Η Χίος μου τότε και τώρα

Μια περιήγηση με τον Γιώργο Μονογιούδη

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Το 2016 ο συγγραφέας δημοσίευσε στο diablog ένα κείμενο για το γενέθλιο νησί του. Τώρα, δέκα χρόνια αργότερα, ξαναπαίρνει τον μίτο στα χέρια του και επισκέπτεται και πάλι μαζί μας τη Χίο.

Αναδρομή στο 2016

Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που o ιστοτόπος diablog φιλοξένησε κείμενό μου που έγραψα για τη Χίο. Η αρχική ιδέα ήταν της ελληνίστριας Michaela Prinzinger, η οποία, την άνοιξη του 2016 στο Βερολίνο, αν θυμάμαι καλά, με παρότρυνε αυθόρμητα να γράψω κάτι για τον γενέθλιο τόπο μου, τον οποίο εκθείαζα σε φίλους και γνωστούς με πάθος. Αυτό δεν μου είναι άγνωστο. Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους με καταγωγή από τη Χίο ή απλά σύνδεση μ’ αυτήν που μιλάνε για το νησί με ανάλογο συναισθηματισμό. Όταν όμως ξεκίνησα να δουλεύω το κείμενο, η διαδικασία της γραφής με έφερε αντιμέτωπο με διλήμματα που χειριζόμαστε διαφορετικά στον προφορικό λόγο: σε ποιο κοινό απευθύνεται το κείμενο και γιατί; Τι συμπεριλαμβάνω, αλλά και τι αποκλείω από ένα κείμενο ταξιδιωτικού χαρακτήρα, διανθισμένο με ουκ ολίγες βιωματικές αναφορές;

Πυργί

Έχοντας καταευχαριστηθεί τη διαδικασία της συγγραφής, ήρθε η στιγμή της δημοσίευσης, αλλά και της ανατροφοδότησης από το κοινό. Κάτω απ’ τη γερμανική μετάφραση του κειμένου ένας σχολιαστής το εξήρε, αλλά ταυτόχρονα ασκούσε κριτική στην παντελή απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις πρόσφατες πυρκαγιές που είχαν καταστρέψει μεγάλο μέρος του δασικού και αγροτικού κεφαλαίου του νησιού, όπως επίσης και στα αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων που κατέφθαναν εκείνη την εποχή στη Χίο με ό,τι αυτό είχε ως συνέπεια για τους ίδιους αλλά και την τοπική κοινωνία. Η Michaela είχε την ευγένεια να με «υπερασπιστεί» απαντώντας ότι αυτό που μου ζητήθηκε να γράψω ήταν ένα κείμενο προσωπικό, εν είδει εναλλακτικού ταξιδιωτικού οδηγού, και όχι μια καταγραφή της επικαιρότητας, τη δραματικότητα της οποίας ουδέποτε υποτιμήσαμε.

Καλαμωτή
Εμείς και ο κόσμος

Το σχόλιο αυτό με προβλημάτισε, αλλά και με κινητοποίησε να γράψω το παρόν κείμενο ως συνέχεια εκείνου που είχε αναρτηθεί τον Αύγουστο του 2016. Πώς νοηματοδοτούσε την γενέθλια Χίο ο κατά δέκα χρόνια νεότερος εαυτός μου και τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα; Αν θεωρήσουμε ότι τίποτα δεν μένει αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου –τόσο οι τόποι όσο και οι άνθρωποι–, πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε μια σχέση με μέρη που συνδέονται με το παρελθόν μας, μ’ έναν τρόπο συναισθηματικό αλλά όχι νοσταλγικό, ενθουσιώδη αλλά όχι εξωραϊσμένο, πραγματιστικό αλλά όχι μηδενιστικό;

Νομίζω ότι μια απάντηση μπορεί να δοθεί μέσα από τη διερεύνηση της σχέσης μας με την έννοια της αλλαγής. Όταν καταπιάστηκα με τη συγγραφή του κειμένου εκείνου πριν δέκα χρόνια, προσπάθησα να διασώσω στο χαρτί μια εικόνα της Χίου που είχε διυλιθεί μέσα από τα παιδικά μου βιώματα, καλοκαιρινή και αιώνια. Ήταν μια ασυνείδητη επιλογή. Απεναντίας ο αυτοδίδακτος ζωγράφος, χαράκτης, καλλιγράφος και ποιητής Νίκος Γιαλούρης απαθανάτισε στα χαρακτηριστικά του σχέδια γνωστά και άγνωστα μέρη της Χίου επιλέγοντας, μάλλον συνειδητά, να τα αποσυνδέσει από την ανθρώπινη παρουσία και τις δραστηριότητές της. Ίσως με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να τα «διασώσει» από τον αναπόφευκτο εκσυγχρονισμό, τις αλλαγές που συνεπάγεται η μετάβαση από το χθες στο σήμερα και στο αύριο. Τα τοπία του Γιαλούρη είναι καρτποσταλικά, όχι όμως εξευγενισμένα. Αποπνέουν μια ιερότητα παλαιάς εποχής, σπαράγματα της οποίας εντοπίζουμε μέχρι σήμερα εδώ και εκεί. Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς και ραγδαία, προς την καλή αλλά και προς την κακή κατεύθυνση, η επιλογή να ανοίξουμε ή να κλείσουμε τα μάτια, αποτελεί πολιτική πράξη.

Το τραύμα του προσφυγικού

Τέλη Φεβρουαρίου 2020. Τα ΜΜΕ ασχολούνται πρωτίστως μ’ έναν άγνωστο, αλλά επικίνδυνο ιό, ο οποίος ξεκίνησε να διαδίδεται στην Ευρώπη με αφετηρία τα χιονοδρομικά κέντρα των Άλπεων. Η χιακή κοινωνία όμως είναι ανάστατη εξαιτίας ενός ζητήματος μείζονος σημασία για το νησί: η κυβέρνηση σκοπεύει να κατασκευάσει κλειστές δομές φιλοξενίας προσφύγων και προκειμένου να μην επιτρέψει την παρεμπόδιση των σχετικών εργασιών, στέλνει τα ΜΑΤ από την Αθήνα. Τα βίαια επεισόδια που ξέσπασαν, ήταν πρωτοφανή για τα δεδομένα της φιλήσυχης Χίου. Θυμάμαι να συζητάω το θέμα με φιλικά προσκείμενους στους πρόσφυγες φίλους και γνωστούς στην Αθήνα και να προσπαθώ να τους πείσω για τα εν μέρει μη ρατσιστικά κίνητρα της τοπικής κοινωνίας. Η αλήθεια είναι όπως πάντα κάπου στη μέση. Η μαζική διέλευση προσφύγων από τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας αποτέλεσε ένα φαινόμενο κομβικής σημασίας για τον τόπο και τους ανθρώπους του, οι συνέπειες του οποίου δεν έχουν ακόμα αποτιμηθεί επαρκώς. Οι αλλεπάλληλες αφίξεις πρωί και βράδυ, οι πετυχημένες και αποτυχημένες διασώσεις και επαναπροωθήσεις, αυτοί που χάθηκαν και αυτοί που επέζησαν, η οργανωμένη ή ανοργάνωτη εγκατάσταση –προσωρινή πάντα, αφού τα νησιά εκλαμβάνονταν ως σημείο μετάβασης–, οι αλληλέγγυοι και ο εκφασισμός του λόγου, οι αγελαίοι νεαροί που φοβάσαι να συναναστραφείς στον δρόμο και τα γυναικόπαιδα, που σου έρχεται να τα πάρεις αγκαλιά και πολλά, πολλά άλλα. Είναι δύσκολο να επεξεργαστούμε όλα αυτά τα δεδομένα με ακεραιότητα και είναι λίγο άδικο να έχουμε κατασταλαγμένη άποψη εξ αποστάσεως. Όπως μου είπε μια Πολωνή γνωστή μου που δούλευε με πρόσφυγες: «Δεν θέλω να κάνω διακοπές στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου για να μην βλέπω τι περνάνε». Σεβαστό, αλλά και κάπως προβληματικό.

παραθαλάσσιος οικισμός Κεραμεία
Το τραύμα των πυρκαγιών

«Όταν όμως τα χιλιόμετρα αυξάνονται, το τοπίο αγριεύει και τα βουνά διαδέχονται το ένα το άλλο, τα αυτοκίνητα λιγοστεύουν καθώς προσεγγίζουμε ένα απ’ τα πλέον παρθένα μέρη του νησιού». Διαβάζω την πρόταση αυτή που έγραψα πριν δέκα χρόνια και σκέφτομαι ότι στην πάροδο του χρόνου έχω αναπτύξει μια ειδική δεξιότητα: παρατηρώ σε βάθος χρόνου το τοπίο, απ’ το οποίο πέρασε κάποια στιγμή μια οποιαδήποτε πυρκαγιά, και προσπαθώ εμμονικά να εντοπίσω σημάδια επούλωσης: α, αυτό το πεύκο κάηκε μόνο κατά το ήμισυ, εκείνη η συστάδα θάμνων φούντωσε με τις χειμερινές βροχές, οι πλαγιές της Αμανής δεν είναι τόσο μαύρες όσο στα πλάνα που παρακολούθησα με πόνο ψυχής μέσα απ’ τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ένας δικός μου τρόπος να αναζητώ μια χαραμάδα ελπίδας, σχεδόν παιδικός. Σε αντίθεση όμως με το προσφυγικό που εκ των πραγμάτων έχει γεωγραφικό περιορισμό, το τραύμα των πυρκαγιών είναι καθολικό και αντηχεί την κοινή μας αγωνία κάθε καλοκαίρι. Μεταξύ της φωτιάς του Ιουνίου 2025 στα περίχωρα της Χώρας και της φωτιάς του Αυγούστου 2025 στην Αμανή παρατηρούσα απ’ την παραλία της Αγιάς Φωτιάς τη μεγάλη πυρκαγιά της Τουρκίας που κατέκαιγε τα μικρασιατικά παράλια για μέρες και θυμάμαι ακόμα με ακρίβεια αυτό που ένιωθα: μια απάθεια, σαν να είχε παγώσει κάτι μέσα μου, αλλά και ένα δυσοίωνο προαίσθημα ότι την επόμενη φορά μπορεί να έρθει και η δική μου σειρά.

Το πρίσμα της λογοτεχνίας

Σ’ ένα παρόν αλλεπάλληλων κρίσεων που όλα προμηνύουν ένα δυστοπικό μέλλον, η απόδραση στην τέχνη ανακουφίζει, όχι επειδή δίνει άμεσες λύσεις στις προκλήσεις της εποχής, αλλά επειδή τις ερμηνεύει, τις πλαισιώνει και μας επιτρέπει να τις αντιληφθούμε αλλιώς ως υποκείμενα. Η Χίος έχει ευτυχήσει να φιλοξενεί πολλούς ανθρώπους που αντλούν έμπνευση απ’ αυτήν, μεταξύ άλλων τον πολυπράγμονα Γιάννη Μακριδάκη. Δεν θα σχολιάσω την ιδιότητά του ως καλλιεργητή ή τη δράση του ως ενεργό πολίτη, διότι εμένα προσωπικά με αφορά ο ρόλος του ως λογοτέχνη που επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο εγώ αντιλαμβάνομαι τη Χίο. Ο Μακριδάκης καταπιάστηκε για πολλά χρόνια με τη φύση, την ανθρωπογεωγραφία και την ιστορία της Χίου, προτού ξεκινήσει να εκδίδει τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα. Ένα απ’ τα χαρακτηριστικά του έργου του είναι η συνύφανση της μυθοπλασίας με την εντοπιότητα: υπαρκτά μέρη, άνθρωποι και γεγονότα της Χίου αποτελούν πηγή έμπνευσης για να ειπωθούν ιστορίες πανανθρώπινες. Συνεπώς, πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο γεωγραφικός αυτοεγκλωβισμός. Παρ’όλ’αυτά, το έγκλημα πάθους του Γιώργη Πέτικα στον «Ανάμιση ντενεκέ», το πένθος του μοναχού Βικέντιου στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» ή το queer βίωμα του Κωνσταντή στο «Ήλιος με δόντια» μετατράπηκαν σε πρίσματα, μέσω των οποίων εγώ προσωπικά ανακάλυψα πολλές νέες Χίους.

Το πρίσμα της σύγχρονης τέχνης

Αντίστοιχα ο οργανισμός ΔΗΩ, το εικαστικό εγχείρημα του επιμελητή Άκη Κόκκινου, προσκαλεί τα τελευταία έξι χρόνια καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο να δημιουργήσουν και να παρουσιάσουν έργα εμπνευσμένα από τα παράλληλα σύμπαντα της Χίου: τη ναυτοσύνη της Λαγκάδας, το οθωμανικό παρελθόν του Κάστρου, τη μεσαιωνική ρυμοτομία των Μαστιχοχωρίων ή τον περίκλειστο μικρόκοσμο του Κάμπου. Σκοπός όμως δεν είναι να αναπαραχθεί μια στερεοτυπική θεώρηση των τόπων αυτών, αλλά να τους αξιοποιήσει ως φιλόξενα περιβάλλοντα για να αφηγηθεί αρχέτυπα ζητήματα, όπως τον ανικανοποίητο έρωτα και τη χαμένη παιδική ηλικία, την αντιπαραβολή μνήμης/λήθης και την αναπόφευκτη φθορά στην πάροδο του χρόνου ή την πατρική φιγούρα ως σύμβολο εξουσίας και απουσίας. Το ραντεβού ανανεώνεται κάθε καλοκαίρι, όταν στην έκθεση και τις παράλληλες δράσεις διασταυρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος, αποτελούμενο από δωρητές, καλλιτέχνες, φιλόμουσους, τοπικές κοινότητες και άλλους.

Πελινναίο
Αντί επιλόγου

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του κατ’ επιλογή Χιώτη Philippe Ressing (1954-2026). Δεν τον γνώρισα ποτέ προσωπικά, αλλά σ’ εκείνον οφείλω μια νέα ματιά του γενέθλιου τόπου μου που νόμιζα ότι γνωρίζω καλά. Μέσω του blog του ανακάλυψα τη Χίο της γερμανικής Κατοχής, μιας εποχής τόσο κοντινής και καθοριστικής, που έχει όμως αποσιωπηθεί συλλογικά. Το μνημείο του αντιστασιακού Ιάσωνα Καλαμπόκα στο κέντρο της Χώρας συμβολίζει τις αντιφατικές πτυχές της ιστορίας ενός τόπου, αλλά και της διαλογικής συνύπαρξης αυτών: η μπροστινή πλευρά εξυμνεί τον ηρωισμό του πεσόντα, ενώ η πίσω αποτελεί την ταφόπλακα ενός Ναζί. Η μία δεν αναιρεί, αλλά συμπληρώνει την άλλη. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τη σχέση μου με τη Χίο στην πάροδο του χρόνου.


σύνδεσμοι
Γιάννης Μακριδάκης, βιογραφικό και τίτλοι εδώ. Κάνοντας κλικ στα βιβλία εμφανίζονται οι κριτικές
ΔΗΩ, άρθρο εδώ (ΒΗΜΑ, 1/8/2023) και στο Instagram εδώ
Ιστοσελίδα του Philippe Ressing (στα DE) εδώ


Ο συγγραφέας

Ο Γιώργος Μονογιούδης γεννήθηκε στη Χίο, αλλά ενηλικιώθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία στην Αθήνα, την Ιένα και το Τύμπινγκεν. Με αφορμή το διδακτορικό του στο Λονδίνο έζησε οκτώ μήνες στο Βελιγράδι. Από το 2015 εργάζεται στο Μορφωτικό/Πολιτιστικό Τμήμα της γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, ενώ αποτελεί ιδρυτικό μέλος του Σωματείου Culture for Change (CforC). Τον απασχολούν τα ζητήματα ταυτότητας, μνήμης και όχι μόνο.

Κείμενο και φωτογραφίες: Γιώργος Μονογιούδης. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε