Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Μια οικογένεια Ελληνοποντίων της Γεωργίας αναγκάζεται, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, να επιστρέψει στην πάτρια γη.
Το μυθιστόρημα μαύρο φλαμίνγκο εκτυλίσσεται σε δύο σκηνικά: τη μετασοβιετική βιομηχανική πόλη Ρουστάβι κοντά στην Τιφλίδα, και την Αθήνα της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Στη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα «εξαγωγής εργατών» σε χώρα υποδοχής μεταναστών – από την πρώην Σοβιετική Ένωση, την Αλβανία, την πρώην Γιουγκοσλαβία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τότε υπήρξε και ένα κύμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Ποντίων, δηλαδή ατόμων με ελληνικές ρίζες που ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι το 1989 ζούσε μισό εκατομμύριο Ποντίων στη Σοβιετική Ένωση, εκ των οποίων 140.000 στη Γεωργία.
Το 2015 πρωτοεμφανίστηκε στην Αλατούχα Λίμνη της Λάρνακας ένα μαύρο φλαμίνγκο. Ο Σταύρος Χριστοδούλου το κάνει σύμβολο του μοναχικού και ψυχικά ασταθούς νεαρού μετανάστη Λεβάν, που αφήνεται να παρασυρθεί από ένα κύμα ακροδεξιάς βίας, πιστεύοντας ότι έτσι βρίσκει την ταυτότητά του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να κατανοήσει αυτή την εξέλιξη, χωρίς να την κρίνει. Οι εσωτερικές συγκρούσεις κάνουν τον χαρακτήρα του Λεβάν λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Αντιμετωπίζοντας τις υπάρχουσες προκαταλήψεις για τους «Ρωσοπόντιους» προσπαθεί να βρει την θέση του στη νέα πατρίδα, παραπαίοντας από το ένα ιδεολογικό σύστημα στο ακριβώς αντίθετο.
Το απόσπασμα
POMA
Μόνο, πώς θα πατήσουμε πόδι κάπου αλλού;
ΟΥΪ
Από την κύρια είσοδο.
Και από την πίσω πόρτα. Και από τα παράθυρα.
Ακάλεστοι και καλεσμένοι, ευπρόσδεχτοι και ανεπιθύμητοι.
Με φοβέρες και ικεσίες, με φλερτ και προσβολές.
Με ήπια βία και ατσάλινη αγκαλιά.
Εν ολίγοις, όπως εδώ.
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ, Η μετ’ εμποδίων άνοδος τον Αρτούρο Ούι
(μτφρ. Κ. Κυριακού, εκδ. Ηριδανός)
Ρουστάβι – Αθήνα
32 τετραγωνικά
Η ιστορία ξεκινά σε ένα μικρό διαμέρισμα 32 τετραγωνικών σε μια «Χρουστσόφκα», έναν στοιχειώδη οικισμό προκάτ πολυκατοικιών στην πόλη Ρουστάβι της Γεωργίας. Εκεί ζουν η Συμέλα και ο Ξενοφών Πεχλιβανίδης με τα δύο τους παιδιά και τους τουρκόφωνους γονείς του άντρα. Η κατάσταση είναι ζοφερή μετά τη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνιστικού οράματος, αλλά ο Ξενοφών θεωρεί ότι το μέλλον της οικογένειάς του δεν διαγράφεται στην καπιταλιστική Δύση.
Δεκέμβριος 1992
Ο μικρός είχε κολλήσει στην κοιλιά της σαν βεντούζα, αποζητώντας λίγη ζεστασιά ανάμεσα στις γάμπες και στο στήθος της. Τον ένιωθε να σφίγγει το κορμάκι του κι έτσι κουλουριασμένος όπως ήταν έμοιαζε θαρρείς με φασκιωμένο βρέφος.
Ξαφνικά αισθάνθηκε το σώμα της να πλημμυρίζει από χλιαρό αμνιακό υγρό, να φουσκώνει και να γίνεται ένας πελώριος σάκος που εμπεριείχε ολάκερη τη ζωή της· τα δυο παιδιά της, τον άντρα της που κοιμόταν με την πλάτη στον τοίχο, τα χοντρά παπλώματα, τα πεθερικά της που ξάπλωναν στο διπλανό ντιβάνι, το τετράγωνο τραπέζι με τη μαύρη φορμάικα και τις τέσσερις σιδερένιες καρέκλες, τα κουζινικά κάτω από τη μαρμάρινη γούρνα, τον φούρνο με τη σκουριασμένη εστία, τα βιβλία στον τοίχο και τις χρωματιστές ματριόσκες παραταγμένες με τάξη στο περβάζι του παραθύρου. Έξι ψυχές που χώρεσαν με όλο το νοικοκυριό τους, στριμωχτά αλλά αγόγγυστα, στα 32 τετραγωνικά που τους αναλογούσαν, στο νούμερο 7 της οδού Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.
Η Συμέλα ήτανε ξύπνια παραπάνω από μια ώρα, προσπαθώντας να κρατηθεί ασάλευτη κάτω από τα βαριά στρωσίδια. Τα άκρα της ήταν μουδιασμένα από την ακινησία, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Αν ξύπναγαν τα παιδιά μέσα σ’ εκείνη την αφόρητη παγωνιά, ήξερε πως δύσκολα θα τα έκανε καλά. Έβλεπε τα χνότα της ν’ αχνίζουν στο μισοσκόταδο, σημάδι πως έξω άρχιζε να χαράζει. Η βροχή χτυπούσε με θόρυβο το τζάμι, στ΄ αυτιά της όμως εκείνο το βουητό αναλυόταν σε μυριάδες σταγόνες που στροβιλίζονταν με αρμονία στον αέρα.
Τότε αναδύθηκε από μέσα της μια μελωδία τόσο παλιά, όσο και τα χρόνια που τη χώριζαν από την πρώιμη νιότη της. Μελόντικα! σκέφτηκε. Κι ακούμπησε νοερά τις νότες του πενταγράμμου. Και πιάνο! αναθάρρησε, προσθέτοντας μια επιπλέον ψηφίδα στην παιδική της ανάμνηση. Τα δάξένηχτυλα του Βαλόντια άγγιζαν μαλακά τα πλήκτρα, ενώ μια ομάδα πιονιέρων, ανάμεσά τους κι εκείνη, τραγουδούσαν με κέφι: «Μακάρι να έχει για πάντα λιακάδα! Και πάνω μας να λάμπει γαλάζιος ουρανός!». Ήτανε καλοκαίρι του 1976 και η εντεκάχρονη Συμέλα Καλεμκερίδη βρισκόταν μακριά από τη γενέτειρά της, το Ρουστάβι, ξένη ανάμεσα σε ξένους. Και η πρωτεύουσα για μας ξένος τόπος είναι… συλλογιόταν καθώς απομακρυνόταν το τρένο από την Πλατεία Βαγκζάλι· …αλλά, πάλι, όχι και τόσο ξένος.
Και πώς να είναι, άλλωστε, αφού δεν απείχε ούτε μια ώρα από τη μικρή τους πόλη. Αλλά και πώς να συγκριθεί το γκρίζο ποτάμι της Τιφλίδας με την άπλα της θάλασσας της Κριμαίας;
«Είσαι τυχερή που θα το ζήσεις αυτό, Συμέλα. Στην κατασκήνωση φιλοξενούνται χιλιάδες παιδιά απ’ όλες τις Σοβιετικές Δημοκρατίες κι από κάθε γωνιά της γης».
«Ναι, είμαι πολύ τυχερή, συντρόφισσα Ιρίνα Ιβάνοβνα!»
Και νά που η Ρωσίδα δασκάλα της είχε δίκιο. Ό,τι μποδρούσε να ονειρευτεί ένα κορίτσι βρισκόταν σ’ εκείνο το δωμάτιο: ο ωραίος πιανίστας, οι ευφρόσυνοι στίχοι του «Μα- κάρι να έχει για πάντα λιακάδα!», τα παιδιά με τα κοντομάνικα λευκά πουκαμισάκια και τα κόκκινα μαντίλια.
«Να γίνεις μια καλή σοβιετική πολίτης, Συμέλα».
«Είστε τόσο όμορφη, συντρόφισσα Ιρίνα Ιβάνοβνα!»
«Η ζωή είναι όμορφη, κοριτσάκι».
«Είσαι ξύπνια;»
Η βραχνή φωνή του Ξενοφώντα την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Η λιακάδα χάθηκε μεμιάς και, από το παραθαλάσσιο Αρτέκ της Κριμαίας, βρέθηκε ξανά ανάμεσα στους γκρίζους τοίχους της γερασμένης χρουστσόφκας.
Η Συμέλα έμεινε ακίνητη και κούνησε απλώς καταφατικά το κεφάλι της.
«Είχες κλειστά τα μάτια σου και χαμογελούσες. Σαν να έβλεπες όνειρο…» ψιθύρισε ο Ξενοφών.
«Όνειρο ήταν», ήθελε να του πει, αλλά και πάλι δεν μίλησε. Του έδειξε με τα μάτια το παιδί, σαν να του ’λεγε «ώρα είναι να σηκωθείς από το κρεβάτι». Έξω είχε ξημερώσει κιόλας για τα καλά.
Φόρεσε εκείνος κατάσαρκα μια μάλλινη φανέλα, από πάνω ένα χοντρό πουλόβερ και το αδιάβροχο μπουφάν του με τη γούνινη επένδυση. Το λεωφορείο για το εργοστάσιο Μεταλλουργίας θα περνούσε σε μια ώρα, οπότε προλάβαινε ν’ ανάψει τη σόμπα και να φέρει νερό από το ισόγειο για να πλυθούν. Η μυρωδιά της κηροζίνης έπνιξε το δωμάτιο. Ο Ξενοφών έγνεψε στη γυναίκα του να μείνει ξαπλωμένη, πήρε το πλαστικό μπιτόνι κι άνοιξε προσεχτικά την πόρτα, για να μην ξυπνήσει τους υπόλοιπους.
Κατέβηκε αργά τα σκαλιά, αφού το φως ήταν λιγοστό. Ηλεκτρισμό δεν είχαν στη χρουστσόφκα. Όχι μόνο στο δικό τους κτήριο· ολόκληρη η πόλη τους τελευταίους δώδεκα μήνες βούλιαζε συχνά στο σκοτάδι. Ένα από τα τιμήματα της ανεξαρτησίας της Γεωργίας ήταν οι συχνές διακοπές ρεύματος· σαν βυθοσκοπήσεις σ’ έναν άγνωστο κόσμο, όπου οι άνθρωποι αναζητούσαν τον νέο τους βηματισμό. Με διστακτικές κινήσεις ερευνούσαν ψαχουλευτά τα χαρακτηριστικά της απρόσμενης αλλαγής στη ζωή τους. Αν και μαθημένοι στα δύσκολα, κάθε φορά που η πύλη βυθιζόταν στο σκοτάδι οι αντοχές τους δοκιμάζονταν από την αρχή. Όμως αυτοί, γερά σκαριά και θαλασσοδαρμένα, κατάπιναν τον θυμό τους κι έκαναν πέρα τις κακουχίες.
«Τους βλέπεις; Σαν να μουγκάθηκαν οι επαναστάτες…» του έλεγε χθες ο ξάδερφός του στο εργοστάσιο, όπου δούλευαν κι οι δυο τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια, σε διπλανά πόστα.
«Σώπα, ρε Στέλιο, γιατί θα βρούμε τον μπελά μας!» προσπάθησε να τον συνετίσει ως συνήθως ο Ξενοφώντας. Αλλά μάταια. Έτσι ήταν ανέκαθεν όμως αυτός: ξεροκέφαλος, μονοκόμματος και πεισματάρης.
«Στον σοσιαλισμό είχαμε ψωμί να φάμε και πετρέλαιο να ζεσταθούμε. Ενώ τώρα, φάτε ανεξαρτησία, κορόιδα, και τραβάτε κουπί ώσπου να σφίξουν οι κώλοι», έφτυσε τις λέξεις μέσα απ’ τα δόντια του ο άλλος.
Μιλούσαν σιγανά, γιατί οι Γεωργιανοί δεν το είχαν σε τίποτα να σε πάρουν στο κυνήγι, έτσι και καταλάβαιναν ότι σιγοντάριζες τους Ρώσους. Στη δύση του 1992, εξάλλου, σχεδόν όλοι ήταν διατεθειμένοι να κάνουν το σκατό τους παξιμάδι παρά να επιστρέψουν στην αγκαλιά της μαμάς Ρωσίας.
Ο Ξενοφών γέμισε το μπιτόνι από τη βρύση της αυλής και καλημέρισε τη γριά Αρμένισσα που έμενε στο ισόγειο. Οι δυο γιοι της δούλευαν κι αυτοί στο εργοστάσιο.
Σάμπως όλοι στο εργοστάσιο δεν δουλεύουμε; Και οι Αζέροι στον πρώτο, και το ζευγάρι από την Αμπχαζία, και ο χοντρός από το Καζακστάν με τη Ρωσίδα του στον δεύτερο, και ο πατέρας… Όλοι τον ίδιο τροχό γυρίζουμε… σκέφτηκε ο Ξενοφώντας και ζαλώθηκε το μπιτόνι για να το ανεβάσει δύο ορόφους. Ως την πόρτα τους.
Το κλάμα του μικρού ακουγόταν από τις σκάλες. Όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε τη Συμέλα να κρατάει το κορίτσι τους στην αγκαλιά και με το άλλο χέρι να χαϊδεύει το κεφάλι του γιου τους.
«Σώπα, Λεβάν. Σώπασε, λιονταράκι μου…» ψιθύριζε, καθώς με κόπο συγκρατούσε τον εαυτό της.
Γιατί αυτό που στ΄ αλήθεια ήθελε εκείνη τη στιγμή να κάνει, ήταν να παρατήσει τα παιδιά, να βγει έξω στη βροχή και να τραγουδήσει με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια της: «Μακάρι να έχει για πάντα λιακάδα! Και πάνω μας να λάμπει γαλάζιος ουρανός!»
Η Ανατολή άνοιξε τη μεγάλη ματριόσκα, πήρε μια καραμέλα και την έδωσε στον εγγονό της. Ο μικρός την πιπίλισε λίγο κι ευθύς σταμάτησε να κλαίει.
«Αυτές τις κρυψώνες σου δεν θα τις μάθω ποτέ, μάνα», είπε ο Ξενοφών ανακουφισμένος κι έκλεισε το μάτι στον πατέρα του, που περίμενε να βράσει το νερό στο κατσαρόλι πάνω στη σόμπα.
Κάτι απάντησε εκείνη στα τούρκικα και γέλασαν με τον άντρα της. Είχαν περάσει τριάντα πέντε χρονιά από τότε που άφησαν το χωριό τους στην Τσάλκα, αλλά την παλιά τους γλώσσα δεν την ξεχνούσαν. Όταν ήρθαν στο Ρουστάβι, την άνοιξη του 1957, ο Λέοντας ήταν είκοσι τριών ετών και η Ανατολή δυο χρόνια μικρότερη, με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Εκείνος έπιασε αμέσως δουλειά στο εργοστάσιο Μεταλλουργίας. Ενάμιση χρόνο έζησαν σ’ ένα δωμάτιο στο Κάμπους, όπου έμεναν κυρίως ανύπαντροι εργάτες. Ώσπου, τον Δεκέμβρη του 1958, ήρθε η πολυπόθητη ειδοποίηση, με την κόκκινη σφραγίδα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας. Η αίτησή τους είχε εγκριθεί και η οικογένεια Πεχλιβανίδη μπορούσε επιτέλους να μετακομίσει σ’ ένα διαμέρισμα μιας νεόδμητης χρουστσόφκας.
Στο Ρουστάβι τότε ξεφύτρωναν παντού τέτοιες πολυκατοικίες, για να στεγάσουν τους εργάτες που κατέκλυζαν την πόλη από τις Δημοκρατίες της ευρύτερης σοβιετικής πατρίδας. Γιατί δεν ήταν μόνο τα δυο μεγάλα εργοστάσια, το Χημικό και της Μεταλλουργίας. Ήταν και δεκάδες άλλες μικρότερες βιομηχανίες, σε μια πόλη που ιδρύθηκε από τον Στάλιν τη δεκαετία του ’40 γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό.
«Επί Νικίτα Χρουστσόφ κάρπισε ο τόπος», συνήθιζε να λέει με ικανοποίηση ο Λέοντας από τότε που στέγασε τη φαμίλια του στα 32 τετραγωνικά της οδού Μαγιακόφσκι. Έτσι ήταν μαθημένοι αυτοί τότε: να ζουν με τα λίγα και να μακαρίζουν την τύχη τους για το μερτικό που τους έλαχε. Η Ανατολή ήταν κι εκείνη ευχαριστημένη. Είχε πιάσει δουλειά σαν καθαρίστρια σ’ ένα Δημοτικό σχολείο, στον ίδιο δρόμο με το σπίτι τους, δυο τετράγωνα παρακάτω, και τρία πιάτα ζεστό φαΐ ήταν πάντα στο τραπέζι τους. Τι παραπάνω να ζητούσαν δηλαδή;
Ένα τζιν παντελόνι «όπως του Στέλιου» είχε ζητήσει μια φορά ο Ξενοφώντας, πάνω στη βράση της εφηβείας. Το θυμάται καλά ο Λέοντας, γιατί είχαν έρθει τότε κάτι συγγενείς από την Ελλάδα, τα πρώτα Χριστούγεννα αφότου έπεσε η χούντα.
«Αυτοί έχουν αμερικάνικα ρούχα, αλλά εμείς έχουμε σίγουρο κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας. Και γράμματα, για κάτι χαϊβάνια σαν και του λόγου σου!» τον αποπήρε ο πατέρας του. «Άμα θες τέτοιο παντελόνι, άμε να ζήσεις στον καπιταλισμό, όπου οι φτωχοί δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα», ανέβασε τους τόνους ο Λέοντας υψώνοντας άφοβα τη φωνή του, καθώς γνώριζε πως κανείς στην τριώροφη πολυκατοικία τους δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Τούρκικα μονάχα αυτοί μιλούσαν, ανάκατα με λίγα ποντιακά…
«Ρούσικα μίλα, μάνα!» παρακάλαγε ο Ξενοφών την Ανατολή, κι εκείνη ανόρεχτα έκανε το χατίρι στον κανακάρη της. Για γεωργιανά, ούτε κουβέντα… «Αμα δεν μας θέλουνε μια φορά αυτοί, άλλο τόσο και παραπάνω δεν τους θέλουμε εμείς», ξεσπάθωναν οι Πεχλιβανίδηδες, που μια ζωή Γκρεκούς θυμούνταν να τους αποκαλούν.
Πατέρας και γιος ίσα που πρόλαβαν να πιουν ένα φλιτζάνι τσάι και να μασουλήσουν ένα παξιμάδι με μια φέτα τυρί σουλγκούνι στο πόδι. Το λεωφορείο για το εργοστάσιο θα περνούσε σε λίγα λεπτά, οπότε φόρεσαν τα σκουφιά τους και βγήκαν στον δρόμο. Λίγο αργότερα θα τους ακολουθούσε η Ανατολή, για να προλάβει την πρωινή καθαριότητα του σχολείου. Τελευταία έκλεινε την πόρτα του σπιτιού τους η Συμέλα. Πρώτα άφηνε τα παιδιά στον διπλανό σταθμό κι ύστερα πήγαινε με τα πόδια στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της οδού Ρουσταβέλι, όπου εργαζόταν τα τελευταία πέντε χρόνια.
«Λένε ότι θα διώξουν κόσμο», είπε σιγανά ο Λέοντας στον γιο του και γέμισε δυο ποτηράκια με σπιτική βότκα.
«Αυτό το πράμα δεν πίνεται…» μουρμούρισε ο Ξενοφών, ξινίζοντας τα μούτρα του.
«Αλλάζουν φαίνεται τ’ αφεντικά και θα ξεσκαρτάρουν κάμποσους. Σαν να ’ρθε η ώρα να πάρεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά και να κατεβείτε στην πατρίδα».
«Δεν έχει να πάμε πουθενά, πατέρα. Ποιος μας λέει πως στην Ελλάδα θα ναι καλύτερα τα πράματα, δηλαδή;»
Ο Λέοντας ήξερε καλά αυτό το πείσμα. Όταν στύλωνε τα πόδια ο γιος του, δύσκολα άλλαζε γνώμη. Όμως το συννεφιασμένο βλέμμα του άλλα μαρτυρούσε, αφού, όσο περνούσε ο καιρός, πύκνωναν οι δυσκολίες και οι βεβαιότητες γίνονταν όλο και πιο εύθραυστες.
Μονάχα όταν αντίκριζε τη Συμέλα φωτιζόταν το πρόσωπό του Ξενοφώντα· σαν να τρύπωνε μια αχτίδα φωτός στην άχαρη ζωή τους και του ζέσταινε την καρδιά. Βλέποντάς την ν’ ανοίγει την πόρτα τυλιγμένη στο λευκό μάλλινο σάλι, με αναψοκοκκινισμένο το πρόσωπό της, αναγνώρισε σ’ αυτήν το κορίτσι που ερωτεύτηκε. Μια αιθέρια αχλή την αγκάλιαζε, αντίδοτο στην ασχήμια που ροκάνιζε τις ζωές τους. Την παρατηρούσε να βγάζει το μπουφάν και τις βρεγμένες της γαλότσες, φανερά κουρασμένη και καταβεβλημένη από την άνιση μάχη που έδιναν καθημερινά.
Το θάμπος της ομορφιάς της αντέχει ακόμα… σκέφτηκε ο Ξενοφών κι ένα αμυδρό χαμόγελο χάραξε τα χείλη του.
Η Συμέλα τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε ανάμεσα στους άντρες. Ο Λεβάν έπαιζε με ένα παλιό αυτοκινητάκι και η μικρή κρεμόταν από το φουστάνι της γιαγιάς της.
«Τι φτιάνεις μητέρα; Ωραία μυρίζει…»
«Βρήκα λίγα ξιδάτα κι είπα να φτιάξω χαρτσού. Δεν έχουμε όλα τα χρειαζούμενα, αλλά έστω κι έτσι η σούπα θα μας ζεστάνει», απάντησε η Ανατολή, που με το τίποτα μπορούσε να μαγειρέψει την καλύτερη νοστιμιά.
Καθώς έτρωγαν, λιγοστές ήταν οι κουβέντες τους. Στους ζοφερούς καιρούς που ζούσαν, άλλωστε, τίποτα ευχάριστο δεν υπήρχε για να το μοιραστούν. Στο εργοστάσιο περίσσευε ο φόβος και η ανασφάλεια. Στο σχολείο τα παιδιά μαράζωναν στις κρύες αίθουσες. Και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, ολόκληρη τη βδομάδα, μονάχα ο παλιός της δάσκαλος μπήκε, για να δανειστεί ένα βιβλίο του Λόρκα.
«Κι αυτό που δεν ζητώ και δεν μου δίνεις
ας είναι του θανάτου, ούτε έναν ίσκιο στη σάρκα που ριγεί να μην αφήνει», [1]
της απήγγειλε με στόμφο ο Αλεξάντρε Γκβενετάτζε. «Αν με τρομάζει κάτι, είναι ότι κανείς πια σ’ αυτή τη χώρα δεν έχει την παραμικρή ανάγκη ν’ ανατρέξει στην αλήθεια του ποιητή, αγαπητή μου Συμέλα», συμπλήρωσε.
«Η εποχή μας δεν αντέχει τόσο λυρισμό, δάσκαλε».
«Και ο λυρισμός δεν αντέχει αυτή τη φριχτή εποχή, που βαδίζει στο άγνωστο με λασπωμένα άρβυλα, αγαπητή μου»
«Κάνα νέο από τη δουλειά;» ρώτησε ο Ξενοφών, βγάζοντάς την από τις σκέψεις της.
Δεν του απάντησε αμέσως η Συμέλα. Άφησε να κυλήσουν μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα τον κοίταξε στα μάτια:
«Ο αδελφός μου, ο Γιώργος, παίρνει την οικογένεια και πάνε στην Ελλάδα». [2]
«Και η μάνα σας;».
«Και τη μάνα. Δεν πάει άλλο εδώ…» ψιθύρισε.
«Εμείς δεν φεύγουμε. Και ποιος μας λέει ότι θα είναι καλύτερα εκεί;» ύψωσε τη φωνή του ο Ξενοφώντας κι έσπρωξε με βία το πιάτο από μπροστά του, γδέρνοντας τη μαύρη φορμάικα.
Μια παγερή σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο μικρός, σαν να διαισθάνθηκε την ένταση στην ατμόσφαιρα, έμπηξε τα κλάματα.
«Σώπα, Λεβάν. Σώπασε, λιονταράκι μου…» του ψιθύρισε στο αυτί η Συμέλα.
Έσκυψε και τον πήρε συλλογισμένη στην αγκαλιά της. Πώς αναποδογυρίστηκε έτσι η ζωή τους μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο… Πώς θρυμματίστηκε έτσι άξαφνα ο κόσμος τους… Θα κατάφερναν άραγε ποτέ να μαζέψουν τα κομμάτια τους;
Λέων
Νοκ άουτ
Ο Λεβάν – Λέων στα ελληνικά – βρίσκεται υπό την επιρροή του Ερμή Σαραντάκη, του ιδιοκτήτη μιας σχολής πυγμαχίας, όπου η Συμέλα, η μητέρα του Λεβάν, βρίσκει εργασία ως καθαρίστρια. Οι άνθρωποι εκεί είναι αλληλέγγυοι, αλλά η Συμέλα κρατάει αποστάσεις και θέλει να προστατεύσει και τον γιο της από αυτό το περιβάλλον. Ο Λεβάν όμως απομακρύνεται από την οικογένειά του και βρίσκει απάγκιο στη σχολή πυγμαχίας, ανάμεσα σε αυτούς τους ακροδεξιούς και ξενοφοβικούς «μαυροπουκάμισους».
Ιούνιος 2003
Στη μεγάλη τζαμαρία της πρόσοψης δέσποζε με χοντρά μαύρα γράμματα η επωνυμία ΣΧΟΛΗ ΠΥΓΜΑΧΙΑΣ «ΕΡΜΗΣ» και μια μάλλον αλλόκοτη απεικόνιση του φτεροπόδαρου θεού: κάτι ανάμεσα σε Ήφαιστο και Άρη, που έφερνε λίγο και σε Ηρακλή, λαμβανομένου υπόψη του θηριώδους μεγέθους του. Το σίγουρο πάντως ήταν πως μόνο τα φτερά στην περικεφαλαία πρόδιδαν τον αγγελιαφόρο των θεών. Όλα τα άλλα –το υπερβολικά μυώδες σώμα, το άγριο βλέμμα και η επιθετική στάση του σώματος– παρέπεμπαν σε πιο τραχιές μορφές της μυθολογίας.
Δίπλα από την είσοδο, σε μια σιδερένια υποδοχή, ήταν στερεωμένο ένα κοντάρι απ’ όπου κρεμόταν μια ελληνική σημαία με χρυσά γράμματα, από εκείνες τις παλιές, μόνο με τον σταυρό. Το τι ακριβώς αναγραφόταν δεν ήταν εύκολο να το διακρίνει κανείς. Αλλά ένας προσεχτικός παρατηρητής μπορούσε να διαβάσει το σύνθημα «ΥΠΕΡΑΝΩ ΟΛΩΝ Η ΕΛΛΑΣ», σε μια καμπύλη στο πάνω μέρος της.
Η βαριά σιδερένια πόρτα άνοιγε σ’ έναν κατάμαυρο μακρόστενο διάδρομο, επίτηδες θαρρείς σκοτεινό, που οδηγούσε στην ισόγεια αίθουσα του γυμναστηρίου. Μπαίνοντας, ο Λεβάν ένιωσε τα ρουθούνια του να διαστέλλονται· εκείνη η μυρωδιά –ένα κράμα ιδρώτα, κλεισούρας και απλυσιάς– σαν να ενεργοποίησε ξαφνικά τα άγουρα ανδρικά του αντανακλαστικά.
Καμιά δεκαριά άτομα όλα κι όλα βρίσκονταν στην αίθουσα. Έξω είχε από ώρα σκοτεινιάσει και το γυμναστήριο θα έκλεινε κανονικά σε κάνα τέταρτο. Ο Λεβάν κοντοστάθηκε για να παρακολουθήσει δυο μυώδεις τύπους με ξυρισμένα κεφάλια που αντάλλασσαν γροθιές στο ρινγκ, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του προπονητή και ιδιοκτήτη της Σχολής Ερμή Σαραντάκου. Άλλοι τρεις, νεότεροι και σαφώς πιο άπειροι, ασκούνταν στους σάκους. Οι κοφτές ανάσες τους διακόπτονταν από δυνατές κραυγές, που ηχούσαν σαν πολεμικές ιαχές.
«Μη στέκεις σαν τον χάχα, μικρέ. Η μάνα σου μόλις έφυγε».
«Μάλιστα, κύριε Ερμή».
«Και πού ’σαι… Άμα είναι να τη βοηθάς, να ’ρχεσαι πιο νωρίς. Σε λίγο κλείνουμε».
«Μάλιστα, κύριε Ερμή», επανέλαβε ο Λεβάν και βιάστηκε ν’ ανέβει τη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στο μεσοπάτωμα.
Καθώς έμπαινε στα αποδυτήρια, άκουσε τον Σαραντάκο να φωνάζει «Τέλος, παλικάρια». Μετά, έφτασε στ’ αυτιά του κάτι σαν αχός που τον καθήλωσε, αφού αυξανόταν ρυθμικά. Λες και βάραγαν τους σάκους του μποξ με δύναμη, κραυγάζοντας λόγια ακατάληπτα. Οι φωνές τους δημιουργούσαν έναν υπόκωφο βόμβο. Γρήγορα όμως δυνάμωσαν και ο Λεβάν μπόρεσε να καταλάβει μια λέξη: «Λαός». Χτυπήματα. «Στρατός». Ανάσες. Χτυπήματα ξανά. «Εθνικισμός». Τώρα πια το σύνθημα ακουγόταν ξεκάθαρα: «Λαός – Στρατός – Εθνικισμός». Τόσο καθαρά, που ένιωσε το κτήριο να δονείται, απελευθερώνοντας στην ατμόσφαιρα κύματα αδρεναλίνης μουσκεμένα στον ιδρώτα. Κι ύστερα σιωπή. Ώσπου ακούστηκαν οι βαριές πατημασιές τους ενώ ανέβαιναν τη σκάλα.
Ο Λεβάν μάζεψε γρήγορα τις σακούλες των σκουπιδιών που είχε αφήσει η μάνα του και γλίστρησε έξω από τα αποδυτήρια. Καθώς ετοιμαζόταν να βγει από τη Σχολή, μια βραχνή φωνή ακούστηκε από το βάθος.
«Άμα θες να ρίξεις καμιά μπουνιά, μικρέ, έλα στον δάσκαλο. Για τον γιο της Συμέλας είναι τζάμπα», είπε ο Ερμής Σαραντάκος χαμογελώντας αινιγματικά.
Πήγαιναν πια τρία χρόνια που οι Πεχλιβανίδηδες είχαν κάνει τη γνωριμία του Ερμή Σαραντάκου. Η Συμέλα τον αντιπάθησε με την πρώτη ματιά. Το σινάφι του άλλωστε το ήξερε καλά από τη Γεωργία κιόλας, όταν τύποι σαν και του λόγου του ξεφύτρωσαν ξαφνικά πάνω στα ερείπια της κατάρρευσης του παλιού καθεστώτος, πρόθυμοι να τραφούν όπως οι μύγες από τα σκατά. Δεν αναλώθηκαν σε συναισθηματισμούς, δεν ξοδεύτηκαν αναλύοντας τα πώς και τα γιατί, ούτε αφέθηκαν να τους παρασύρει το ορμητικό ρεύμα των πρωτόγνωρων αλλαγών. Στάθηκαν όρθιοι, αρπάζοντας χωρίς ντροπή ό,τι έφτανε το χέρι τους κι ακόμα παραπέρα. Ως εκεί που τους οδηγούσε η βουλιμία τους για δύναμη και εξουσία.
Ήξερε καλά η Συμέλα, λοιπόν, τους ανθρώπους αυτού του φυράματος. Γιατί κι εδώ, στην προσφυγιά, ανθρώπους σαν κι αυτόν έβρισκε συνέχεια μπροστά της. Ασύδοτα αφεντικά, που θεωρούσαν τη χώρα τσιφλίκι τους και το μόνο που καταλάβαιναν ήταν το συμφέρον τους. Τους αναγνώριζε από την περιφρόνηση που διέκρινε στο βλέμμα τους και το σχεδόν πρωτόγονο μίσος τους για οτιδήποτε δεν βολευόταν στα μέτρα τους. Κι όλη αυτή η χυδαιότητα κρυβόταν πάντα καλά πίσω από ένα υποκριτικό προσωπείο χριστιανικής ευλάβειας και αδελφοσύνης, με μπόλικες κορόνες κούφιου πατριωτισμού.
«Ο Ερμής είναι δικό μας παιδί, της εκκλησίας και της οικογένειας. Στηρίζει τον σκοπό μας και βοηθά τους αναξιοπαθούντες συμπατριώτες μας», της είπε ο Ιερόθεος Παναγιώτου στο τηλέφωνο.
Κάποτε η γυναίκα του τους είχε πει κακομοίρηδες. Το αναξιοπαθούντες είναι μια κάποια πρόοδος… σκέφτηκε η Συμέλα. Αλλά δεν έβγαλε τσιμουδιά. Εκείνη τη χρονιά, Μάιος του 2000 ήταν, καμιά προσβολή δεν την άγγιζε, έτσι χαμένη όπως ένιωθε από τα άθλια οικονομικά τους. Ο Ξενοφώντας έκανε όσα μεροκάματα έβρισκε, αλλά χωρίς τον Γιώργο και την καπατσοσύνη του δεν κατάφερνε να καλύψει τις ανάγκες τους. Κι εκείνη, έχοντας χάσει τη μόνιμη δουλειά στο σπίτι και το κατάστημα της οικογένειας Παναγιώτου, βολόδερνε από ’δώ κι από ’κεί, χωρίς τίποτα το σταθερό. Με δυο παιδιά, μάλιστα, δέκα και δώδεκα χρόνων πια, τα έξοδα έτρεχαν κι αυτοί δεν έφταναν…
«Ο Ερμής μπορεί να σου προσφέρει καθημερινή δουλειά. Εγγυήθηκα προσωπικά τόσο για το δικό σου ποιόν όσο και της οικογένειας σας», συμπλήρωσε ο συνομιλητής της, προτού της δώσει τη διεύθυνση της Σχολής Πυγμαχίας.
«Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Ιερόθεε», μουρμούρισε.
«Τον Θεό, καλή μου. Τον Θεό!» απάντησε αυτός, ικανοποιημένος γιατί, έστω και εξ αποστάσεως, διατηρούσε τον ρόλο του προστάτη των δίδυμων αδελφών Καλεμκερίδη.
Η Τριών Ιεραρχών δεν απείχε πολύ από την Ακάμαντος. Όταν η Συμέλα με τον Λεβάν, που την ακολουθούσε απρόθυμα, έφτασαν στο γυμναστήριο, η κάτω αίθουσα ήταν γεμάτη.
Η κοπέλα ζήτησε τον ιδιοκτήτη κι ένας σωματώδης τύπος τούς έδειξε το γραφείο στο βάθος. Αν και η πόρτα ήταν ανοιχτή, προτίμησε να χτυπήσει.
«Μπες και κλείσε», είπε ο άντρας κοιτώντας την εξεταστικά.
Η Συμέλα, παρά το αίσθημα αποστροφής που ένιωσε, κατάφερε να χαμογελάσει αχνά. Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της. Στον μοναδικό τοίχο, απέναντι της, κρεμόταν μια σημαία με τον κέλτικο σταυρό. Το υπόλοιπο δωμάτιο έκλεινε με τζαμαρία, ενώ πάνω στο γραφείο ξεχώριζε ένας μεταλλικός αετός. Εξήγησε βιαστικά ότι ήταν σταλμένη από τον κύριο Ιερόθεο Παναγιώτου.
«Σπάνιος άνθρωπος ο Ιερόθεος. Σπαθί και διαμάντι! Μόνο με τέτοιους Έλληνες θα ξεβρομίσουμε τον τόπο», είπε ο Ερμής Σαραντάκος, σαν να ’θελε να τη δοκιμάσει.
Η Συμέλα κατένευσε, παραμένοντας σιωπηλή.
«Πεχλιβανίδη, ε; Κι από πού κρατάει η σκούφια σας;»
«Πόντιοι είμαστε, από τη Γεωργία».
«Έλληνες!»
«Ναι, φυσικά… Έλληνες».
«Κι ο νεαρός; Πώς σε λένε, μικρέ;»
«Λεβάν τον λένε», πρόλαβε η Συμέλα, πιάνοντας το χέρι του γιου της.
«Τι σόι ελληνικό όνομα είναι το Λεβάν;» δυσφόρησε ο Σαραντάκος.
Μια άβολη σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ώσπου ο μικρός άφησε το χέρι της μάνας του κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Λέοντα λένε τον παππού μου», είπε κοιτώντας τον άντρα κατάματα.
«Λέοντα θα σε λέμε κι εμείς», του απάντησε ο Ερμής χαμογελώντας.
Η Συμέλα αναγνώρισε αμέσως εκείνο το χαμόγελο αυταρέσκειας. Αλλά όσο κι αν ήθελε να τον διαολοστείλει, ευχαρίστησε τον νέο της εργοδότη, βεβαιώνοντάς τον ότι από την επόμενη κιόλας μέρα θα έπιανε δουλειά.
Πολύ πρωί, κατά τις έξι, άντε έξι και τέταρτο, άνοιγε η Συμέλα τη Σχολή Πυγμαχίας. Ο Σαραντάκος, χάρη στις καλές συστάσεις του Ιερόθεου, της εμπιστεύτηκε τα κλειδιά από την πρώτη κιόλας βδομάδα. Με εξαίρεση το γραφείο του. Εκεί η Συμέλα έμπαινε αργά το απόγευμα, όταν επέστρεφε στο γυμναστήριο μετά τη μεσημεριανή διακοπή, για να καθαρίσει τα αποδυτήρια και ν’ αερίσει λίγο το μεσοπάτωμα.
Ο Λεβάν συνόδευε συνήθως τη μάνα του στην απογευματινή βάρδια. Στο σπίτι τους άλλωστε εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς. Η αδελφή του ξημεροβραδιαζόταν στο δώμα που νοίκιαζε η Ίνγκα, λίγα λεπτά με τα πόδια από το δικό τους διαμέρισμα. Τα δυο κορίτσια, η Τάνια και η Σόφικο, είχαν γίνει αχώριστες. Όσο για τον Ξενοφώντα, εκείνο το καλοκαίρι έπιασε και δεύτερη δουλειά, ψήστης σ’ ένα σουβλατζίδικο κάτω από την Ομόνοια, στην οδό Σωκράτους, απ’ όπου ξεμπέρδευε περασμένα μεσάνυχτα.
Άδειο ήταν το διαμέρισμα της οδού Ακάμαντος, λοιπόν. Και η Συμέλα, για να ’χει το κεφάλι της ήσυχο, τραβολογούσε τον δωδεκάχρονο Λεβάν μαζί της στη δουλειά. Ο μικρός, πράγμα περίεργο για τον ατίθασο χαρακτήρα του, ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε. Καθόταν σ’ έναν πάγκο κάτω από το ρινγκ και παρακολουθούσε εκείνους τους δυνατούς άντρες να ιδρώνουν τη φανέλα.
Καμιά φορά, έβγαινε και ο Σαραντάκος από το γραφείο του κι έλεγε στους υπόλοιπους την ίδια πάντα ατάκα, για τον πειράξει: «Να προσέχετε, ρε! Ο μικρός είναι ένας αλλά Λέων!». Κι ύστερα γέλαγε, χτυπώντας τον προστατευτικά στην πλάτη.
Κοκκίνιζε ο Λεβάν από ντροπή, αν και βαθιά μέσα του τον κολάκευε η συμπάθεια που του έδειχνε το αφεντικό. Ο κύριος Ερμής ήταν ένας άντρας με δύναμη και αυτοπεποίθηση. Ένας άντρας που έπιανε την πέτρα και την έστυβε. Ένας ατρόμητος άντρας! Ακριβώς το αντίθετο από τον πατέρα του, δηλαδή, που με τον καιρό η όψη του λες και θάμπωνε. Και οι ώμοι του, εκείνοι οι ώμοι όπου τον ανέβαζε όταν ήταν πιτσιρίκι, σαν να έγερναν τώρα προς τα κάτω.
Μπορεί να ήταν ακόμη άμαθος ο Λεβάν από τη ζωή, όμως καταλάβαινε πως το περασμένο Πάσχα κάτι ράγισε στα θεμέλια του σπιτιού τους. Το ένιωθε στα φερσίματα της μάνας του. Tου θύμιζε πουλί με λαβωμένα φτερά, που δεν μπορεί να πετάξει. Το ένιωθε και στην όψη του πατέρα του, που έδειχνε άβουλος, υποταγμένος στη μοίρα του.
«Άντρες σαν τον Ερμή δεν φοβούνται να παλέψουν και να ματώσουν, για να κερδίσουν αυτό που θέλουν. Όχι σαν κι εσένα, πατέρα. Εσύ την έδιωξες. Γιατί ήσουν δειλός, πατέρα», ήθελε να του φωνάξει. Η μάνα του δεν έφταιγε σε τίποτα. Για τον Λεβάν, η μάνα του ήταν ό,τι πιο αγνό υπήρχε στη ζωή του. Το πιο καθαρό κομμάτι του ίδιου του του εαυτού… Δίχως αυτήν, μόνο σκοτάδι διέκρινε μέσα του. Αυτός την έδιωξε, λοιπόν. Κι όταν επέστρεψε, εκείνος συνέχισε, το ίδιο σκυφτός, να σέρνεται από δουλειά σε δουλειά για πενταροδεκάρες. Αδύναμος. Ηττημένος. Ο πατέρας του ήταν γι’ αυτόν ό,τι δεν ήθελε να γίνει ο ίδιος, καθώς οσφραινόταν τη ζωή στο κατώφλι της εφηβείας. Γι’ αυτό θαύμαζε τον Σαραντάκο. Γιατί έσφυζε από ζωή. Γιατί είχε την κοψιά του άντρα που κερδίζει. Το ένιωσε αυτό ο Λεβάν, μια από τις σπάνιες φορές που ο Ερμής ανέβηκε στο ρινγκ. Έλαμψε τότε ο μεγαλόσταυρος στο στέρνο του και πρόβαλε ρωμαλέα η αρχαία ρήση στην πλάτη του: «ΠΑΣ ΜΗ ΕΛΛΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΣ».
«Ξέρεις τι πάει να πει αυτό, μικρέ; Το ιερό χώμα που πατάμε ανήκει σε μας, όχι στα μιάσματα που μπασταρδεύουν τη φυλή μας. Ξέρεις τι πάει να πει μιάσματα, μικρέ; Εβραίοι, κομμούνια, αναρχικοί και αδελφές. Πρώτα να καθαρίσουμε απ’ αυτούς κι ύστερα να ξεφορτωθούμε τους αράπηδες και τους άπιστους που μαγαρίζουν τον τόπο μας».
Ο Λεβάν τον άκουγε προσηλωμένος. Και δεν θα το κούναγε ρούπι από δίπλα του, αν η Συμέλα δεν τους διέκοπτε.
«Φύγαμε», του είπε απότομα και τον τράβηξε από το μανίκι. Μόλις βγήκαν στην Τριών Ιεραρχών, πρόσθεσε αυστηρά: «Από αύριο θα με περιμένεις στο σπίτι. Δεν έχεις καμιά δουλειά εσύ μ’ όλους αυτούς».
«Εμένα μ’ αρέσει ο κύριος Ερμής, πείσμωσε ο γιος της.
«Και να σ’ αρέσει, μακριά! Αχ, καημένε μου, έτσι και τον άκουγε ο πατέρας σου…»
«Και να τον άκουγε, τι δηλαδή; Τι θα του έκανε ο μπαμπάς;» την προκάλεσε. Κι έπειτα μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του «Όπως κατάντησε…».
«Μην τολμήσεις να ξαναμιλήσεις έτσι για τον πατέρα σου, ακούς; Σε προειδοποιώ!»
Πήγαιναν να πάρουν την Τάνια από το σπίτι της Ίνγκα και στέκονταν στη νησίδα της Πειραιώς. Οι φωνές τους πνίγονταν από τον θόρυβο και τα κορναρίσματα των διερχόμενων αυτοκινήτων. Ο Λεβάν κοίταξε τη μάνα του αμίλητος. Κάτι διέκρινε όμως εκείνη στο βλέμμα του. Κάτι που την ανησύχησε. Γιατί ήξερε αυτή την έκφραση. Την είχε δει στα πρόσωπα των ανθρώπων στη Γεωργία, όταν ταρακουνήθηκαν συθέμελα οι ζωές τους. Άνθρωποι αγρίμια, αποφασισμένοι να επιβιώσουν σ’ εκείνη τη ζούγκλα που ξανοιγόταν μπροστά τους. Τη σιχαινόταν εκείνη την έκφραση. Περισσότερο όμως τη φοβόταν.
«Μείνε μακριά από τον Ερμή Σαραντάκο, Λεβάν. Το καλό που σου θέλω… Και τσιμουδιά στον πατέρα σου, ε;» είπε αποφεύγοντας να κοιτάξει τον γιο της κατάματα.
Ο Λεβάν αποδείχτηκε ένας υποδειγματικά υπάκουος γιος. Έμεινε μακριά από τον Ερμή Σαραντάκο – όσο μακριά, τέλος πάντων, ήταν το σπίτι τους από τη Σχολή Πυγμαχίας της Τριών Ιεραρχών. Σάμπως όμως τον ένοιαζε; Το καλοκαίρι του 2000 δύσκολα κάτι μπορούσε να του κινήσει το ενδιαφέρον. Για καλό ή για κακό, αδιάφορο. Το ευτύχημα ήταν ότι τέλειωνε επιτέλους το Δημοτικό. Η ιδέα πως θα έμπλεκε πάλι με μαθήματα, και μάλιστα πιο δύσκολα, τον φούρκιζε, αλλά την ίδια ώρα ενδόμυχα προσδοκούσε αυτή την αλλαγή.
Στο σπίτι τους δεν έλεγαν πολλά, τα απαραίτητα μόνο. Τι θα φάμε; Αυτό. Τι θα δούμε; Εκείνο. Ο πατέρας του, από τότε ειδικά που έπιασε τη δουλειά στο σουβλατζίδικο, δύσκολα μιλιόταν. Όποτε τον έβλεπε, σπανίως πια είν’ αλήθεια, καθόταν μπροστά από την τηλεόραση. Όταν επέστρεφε αργά το βράδυ, κι ενώ όλοι νόμιζαν ότι ο Λεβάν κοιμόταν, ο μικρός τον παρακολουθούσε από τη χαραμάδα της πόρτας του υπνοδωματίου να σέρνει τα πόδια του, να πλένεται, ύστερα ν’ ανοίγει μια μπίρα και να σωριάζεται στον καναπέ, με τον ήχο της τηλεόρασης χαμηλωμένο. «Τι να σκέφτεται, άραγε;». Αυτό αναρωτιόταν ο Λεβάν, όμως δεν τόλμησε ποτέ να τον ρωτήσει. Ούτε να τον πλησιάσει. Ήταν λες και τύλιγε το σπίτι τους μια καταχνιά… Ώσπου άστραψε και βρόντηξε η μάνα του: «Μακριά από τον Ερμή Σαραντάκο!». Αυτό κι έκανε. Αλλά ένιωθε τώρα ότι ήταν κι αυ- τός, όπως όλοι τους, δεμένος σαν τα ζώα στο μαγκανοπήγαδο μιας πνιγηρής καθημερινότητας, που βύθιζε τη ζωή τους σε μια ατέλειωτη μονοτονία.
Έτσι πέρασαν τρία χρόνια. Ο Λεβάν έριξε κι άλλο μπόι. Όσο μεγάλωνε, τόσο έμοιαζε στη μάνα του. Είχε την ίδια γλυκύτητα στα μάτια, το ίδιο πλατύ χαμόγελο και μια καλοσχηματισμένη μύτη, ολόιδια με τη δική της. Το σκαρί του όμως ήταν του πατέρα του. Όχι του τωρινού, συρρικνωμένου άντρα με τους σκυφτούς ώμους, αλλά ενός αλλοτινού Ξενοφώντα, τότε που ως κομσομόλος διέπρεπε στην ποδοσφαιρική ομάδα νέων της Μεταλούργκι Ρουστάβι. Το σώμα του Λεβάν, αν και αγύμναστο, ήταν νευρώδες, με μια φυσική ρώμη. Αυτό παρατήρησε ο Ερμής Σαραντάκος όταν, έπειτα από καιρό, τον είδε να περνά την πόρτα του γυμναστηρίου του. «Άμα θες να ρίξεις καμιά μπουνιά, μικρέ, έλα στον δάσκαλο», του είχε πει.
Η αλήθεια είναι πως μερικές μπουνιές ήθελε να τις ρίξει, ειδικά στη μούρη κάποιων κωλόπαιδων στο σχολείο που τον φώναζαν «Ρώσο». Αλλά συγκρατιόταν. Πρώτον, γιατί δεν ήθελε μπλεξίματα. Και επιπλέον, γιατί δεν άντεχε την γκρίνια της μάνας του. Για τον πατέρα του δεν τον έκοφτε.
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, τον έκοφτε όλο και λιγότερο. Γιατί δεν ήταν παρά ένα υποταγμένο ανθρωπάκι που βρόμαγε τσίκνα, με μοναδική του διασκέδαση να παρακολουθεί κάτι σαλεμένους στην τηλεόραση να τσακώνονται ως το ξημέρωμα. Ξεφτίλα… σκεφτόταν ο Λεβάν.
Μια φορά κάτι πήγε να πει στη Συμέλα, αλλά εκείνη τον αγριοκοίταξε. «Ντροπή σου!» του είπε. Έτσι έμαθε να μην απαντάει ο Λεβάν. Για το καλό του. Προτιμούσε να τον παρατάνε στην ησυχία του. Όλοι τους.
Όμως μέσα στο καλοκαίρι, ξαφνικά, τα πράγματα ήρθαν τούμπα. Στην αρχή η Συμέλα ένιωσε μια αδυναμία, ωστόσο συνέχισε να πηγαίνει στη Σχολή Πυγμαχίας. «Ένα κρυολόγημα είναι…» είπε, αλλά ζήτησε από τον γιο της να τη βοηθάει καθημερινά στο κουβάλημα των σκουπιδιών. Τρεις μέρες μετά, ψηνόταν στον πυρετό.
«Πνευμονία», διέγνωσε ο γιατρός.
«Καλοκαιριάτικα;»
«Αυτές είναι οι χειρότερες, δυστυχώς, κυρία μου».
Τον Ιούνιο του 2003 το σχολείο είχε κλείσει και ο Λεβάν ήταν εύκαιρος. Άνοιγε λοιπόν τη Σχολή Πυγμαχίας το πρωί, καθάριζε την κάτω αίθουσα και επέστρεφε το απόγευμα για τα αποδυτήρια.
Ο Σαραντάκος τον παρακολουθούσε πίσω από το τζάμι του γραφείου του χωρίς να του απευθύνει τον λόγο. Ώσπου μια μέρα χρειάστηκε να ορμήσει στην αίθουσα, για να θυμίσει σε όλους ποιος ήταν το αφεντικό εκεί μέσα.
«Σειρά» τον αποκαλούσε ο Ερμής. Από τις κουβέντες τους, ο Λεβάν είχε καταλάβει ότι οι δυο άντρες υπηρέτησαν μαζί στις Καταδρομές· σειρά του 1983, καβατζάριζαν δηλαδή σε λίγο τα σαράντα. Ο «Σειράς» είχε πιο βαρύ κορμί από τον Ερμή. Παχύς δεν ήταν, αλλά δεν διέθετε πια το παλιό του σφρίγος. Ούτε και τα παλιά αντανακλαστικά.
Οι νεότεροι το έβλεπαν στον τρόπο που πάλευε στο ρινγκ, αλλά δεν τολμούσαν να τον κοντράρουν. Του μιλούσαν με σεβασμό και ακολουθούσαν χωρίς δεύτερη κουβέντα τα προστάγματά του.
Ο Λεβάν δεν θυμόταν να τον είχε δει ποτέ να γελά. Ούτε καν ένα χαμόγελο δεν χάραζε στο πρόσωπό του. Σαν να τον δηλητηρίαζε μια διαρκής ζοχάδα. Ήταν κουρεμένος με την ψιλή και ο χοντρός λαιμός του πλαισιωνόταν από δύο σημαίες: η μια ελληνική, η άλλη με τον δικέφαλο αετό. Στην πλάτη του είχε χτυπήσει έναν δαφνοστεφανωμένο αητό. Μαίανδροι κύκλωναν τα μπράτσα του, ενώ στο στέρνο του ξεχώριζαν, σταυρωτά, δύο χειροβομβίδες. Έτοιμος να σπάσει κεφάλια ήταν, όπως έλεγε άλλωστε, προτάσσοντας επιθετικά τις γροθιές του. Στο κάθε δάχτυλο είχε χτυπήσει τατουάζ κι από ένα γράμμα: Ε-Λ-Λ-Α-Σ έγραφε η δεξιά· Ε-Θ-Ν-Ο-Σ η αριστερή. Εύκολα τα διάβαζες, ακόμα και κάτω από τους μεταλλικούς κρίκους. Γιατί, μετά την προπόνηση, ο Σειράς φόραγε μια σιδερογροθιά στο δεξί του χέρι.
«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη καύλα απ’ το να βαράω τις σκατόφατσές τους και ν’ ακούω το καύκαλο να σπάζει», κόμπαζε. «Η πατρίδα σε μια γροθιά! Να μη μείνει κεφάλι τουρκόσπορου στη θέση του».
«Αφγανοί δεν ήτανε οι χθεσινοί, ρε Σειρά;» τον πείραξε ο Ερμής.
«Όλοι οι σκύλοι μια γενιά, αδελφέ».
Η αγριάδα στα φερσίματά του ήταν ο λόγος που ο Λεβάν τον απέφευγε. Την τελευταία βδομάδα, που η Συμέλα είχε καθηλωθεί στο κρεβάτι, έκανε τη δουλειά του κι ύστερα έφευγε, το ίδιο σιωπηλά όπως ερχόταν. Στα πειράγματα του Ερμή ανταποκρινόταν με ένα χαμόγελο – αλλά ως εκεί. Με τους υπόλοιπους ούτε είχε, ούτε κι ήθελε να έχει παρτίδες. Πολύ περισσότερο με τον Σειρά, που κυκλοφορούσε ημίγυμνος, ιδρωμένος και αγριεμένος, έτοιμος να πλακωθεί με όποιον τολμούσε να του σηκώσει κεφάλι. Η όψη του είχε κάτι αληθινά τρομακτικό, που θύμιζε διαρκώς στον Λεβάν για- τί έπρεπε να τον αποφεύγει. Νά όμως που έβαλε ο διάολος την ουρά του και, αφηρημένος, έριξε στη μαύρη σακούλα το παγούρι του Σειρά μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια.
Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε. Ένιωσε απλώς ένα χέρι να τον σπρώχνει κι ύστερα είδε το πάτωμα να γεμίζει με σκουπίδια. Η κλοτσιά στα αχαμνά τον γονάτισε. Του κόπηκε η ανάσα κι όλα τριγύρω θόλωσαν.
«Μάζεψέ τα τώρα, ρε αρχίδι, να μάθεις να σέβεσαι! Αυτά σας μαθαίνανε στα μέρη σου; Που τολμάτε να λέγεστε και Έλληνες, ρε γαμημένα κομμούνια του κέρατά, βρομιάρηδες…» ούρλιαζε ο Σειράς μέσα στα μούτρα του Λεβάν.
Κάτι πήγε να ψελλίσει ο νεαρός, αλλά δεν πρόλαβε. Μια δεύτερη κλοτσιά, αυτή τη φορά στα πλευρά, τον έριξε ξανά στο πάτωμα. Σφάδαζε από τον πόνο, αλλά κιχ δεν έβγαλε από το στόμα του. Το ένστικτό του έλεγε πως έπρεπε ν’ αφήσει τον τρελό να ξεθυμάνει, για να μη γίνουν τα πράγμα- τα χειρότερα. Εκείνος όμως, με την παράνοια στο κεφάλι του να γιγαντώνεται, συνέχιζε να τον βρίζει. Ώσπου, παρασυρμένος από το σαλό μυαλό του, ξέφυγε εντελώς. «Δι’ ασήμαντον αφορμήν…» όπως σχολίασε σκωπτικά ο Ερμής Σαραντάκος αργότερα, όταν πλέον το ατυχές συμβάν αποτε- λούσε ένα παρελθόν που ήθελαν όλοι να ξεχάσουν.
«Γαμιέται, ρε, η μάνα σου η Ρωσίδα…» φώναξε ο Σειράς.
Αλλά ξαφνικά, ανάμεσα στις δύο τελευταίες συλλαβές, ένιωσε ένα βουητό στ’ αυτιά. Η γροθιά του Λεβάν τον χτύπησε πρώτα με δύναμη στο πιγούνι. Κι ύστερα, καθώς τα γόνατά του λύγιζαν από την έκπληξη, το γρονθοκόπημα έμοιαζε με απότομες ηλεκτρικές εκκενώσεις. Καίρια χτυπήματα, ατσάλινα και στοχευμένα. Ώσπου εκείνο το γομάρι δεν άντεξε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ένα βουνό από σάρκες, που ξαφνικά φάνταζαν πλαδαρές κάτω από το χλομό φως. Ένας σωρός ανάκατα, ξεθυμασμένα σύμβολα – σημαίες, χειροβομβίδες, μαίανδροι και φτερά αετού. Ό,τι απέμενε από τον τρομακτικό Σειρά βρισκόταν πεταμένο στο πάτωμα του γυμναστηρίου.
Μια βαριά σιωπή έπεσε στην αίθουσα. Κανένας δεν μίλαγε. Μόνο η λαχανιασμένη ανάσα του Λεβάν ακουγόταν και κάποιο αθέλητο βογκητό από τον άντρα που ήταν σωριασμένος μπροστά του.
«…τέσσερα, πέντε, έξι…» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της αίθουσας. Ο Ερμής Σαραντάκος συνέχισε το μέτρημα ανέκφραστος: «…οκτώ, εννέα, δέκα».
«Νοκ άουτ», ψιθύρισε ένας από τους νεαρούς μποξέρ, αλλά ευθύς το μετάνιωσε. Κανείς άλλος δεν μίλησε. Κανείς δεν είχε δικαίωμα να μιλήσει. Κανείς, εκτός από τον αρχηγό.
«Καιρό είχα να δω τόσο δυνατό ντιρέκτ, μικρέ», είπε ο Ερμής και χτύπησε πατρικά τον Λεβάν στον ώμο.
[1] Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ο ποιητής λέει την αλήθεια», από τα Σονέτα τον σκοτεινού έρωτα, μετάφραση Σωτήρη Τριβιζά, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2004.
[2] Σύμφωνα με την απογραφή του 1979, ο ελληνικός πληθυσμός στην ΕΣΣΔ ανερχόταν σε 344.000 άτομα. Ο πραγματικός αριθμός όμως ήταν μεγαλύτερος, καθώς πολλοί δήλωναν την τοπική τους εθνότητα. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, το 1989, δύο χρόνια πριν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Πόντιοι αριθμούσαν μισό εκατομμύριο, από τους οποίους 140.000 ζούσαν στη Γεωργία.
Το βιβλίο
Σταύρος Χριστοδούλου: μαύρο φλαμίνγκο
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2023, 400 σελ., περ. 15 ευρώ
ISBN: 978-960-03-7161-1
Ο συγγραφέας
Ο Σταύρος Χριστοδούλου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στη συνέχεια ακολούθησε τον δρόμο της δημοσιογραφίας. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Hotel National, κυκλοφόρησε το 2016 και ακολούθησαν πολυάριθμα άλλα. Το βιβλίο Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) 2020 και με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κύπρου για εκδόσεις του έτους 2018. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει σε Ρουμανία, Αλβανία, Σερβία και Βουλγαρία. Διηγήματά του έχουν περιληφθεί σε ελληνόφωνες και ξενόφωνες ανθολογίες.
Απόσπασμα: Σταύρος Χριστοδούλου. Παρουσίαση: M. Prinzinger σε μετάφραση Α.Τσίγκα. Φωτογραφίες: εκδόσεις Καστανιώτη. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: