Patriot

Νουβέλα του Μιχάλη Μαλανδράκη

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Ο Μιχάλης Μαλανδράκης διηγείται την ιστορία του 23χρονου Αλβανού μετανάστη Αγκίμ: ζει στην Ελλάδα πάνω από δέκα χρόνια και ονειρεύεται να γίνει επαγγελματίας κλαρινετίστας.

από αριστερά: Μιχάλης Μαλανδράκης, Κατ. Φράγκου και Μιχ. Αλμπάτης

Γνώρισα τον Μαλανδράκη στο 3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων τον Ιούνιο του 2024, όταν η λογοτεχνική ατζέντισσα Κατερίνα Φράγκου συνομίλησε στη σκηνή του φεστιβάλ με τους Κρητικούς συγγραφείς Μιχάλη Μαλανδράκη και Μιχάλη Αλμπάτη για τα νέα τους βιβλία.
Στον πάγκο των βιβλίων ενδιαφέρθηκα για το πρώτο του βιβλίο (2019), τη νουβέλα Patriot, αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο με αναδρομές και εσωτερικούς μονολόγους.

 

Το βιβλίο
Μιχάλης Μαλανδράκης, Patriot
Νουβέλα, Αθήνα 2019, εκδόσεις Πόλις
ISBN: 978-960-435-693-5, περ. 10 €

Περίληψη
Ο νέος και ταλαντούχος Αγκίμ παίζει τακτικά κλαρινέτο στους δρόμους της Αθήνας για να συμπληρώσει το πενιχρό εισόδημά του ως σερβιτόρος. Τον πλησιάζει κάποιος άγνωστος που του προτείνει να αναζητήσει εργασία ως μουσικός σε ένα γνωστό νυχτερινό κέντρο. Toυ συνιστά ωστόσο, να αποκρύψει την αλβανική του καταγωγή και να παρουσιαστεί ως Έλληνας στην οντισιόν, μιας και το αφεντικό του μαγαζιού, ο Μαρτίνος, δεν θέλει να έχει Αλβανούς γύρω του.
Ο Αγκίμ είναι καχύποπτος, δοκιμάζει ωστόσο την τύχη του και παίρνει τη δουλειά.
Στο μαγαζί ο Αγκίμ συστήνεται ως «Γιάννης από τα Γιάννενα». Ο Αγκίμ εξελίσσεται σε αναγνωρισμένο μουσικό, αλλά σύντομα βρίσκεται μπλεγμένος σε δολιότητα. Παράλληλα, αναπτύσσει αισθήματα για τη συνάδελφό του Ντίνα, και αυτή Αλβανή που επίσης απέκρυβε την καταγωγή της. Όταν αυτή κακοποιείται λόγω της καταγωγής της, ο Αγκίμ έρχεται σε βαθειά ηθική σύγκρουση.

Το κείμενο
Η γλώσσα του Μαλανδράκη είναι απλή, χωρίς να διαφοροποιεί τον άμεσο λόγο από τον εσωτερικό μονόλογο του αφηγητή. Ο γρήγορος, συχνά δίχως ανάσα ρυθμός της γλώσσας του δημιουργεί εικόνες που θυμίζουν κινηματογραφικές σεκάνς. Περιγράφει με ρεαλισμό και ευαισθησία την καθημερινότητα των μεταναστών στην Ελλάδα: ζουν συχνά πολλά χρόνια ανάμεσα σε δύο πατρίδες, αλλά δεν ανήκουν σε καμία. Αισθάνονται ξένοι και μετέωροι, λαχταρώντας την πραγματοποίηση των επιδιώξεών τους για μια καλύτερη ζωή.  Γνωρίζουν καλά, ότι όποιος αποτύχει θα καταποντιστεί. Το ότι ο Αγκίμ πρέπει να υποκρίνεται τον Γιάννη για να γίνει αποδεκτός, αποτελεί πικρό σχόλιο για την ξενοφοβία και την επικρατούσα πολιτική ένταξης στην Ελλάδα.

Το απόσπασμα
Την Πέμπτη φτάνω στο μαγαζί δύο ώρες νωρίτερα. Πρέπει ν’ αρχίσω τα πάρε-δώσε με κάποιον από κει μέ­σα. Μπαίνω με χαμόγελο και χαιρετάω όποιον βλέπω μπροστά μου. Ακούω κάποιον να μου λέει να σωπάσω. Ο Αντρίκος με τρεις μαυροντυμένους αγριοφατσάδες κάθονται σ’ ένα τραπέζι και κάνουν κουβέντα. Μου ρί­χνει ένα αυστηρό βλέμμα και παίρνω το μήνυμα. Ησυ­χία. Στον πάγκο έξω από την κουζίνα βλέπω τη Μαρία τη λούλουδου με άλλη μία κοπέλα. Ντρέπομαι και κά­θομαι στο σκαμπό δίπλα τους μέχρι να μου μιλήσουν.
-Γιάννη, μίλα μας, δεν δαγκώνουμε!
Με τη Μαρία είχα μιλήσει άλλες δυο τρεις φορές. Μία να συστηθούμε και δύο να χαιρετηθούμε. Από εκεί ήξε­ρε πώς με λένε. Τις πρώτες μέρες περνούσαν λίγα δευ­τερόλεπτα μέχρι να ακούω στο Γιάννης, αλλά πλέον το είχα συνηθίσει.
-Νωρίς νωρίς σήμερα, Γιάννη. Πρόβες;
-Είχα μια δουλειά εδώ κοντά και για να μην ξαναγυρίζω και ξαναέρχομαι…
-Την Ντίνα την ξέρεις; Ντίνα, ο Γιάννης. Γιάννη, η Ντίνα. Η Ντίνα είναι φίλη από παλιά. Θα δουλεύει εδώ, μαζί μας, από σήμερα.
Η Ντίνα έσπρωχνε συνεχώς τα μαλλιά της, κατάμαυρα και ολόισια, πίσω απ’ τ’ αυτί. Φαίνεται πως δεν έχει ξαναδούλεψει νύχτα, έχει μια ντροπαλότητα που δεν τη βλέπεις στα κορίτσια που μετράνε χρόνια σε τέτοια μαγαζιά. Όχι πως κι εγώ δεν φαίνομαι πρωτάρης.
-Γεια σου, Ντίνα, χάρηκα, κρατήθηκα τελευταία στιγμή και δεν άπλωσα το χέρι μου για χειραψία.
Μιλούσαμε για το μαγαζί και το πόσο δύσκολη είναι η νύχτα. Η Ντίνα δεν έλεγε πολλά, άφηνε τη Μαρία να μιλάει. Μόνο όταν συμφωνούσε, κουνούσε το κεφάλι.
-Ντίνα, εσύ από πού είσαι; τη ρωτάω, αφού η Μαρία έχει φλυαρήσει αρκετά για την Τρίπολη, όπου μεγάλωσε.
-Από τις Σέρρες. Μέχρι τα δεκαπέντε δηλαδή. Μετά Καβάλα και τώρα Αθήνα.
-Και τι ζητάς εδώ; τη ρωτάω χαμογελώντας.
-Ε, Αθήνα ζητάω… τι ζητάω, δεν ξέρω. Μια δουλειά, μια παρέα, ένα σπίτι… όχι πολλά.
Όσο την παρατηρώ, τόσο το σιγουρεύω στο μυαλό μου. Ο τρόπος που μιλάει, το πρόσωπο της, θυμίζει κάτι απ’ τα κορίτσια στην Αλβανία. Μπορεί όντως να μεγάλωσε στις Σέρρες. Άλλωστε τα ελληνικά της είναι μια χαρά. Ίσως απλώς φοβάμαι για μένα και βλέπω παντού φαντάσματα. Μπορεί να θέλω να υπάρχουν κι άλλοι εδώ με ίδια καταγωγή, για να μη νιώθω μόνος. Η φωνή του Αντρίκου διακόπτει την κουβέντα μας.
-Γιάννη! Πάνω, μαζί μου. Σε θέλει τ’ αφεντικό. Τώρα!

Με περιμένει να περάσω μπροστά, για ν’ ανεβούμε τις σκάλες. Πάντα περπατάει πίσω από όποιον πηγαίνει στο γραφείο του Μαρτίνου. Το βήμα του, όπως και η φωνή του, είναι τώρα περισσότερο νευρικό απ’ το κανονικό. Κάτι έγινε, σίγουρα. Στα τελευταία σκαλιά είμαι σίγουρος πως έμαθαν για την καταγωγή μου. Κάποιος θα το κατάλαβε και θα με κάρφωσε. Προετοιμάζω τον εαυτό μου να βρεθώ ξανά εκεί που ήμουν κι ελπίζω μόνο να μην αμολήσει πάνω μου τον Αντρίκο. Χτυπάει δύο φορές την πόρτα. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει. Μπαίνουμε μέσα και βλέπω τον Μαρτίνο στην καρέκλα. Δίπλα του φαίνεται η πλάτη ενός άντρα.
-Καλώς τους! λέει το αφεντικό.
Ο άντρας δίπλα του γυρίζει προς το μέρος μας. Έχει το δεξί χέρι μπανταρισμένο, κρεμασμένο απ’ τον λαιμό. Οι επίδεσμοι καλύπτουν ολόκληρο το χέρι, μέχρι τον ώμο. Ο άγνωστος άντρας με ψειρίζει με το βλέμμα για αρκετή ώρα.
-Για γύρνα στο πλάι, μου λέει Αντρίκος, που στέκεται πίσω μου.
-Τι; Εγώ; Τι να γυρίσω;
-Ρε, γύρνα στο πλάι, λέμε, να σε δει προφίλ. Γύρνα!
Γυρίζω αμέσως. Έχω γίνει κατακόκκινος και νιώθω πως ο αέρας δεν βγαίνει από μέσα μου.
-Όχι, λέει ο άντρας στον Μαρτίνο, όχι, δεν μου λέει κάτι.
Ο Μαρτίνος ακούει προσεκτικά τον άντρα με τον επίδεσμο, ενώ γεμίζει το ποτήρι του με ουίσκι.
-Κάθισε, μου λέει και μου δείχνει την καρέκλα δίπλα. Θύμισε μου τ’ όνομα σου.
-Γιάννης. Γιάννη με λένε.
-Λοιπόν, Γιάννη, με τον κύριο εδώ είστε συνάδελφοι. Θυμάσαι που λέγαμε για έναν παπάρα που ήταν στο κλαρίνο και σταμάτησε να έρχεται χωρίς προειδοποίηση; Να τος. Τελικά, γύρισε. Αλλά βλέπεις κάποιοι δεν τον συμπαθούν εκεί έξω και δεν γύρισε όπως ήταν.
Ο Μαρτίνος κάνει νόημα και ο Αντρίκος πλησιάζει προς τον άντρα και τον βοηθάει να βγάλει τον επίδεσμο.
-Όχι όλο, σας παρακαλώ. Όχι όλο, μη, όχι, πονάω!
-Σκάσε, ρε! φωνάζει ο Αντρίκος και του ξετυλίγει αργά και σταθερά όλο τον επίδεσμο, φανερώνοντας το γυμνό δεξί χέρι του άντρα.
Είναι όλο μοβ και κρέμεται σαν κομμένο, σαν ξένο απ’ το υπόλοιπο σώμα. Νομίζω θα ξεράσω. Προσπαθεί να το κουνήσει και εκείνο πάει πέρα-δώθε σαν εκκρεμές. Ο άντρας προσπαθεί να συγκρατήσει τον πόνο του.
-Εντάξει, φτάνει. Βοήθησέ τον, Αντρίκο.
Ο Μαρτίνος γνέφει προς την πόρτα και ο Αντρίκος βγάζει έξω τον άντρα, που βάζει αμέσως τα κλάματα. Έπειτα ο Μαρτίνος με κοιτάζει κατάματα και μου λέει:
-Κάποιοι του τη στήσανε πριν από λίγο καιρό, έξω απ’ το σπίτι του. Τέσσερις του ρίχτηκαν. Αλλά είδες πως ήταν στοχευμένη η δουλειά. Δεν τον πειράξανε στο πρόσωπο. Και στα πόδια μόνο λίγες κλωτσιές έφαγε. Το δεξί χέρι, όμως, ε; Του το σπάσανε σε τέσσερα σημεία. Όλα αυτά τα ωραία έγιναν τρεις μέρες πριν έρθεις εσύ εδώ, Γιάννη. Σου ‘κατσε καλά η τύχη. Φαίνεται είσαι τυχερός. Γιάννης, έτσι;
Έχω καταπιεί τη γλώσσα μου. Μόνο ακούω και κοιτάζω τον Μαρτίνο όσο μπορώ στα μάτια.
-Έπρεπε να τον ρωτήσουμε άμα του έλεγε κάτι η φάτσα σου. Λογικό δεν είναι;
-Λογικό, απαντάω ψύχραιμα.
-Τέλος πάντων. Δεν μας νοιάζει και ιδιαίτερα. Άλλωστε ο Νώντας λέει πως παίζεις καλύτερα. Οπότε δεκάρα δεν δίνω γι’ αυτό το αρχίδι. Μπορεί να έχει μπλέξει με χίλιους δυο καριόληδες, γυφταλβανούς, μπορεί να τους χρώσταγε, να πήδηξε καμιά δικιά τους. Στ’ αρχίδια μου! Η νύχτα είναι για δουλευταράδες κι εσύ δουλεύεις καλά βλέπω. Λοιπόν, στρίβε τώρα. Σε δύο ώρες βγαίνετε.
Κατεβαίνω τη σκάλα και νιώθω τον ιδρώτα να τρέχει μέσα απ’ το πουκάμισο.
-Γιάννη, είσαι καλά; Έχεις σουρώσει, παρατήρησε η Μαρία.
Εγώ δεν βγάζω κουβέντα, μόνο κουνάω το κεφάλι.
-Περίμενε, περίμενε, μου φωνάζει. Έρχεται φορτσάτη μ’ ένα βρεγμένο πανί απ’ την κουζίνα και στέκεται δίπλα μου. Ο Αντρίκος όμως τη στέλνει να φέρει κάτι από την αποθήκη. Η Μαρία δίνει την πετσέτα στην Ντίνα. Νιώθω το χέρι της να με ακουμπάει στην πλάτη, λίγο κάτω απ’ τον σβέρκο και ανατριχιάζω ευχάριστα.
-Για γύρνα λίγο.
Μου παίρνει όλο τον ιδρώτα με το πανί και περνάει τα δάχτυλα της ανάμεσα στα μαλλιά μου και τα χτενίζει στα δεξιά. Έχει βαμμένα χείλη και έντονο άρωμα.


Ο συγγραφέας
Ο Μιχάλης Μαλανδράκης γεννήθηκε το 1996 στα Χανιά και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και της Σχολής Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Σταυράκου. Εργάζεται στο τμήμα μυθοπλασίας της ΕΡΤ.

Στα Χανιά, όπου μεγάλωσε, του έλειπαν τα ερεθίσματα. Οι πολλές ώρες της μοναξιάς τον οδήγησαν στο γράψιμο. Όταν ωστόσο τον ρωτούσαν τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε ζαχαροπλάστης, μια του άρεσαν πολύ τα γλυκά. Ως έφηβος ανακάλυψε τον κινηματογράφο και έβαλε άλλους στόχους. Οι σπουδές του τον οδήγησαν στην Αθήνα: η πόλη έχει φασαρία, κίνηση και ερεθίσματα, που ο Μαλανδράκης συνεχίζει να εκτιμά.
Υπέβαλε πέντε διηγήματα σε διάφορους εκδότες. Οι πρωταγωνιστές του είναι μεταξύ 20 και 30 ετών, βιοπαλαιστές από διάφορες αθηναϊκές γειτονιές, τα κείμενά του έχουν άφθονο ρεαλισμό, διάλογο και δράση.  Το Patriot εκδόθηκε το 2019 και τιμήθηκε το 2021 από την Ακαδημία Αθηνών με το Κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφές (εξ ημισείας). Όταν εκδόθηκε, ο Μαλανδράκης και ο πρωταγωνιστής του Γιάννης είχαν την ίδια ηλικία, 23 ετών.
Ως σχετικά νέος συγγραφέας καταβάλει προσπάθεια για να τον διαβάσουν οι συνομήλικοί του, το κοινό στις παρουσιάσεις βιβλίων είναι πάνω των 50 ετών. Επιπλέον, οι πιο δημοφιλείς Έλληνες συγγραφείς είναι οι κατ΄εξοχήν δραστήριοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τον εκπλήσσει πώς μπορούν να αυτοπαρουσιάζονται όλη μέρα και ταυτόχρονα να γράφουν βιβλία.


Συνέντευξη για το Patriot 2019 εδώ
Το 3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων στο diablog.eu 2024 εδώ
Νεότερα πρότζεκτ :
Η εποχή της άρνησης του θανάτου, ντοκιμαντέρ των Χρήστου Δανιηλίδη και Μιχάλη Μαλανδράκη για την άνθιση του ροκ στην Ελλάδα από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα, σχετικό άρθρο του 2021 εδώ.
Tο μυθιστόρημά Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ, εκδόσεις Πόλις, 2023.
Tο θεατρικό του Όνειρα Γλυκά ανέβηκε στη σκηνή το 2024 και παίζεται στην Αθήνα για δεύτερη χρονιά.

Κείμενο: Μιχάλης Μαλανδράκης. Παρουσίαση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: εκδόσεις Πόλις, Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, αρχείο Α. Τσίγκα.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

1 σκέψη στο “Patriot”

  1. Μόλις χτες τελείωσα την «Άλωση της Κωνσταντίας» του Γιάννη Μακριδάκη (Εστία, 2023), που αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου, που για μια ζωή νόμιζε ότι ήταν ο Γιάννης, ο γιος της Αργυρώς και του Γιώργη από τη Χίο, αλλά από μια σειρά απίστευτων συμπτώσεων μαθαίνει ότι είχε γεννηθεί ως Γιασάρ, από Τούρκο πατέρα και Ρωμιά μητέρα στην Κωνσταντινούπολη. Η πιο σημαντική ομοιότητα με το έργο του Μαλανδράκη νομίζω ότι δεν είναι η αλλαγή ονόματος, θελημένη ή αθέλητη, συνειδητή ή όχι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τον «Άλλο» οι συνάνθρωποί του. Στον Μακριδάκη, τονίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτό στην κοινωνία των Ρωμιών της Πόλης να υπάρξει γάμος ανάμεσα σε χριστιανούς και «οθωμανούς». Και στην περίπτωση που κάτι τέτοιο θα γίνει κρυφά, κόρες και γιοι αποκληρώνονται, οικογένειες χωρίζονται, άνθρωποι μπαίνουν στο τραλλάδικο ή πεθαίνουν από καημό. Οι εξαιρέσεις, όταν υπάρχουν, είναι φωτεινές και σπάνιες.

    Απάντηση

Σχολιάστε