Εφτά ιστο­ρί­ες της άνοι­ξης

Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Λυγγούρη

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Το diablog.eu έχει παρουσιάσει επανειλημμένα στις σελίδες του τον σκηνοθέτη Νίκο Λυγγούρη. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων τού πολυτάλαντου δημιουργού.

Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2024

Bιβλιοκριτική της Άννας Λαμπαρδάκη
Οι Εφτά ιστο­ρί­ες της άνοι­ξης του Νί­κου Λυγ­γού­ρη εί­ναι η δεύ­τε­ρη συγ­γρα­φι­κή του από­πει­ρα στον χώ­ρο της πε­ζο­γρα­φί­ας. Πρό­κει­ται για εφτά δι­η­γή­μα­τα που το κα­θέ­να συν­θέ­τει ένα αυ­τό­νο­μο αφη­γη­μα­τι­κό σύ­μπαν με δια­κρι­τά ει­δο­λο­γι­κά, θε­μα­τι­κά και υφο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.
Το πρώ­το ανα­φέ­ρε­ται στην ιστο­ρία ενός δρα­μα­τι­κού έρω­τα ανά­με­σα στον αφη­γη­τή και την εν­δυ­μα­το­λό­γο Φη­μο­νόη στο Βε­ρο­λί­νο. Το δεύ­τε­ρο πε­ρι­λαμ­βά­νει τέσ­σε­ρις επι­στο­λές του ζω­γρά­φου Κλοντ Λο­ρέν προς τον Ρα­κί­να το 1674 και έχει τί­τλο Λι­μά­νι κα­τά την Ανα­το­λή του ήλιου από το ομό­τι­τλο ζω­γρα­φι­κό έρ­γο του που κο­σμεί το εξώ­φυλ­λο του βι­βλί­ου. Το τρί­το με τί­τλο Αση­μέ­νιος κα­θρέ­φτης νυ­χτε­ρι­νού φω­τός ανα­φέ­ρε­ται στην πε­ρι­πέ­τεια ενός Έλ­λη­να φοι­τη­τή που χά­νει τη μνή­μη του και την ξα­να­βρί­σκει με τη βο­ή­θεια φι­λι­κών προ­σώ­πων, ενός μα­γι­κού κα­θρέ­φτη και ενός Γερ­μα­νού βαρ­κά­ρη στο “νη­σί των Πα­γω­νιών” στο Βε­ρο­λί­νο. Στο τέ­ταρ­το δι­ή­γη­μα με τον αι­νιγ­μα­τι­κό τί­τλο Χρυ­σοί ου­ρα­νοί, αντι­κεί­με­νο αφή­γη­σης εί­ναι η ιστο­ρία ενός Ρώ­σου μυ­στι­κι­στή κα­τά τη δε­κα­ε­τία του ’80 που, με­τά από έναν δια­ψευ­σμέ­νο έρω­τα στο Βε­ρο­λί­νο, κα­τα­λή­γει ιδιο­φυ­ής μα­θη­μα­τι­κός στο πα­νε­πι­στή­μιο της Πε­τρού­πο­λης. Στο πέμ­πτο δι­ή­γη­μα με τί­τλο Λε­ο­νάρ­ντο Ντα Νο­βά­λις ο Λε­ο­νάρ­ντο Ντα Βίν­τσι και ο ποι­η­τής Νο­βά­λις συ­να­ντιού­νται με έναν πα­ρά­δο­ξο τρό­πο στη συ­ζή­τη­ση ενός Γερ­μα­νού κα­θη­γη­τή Πα­νε­πι­στη­μί­ου φι­λο­σο­φί­ας με τους φοι­τη­τές του το 2014 στο Μό­να­χο. Στο έκτο δι­ή­γη­μα με τί­τλο Το κο­ρί­τσι με την πα­πα­ρού­να ο ανα­γνώ­στης πα­ρα­κο­λου­θεί την επί­σκε­ψη ενός Γερ­μα­νού ζω­γρά­φου με τη γυ­ναί­κα του στην Αθή­να του 1904 εν μέ­σω αμ­φι­βο­λιών για τον πρό­σφα­το γά­μο του και απροσ­δό­κη­των συ­να­ντή­σε­ων που ση­μα­δεύ­ουν αυ­τό το τα­ξί­δι. Στο έβδομο και τε­λευ­ταίο δι­ή­γη­μα με τί­τλο Το μαύ­ρο τρια­ντά­φυλ­λο ο ανα­γνώ­στης δια­βά­ζει ένα γοη­τευ­τι­κό πα­ρα­μύ­θι για τη συ­νά­ντη­ση ενός μαύ­ρου τρια­ντά­φυλ­λου με τον Χρό­νο στις όχθες του Ευ­φρά­τη.

Όπως προ­κύ­πτει και από τις πα­ρα­πά­νω σύ­ντο­μες ανα­φο­ρές, οι υπο­θέ­σεις των πε­ρισ­σο­τέ­ρων ιστο­ριών δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στην Γερ­μα­νία (Βε­ρο­λί­νο ή Μό­να­χο), χώ­ρα δια­μο­νής του συγ­γρα­φέα, και στην Ελ­λά­δα, χώ­ρα κα­τα­γω­γής του, με εξαί­ρε­ση το επι­στο­λι­κό δι­ή­γη­μα και το πα­ρα­μύ­θι. Επί­σης με εξαί­ρε­ση το επι­στο­λι­κό δι­ή­γη­μα και Το κο­ρί­τσι με την πα­πα­ρού­να οι άλ­λες ιστο­ρί­ες ανα­φέ­ρο­νται στον σύγ­χρο­νο κό­σμο από τη δε­κα­ε­τία του ’80 μέ­χρι και σή­με­ρα.
Κά­θε δι­ή­γη­μα χω­ρί­ζε­ται σε επι­μέ­ρους κε­φά­λαια με αντί­στοι­χους τί­τλους και η αφή­γη­ση εί­ναι συ­νή­θως γραμ­μι­κή με εγκι­βω­τι­σμούς πα­ρέν­θε­των δι­η­γή­σε­ων, συ­χνά πρω­το­πρό­σω­πων, ή επι­μέ­ρους ιστο­ριών που ανα­πτύσ­σο­νται πα­ράλ­λη­λα ή εντός της βα­σι­κής ιστο­ρί­ας και φω­τί­ζουν πλευ­ρές των προ­σώ­πων ή εξη­γούν σχέ­σεις και επι­λο­γές τους. Η ροή της αφή­γη­σης εί­ναι κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή, αφού η εστί­α­ση σαν κά­με­ρα πλη­σιά­ζει ή απο­μα­κρύ­νε­ται από τα πρό­σω­πα και τα γε­γο­νό­τα κα­τά πε­ρί­πτω­σιν, και αξιο­ποιεί­ται ο διά­λο­γος, ως τρό­πος αφή­γη­σης, που επι­με­ρί­ζει σε σκη­νές και ενι­σχύ­ει την δρα­μα­τι­κή έντα­ση. Ακό­μη, η αφή­γη­ση εμπε­ριέ­χει αφε­νός σα­φή επι­σή­μαν­ση του χρό­νου και της δια­δο­χής του, αφε­τέ­ρου η κί­νη­ση των προ­σώ­πων και η πε­ρι­γρα­φή των χώ­ρων ορ­γα­νώ­νε­ται με σκη­νο­γρα­φι­κή πλη­ρό­τη­τα. Οι εξω­τε­ρι­κοί χώ­ροι, δη­λα­δή ιστο­ρι­κοί δρό­μοι πό­λε­ων, δη­μό­σια πάρ­κα, λί­μνες, πο­τά­μια, φυ­σι­κά το­πία εξαι­ρε­τι­κής ομορ­φιάς εν μέ­σω άνοι­ξης, αρ­χι­τε­κτο­νι­κά κτί­σμα­τα ιστο­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα ή ιδιαί­τε­ρης αι­σθη­τι­κής αξί­ας, πε­ρι­γρά­φο­νται με ενάρ­γεια και λυ­ρι­κή διά­θε­ση. Αντί­στοι­χα οι εσω­τε­ρι­κοί χώ­ροι, δια­με­ρί­σμα­τα, δω­μά­τια, γρα­φεία ή χώ­ροι συ­νά­ντη­σης και ψυ­χα­γω­γί­ας πε­ρι­γρά­φο­νται με ακρι­βείς και λε­πτο­με­ρείς ανα­φο­ρές σε έπι­πλα και αντι­κεί­με­να με ει­δι­κό καλ­λι­τε­χνι­κό αλ­λά και συμ­βο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα, όπως μα­γι­κοί κα­θρέ­φτες, κη­ρο­πή­για, βι­βλία, κου­τιά, υφά­σμα­τα, ιδιό­μορ­φες δια­κο­σμη­τι­κές κα­τα­σκευ­ές, πο­λύ­τι­μες πέ­τρες, υπο­βάλ­λο­ντας μια ανά­λο­γη κά­θε φο­ρά πε­ριρ­ρέ­ου­σα ατμό­σφαι­ρα.
Εντός αυ­τών των χώ­ρων κι­νού­νται τα πρό­σω­πα, οι χα­ρα­κτή­ρες των ιστο­ριών, πρω­τεύ­ο­ντες ή δευ­τε­ρεύ­ο­ντες. Κά­ποιοι από αυ­τούς εί­ναι επι­νοη­μέ­νοι μέ­σω της μυ­θο­πλα­στι­κής δια­δι­κα­σί­ας ή εν­δε­χο­μέ­νως οι­κεία προς τον συγ­γρα­φέα πρό­σω­πα, και άλ­λοι εί­ναι ιστο­ρι­κά πρό­σω­πα και ο τρό­πος συ­νά­ντη­σής τους συ­χνά στην ίδια αφή­γη­ση εί­ναι αρι­στο­τε­χνι­κός. Συ­νή­θως εί­ναι άν­θρω­ποι ευά­λω­τοι ψυ­χο­λο­γι­κά, επι­στή­μο­νες ή καλ­λι­τέ­χνες, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση πνευ­μα­τώ­δεις και φι­λό­τε­χνοι, με ανη­συ­χί­ες φι­λο­σο­φι­κού ή και με­τα­φυ­σι­κού χα­ρα­κτή­ρα, προ­ση­λω­μέ­νοι με πά­θος σε ό,τι υπη­ρε­τούν ή αγα­πούν. Δεν εί­ναι τό­σο οι ίδιοι όσο οι συ­να­ντή­σεις τους που πρω­τα­γω­νι­στούν και υπο­κι­νούν τη δρά­ση ως πυ­ρή­νες της πλο­κής και της εξέ­λι­ξης της υπό­θε­σης.
Αυ­τό, όμως, που σε συν­δυα­σμό με τα πα­ρα­πά­νω προσ­δί­δει ένα ιδιαί­τε­ρο στίγ­μα στην αφή­γη­ση των συ­γκε­κρι­μέ­νων ιστο­ριών εί­ναι η πλαι­σί­ω­σή της με πλη­ρο­φο­ρί­ες που ο συγ­γρα­φέ­ας αντλεί από την Ιστο­ρία, τις Τέ­χνες, κυ­ρί­ως μου­σι­κή, ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, από τις Θε­τι­κές Επι­στή­μες, από τη θρη­σκευ­τι­κή και πο­λι­τι­κή Φι­λο­σο­φία δια­φο­ρε­τι­κών επο­χών, τη μυ­θο­λο­γία, κυ­ρί­ως την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή, από την Ψυ­χα­νά­λυ­ση, από τη θρη­σκεία και τη Θε­ο­σο­φία, από την αλ­χη­μεία, αλ­λά και την προ­σω­πι­κή μνή­μη των ηρώ­ων του. Συ­χνά μά­λι­στα στη ροή της αφή­γη­σης εν­σω­μα­τώ­νο­νται αυ­τού­σιες φρά­σεις ή χω­ρία ποι­η­τών, λο­γο­τε­χνών ή φι­λο­σό­φων, κεί­με­να εντός των κει­μέ­νων, που σαν βό­τσα­λα σε υδά­τι­νη επι­φά­νεια δη­μιουρ­γούν ομό­κε­ντρους κύ­κλους υπόρ­ρη­των υπαι­νιγ­μών και συμ­βο­λι­σμών. Όλο αυ­τό το υλι­κό, που πλαι­σιώ­νει εί­τε τη βα­σι­κή εί­τε τις επι­μέ­ρους ιστο­ρί­ες, μυ­εί τον ανα­γνώ­στη σε πα­ράλ­λη­λους κό­σμους εντός των οποί­ων ανα­πτύσ­σο­νται τα θε­μα­τι­κά μο­τί­βα των ιστο­ριών.
Έτσι στις ιστο­ρί­ες της άνοι­ξης το μο­τί­βο του φω­τός, κυ­ρί­αρ­χο, ανι­χνεύ­ε­ται έμ­με­σα ή άμε­σα με ποι­κί­λους υπαι­νι­κτι­κούς ή εμ­φα­νείς τρό­πους και μορ­φές. Άμε­σα ως απολ­λώ­νεια μοί­ρα, ως ζω­γρα­φι­κό ηλια­κό φως, ως φλό­γα σε ομι­λού­ντα κα­θρέ­φτη, ως κα­το­πτρι­κό φως στη σκο­τει­νή νορ­βη­γι­κή κω­μό­πο­λη, ως εμ­μο­νι­κό φως του Ακε­να­τόν και του Λε­ο­νάρ­ντο ντα Βίν­τσι, ως μου­σι­κή ή ως ου­ρά­νια σο­φία των αριθ­μών. Άμε­σα ως κο­σμι­κή ύλη, άτο­μο μα­ζί και κυ­μα­τι­σμός, ως Βό­ρειο Σέ­λας του Βορ­ρά, ως με­τα­μορ­φω­τι­κή ηλιο­φά­νεια στο πάρ­κο των πα­γω­νιών του Βε­ρο­λί­νου ή ως εκτυ­φλω­τι­κός ήλιος στην Ακρό­πο­λης των Αθη­νών. Σε ένα δεύ­τε­ρο επί­πε­δο ως γε­νε­σιουρ­γός δύ­να­μη της ζω­ής, ενο­ρα­τι­κή εσω­τε­ρι­κή φλό­γα της νό­η­σης και της ψυ­χής, μνή­μη και αλή­θεια. Απέ­να­ντί του το μο­τί­βο του σκό­τους και της σκιάς, ως βά­ρος της αν­θρώ­πι­νης ύπαρ­ξης, ως διά­ψευ­ση, από­γνω­ση, φό­βος κι ενο­χή, πό­νος και πέν­θος, λή­θη, εκού­σια ή ακού­σια άρ­νη­ση της ζω­ής. Κι ανά­με­σά τους ο έρω­τας κι ο θά­να­τος, η σο­φία και η πλά­νη, το κο­σμι­κό και το από­κο­σμο, η ζωή και το όνει­ρο. Κα­τα­λύ­της όλων ο χρό­νος ως όριο ύπαρ­ξης και ως αλ­λη­γο­ρία.
Η ανά­πτυ­ξη αυ­τών των μο­τί­βων ου­σια­στι­κά ανα­δει­κνύ­ει τις κύ­ριες θε­μα­τι­κές των ιστο­ριών, με προ­ε­κτά­σεις φι­λο­σο­φι­κού, ψυ­χο­λο­γι­κού, ιστο­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Δια­μορ­φώ­νε­ται ένας αφη­γη­μα­τι­κός καμ­βάς εντός του οποί­ου ο ανα­γνώ­στης, πα­ράλ­λη­λα με την διε­ρεύ­νη­ση στο πε­δίο του ψυ­χο­λο­γι­κού υπο­στρώ­μα­τος και των σχέ­σε­ων των ηρώ­ων, γί­νε­ται κοι­νω­νός μιας «ποι­η­τι­κής» μυ­θο­λο­γί­ας που ως κι­βω­τός δια­σώ­ζει με τη μορ­φή πο­λύ­τι­μων ψη­φί­δων ήχους και γρα­φές του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού. Και, το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, ιχνη­λα­τεί ερω­τή­μα­τα γύ­ρω από την αν­θρώ­πι­νη ύπαρ­ξη και τη σχέ­ση της με το οι­κείο και το ανοί­κειο, το υλι­κό και το άυ­λο, το ορα­τό και το αό­ρα­το, με τον κό­σμο και με τον χρό­νο. Με κά­θε σκιά που βα­ραί­νει, με κά­θε φλό­γα που καί­ει και με­τα­μορ­φώ­νει ως πε­πρω­μέ­νο την αν­θρώ­πι­νη ζωή.

Πυθία και κόκκινος λύκος © Ν. Λυγγούρης

Απόσπασμα από το πρώτο διήγημα της συλλογής
ΦΗΜΟΝΟΗ
I. Η γλυκιά κατάσταση

Αρχές της δεκαετίας του 1980 έπιασα δουλειά βοηθός σκηνοθέτη σε μια ταινία που θα γυριζόταν στον Μόναχο. Ζώντας στο Βερολίνο πηγαινοερχόμουνα κατά την διάρκεια της προετοιμασίας ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Η δουλειά ήταν κουραστική, την έκανα για τον βιοπορισμό, αλλά είχε και ωραίες πλευρές. Μία από αυτές ήταν η συνεργασία με το τεχνικό προσωπικό: μακιγιέρ, φωτογράφοι, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, αμπιγιέζ.
Από μικρός είχα μια αγάπη για τα χειροτεχνικά επαγγέλματα. Μπορούσα με τις ώρες να χαζεύω τον ξυλουργό να δουλεύει με την πλάνη τις σανίδες ενώ γύρω του χόρευαν στο φως τα ροκανίδια. Το ίδιο μου συνέβαινε όταν έβλεπα τους σιδηρουργούς να σφυρηλατούν σίδερα στο αμόνι, τους μπαρμπέρηδες να χτενίζουν κι αρωματίζουν φρεσκοκομμένα γένια και μουστάκια, τους παπουτσήδες να αλλάζουν σόλες, τους χρυσοχόους να δουλεύουν το δισκοπρίονο, τους οικοδόμους να συγκολλούν μεταξύ τους τα τούβλα, τους ελαιοχρωματιστές να βάφουν πόρτες και παράθυρα, τους τυπογράφους, τους στοιχειοθέτες και τους βιβλιοδέτες να κατασκευάζουν βιβλία.
Οι μεθοδευμένες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις τους, η μουσική των ήχων ενώ δούλευαν είχαν κάτι το καθησυχαστικό που δεν σήκωνε αντιρρήσεις και που θύμιζε τον θεό δημιουργώντας τον κόσμο. Ενώ τους παρατηρούσα ένιωθα ένα είδος χαλαρωτικής ημινάρκωσης όπως όταν σου κάνουν μασάζ και της είχα δώσει κι ένα όνομα: «Η γλυκειά κατάσταση.»
Πάνω απόλα με έλκυε η τέχνη της κοπτικής και της ραπτικής. Υπήρχε μία εξήγηση. Όταν ήμουνα μικρός η μητέρα μου έπρεπε να εγχειριστεί στο στομάχι, πράγμα που απαιτούσε μακρόχρονη μετεγχειρητική ανάπαυση. Ο πατέρας μου δούλευε. Έτσι με έδωσαν στην κόρη μιας θείας μου. Η Νίκη, μοδίστρα, έμενε σε ένα ημιυπόγειο που ένα τμήμα του είχε μεταμορφωθεί σε εργαστήριο. Στον μεγάλο χώρο, γεμάτο κούκλες, τραπέζια, ραπτομηχανές, κουβαρίστρες, ψαλίδια, μεζούρες, βελόνες, καρφίτσες, πατρόν, κάμποτα κι όλων των ειδών τα υφάσματα η Νίκη έκοβε κι έραβε με την βοήθεια δύο βοηθών, ενώ μια χοντρή γάτα πηδούσε από δω κι από κει και το κουδούνι χτύπαγε συνεχώς: πελάτισσες η πλασιέ υφασμάτων. Ήμουνα στην χώρα των θαυμάτων. Όταν η μητέρα μου έγινε καλά και με ξαναπήραν σπίτι, μην πω πόσο στενοχωρήθηκα.
Κατανοητή λοιπόν η περιέργειά μου να γνωρίσω την βοηθό ενδυματολόγο της ταινίας με την οποία είχα ραντεβού μέσα Μαΐου.
Ήταν μια λαμπρή μέρα. Στα καταπράσινα πλατάνια της λεωφόρου Κουρφυρστεντάμ κελαηδούσαν ψαρόνια και σπουργίτια ενώ κάτω από τον ίσκιο τους πλήθος ποδηλατιστών πήγαιναν για κολύμπι στις λίμνες που βρίσκονταν στις δυτικές συνοικίες της πόλης.
Την περίμενα σ’ ένα καφέ κάτω από πανύψηλα δέντρα στη βόρεια πλευρά της πλατείας Λούντβιχ Κιρχ απέναντι στην νεογοτθική εκκλησία με τις πρασιές της γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια και με το στρογγυλό σιντριβάνι της να εκτοξεύει τα διάφανα νερά του.
Την είδα να καταφτάνει και ξάφνου όλο το μαγιάτικο σκηνικό σκοτείνιασε.
Ήταν πανέμορφη. Ξανθά μαλλιά με τοπάζ ανταύγειες στο φως όταν έγερνε το κεφάλι της προς τα αριστερά, πράσινα μάτια και ακατανίκητα λακάκια που όταν γελούσε απογείωναν την σαγήνη της.
Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό μεταξωτό μπλουζάκι κι ένα λευκό φουστάνι με μεγάλα μαύρα λουλούδια. Ήταν γήινη και μαζί αέρινη και πιο όμορφη από την Κατρίν Ντενέβ στις Ομπρέλες του Χερβούργου.
Την έλεγαν Φημονόη.
Η ταινία που προετοιμάζαμε ήταν ένα μιούζικαλ βασισμένο στην Βασίλισσα του χιονιού του Άντερσεν. Μου έδωσε ένα χοντρό τετράδιο με σχέδιά και χρώματα που είχε φτιάξει. Όλα ήταν προϊόντα εξαιρετικής έμπνευσης και μεγάλου πλούτου ιδεών. Η ίδια ήταν η προσωποποίηση του ενθουσιασμού. Μιλούσε ακατάπαυστα. Είχε να πει τόσα πολλά που δεν ολοκλήρωνε τις φράσεις της. Ήταν γεμάτη ιδέες που τις ανέπτυσσε χωρίς τελεία και παύλα, μην παίρνοντας ανάσα, τόσο που νόμιζες ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεψυχούσε. Αυτά που έλεγε ήταν πρωτότυπα αλλά και απλά, πήγαιναν κατευθείαν στην ουσία του πράγματος. Ενώ μιλούσε, καμιά φορά διέκοπτε την ομιλία για να ξεσπάσει σε γέλια. Ήμουνα μάρτυρας μιας αδάμαστης ενέργειας, ενος χείμαρρου της άνοιξης. «Οι οργισμένες ρεματιές που δέρνονται / Πιο φοβερά απ’ τις καταιγίδες, πιότερο / Από τις μπόρες μπορούν ν’ αναστατώνουν» είχα διαβάσει στον Πάστερνακ, κι οι στίχοι του λες κι ήταν γραμμένοι γι αυτήν.
Η ιδιαιτερότητα της ταινίας που θα γυρίζαμε ήταν ότι τα κοστούμια δεν θα έπρεπε να είναι ούτε πρέτ ά πορτέ ούτε μαζεμένα από φίλους και γνωστούς ούτε από αποθήκες με στοκ κοστουμιών. Τα κοστούμια θα ράβονταν. Κι επειδή η Φημονόη είχε βρεί στο Βερολίνο ένα εργαστήρι που έραβε σε μισή τιμή, είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό διαμέρισμα για όσο καιρό θα διαρκούσε η προετοιμασία της ταινίας.
Η μελλοντική μου συνεργάτιδα είχε σπουδάσει σχέδιο μόδας στο Λονδίνο, στη συνέχεια ολοκλήρωσε μια μαθητεία στον οίκο του Χούγκο Μπος και τώρα άνοιγε τα φτερά της. Ήταν η πρώτη της ταινία. Την δουλειά στον κινηματογράφο την θεωρούσε υποδεέστερη. Το κορίτσι ονειρευόταν να γίνει δεύτερη Κοκό Σανέλ, να σπάσει όπως κι εκείνη τους επικρατούντες κώδικες και να βρει ένα νέο τρόπο να εκφραστεί. Η εποχή ήταν ευνοική, τα 80s ήταν μια δεκαετία όπου το στυλ έπαιζε μεγάλο ρόλο.
«Τι γνώμης είσαι εσύ για την Κοκό Σανέλ, κύριε βοηθέ;» με ρώτησε κάποια στιγμή ύστερα από τον τέταρτο καφέ και το τρίτο κέικ αμυγδαλωτού κοιτάζοντας ένα αυθάδικο σπουργίτι που είχε ανέβει στο τραπέζι μας για να τσιμπολογήσει τρίμματα.
«Δεν ξέρω από μόδα», της είπα «αλλά πάντα με μάγευε η ραπτική» – και της διηγήθηκα την παραμονή μου ως παιδί στο σπίτι της Νίκης.
Τα μάτια της έλαμψαν.
«Τότε είναι καιρός να ανοίξεις ένα νέο κεφάλαιο στην σχέση σου με τον κόσμο των υφασμάτων», είπε και μου ανακοίνωσε ότι το Σαββατοκύριακο θα συμμετείχε στο Μόναχο σε μια εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο όπου νεαροί σχεδιαστές και σχεδιάστριες θα έδειχναν τη δουλειά τους.
«Έρχεσαι;»
«Ναι», είπα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Όταν επέστρεψα σπίτι, πήρα αμέσως τηλέφωνο το γραφείο εύρεσης συνεπιβατών για Μόναχο.

Τρεις μέρες αργότερα παρακολουθούσα θηλυκά κι αρσενικά μοντέλα να παρελαύνουν πάνω στην πασαρέλα του ξενοδοχείου «Οι τέσσερις εποχές.»
Η αίθουσα ήταν τίγκα. Φίλοι και γνωστοί, συγγενείς αλλά και κάποιοι δημοσιογράφοι. Όρθιος σε μια γωνιά  προσπαθούσα να πάρω ανάσα. Δίπλα μου στεκόταν μια ψηλή γυναίκα με αυστηρό βλέμμα, μαύρο κοστούμι και μπότες ιππασίας. Εντυπωσιακή, αυτοκρατορική εμφάνιση. Με κοίταζε και την κοίταζα και κάθε φορά χαμογελούσαμε ο ένας στον άλλο.
Ξαναμμένη και ροδοκόκκινη η Φημονόη ήρθε κάποια στιγμή και μου την σύστησε.
Ήταν η μητέρα της. Την έλεγαν Κάριν.
Όταν η μητέρα άκουσε το όνομα μου, με λένε Κίμωνα, συννέφιασε. Μόλις η Φημονόη απομακρύνθηκε με ρώτησε: «Είστε Έλληνας;»
«Ναι. Γιατί;» ρώτησα.
«Αχ τίποτα», είπε. «Ο άντρας μου έχει σχέση με την Ελλάδα. Με την αρχαία Ελλάδα για την ακρίβεια.»
Αφού με ρώτησε τι με έφερε εδώ στον Βορρά και ανταλλάξαμε δύο λόγια για την ταινία που προετοιμάζαμε ήθελε να μάθει πώς εύρισκα την κόρη της.
«Καταπληκτική» της είπα, «θα πάει μπροστά.»
Αναστέναξε.
«Γιατί, έχετε αμφιβολίες;» την ρώτησα.
«Για το ταλέντο της όχι», είπε.
«Αλλά;»
«Ελπίζω να ξεφύγει…» μουρμούρισε.
«Από τι;» ρώτησα.
«Από κάποιες κακές επιρροές», είπε και ξαφνικά ήταν σαν να σκοτείνιασε.
«Δηλαδή;» επέμεινα.
«Σας ενδιαφέρει;» με ρώτησε.
«Πολύ», απάντησα.
«Λοιπόν, το βλέπω», χαμογέλασε. «Την ερωτευτήκατε. Δεν έχει νόημα να με διαψεύσετε, φαίνεται από χίλια μέτρα μακριά. Ένα σας λέω: Προσοχή. Είναι στραβόξυλο.»
«Γιατί το λέτε αυτό;» ρώτησα, όλο και πιο περίεργος να μάθω.
«Άλλη φορά θα σας εξηγήσω», είπε.
«Όχι, τώρα», επέμεινα.
«Τώρα δεν γίνεται, με όλη αυτή τη φασαρία».
«Σας παρακαλώ», είπα όσο πιο πειστικά και παρακλητικά γινόταν. Έκανε μια γκριμάτσα παράδοσης των όπλων.
«Όπως νομίζετε», είπε. «Ελάτε.»
Βγήκαμε από την αίθουσα και πήγαμε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ήταν άδειο. Παραγγείλαμε ντράι μαρτίνι και κάτσαμε σε δύο πολυθρόνες.
«Ένα να ξέρετε», είπε η γυναίκα «όλα όσα θα σας διηγηθώ συχνά με κρατούν άυπνη.»

Ιέρεια © Ν. Λυγγούρης

Ο συγγραφέας
Ο Νίκος Λυγγούρης γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Βερολίνο. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή για Τηλεόραση και Κινηματογράφο του Μονάχου με διπλωματική εργασία το φιλμ «Κεντρική Ευρώπη». Έγραψε κριτικές για το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος». Έχει κάνει τις ταινίες «Ομίχλη κάτω απ’ τον ήλιο», «Έρεβος», «Καρδιά από πέτρα», «Καλοκαιρινές αστραπές», «Οι εραστές της Αξού», «Ξύπνησε ο Σουλτάν Αχμέτ», «Ο διάλογος του Βερολίνου» και μια σειρά από πορτρέτα σκηνοθετών όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Ζακ Ντουαγιόν, ο Πωλ Βεκιαλί και ο Αλεξάντερ Σοκούροφ. Τον Αύγουστο του 2022 είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Το Ροδακιό η συλλογή διηγημάτων του «Έντεκα καλοκαιρινές ιστορίες».

::: Ο Νίκος Λυγγούρης στο diablog.eu εδώ // έργο και διακρίσεις εδώ // συνέντευξη στις 29/03/2025 για το ενλόγω βιβλίο εδώ

Απόσπασμα: Νίκος Λυγγούρης. Βιβλιοκριτική: Άννα Λαμπαρδάκη με την ευγενική άδεια της λογοτεχνικής ιστοσελίδας «Χάρτης», εδώ (# 76, Απρίλιος 2025). Απεικονίσεις: Εκδόσεις Άγρα, Νίκος Λυγγούρης. Επιμέλεια: Α. Τσίγκας. Απόσπασμα ποιήματος: Μπόρις Πάστερνακ, Ποιήματα· εισαγωγή-μετάφραση Μαργαρίτα Δαλμάτη, Ηριδανός, Αθήνα 2019.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε