλήνων Χριστιανών παρέμεινε στην Τουρκία, ως πληθυσμιακή βάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που είχε και εξακολουθεί να έχει την έδρα του στη Κωνσταντινούπολη.

Σε απόσταση 30 λεπτών οδικώς βόρεια της Ξάνθης βρίσκεται το χωριό Σμίνθη. Είναι ένα από τα πλέον ευημερούντα χωριά, η μικρή απόσταση από την Ξάνθη είναι αισθητή. Πέρα από τη Σμίνθη το τοπίο γίνεται πιο ορεινό, οι στροφές πιο κλειστές και τα χωριά σαφώς μικρότερα. Οι Πομάκοι ζουν σε αρκετά κλειστές και απομονωμένες κοινότητες. Αυτό οφείλεται φυσικά και στην αποκομμένη θέση των ορεινών χωριών. Η γλώσσα τους είναι μια ιδιόμορφη διάλεκτος με έντονες βουλγαρικές επιρροές. Γραπτή μορφή της δεν υπάρχει. Η μουσουλμανική θρησκεία παίζει κεντρικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των χωριών, γεγονός που ενισχύει ακόμα περισσότερο την απομόνωσή τους. Η εικόνα των οικισμών καθορίζεται από ψηλούς μιναρέδες. Από τα μεγάφωνά τους ακούγεται δυνατά η φωνή του μουεζίνη.

Οι οικογενειακοί δεσμοί τους είναι στενοί. Γάμοι και άλλες γιορτές διαρκούν συχνά αρκετές ημέρες και διαφέρουν από τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο απολαμβάνουν θρησκευτική ελευθερία και υπόκεινται στη γενική υποχρέωση σχολικής φοίτησης. Η παιδεία για πολύ καιρό γινόταν ωστόσο αποκλειστικά στα τουρκικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν σταθερό προσανατολισμό στην τουρκική κουλτούρα, γεγονός μη αρεστό στην ελληνική πολιτική. Σήμερα στα σχολεία η διδασκαλία γίνεται στα τουρκικά και στα ελληνικά. Στα χωριά και κυρίως ενδοοικογενειακά κυριαρχούν ωστόσο τα πομάκικα και οι δορυφορικές κεραίες είναι στραμμένες προς την Κωνσταντινούπολη.

Καθώς οι ηλικιωμένοι συχνά δεν γνωρίζουν ελληνικά, η επαφή και η συζήτησή μου μαζί τους είναι δυσχερής. Στη Μελοίβια Ξάνθης μπόρεσα να επισκεφτώ το τοπικό τζαμί, μια και η ευγένεια δεν χρειάζεται γλωσσικές γνώσεις. Ιδιαίτερα όμορφο βρήκα το τέμενος στη Σμίνθη. Γιατί η Σμίνθη είναι κεφαλοχώρι και το τζαμί της πολύ εντυπωσιακό. Μου πήρε χρόνο να βρω τον ιμάμη του χωριού. Φιλικά αλλά και έκπληκτα με ρώτησε από πού είμαι και τι κάνω εδώ. Πρόθυμα μού έδειξε το τζαμί.

Στον Εχίνο υπάρχουν τρία τεμένη και μια εκκλησία, γεγονός σπάνιο. Φυσικά ρώτησα εάν υπάρχει παπάς. Μου είπαν ότι έρχεται από τη Ξάνθη όταν η εκκλησία ανοίγει δυο φορές τον χρόνο, Πάσχα και Χριστούγεννα. Πηγαίνω σε ένα καφενείο και παραγγέλνω ελληνικό καφέ, που εδώ τον λένε τούρκικο. Ο Αχμέτ κάθεται δύο τραπέζια πιο πέρα και πιάνουμε τη συζήτηση. Μαθαίνω κάποια πράγματα για τους ντόπιους. Παραπονιέται ότι η περιοχή είναι οικονομικά υποανάπτυκτη. Πολλοί έχουν φύγει στο εξωτερικό, μου λέει. Πώς είναι η συνύπαρξη με τους χριστιανούς, τον ρωτάω. «Εδώ δεν υπάρχουν χριστιανοί. Μόνο στην αστυνομία και στον στρατό. Για αυτούς είναι και η εκκλησία», μου εξηγεί. Συζητάμε λίγο ακόμα και μετά τον αποχαιρετώ. Χαίρομαι που μπόρεσα να ανταλλάξω δυο λόγια παραπάνω. Τον καφέ δεν με άφησαν να τον πληρώσω.

Στην απομακρυσμένη Γλαύκη πίνω άλλον έναν και συναντώ τον Χασάν. Βλέπει αμέσως ότι είμαι Γερμανός και με πλησιάζει. Δουλεύει στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης και επισκέπτεται εδώ τον καιρό αυτό τους δικούς του. Λίγο αργότερα έρχεται και η κόρη του με το παιδί της. Η κόρη του Χασάν μεγάλωσε στη Γερμανία, αλλά πριν από 8 χρόνια παντρεύτηκε στη Γλαύκη. Δουλεύει από το σπίτι για κάποιο κέντρο τηλεφωνικής εξυπηρέτησης. Είναι ικανοποιημένη από το εισόδημά της. «Φυσικά εδώ είναι όλα κάπως περιορισμένα, αλλά η ζωή είναι και πιο ήσυχη», μου λέει. Σε τρία χρόνια θα επιστρέψει και ο Χασάν στο χωριό. Ούτε εδώ με αφήνουν να πληρώσω τον καφέ μου. Αλλά ούτε και φωτογραφίες με αφήνουν να βγάλω!

Το τοπίο της Ροδόπης είναι φανταστικό. Τα χωριά κουρνιάζουν στις βουνοπλαγιές και όλα φαίνονται να είναι ειρηνικά. Αλλά τα χωριά ολοένα και αδειάζουν. Υποφέρουν από τη μετανάστευση. Κυρίως οι νέοι θέλουν να φύγουν. Το ίδιο ισχύει και στο όμορφο χωριό Μέδουσα με το γραφικό τοξωτό γεφύρι. Βρίσκεται κοντά στα βουλγαρικά σύνορα και είναι εντυπωσιακά ήσυχο. Καφενείο ή ταβέρνα δεν υπάρχει. Το τζαμί βλέπω μια μεγάλη πινακίδα με τον χαιρετισμό: «Καλώς ήρθατε στο χωριό του ραμαζανιού».

Το όνομα Μέδουσα προέκυψε ηχητικά από την πομακική ονομασία Μέμκοβα ή Μέμκοβο. Στο πλαίσιο των συγχωνεύσεων δήμων και κοινοτήτων το 1996/1997 δόθηκαν πολλά επινοημένα ονόματα. Ωστόσο, η οθωμανική τοξωτή γέφυρα έχει διατηρήσει την παραδοσιακή της ονομασία.

Δύο άντρες που με βλέπουν να φωτογραφίζω, έρχονται να μου μιλήσουν. Χωρίς να τους ρωτήσω μου περιγράφουν με χειρονομίες τη σκληρή ζωή στο χωριό. Όταν τους ρωτάω προς τα πού συνεχίζει ο δρόμος, μου απαντούν ότι τελειώνει εδώ. Για την Κοττάνη υπάρχει μόνο ένας χωματόδρομος. «Αλλά τι θες να κάνεις εκεί; Εκεί έχει περισσότερα σκυλιά από ανθρώπους.»

Πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό, βλέπω ανθρώπους που καλλιεργούν καπνά. Μικρά χωράφια ακριβώς δίπλα στον δρόμο. Από τότε που η ΕΕ σταμάτησε να επιδοτεί τον καπνό, η εντατική καλλιέργεια έχει μειωθεί σημαντικά. Ο Ισμαήλ μου λέει ότι ο ίδιος συνεχίζει, αν και δεν αποφέρει πολλά. Πουλάει την παραγωγή του σε μικρές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να εξάγουν καπνά ανατολής. Αν βρέξει αρκετά, μπορεί να έτοιμα για συγκομιδή σε δύο μήνες, μου λέει και χαίρεται. Μου επιτρέπει να φωτογραφίσω τη γυναίκα του στο χωράφι.

Η διαφορά εισοδήματος μεταξύ των εδώ χωριών και των πόλεων είναι μεγάλη. Η περιοχή της Ροδόπης ανήκει στις λιγότερο ανεπτυγμένες της Ελλάδας. Αυτό αναγκάζει τους νέους να αποδημήσουν. Η πολιτική έκανε τους Πομάκους να νιώσουν, ότι οι Έλληνες που παρέμειναν στην Τουρκία δεν τυχαίνουν καλής μεταχείρισης. Ωστόσο, η μουσουλμανική μειονότητα και οι ντόπιοι Έλληνες έχουν καλύτερες σχέσεις απ΄ ότι θέλουν να πιστεύουν ορισμένοι πολιτικοί. Η αρμονική σχέση είναι εμφανής και στο πολύχρωμο παζάρι του Σαββάτου στην Ξάνθη.

Εδώ συναντιούνται Έλληνες, Τούρκοι, Πομάκοι και Βούλγαροι. Αλλά και οι τουρίστες έχουν ανακαλύψει τη μεγάλη αυτή αγορά. Λαχανικά από τα Πομακοχώρια, φρούτα από τη Βουλγαρία και φθηνά ρούχα από την Τουρκία. Όλοι διαλαλούν την πραμάτεια τους, οι τιμές είναι διαπραγματεύσιμες. Πολλοί έμποροι σε «κόβουν» από πού είσαι και θέλουν οπωσδήποτε να δείξουν την πολυγλωσσία τους.

Όχι μόνο η αγορά είναι πολυπολιτισμική, αλλά και ολόκληρη η Ξάνθη. Εκκλησίες και τζαμιά συνυπάρχουν ειρηνικά, όπως οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι έμποροι στο παζάρι. Ανάμικτο είναι και το κοινό στα καφενεία.

Στο παλιό κέντρο της πόλης συναντάμε ένα μείγμα από καλά ανακαινισμένα αρχοντικά, πρώην καπναποθήκες και νεότερα κτήρια. Τον περασμένο αιώνα το καπνεμπόριο είχε φέρει πλούτο και ευημερία στην πόλη. Στη βορειοανατολική Ελλάδα τα καπνά καλλιεργούνται από αιώνες και ιδιαίτερα γύρω από τη Ξάνθη. Έδιναν κάποιο μέτριο εισόδημα στους αγρότες και έκαναν πλούσιους τους μεγαλοκαπνεμπόρους της Ξάνθης και της Καβάλας. Τα μεγαλοπρεπή αρχοντικά τους μας δίνουν σήμερα μια ιδέα της τότε ευημερίας.

Ένα επιβλητικό οίκημα έχτισε στην Ξάνθη και ο εβραϊκής καταγωγής καπνέμπορος και ασφαλιστής Ισαάκ Ντανιέλ. Το τριώροφο διαθέτει μεγάλους χώρους τόσο ως κατοικία όσο και ως αποθήκη. Με τα καπνά έκανε μεγάλη περιουσία και κάποια στιγμή το παραχώρησε στην πόλη. Μισθώθηκε και ενοικιάστηκε. Νοικάρηδες ήταν και οι γονείς του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι, που γεννήθηκε εκεί στις 23 Οκτωβρίου 1925. Μελωδίες του είναι γνωστές και στη Γερμανία. Προς τιμήν του διάσημου συνθέτη το σπίτι ανακαινίστηκε το 2000. Από τότε λειτουργεί ως δημόσιο πολιτιστικό κέντρο και μουσείο.

Η Ξάνθη είναι φοιτητούπολη που ζει επιπλέον και από τον τουρισμό. Περισσότερα για την ιστορία της καπνοκαλλιέργειας θα μάθω όταν θα επισκεφτώ την Καβάλα.


Ο Lothar A. Hoppen και η ιστοελίδα του εδώ
Ο Lothar A. Hoppen στο diablog.eu εδώ
Η Καβάλα και η Austro-Hellénique στο diablog.eu εδώ και εδώ
Μετονομασίες τοπωνυμίων στην Ελλάδα εδώ

Κείμενο και φωτογραφίες: Lothar A. Hoppen. Σύνταξη και μετάφραση: Α. Τσίγκας.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε