Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Το diablog.eu έχει παρουσιάσει επανειλημμένα στις σελίδες του τον σκηνοθέτη Νίκο Λυγγούρη. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων τού πολυτάλαντου δημιουργού.

Bιβλιοκριτική της Άννας Λαμπαρδάκη
Οι Εφτά ιστορίες της άνοιξης του Νίκου Λυγγούρη είναι η δεύτερη συγγραφική του απόπειρα στον χώρο της πεζογραφίας. Πρόκειται για εφτά διηγήματα που το καθένα συνθέτει ένα αυτόνομο αφηγηματικό σύμπαν με διακριτά ειδολογικά, θεματικά και υφολογικά χαρακτηριστικά.
Το πρώτο αναφέρεται στην ιστορία ενός δραματικού έρωτα ανάμεσα στον αφηγητή και την ενδυματολόγο Φημονόη στο Βερολίνο. Το δεύτερο περιλαμβάνει τέσσερις επιστολές του ζωγράφου Κλοντ Λορέν προς τον Ρακίνα το 1674 και έχει τίτλο Λιμάνι κατά την Ανατολή του ήλιου από το ομότιτλο ζωγραφικό έργο του που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Το τρίτο με τίτλο Ασημένιος καθρέφτης νυχτερινού φωτός αναφέρεται στην περιπέτεια ενός Έλληνα φοιτητή που χάνει τη μνήμη του και την ξαναβρίσκει με τη βοήθεια φιλικών προσώπων, ενός μαγικού καθρέφτη και ενός Γερμανού βαρκάρη στο “νησί των Παγωνιών” στο Βερολίνο. Στο τέταρτο διήγημα με τον αινιγματικό τίτλο Χρυσοί ουρανοί, αντικείμενο αφήγησης είναι η ιστορία ενός Ρώσου μυστικιστή κατά τη δεκαετία του ’80 που, μετά από έναν διαψευσμένο έρωτα στο Βερολίνο, καταλήγει ιδιοφυής μαθηματικός στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Στο πέμπτο διήγημα με τίτλο Λεονάρντο Ντα Νοβάλις ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και ο ποιητής Νοβάλις συναντιούνται με έναν παράδοξο τρόπο στη συζήτηση ενός Γερμανού καθηγητή Πανεπιστημίου φιλοσοφίας με τους φοιτητές του το 2014 στο Μόναχο. Στο έκτο διήγημα με τίτλο Το κορίτσι με την παπαρούνα ο αναγνώστης παρακολουθεί την επίσκεψη ενός Γερμανού ζωγράφου με τη γυναίκα του στην Αθήνα του 1904 εν μέσω αμφιβολιών για τον πρόσφατο γάμο του και απροσδόκητων συναντήσεων που σημαδεύουν αυτό το ταξίδι. Στο έβδομο και τελευταίο διήγημα με τίτλο Το μαύρο τριαντάφυλλο ο αναγνώστης διαβάζει ένα γοητευτικό παραμύθι για τη συνάντηση ενός μαύρου τριαντάφυλλου με τον Χρόνο στις όχθες του Ευφράτη.
Όπως προκύπτει και από τις παραπάνω σύντομες αναφορές, οι υποθέσεις των περισσοτέρων ιστοριών διαδραματίζονται στην Γερμανία (Βερολίνο ή Μόναχο), χώρα διαμονής του συγγραφέα, και στην Ελλάδα, χώρα καταγωγής του, με εξαίρεση το επιστολικό διήγημα και το παραμύθι. Επίσης με εξαίρεση το επιστολικό διήγημα και Το κορίτσι με την παπαρούνα οι άλλες ιστορίες αναφέρονται στον σύγχρονο κόσμο από τη δεκαετία του ’80 μέχρι και σήμερα.
Κάθε διήγημα χωρίζεται σε επιμέρους κεφάλαια με αντίστοιχους τίτλους και η αφήγηση είναι συνήθως γραμμική με εγκιβωτισμούς παρένθετων διηγήσεων, συχνά πρωτοπρόσωπων, ή επιμέρους ιστοριών που αναπτύσσονται παράλληλα ή εντός της βασικής ιστορίας και φωτίζουν πλευρές των προσώπων ή εξηγούν σχέσεις και επιλογές τους. Η ροή της αφήγησης είναι κινηματογραφική, αφού η εστίαση σαν κάμερα πλησιάζει ή απομακρύνεται από τα πρόσωπα και τα γεγονότα κατά περίπτωσιν, και αξιοποιείται ο διάλογος, ως τρόπος αφήγησης, που επιμερίζει σε σκηνές και ενισχύει την δραματική ένταση. Ακόμη, η αφήγηση εμπεριέχει αφενός σαφή επισήμανση του χρόνου και της διαδοχής του, αφετέρου η κίνηση των προσώπων και η περιγραφή των χώρων οργανώνεται με σκηνογραφική πληρότητα. Οι εξωτερικοί χώροι, δηλαδή ιστορικοί δρόμοι πόλεων, δημόσια πάρκα, λίμνες, ποτάμια, φυσικά τοπία εξαιρετικής ομορφιάς εν μέσω άνοιξης, αρχιτεκτονικά κτίσματα ιστορικού χαρακτήρα ή ιδιαίτερης αισθητικής αξίας, περιγράφονται με ενάργεια και λυρική διάθεση. Αντίστοιχα οι εσωτερικοί χώροι, διαμερίσματα, δωμάτια, γραφεία ή χώροι συνάντησης και ψυχαγωγίας περιγράφονται με ακριβείς και λεπτομερείς αναφορές σε έπιπλα και αντικείμενα με ειδικό καλλιτεχνικό αλλά και συμβολικό χαρακτήρα, όπως μαγικοί καθρέφτες, κηροπήγια, βιβλία, κουτιά, υφάσματα, ιδιόμορφες διακοσμητικές κατασκευές, πολύτιμες πέτρες, υποβάλλοντας μια ανάλογη κάθε φορά περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Εντός αυτών των χώρων κινούνται τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες των ιστοριών, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες. Κάποιοι από αυτούς είναι επινοημένοι μέσω της μυθοπλαστικής διαδικασίας ή ενδεχομένως οικεία προς τον συγγραφέα πρόσωπα, και άλλοι είναι ιστορικά πρόσωπα και ο τρόπος συνάντησής τους συχνά στην ίδια αφήγηση είναι αριστοτεχνικός. Συνήθως είναι άνθρωποι ευάλωτοι ψυχολογικά, επιστήμονες ή καλλιτέχνες, σε κάθε περίπτωση πνευματώδεις και φιλότεχνοι, με ανησυχίες φιλοσοφικού ή και μεταφυσικού χαρακτήρα, προσηλωμένοι με πάθος σε ό,τι υπηρετούν ή αγαπούν. Δεν είναι τόσο οι ίδιοι όσο οι συναντήσεις τους που πρωταγωνιστούν και υποκινούν τη δράση ως πυρήνες της πλοκής και της εξέλιξης της υπόθεσης.
Αυτό, όμως, που σε συνδυασμό με τα παραπάνω προσδίδει ένα ιδιαίτερο στίγμα στην αφήγηση των συγκεκριμένων ιστοριών είναι η πλαισίωσή της με πληροφορίες που ο συγγραφέας αντλεί από την Ιστορία, τις Τέχνες, κυρίως μουσική, ζωγραφική, ποίηση, αρχιτεκτονική, από τις Θετικές Επιστήμες, από τη θρησκευτική και πολιτική Φιλοσοφία διαφορετικών εποχών, τη μυθολογία, κυρίως την αρχαία ελληνική, από την Ψυχανάλυση, από τη θρησκεία και τη Θεοσοφία, από την αλχημεία, αλλά και την προσωπική μνήμη των ηρώων του. Συχνά μάλιστα στη ροή της αφήγησης ενσωματώνονται αυτούσιες φράσεις ή χωρία ποιητών, λογοτεχνών ή φιλοσόφων, κείμενα εντός των κειμένων, που σαν βότσαλα σε υδάτινη επιφάνεια δημιουργούν ομόκεντρους κύκλους υπόρρητων υπαινιγμών και συμβολισμών. Όλο αυτό το υλικό, που πλαισιώνει είτε τη βασική είτε τις επιμέρους ιστορίες, μυεί τον αναγνώστη σε παράλληλους κόσμους εντός των οποίων αναπτύσσονται τα θεματικά μοτίβα των ιστοριών.
Έτσι στις ιστορίες της άνοιξης το μοτίβο του φωτός, κυρίαρχο, ανιχνεύεται έμμεσα ή άμεσα με ποικίλους υπαινικτικούς ή εμφανείς τρόπους και μορφές. Άμεσα ως απολλώνεια μοίρα, ως ζωγραφικό ηλιακό φως, ως φλόγα σε ομιλούντα καθρέφτη, ως κατοπτρικό φως στη σκοτεινή νορβηγική κωμόπολη, ως εμμονικό φως του Ακενατόν και του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ως μουσική ή ως ουράνια σοφία των αριθμών. Άμεσα ως κοσμική ύλη, άτομο μαζί και κυματισμός, ως Βόρειο Σέλας του Βορρά, ως μεταμορφωτική ηλιοφάνεια στο πάρκο των παγωνιών του Βερολίνου ή ως εκτυφλωτικός ήλιος στην Ακρόπολης των Αθηνών. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ως γενεσιουργός δύναμη της ζωής, ενορατική εσωτερική φλόγα της νόησης και της ψυχής, μνήμη και αλήθεια. Απέναντί του το μοτίβο του σκότους και της σκιάς, ως βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης, ως διάψευση, απόγνωση, φόβος κι ενοχή, πόνος και πένθος, λήθη, εκούσια ή ακούσια άρνηση της ζωής. Κι ανάμεσά τους ο έρωτας κι ο θάνατος, η σοφία και η πλάνη, το κοσμικό και το απόκοσμο, η ζωή και το όνειρο. Καταλύτης όλων ο χρόνος ως όριο ύπαρξης και ως αλληγορία.
Η ανάπτυξη αυτών των μοτίβων ουσιαστικά αναδεικνύει τις κύριες θεματικές των ιστοριών, με προεκτάσεις φιλοσοφικού, ψυχολογικού, ιστορικού χαρακτήρα. Διαμορφώνεται ένας αφηγηματικός καμβάς εντός του οποίου ο αναγνώστης, παράλληλα με την διερεύνηση στο πεδίο του ψυχολογικού υποστρώματος και των σχέσεων των ηρώων, γίνεται κοινωνός μιας «ποιητικής» μυθολογίας που ως κιβωτός διασώζει με τη μορφή πολύτιμων ψηφίδων ήχους και γραφές του ανθρώπινου πολιτισμού. Και, το σημαντικότερο, ιχνηλατεί ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη σχέση της με το οικείο και το ανοίκειο, το υλικό και το άυλο, το ορατό και το αόρατο, με τον κόσμο και με τον χρόνο. Με κάθε σκιά που βαραίνει, με κάθε φλόγα που καίει και μεταμορφώνει ως πεπρωμένο την ανθρώπινη ζωή.

Απόσπασμα από το πρώτο διήγημα της συλλογής
ΦΗΜΟΝΟΗ
I. Η γλυκιά κατάσταση
Αρχές της δεκαετίας του 1980 έπιασα δουλειά βοηθός σκηνοθέτη σε μια ταινία που θα γυριζόταν στον Μόναχο. Ζώντας στο Βερολίνο πηγαινοερχόμουνα κατά την διάρκεια της προετοιμασίας ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Η δουλειά ήταν κουραστική, την έκανα για τον βιοπορισμό, αλλά είχε και ωραίες πλευρές. Μία από αυτές ήταν η συνεργασία με το τεχνικό προσωπικό: μακιγιέρ, φωτογράφοι, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, αμπιγιέζ.
Από μικρός είχα μια αγάπη για τα χειροτεχνικά επαγγέλματα. Μπορούσα με τις ώρες να χαζεύω τον ξυλουργό να δουλεύει με την πλάνη τις σανίδες ενώ γύρω του χόρευαν στο φως τα ροκανίδια. Το ίδιο μου συνέβαινε όταν έβλεπα τους σιδηρουργούς να σφυρηλατούν σίδερα στο αμόνι, τους μπαρμπέρηδες να χτενίζουν κι αρωματίζουν φρεσκοκομμένα γένια και μουστάκια, τους παπουτσήδες να αλλάζουν σόλες, τους χρυσοχόους να δουλεύουν το δισκοπρίονο, τους οικοδόμους να συγκολλούν μεταξύ τους τα τούβλα, τους ελαιοχρωματιστές να βάφουν πόρτες και παράθυρα, τους τυπογράφους, τους στοιχειοθέτες και τους βιβλιοδέτες να κατασκευάζουν βιβλία.
Οι μεθοδευμένες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις τους, η μουσική των ήχων ενώ δούλευαν είχαν κάτι το καθησυχαστικό που δεν σήκωνε αντιρρήσεις και που θύμιζε τον θεό δημιουργώντας τον κόσμο. Ενώ τους παρατηρούσα ένιωθα ένα είδος χαλαρωτικής ημινάρκωσης όπως όταν σου κάνουν μασάζ και της είχα δώσει κι ένα όνομα: «Η γλυκειά κατάσταση.»
Πάνω απόλα με έλκυε η τέχνη της κοπτικής και της ραπτικής. Υπήρχε μία εξήγηση. Όταν ήμουνα μικρός η μητέρα μου έπρεπε να εγχειριστεί στο στομάχι, πράγμα που απαιτούσε μακρόχρονη μετεγχειρητική ανάπαυση. Ο πατέρας μου δούλευε. Έτσι με έδωσαν στην κόρη μιας θείας μου. Η Νίκη, μοδίστρα, έμενε σε ένα ημιυπόγειο που ένα τμήμα του είχε μεταμορφωθεί σε εργαστήριο. Στον μεγάλο χώρο, γεμάτο κούκλες, τραπέζια, ραπτομηχανές, κουβαρίστρες, ψαλίδια, μεζούρες, βελόνες, καρφίτσες, πατρόν, κάμποτα κι όλων των ειδών τα υφάσματα η Νίκη έκοβε κι έραβε με την βοήθεια δύο βοηθών, ενώ μια χοντρή γάτα πηδούσε από δω κι από κει και το κουδούνι χτύπαγε συνεχώς: πελάτισσες η πλασιέ υφασμάτων. Ήμουνα στην χώρα των θαυμάτων. Όταν η μητέρα μου έγινε καλά και με ξαναπήραν σπίτι, μην πω πόσο στενοχωρήθηκα.
Κατανοητή λοιπόν η περιέργειά μου να γνωρίσω την βοηθό ενδυματολόγο της ταινίας με την οποία είχα ραντεβού μέσα Μαΐου.
Ήταν μια λαμπρή μέρα. Στα καταπράσινα πλατάνια της λεωφόρου Κουρφυρστεντάμ κελαηδούσαν ψαρόνια και σπουργίτια ενώ κάτω από τον ίσκιο τους πλήθος ποδηλατιστών πήγαιναν για κολύμπι στις λίμνες που βρίσκονταν στις δυτικές συνοικίες της πόλης.
Την περίμενα σ’ ένα καφέ κάτω από πανύψηλα δέντρα στη βόρεια πλευρά της πλατείας Λούντβιχ Κιρχ απέναντι στην νεογοτθική εκκλησία με τις πρασιές της γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια και με το στρογγυλό σιντριβάνι της να εκτοξεύει τα διάφανα νερά του.
Την είδα να καταφτάνει και ξάφνου όλο το μαγιάτικο σκηνικό σκοτείνιασε.
Ήταν πανέμορφη. Ξανθά μαλλιά με τοπάζ ανταύγειες στο φως όταν έγερνε το κεφάλι της προς τα αριστερά, πράσινα μάτια και ακατανίκητα λακάκια που όταν γελούσε απογείωναν την σαγήνη της.
Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό μεταξωτό μπλουζάκι κι ένα λευκό φουστάνι με μεγάλα μαύρα λουλούδια. Ήταν γήινη και μαζί αέρινη και πιο όμορφη από την Κατρίν Ντενέβ στις Ομπρέλες του Χερβούργου.
Την έλεγαν Φημονόη.
Η ταινία που προετοιμάζαμε ήταν ένα μιούζικαλ βασισμένο στην Βασίλισσα του χιονιού του Άντερσεν. Μου έδωσε ένα χοντρό τετράδιο με σχέδιά και χρώματα που είχε φτιάξει. Όλα ήταν προϊόντα εξαιρετικής έμπνευσης και μεγάλου πλούτου ιδεών. Η ίδια ήταν η προσωποποίηση του ενθουσιασμού. Μιλούσε ακατάπαυστα. Είχε να πει τόσα πολλά που δεν ολοκλήρωνε τις φράσεις της. Ήταν γεμάτη ιδέες που τις ανέπτυσσε χωρίς τελεία και παύλα, μην παίρνοντας ανάσα, τόσο που νόμιζες ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεψυχούσε. Αυτά που έλεγε ήταν πρωτότυπα αλλά και απλά, πήγαιναν κατευθείαν στην ουσία του πράγματος. Ενώ μιλούσε, καμιά φορά διέκοπτε την ομιλία για να ξεσπάσει σε γέλια. Ήμουνα μάρτυρας μιας αδάμαστης ενέργειας, ενος χείμαρρου της άνοιξης. «Οι οργισμένες ρεματιές που δέρνονται / Πιο φοβερά απ’ τις καταιγίδες, πιότερο / Από τις μπόρες μπορούν ν’ αναστατώνουν» είχα διαβάσει στον Πάστερνακ, κι οι στίχοι του λες κι ήταν γραμμένοι γι αυτήν.
Η ιδιαιτερότητα της ταινίας που θα γυρίζαμε ήταν ότι τα κοστούμια δεν θα έπρεπε να είναι ούτε πρέτ ά πορτέ ούτε μαζεμένα από φίλους και γνωστούς ούτε από αποθήκες με στοκ κοστουμιών. Τα κοστούμια θα ράβονταν. Κι επειδή η Φημονόη είχε βρεί στο Βερολίνο ένα εργαστήρι που έραβε σε μισή τιμή, είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό διαμέρισμα για όσο καιρό θα διαρκούσε η προετοιμασία της ταινίας.
Η μελλοντική μου συνεργάτιδα είχε σπουδάσει σχέδιο μόδας στο Λονδίνο, στη συνέχεια ολοκλήρωσε μια μαθητεία στον οίκο του Χούγκο Μπος και τώρα άνοιγε τα φτερά της. Ήταν η πρώτη της ταινία. Την δουλειά στον κινηματογράφο την θεωρούσε υποδεέστερη. Το κορίτσι ονειρευόταν να γίνει δεύτερη Κοκό Σανέλ, να σπάσει όπως κι εκείνη τους επικρατούντες κώδικες και να βρει ένα νέο τρόπο να εκφραστεί. Η εποχή ήταν ευνοική, τα 80s ήταν μια δεκαετία όπου το στυλ έπαιζε μεγάλο ρόλο.
«Τι γνώμης είσαι εσύ για την Κοκό Σανέλ, κύριε βοηθέ;» με ρώτησε κάποια στιγμή ύστερα από τον τέταρτο καφέ και το τρίτο κέικ αμυγδαλωτού κοιτάζοντας ένα αυθάδικο σπουργίτι που είχε ανέβει στο τραπέζι μας για να τσιμπολογήσει τρίμματα.
«Δεν ξέρω από μόδα», της είπα «αλλά πάντα με μάγευε η ραπτική» – και της διηγήθηκα την παραμονή μου ως παιδί στο σπίτι της Νίκης.
Τα μάτια της έλαμψαν.
«Τότε είναι καιρός να ανοίξεις ένα νέο κεφάλαιο στην σχέση σου με τον κόσμο των υφασμάτων», είπε και μου ανακοίνωσε ότι το Σαββατοκύριακο θα συμμετείχε στο Μόναχο σε μια εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο όπου νεαροί σχεδιαστές και σχεδιάστριες θα έδειχναν τη δουλειά τους.
«Έρχεσαι;»
«Ναι», είπα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Όταν επέστρεψα σπίτι, πήρα αμέσως τηλέφωνο το γραφείο εύρεσης συνεπιβατών για Μόναχο.
Τρεις μέρες αργότερα παρακολουθούσα θηλυκά κι αρσενικά μοντέλα να παρελαύνουν πάνω στην πασαρέλα του ξενοδοχείου «Οι τέσσερις εποχές.»
Η αίθουσα ήταν τίγκα. Φίλοι και γνωστοί, συγγενείς αλλά και κάποιοι δημοσιογράφοι. Όρθιος σε μια γωνιά προσπαθούσα να πάρω ανάσα. Δίπλα μου στεκόταν μια ψηλή γυναίκα με αυστηρό βλέμμα, μαύρο κοστούμι και μπότες ιππασίας. Εντυπωσιακή, αυτοκρατορική εμφάνιση. Με κοίταζε και την κοίταζα και κάθε φορά χαμογελούσαμε ο ένας στον άλλο.
Ξαναμμένη και ροδοκόκκινη η Φημονόη ήρθε κάποια στιγμή και μου την σύστησε.
Ήταν η μητέρα της. Την έλεγαν Κάριν.
Όταν η μητέρα άκουσε το όνομα μου, με λένε Κίμωνα, συννέφιασε. Μόλις η Φημονόη απομακρύνθηκε με ρώτησε: «Είστε Έλληνας;»
«Ναι. Γιατί;» ρώτησα.
«Αχ τίποτα», είπε. «Ο άντρας μου έχει σχέση με την Ελλάδα. Με την αρχαία Ελλάδα για την ακρίβεια.»
Αφού με ρώτησε τι με έφερε εδώ στον Βορρά και ανταλλάξαμε δύο λόγια για την ταινία που προετοιμάζαμε ήθελε να μάθει πώς εύρισκα την κόρη της.
«Καταπληκτική» της είπα, «θα πάει μπροστά.»
Αναστέναξε.
«Γιατί, έχετε αμφιβολίες;» την ρώτησα.
«Για το ταλέντο της όχι», είπε.
«Αλλά;»
«Ελπίζω να ξεφύγει…» μουρμούρισε.
«Από τι;» ρώτησα.
«Από κάποιες κακές επιρροές», είπε και ξαφνικά ήταν σαν να σκοτείνιασε.
«Δηλαδή;» επέμεινα.
«Σας ενδιαφέρει;» με ρώτησε.
«Πολύ», απάντησα.
«Λοιπόν, το βλέπω», χαμογέλασε. «Την ερωτευτήκατε. Δεν έχει νόημα να με διαψεύσετε, φαίνεται από χίλια μέτρα μακριά. Ένα σας λέω: Προσοχή. Είναι στραβόξυλο.»
«Γιατί το λέτε αυτό;» ρώτησα, όλο και πιο περίεργος να μάθω.
«Άλλη φορά θα σας εξηγήσω», είπε.
«Όχι, τώρα», επέμεινα.
«Τώρα δεν γίνεται, με όλη αυτή τη φασαρία».
«Σας παρακαλώ», είπα όσο πιο πειστικά και παρακλητικά γινόταν. Έκανε μια γκριμάτσα παράδοσης των όπλων.
«Όπως νομίζετε», είπε. «Ελάτε.»
Βγήκαμε από την αίθουσα και πήγαμε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ήταν άδειο. Παραγγείλαμε ντράι μαρτίνι και κάτσαμε σε δύο πολυθρόνες.
«Ένα να ξέρετε», είπε η γυναίκα «όλα όσα θα σας διηγηθώ συχνά με κρατούν άυπνη.»


Ο συγγραφέας
Ο Νίκος Λυγγούρης γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στο Βερολίνο. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή για Τηλεόραση και Κινηματογράφο του Μονάχου με διπλωματική εργασία το φιλμ «Κεντρική Ευρώπη». Έγραψε κριτικές για το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος». Έχει κάνει τις ταινίες «Ομίχλη κάτω απ’ τον ήλιο», «Έρεβος», «Καρδιά από πέτρα», «Καλοκαιρινές αστραπές», «Οι εραστές της Αξού», «Ξύπνησε ο Σουλτάν Αχμέτ», «Ο διάλογος του Βερολίνου» και μια σειρά από πορτρέτα σκηνοθετών όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Ζακ Ντουαγιόν, ο Πωλ Βεκιαλί και ο Αλεξάντερ Σοκούροφ. Τον Αύγουστο του 2022 είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Το Ροδακιό η συλλογή διηγημάτων του «Έντεκα καλοκαιρινές ιστορίες».
::: Ο Νίκος Λυγγούρης στο diablog.eu εδώ // έργο και διακρίσεις εδώ // συνέντευξη στις 29/03/2025 για το ενλόγω βιβλίο εδώ
Απόσπασμα: Νίκος Λυγγούρης. Βιβλιοκριτική: Άννα Λαμπαρδάκη με την ευγενική άδεια της λογοτεχνικής ιστοσελίδας «Χάρτης», εδώ (# 76, Απρίλιος 2025). Απεικονίσεις: Εκδόσεις Άγρα, Νίκος Λυγγούρης. Επιμέλεια: Α. Τσίγκας. Απόσπασμα ποιήματος: Μπόρις Πάστερνακ, Ποιήματα· εισαγωγή-μετάφραση Μαργαρίτα Δαλμάτη, Ηριδανός, Αθήνα 2019.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: