Ο Ιππόλυτος στη γερμανική επαρχία

Απόσπασμα από μυθιστόρημα του Μίχαελ Ρος

«Δεν ξέρω πια τη νύχτα»: αναφορά στον στίχο του Ελύτη και τίτλος μυθιστορήματος του Μίχαελ Ρος. Ο Στέφανος, ελληνόπουλο της τρίτης γενιάς σε μια γερμανική επαρχιακή πόλη, και η Γερμανίδα μητριά του ζουν τη σύγχρονη εκδοχή του μύθου του Ιππόλυτου και της Φαίδρας. Ο συνεργάτης τού diablog.eu Σπύρος Μοσκόβου μετέφρασε στα ελληνικά ένα απόσπασμα από το γερμανικό πρωτότυπο που δημοσιεύθηκε το 2008.

Ο Ιππόλυτος στη γερμανική επαρχία

Ο πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Μίχαελ Ρος είχε αφιερώσει το 1991 τη διδακτορική του διατριβή στη θυσία του Αβραάμ. Έκτοτε το θέμα της σχέσης πατέρα-γιου διατρέχει όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του έργο.

Μια πτυχή αυτού του θέματος είναι και ο μύθος του Ιππόλυτου και της Φαίδρας, της μητριάς που ερωτεύεται τον θετό γιο της. Στο μυθιστόρημά του που φέρει ως τίτλο τον στίχο του Ελύτη «Δεν ξέρω πια τη νύχτα» (2008) Ιππόλυτος είναι ο Στέφανος, ελληνόπουλο τρίτης γενιάς σε κάποια μικρή γερμανική πόλη κοντά στα ολλανδικά σύνορα, και Φαίδρα η Γερμανίδα Άννα, που έχει παντρευτεί τον πατέρα του μετά τον θάνατο της μητέρας του.

Το φόντο για τη σύγχρονη εκδοχή του μύθου είναι η ασφυκτική ζωή της επαρχίας, η μοναξιά των πρωταγωνιστών, η έλλειψη προοπτικής, η στενότητα. Η καταθλιπτική Άννα θα αυτοκτονήσει μην αντέχοντας την απόρριψη του Στέφανου κι αυτός θα μυηθεί ερωτικά μέσα από μια τυχαία συνάντηση στην όχθη του ποταμού. Μια παρέα ζεσταίνεται γύρω από μια φωτιά, η σπίθα όμως θα ξεπηδήσει από την απαγγελία μερικών στίχων του Ελύτη.

MSB_Roes_Ich weiß nicht mehr die Nacht_Cover

Κεφάλαιο Δεκατέσσερα

Βλέπω μια μπουγάδα που ανεμίζει, λευκά πουκάμισα και σεντόνια, λέει το κορίτσι με τα χρυσαφένια μαλλιά. Βλέπω χρυσόμαυρα σκαθάρια, μυριάδες, που ξεγλιστράνε από ένα γλοιώδες βουναλάκι από μαλακά άσπρα αυγά, και τυφλωμένα από τον ήλιο αρχίζουν τις πρώτες αβέβαιες προσπάθειες να πετάξουν, λέει το αγόρι με την αλογοουρά. Βλέπω τον Τριστάνο να βγάζει με το σουγιά του από τις τσίμες ασημένια λέπια, λέει το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά σαν το κατράμι. Βλέπω την κυρία Τιγιό, τη σπιτονοικοκυρά μου, να ξύνει με τα γκρίζα σπασμένα νύχια της τη ραχοκοκαλιά μου. Ακούω σκυλιά να γαβγίζουν και νιώθω κάτω από το παγωμένο τρεμάμενο κορμί μου να απλώνεται πάνω στο σεντόνι μια ζεστή λιμνούλα από τσίσα, λέει το αγόρι με τα μαλλιά καρφάκια.

Ακούω ένα υπόκωφο βαρύ περπάτημα που τραντάζει τη γη, είναι ένας θυμωμένος ελέφαντας, ο οποίος προσπαθεί να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες, που είναι τυλιγμένες γύρω από τα πανίσχυρα σαν κολόνες πόδια του, λέει το αγόρι που μοιάζει με τον Μπέογουλφ (1). Βλέπω γκριζωπά στόρια να ανοιγοκλείνουν αφήνοντας κάθε τόσο να φανεί ανάμεσά τους ένα υπνοδωμάτιο με μπλε ταπετσαρίες, στο κέντρο του βρίσκεται ένα άστρωτο κρεβάτι με ουρανό, με αραχνοΰφαντες κουρτίνες από τούλι και λευκά μεταξωτά σεντόνια, λέει ο νεαρός Ζυλ από την ομώνυμη ταινία του Τρυφώ. Τώρα η κυρία Τιγιό βγάζει τις τρύπιες μεταξωτές κάλτσες της και γυμνώνει τα ολόλευκα, γεμάτα κιρσούς πόδια της, λέει ο Σκαντζόχοιρος.

Βλέπω τη μπόχα του περονόσπορου που έχει ποτίσει τα πάντα, λέει η Μαρία η Κατράμω (2). Βλέπω αγκαθωτά σύμφωνα, τριβόμενα και προστριβή, που περνάνε μέσα από τα λιπαρά μαλλιά σαν παλιά κοκάλινη τσατσάρα και μαζεύουν τη γκρίζα πιτυρίδα, λέει ο Σκαντζόχοιρος. Βλέπω μια μπρούντζινη πλώρη, όχι, ολόκληρο το πλοίο τυλιγμένο στο ασήμι, να τρίζει πάνω στα χαλίκια της παραλίας, λέει η Μαρία η Μαλάμω. Βλέπω επιτηδευμένες κοινοτοπίες να διαλύονται μέσα στην ποίηση, λέει η Μαρία η Κατράμω.

Βλέπω μια κατάφορτη με λουλούδια μουρτζιά και μέσα από τις στενές σχισμάδες των κλαδιών της ένα νεαρό ζευγάρι, ναι, τον Έσδρα και την Αϊντίν, να φιλιέται, λέει η Μαρία η Μαλάμω.

Σιγά μην το βλέπεις αυτό στα κύματα! λέει θυμωμένη η Μαρία η Κατράμω. Μας παρακολουθούσες!

Να εκεί ένας ελέφαντας, ξασπρισμένος από τα σκουλήκια, λέει ο Μπέογουλφ.

Να εκεί λευκές λέξεις, σαν ιστιοφόρα, σε όλο το μήκος της παραλίας, λέει η Μαρία η Μαλάμω.

Μα πού τη βλέπεις εδώ την παραλία, λέει η Μαρία η Κατράμω.

Michael_Roes_1

Κεραμεικός, Αθήνα, ©diablog.eu

Μα γιατί πρέπει μονίμως να κάνεις χαλάστρα, λέει η Μαρία η Μαλάμω, φτάνει πια! σηκώνεται κι έρχεται σιγά-σιγά προς το μέρος μου. Το βιβλίο μου είναι ακουμπισμένο ακόμα κλειστό στα πόδια μου. Αγνοώ το κορίτσι και όλη την παρέα, που έχει θρονιαστεί στο αγαπημένο μέρος μου, και στυλώνω επίμονα το βλέμμα στο ποτάμι.

Για πες μας, μπανιστιρτζή μέσα στο μποστάνι, τί βλέπεις να καθρεφτίζεται στα καλογυαλισμένα ασημικά;

Δεν κρυφάκουγα. Αλλά μιλούσατε τόσο δυνατά, που ο αέρας έφερνε τα λόγια σας μέχρις εδώ.

Αχ, ο αέρας! Έπρεπε μάλλον προληπτικά να εκσφενδονίσουμε και καμιά ροχάλα στον άνεμο. Έλα τώρα, κάτσε μαζί μας.

Όχι ευχαριστώ, δεν με ενοχλεί καθόλου η σιωπή.

Άστα τώρα αυτά, δώσε μου το χέρι σου. Κάντο και μόνο για μας, επειδή δεν αντέχουμε να βλέπουμε κάποιον εντελώς μόνο.

Ναι, αλλά καμιά φορά μου αρέσει πραγματικά να είμαι μόνος.

Ανοησίες. Σε κανέναν δεν αρέσει να είναι μόνος. – Αρπάζει το χέρι μου, με βοηθάει να σηκωθώ και με οδηγεί στην παρέα των νέων που κάθονται γύρω από τη φωτιά. Κάθομαι ανάμεσα στο κορίτσι και το αγόρι με τα μακριά ξανθά μαλλιά, πιασμένα αλογοουρά. Το αγόρι μού δίνει ένα ανοιγμένο μπουκάλι κόκκινο κρασί: Με λένε Τριστάνο.

Εμένα με λένε Στέφαν. – Πίνω από ευγένεια μια γουλίτσα από το μπουκάλι.

Η Μαρία η Μαλάμω χαμογελά: Σαν να σου ξινίζει το κρασί μας.

Όχι. Μόνο που πίνω πολύ σπάνια αλκοόλ.

Δεν χρειάζεται να απολογείσαι, λέει ο Μπέογουλφ.

Έχεις δίκιο, αυτό το φθηνό ισπανικό ροσόλι έχει άθλια γεύση. Έχω όμως κάτι καλύτερο. – Δίνει τον μπάφο του που φθάνει χέρι-χέρι ως εμένα.

Πιάνω το τσιγαριλίκι που σιγοκαίει με μεγάλη σοβαρότητα, σαν να πρόκειται για πίπα ειρήνης, δίνω μια γερή ρουφηξιά και προσπαθώ να πνίξω τον βήχα που ανεβαίνει στον λαιμό μου.

Προφανώς ούτε ο καπνός σου δεν του αρέσει, λέει κοροϊδευτικά η Μαρία η Μαλάμω.

Μα δεν βλέπεις ότι είναι αθλητής, την επαναφέρει στην τάξη η Μαρία η Κατράμω. Για ρίξε μια ματιά στα μπράτσα του!

Αθλητής που διαβάζει;

Μπορεί να χρησιμοποιεί το βιβλίο σαν βαράκι.

Δεν είμαι σίγουρος για το ποια σημασία πρέπει να δώσω σ’ αυτόν τον περιπαικτικό διάλογο. Πριν προλάβω όμως να σηκωθώ και να φύγω, ο Τριστάνος με ρωτάει εντελώς σοβαρά: Και τί είναι αυτό που διαβάζεις;

Ποιήματα του Ελύτη.

Διάβασε κάτι. Ναι, σοβαρά, διάβασέ μας κάτι! Δεν γνωρίζω βέβαια τον κύριο. Πάντα όμως μπορεί να μάθει κανείς κάτι καινούργιο.

Lesung Michael Roes im DHMD

Michael Roes, ©Oliver Killing

Πλάκα μου κάνετε; Κοιτάω διστακτικά την παρέα. Αλλά μήπως και το δικό τους παιχνίδι με τους συνειρμούς πριν από λίγο, τί άλλο ήταν αν όχι ένα μακρό ποίημα προς δόξα του ποταμού, που εδώ, κυλώντας αργόσυρτα προς τα σύνορα, μοιάζει κορεσμένος πια από κάθε είδους γλυκανάλατο ύμνο για τον Βράχο των Δράκων κι εκείνον της Λορελάι; Είναι φαρδύς και νωθρός όπως ο Νίγηρας στο Τιμπουκτού. Κι ο γλαυκός ουρανός μακρινός, όπως πάνω από την έρημο. Δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει το βλέμμα.

Ναι μωρέ, σιγοντάρει η Μαρία η Μαλάμω, επίσης εντελώς σοβαρά, την επιθυμία του Τριστάνου. Θα μας έδινες μεγάλη χαρά.

Το αγαπημένο μου μέρος. Εδώ διάβαζα πάντοτε δυνατά. Ξέχνα λοιπόν αυτό το παράξενο κοινό. Διάβασε για το ποτάμι. Ο Ελύτης θα αντέξει τη χλεύη τους, σε περίπτωση που θέλουν να μου κάνουν πλάκα. Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων. Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα. (3)

Κοιτάω αμήχανα την παρέα. Περιμένουν σιωπηλά. Μετά η Μαρία η Μαλάμω πιάνει το χέρι μου και λέει: Είναι υπέροχο, Στέφαν. Συνέχισε.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

Μετά από λίγες στιγμές σχεδόν βασανιστικής σιωπής η Μαρία η Μαλάμω ρωτάει επιτέλους: Γράφεις κι ο ίδιος ποιήματα;

Δεν ξέρω. Μερικές φορές μού ‘ρχεται μια ωραία πρόταση. Αλλά κάθε φορά αφουγκράζομαι αυτό που είναι περιττό, αυτό που μπορώ να παραλείψω. Και στο τέλος δεν μένει τίποτα.

Ίσως θα έπρεπε να καταγράφει κανείς μόνο αυτό που έχει ζήσει πραγματικά.

Σίγουρα. Αλλά πού ξέρει κανείς τί έζησε πραγματικά, αν δεν το καταγράψει προηγουμένως;

Έρχεται όλο και πιο κοντά μου, σχεδόν ακουμπά ο ένας τον άλλο, στο άλλο πλευρό μου έχει κολλήσει και ζεσταίνεται ο Τριστάνος, ενώ μπροστά μας ο ήλιος αρχίζει να γέρνει, πρόσωπα λουσμένα σ’ ένα χρυσό φως, μέσα σ’ έναν κλειστό κύκλο που αντιστέκεται ακόμα στη επερχόμενη νύχτα.

Ποτέ δεν πήγα φίλους μου στο σπίτι. Ο μπαμπάς είναι ταβερνιάρης και δεν υπάρχει κάτι που να τον κάνει πιο ευτυχισμένο από το να είναι ένας γαλαντόμος οικοδεσπότης. Η Άννα ζει εγκλωβισμένη στον δικό της κόσμο, μέσα στον οποίο κάθε ξένος θεωρείται εισβολέας. Εμένα με αφήνουν να φέρνω βόλτες άσκοπα, να λερώνω με μαλακία τα σεντόνια μου, να τους κλέβω τα λεφτά από το πορτοφόλι, όλα αυτά δεν τους ενδιαφέρουν. Δεν είναι άρα να εκπλήσσεται κανείς που αναζητώ τείχη και περιορισμούς. Φόρεσε ποτέ του ο γέρος μου γραβάτα; Εγώ φοράω με τη θέλησή μου. Δεν βγαίνω ποτέ από το σπίτι, αν δεν έχω γυαλίσει τα παπούτσια μου. Ας σβήσουμε το λήμμα ελευθερία από το λεξικό μας. Τί να σημαίνει ελευθερία; Ούτε καν πάνω σ’ αυτή την αμμουδερή προεξοχή που έχει αποκαλύψει η παλίρροια καταμεσής στο ποτάμι δεν θα ήμουν ελεύθερος. Θα ήμουν υποχρεωμένος να τρώω, να πίνω, να κοιμάμαι, σκλάβος του σώματός μου

Όνειρα με σεξουαλικά όργια βλέπουν μόνο τα αγόρια, που ήταν υποχρεωμένα να κοιμούνται με τα χέρια έξω από την κουβέρτα. Ονειρεύομαι ότι πέφτω από τους κρίκους και σπάω τον τράχηλό μου. Πιτσιλίζω το σεντόνι με αίμα αντί για σπέρμα. Χρειάζεστε όντως μια εξήγηση, γιατί δεν θέλω να είμαι με παρέα;

Michael_Roes_2

Κεραμεικός, Αθήνα, ©diablog.eu

Ανοίγω τα μάτια μου. Το κεφάλι μου πονάει, από το χασίσι ή από το φθηνό κρασί. Στα δυτικά αχνοφέγγει μια πρώτη κοκκινίλα στον ουρανό. Χαράματα. Είμαι ξαπλωμένος ανάμεσα στη Μαρία τη Μαλάμω και τον Τριστάνο, σφιχτά αγκαλιασμένος κι απ’ τους δυο, πάνω στο νοτισμένο, παγωμένο από τη νύχτα χορτάρι. Τί συνέβη αυτή τη νύχτα; Μάταια προσπαθώ να θυμηθώ.

Στο κεφάλι μου λαμπυρίζει μια σκηνή κυνηγιού πάνω στο τοίχωμα κάποιου παλαιολιθικού σπηλαίου. Όταν έσβησε η φωτιά, άρχισε να κάνει ψύχρα. Κούρνιαξαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, όπως τα κουταλάκια στη θήκη με τα μαχαιροπίρουνα, για να ζεσταίνει ο ένας τον άλλο, ο Τριστάνος με το σορτς του, η Μαρία με το λεπτό πουλόβερ της κατάσαρκα. Την κρατάω σφιχτά, ενώ στην πλάτη μου νιώθω τη θέρμη του Τριστάνου. Όλοι έχουν μαζευτεί σ’ ένα σημείο κι έχουν ξαπλώσει αναπαυτικά στο χορτάρι της όχθης

Αντί να αποκοιμηθώ, βρίσκομαι ξαφνικά σε υπερδιέγερση. Το χέρι μου κάτω από το πουλόβερ της Μαρίας μένει ώρα πολλή ακίνητο πάνω στην κοιλιά της, πριν αρχίσει να εξερευνά το ζεστό μαλακό της δέρμα. Ακολουθώ τις κινήσεις του χεριού μου, σαν να μην είναι κομμάτι του κορμιού μου. Στο στήθος της το χέρι μου σταματάει, μια αγριωπή ροζιασμένη φλούδα. Μετά γλιστράει πάλι προς τα κάτω, πάνω στη χαλαρή κοιλιά της, τόσο προσεκτικά, σαν να ήταν το χέρι μου από γυαλόχαρτο, μέχρι που αγγίζει τη μέση του παντελονιού της

Γυρίζει προς τη μεριά μου, μου χαϊδεύει το πρόσωπο, μου δίνει ένα φιλί στο ένα μάτι και μετά στο άλλο, για να τα κλείσω επιτέλους, ενώ τώρα εξερευνά αυτή το σώμα μου, με τα χείλη και τη γλώσσα της. Μου ανασηκώνει το φανελάκι μέχρι τους ώμους, περιηγείται με τα χείλια το στήθος μου, φιλάει πρώτα τη μια ρώγα μου και μετά την άλλη, τις παίζει με τη γλώσσα της, μέχρι να σηκωθούν και να σκληρύνουν, και χώνει μετά τη μύτη της στην ιδρωμένη σχισμή ανάμεσα στο στήθος και τη μασχάλη μου και ρουφάει βαθιά στους πνεύμονές της την πολυσύνθετη μυρωδιά από φόβο, ορμή, διέγερση και μαρτύριο

Την ώρα που το πρόσωπό της αναπαύεται στη μασχάλη μου, νιώθω το άγνωστο αγόρι στην πλάτη μου, νιώθω το ξένο και παρ’ όλα αυτά οικείο κορμί με όλες τις λεπτομέρειές του, η ήρεμη αναπνοή του Τριστάνου στον σβέρκο μου, νιώθω το λεπτοκαμωμένο αγορίστικο στήθος και τη μαλακή κοιλιά του, που καμπυλώνει στη μέση μου, τους γοφούς του που μπήγονται στους γλουτούς μου, τα γυμνά πόδια του, στρωμένα με χρυσόξανθο χνούδι, στα μπούτια μου, τα αιχμηρά κουντεπιέ του στο κοίλωμα της κάθε πατούσας μου. Παίρνω το χέρι του Τριστάνου και το βάζω δίπλα στο χέρι της Μαρίας πάνω στην κοιλιά μου που τρέμει, μέχρι να υποχωρήσει η ένταση και η ηρεμήσει η αναπνοή μου

Η Μαρία αποτραβιέται από τη μασχάλη μου, χαμογελά καθώς την κοιτάζω, με φιλάει και πάλι στα μάτια και με γυρίζει μαλακά αλλά αποφασιστικά προς την άλλη μεριά, έτσι ώστε τώρα νιώθω στην πλάτη μου τις μαλακές ζεστές καμπύλες της. Το χέρι της αγγίζει πάλι την κοιλιά μου, δεν μένει όμως εκεί ακίνητο, ανοίγει επιδέξια τα κουμπιά του τζιν μου και χώνεται στη θερμή ιδρωμένη φωλιά της ήβης

Ανοίγω τα μάτια, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, τα πάντα μέσα μου έχουν εξεγερθεί, τώρα είμαι ξαπλωμένος πρόσωπο με πρόσωπο δίπλα σ’ αυτό το αγόρι κάτω από τον έναστρο ουρανό, οι αναπνοές μας μπερδεύονται η μια μέσα στην άλλη. Καθώς παρατηρώ τα χαρακτηριστικά του Τριστάνου, τα επιτήδεια δάχτυλα της Μαρίας εξερευνούν τη μυστηριώδη περιοχή, αυτό τον σκοτεινό θάμνο από μαύρες τρίχες με το δειλό ζωάκι μέσα. Με άκρα προσοχή το πλησιάζει

Αυτό το αγόρι έχει απαλό πρόσωπο, κατάξανθα μαλλιά που του πέφτουν στο μέτωπο, και ξανθό χνούδι στο πάνω χείλι και το πιγούνι, το ανοιχτόχρωμο δέρμα του είναι λείο σαν κοριτσίστικο, με εξαίρεση μικρά σπυράκια και μπιμπίκια στη μύτη, τα χείλια κόκκινα και σαρκώδη, σαν δαγκωμένα, το στόμα μισάνοιχτο. Είναι όπως στον ύπνο, ίσως να είναι ο ύπνος, ο θεός του ύπνου, αυτός που αγγίζουν τα χείλια μου. Νιώθω στη γλώσσα του το άρωμα από φθηνό ταμπάκο και ξινισμένο κρασί, από κάτω όμως τη γεύση σάλιου και αρμύρας, δεν είναι δυσάρεστο, ωστόσο ξένο, επειδή έχει κάτι το οικείο και ταυτόχρονα απαγορευμένο. Μην το πολυσκέφτεσαι!

Η Μαρία κανακεύει με τα ακροδάχτυλά της τη σκληρή λεία βάλανο, απλώνει τις σταγονίτσες που ξεπηδάνε από μέσα, γρήγορα, τη μια μετά την άλλη. Ο Τριστάνος κρατά τα μάτια του κλειστά. Να κοιμάται ακόμα; Αποτραβιέμαι κι απ’ τους δυο, παραμένουν ακίνητοι, σηκώνομαι, κουμπώνω το τζιν μου και κατευθύνομαι αργά, τρέμοντας μέσα στο παγωμένο πρωινό, προς το μηχανάκι μου. Το τσουλάω αρκετά μέχρι να απομακρυνθώ από την παρέα που κοιμάται, μέχρι πίσω από το ανάχωμα, και μετά βάζω μπρος.

Michael_Roes_3

Κεραμεικός, Αθήνα, ©diablog.eu

(1) Μπέογουλφ: ο ήρωας αγγλοσαξωνικού επικού ποιήματος του πρώιμου μεσαίωνα
(2) Η Μαρία η Κατράμω (Pechmarie) και η Μαρία η Μαλάμω (Goldmarie) είναι οι βασικές μορφές στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ «Η κυρά-Χόλε».
(3) Βλέπε Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2002, σελ. 77

Κείμενο: Michael Roes. Με ευγενική παραχώρηση του εκδότη αναδημοσεύεται το απόσπασμα από: Michael Roes: Ich weiß nicht mehr die Nacht. Roman. Berlin, Matthes & Seitz 2008. Φωτό: Oliver Killing, Michaela Prinzinger.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου