Μύρτος – Κρήτη, Σεπτέμβριος 2015

Αναμνήσεις, καταγραμμένες από τον Μέλχιορ Φρόμμελ

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Το καλοκαίρι τέλειωσε, ακόμη και στη Μεσόγειο, τώρα μας περιμένει η ανήλια εποχή του χρόνου. Ο Μέλχιορ Φρόμμελ περιγράφει στο diablog.eu τις διακοπές του στη νότια ακτή της Κρήτης το 2015. Καλή ανάγνωση, προσμένουμε από τώρα το επόμενο καλοκαίρι!

Ο Μύρτος είναι ένα παραλιακό χωριό μεσαίου μεγέθους στη νοτιοανατολική ακτή της Κρήτης. Από τον κόλπο του υψώνονται στα δυτικά απότομα βουνά στο χρώμα της ώχρας, με αραιά βλάστηση θάμνων, ενώ στα ανατολικά εκτείνεται μια πεδιάδα προς την Ιεράπετρα. Δεν βρίσκεται εδώ η ακτή όπου κατέβηκε η Ευρώπη από τον ταύρο, δεν έκτισε εδώ ο Δαίδαλος για τον Μινώταυρο τον λαβύρινθο, από όπου ο Θησέας βρήκε σώος μόνο με τη βοήθεια του μίτου της Αριάδνης. Όλα αυτά έγιναν –εάν συνέβησαν– στη βόρεια ακτή, στο Βάι με τους φοίνικες, και πιο δυτικά στην Κνωσό.

©Hans Uhl // Ο κόλπος του Μύρτου στα δυτικά, λίγο πριν την καταιγίδα

Ο Μύρτος έχει βάθος τεσσάρων-πέντε δρόμων παράλληλων προς την ακτή που τέμνονται από δέκα περίπου κάθετους προς την ακτή. Στον παράκτιο υπερυψωμένο και μαρμαρόστρωτο πεζόδρομο ορθώνονται αραιά και που ψηλοί φοίνικες. Σε κάποιο σημείο του δρόμου εκτίθεται ένα μικρό ιστιοφόρο. Εναλλάσσονται οι ταβέρνες και οι καφετέριες με τα τραπέζια και τις καρέκλες τους. Από εδώ μπορείς να ατενίσεις υπό σκιά ή στον ήλιο το άδειο και αχανές πέλαγος, που απλώνεται φουρτουνιασμένο ή ήρεμο μέχρι την Αφρική. Δεν φαίνεται ούτε μεγάλο πλοίο, ούτε ιστιοφόρο, ούτε καν σέρφερ, σπάνια μονάχα κάποια ψαρόβαρκα. Στη νηνεμία ο ορίζοντας είναι γραμμή τραβηγμένη με χάρακα, έχει κάτι το σχεδόν τρομακτικό. Μοιάζει με σύνορο μεταξύ ουρανού και γης, ενώ, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, στην κατεύθυνση που κοιτάμε δεν υπάρχει ούτε σύνορο ούτε και γη. Μια οπτική ψευδαίσθηση δηλαδή – όπως η ανατολή του ήλιου και τα ηλιοβασιλέματα και ίσως όπως όλα όσα βλέπουμε και που νομίζουμε, επειδή τα βλέπουμε, ότι είναι πραγματικότητα.

Υπάρχουν περισσότερα καινούργια σπίτια απ΄ ότι ερείπια. Το χωριό κάηκε το 1943 ολοσχερώς από τους Γερμανούς και ξαναχτίστηκε σιγά σιγά μετά τον πόλεμο. Έτσι δεν υπάρχουν εδώ παλιά σπίτια –  και βέβαια ούτε ένα σπίτι ξύλινο όπως σε άλλα μέρη. Τα καινούργια είναι κιβωτιόσχημα, αισθητικά μάλλον ανεπιτήδευτα, κυρίως λευκά, διώροφα και τριώροφα κτίρια με μπαλκόνια που προεξέχουν σαν συρτάρια. Σε πολλές εισόδους κρέμονται χειροποίητες πινακίδες «rooms to let». Οι δρόμοι πλαισιώνονται από μουριές. Η ζωή διαδραματίζεται στον δρόμο, τουρίστες από διάφορες χώρες και ντόπιοι κάθονται έξω. Ένας υπερκινητικός, αναψοκοκκινισμένος «ποιητής» με γαλανά μάτια και ασημογκρίζα αξάγγλιγα μαλλιά και μικρό σακίδιο μοιράζει με κάποια νευρικότητα καρτελάκια με τους ομοιοκατάληκτους στίχους του στις γυναίκες που τον θέλγουν. Ένας άλλος είναι ο Γιάν Βίλλεμ, ένας ψηλός, αδύνατος Ολλανδός, με σταφιδιασμένα χαρακτηριστικά· ζει στον Μύρτο εδώ και δεκαετίες και θεωρείται σχεδόν ντόπιος. Περιστασιακά μαζεύει τα σκουπίδια και όταν τα έχει τσούξει τραγουδάει. Ο μικρόσωμος «φιλόσοφος» που περιπλανιόταν στους δρόμους διαλεγόμενος δεν ζει πια. Κάποια από τα παιδιά των λουλουδιών της δεκαετίας του ’60, παιδιά σχέσεων ντόπιων με γυναίκες του βορρά είναι πια ενήλικες, σερβιτόροι με κοτσιδάκι, μουσάτοι κιθαροπαίκτες. Το πλατινέ σκυλάκι του εστιατορίου Μύρτος κουνά την ουρά του εν μέση οδώ και κινδυνεύει να το πατήσει κάποιο τροχοφόρο. Το όνομά του είναι «Όμηρος», τον φωνάζουν «Όμηρε». Λένε ότι είναι οκτώ ετών. Κοκκαλιάρικες γάτες με θλιμμένο βλέμμα ζητιανεύουν αυτούς που τρώνε, βρίσκονται παντού. Εδώ υπάρχουν όλα τα έθνη. Η Άντζελα, μια Αυστριακή, ζει εκεί εδώ και πολύ καιρό με τον Ολλανδό λυράρη της, τον Γίρι,  και οργανώνει φυσιολατρικές εκδρομές στα βουνά και στα φαράγγια.  Η Κατερίνε Μπέβε, που κατάγεται από τη Γερμανία, είναι οστεοπαθητικός και ανακούφισε πρόσφατα δύο περιηγητές που γνωρίζουμε καλά από τις παθήσεις τους. Συζεί με τον Γιάννη Πετσαγγουράκη, τον κιθαροπαίκτη. Σε μια από τις διασταυρώσεις στο κέντρο του χωριού τα τηλεφωνικά σύρματα είναι μετά το ηλιοβασίλεμα πυκνά κατειλημμένα από χιλιάδες χελιδόνια σε μήκος πάνω από εκατό μέτρα και προς τις τέσσερις κατευθύνσεις. Πέντε σύρματα το ένα πάνω από το άλλο σχηματίζουν ένα πεντάγραμμο. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου κενό μεταξύ των κεφαλιών των μικρών πουλιών, θα μπορούσε να είναι η παρτιτούρα μιας σύνθεσης του Ολιβιέ Μεσιάν. Σύντομα θα διασχίσουν τη θάλασσα, τα 250 χιλιόμετρα μέχρι τη Λιβύη ή την Αίγυπτο· ακούγεται ότι εκεί απλώνουν δίχτυα για να τα πιάσουν. Ο ορνιθολόγος Χανς Ουλ λέει, ότι εδώ, στο κέντρο του χωριού, προστατεύονται τη νύχτα από τα γεράκια.

©Hans Uhl // Ένας από τους πολυάριθμους γύπες της Δίκτης

Ένας ενενηντάχρονος με μακριά λευκή γενειάδα και έναν ασπρόμαυρο σκυλάκο, τον Πελέ, κάθεται επί μονίμου βάσεως μπροστά στο σπίτι του αντιχαιρετώντας με ένα «γεια» τους περαστικούς. Το ίδιο κάνουν και οι ογδοντάρηδες Σοφία και Μιχάλης, λίγους δρόμους πιο πέρα. Η Σοφία, μια ζωηρή και πολυλογού ηλικιωμένη, μου διηγείται ότι ήταν 12 ετών όταν οι κατακτητές έκαψαν το χωριό τον Σεπτέμβριο του 1943 σε αντίποινα για τους δυο γερμανούς στρατιώτες που σκοτώθηκαν από αντάρτες στο ορεινό χωριό Βιάννος. Πριν το πυρπολήσουν τους είχαν δώσει προθεσμία μιας ώρας για να πάρουν ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν και να φύγουν, αυτή, η μητέρα και τα αδέλφια της.  Του άντρες τους είχαν εκτελέσει πίσω από την παλιά εκκλησία. Σκουντώντας με με το δάκτυλο για να την ακούω προσεκτικά μου μιλάει για τα τέσσερα παιδιά της –ο ένας ήταν αστυνομικός, ο άλλος ναυτικός, και τώρα είναι συνταξιούχοι στην Αθήνα– η μία της κόρη κρατάει το εστιατόριο Θάλασσα κάτω στον παραλιακό πεζόδρομο· έχει έξι εγγόνια. Διαμαρτύρεται για τις συνεχείς περικοπές των συντάξεων και την έλλειψη γιατρών. Έχει πίεση, σάκχαρο και ρευματικά και σύνταξη 350 ευρώ. Κάποτε, πριν από χρόνια, λέει, χιόνισε τη νύχτα στον Μύρτο: ξαφνικά ήταν όλα «κά–τα–σπρα», πολύ όμορφα. Όταν ξαναπάω κάποια άλλη μέρα, μου φτιάχνει ένα παχύρευστο, γλυκό καφεδάκι.

Μένουμε στη Βίλλα Μαρί στο ισόγειο. Δεν είναι ακριβώς του γούστου μας, αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή. Μάς το είχε βρει η κόρη μας η Ελίσαμπετ, πήγε στον σταθμό λεωφορείων της Ιεράπετρας και μας έφερε εδώ από με το αυτοκίνητό της. Φαίνεται να νοιώθει άνετα στον Μύρτο, γνωρίζει πολύ κόσμο, μπορεί να συνεννοηθεί στα ελληνικά, μένει στο κέντρο του χωριού με θέα τις ταράτσες, τα ντεπόζιτα του νερού και του ηλιακούς θερμοσίφωνες και πίσω τους τη γαλάζια θάλασσα κάτω από τον γαλάζιο ουρανό. Κάθε πρωί κάνει γιόγκα στην παραλία· σύντομα θα μας αφήσει και θα συνεχίσει για την Ιθάκη.

Οι δυο μας πληρώνουμε 25 ευρώ τη διανυκτέρευση. Μένουμε σε ένα στενό και ψηλό τετραώροφο κτήριο με δέκα ευρύχωρα δωμάτια· έχουμε καλά κρεβάτια, μια μικρή κουζίνα και μπάνιο/WC. Κάποιοι φιλοξενούμενοι, όπως οι τρεις από την Φραγκονία –δύο φίλες με τον σύζυγο της μίας, ο οποίος είναι συνήθως μόνος του καθοδόν– περνούν εδώ τις διακοπές τους πάνω από τριάντα χρόνια· τα μπανιερά τους, η ομπρέλα και το στρώμα θαλάσσης ξεχειμωνιάζουν εδώ. Χαίρονται ότι καταλαβαίνω από την προφορά τους ότι είναι Φράγκοι και δεν τους συγχέω με Βαυαρούς.

Η κόρη της ιδιοκτήτριας έρχεται κάθε μέρα με το ίδιο λευκό φόρεμα με μαύρες παγιέτες, σκουπίζει τα μαραμένα άνθη και ποτίζει στην αυλή με το λάστιχο τα φυτά μπροστά από το δωμάτιό μας. Λέγεται Ζωή, είναι 37 ετών και έχει δύο κόρες, την Εμμανουέλλα και την Ιωάννα, που είναι άριστες μαθήτριες. Η μια παίρνει το λεωφορείο για το γυμνάσιο στην Ιεράπετρα, η άλλη πηγαίνει ακόμα στο δημοτικό ακριβώς απέναντι. Συχνά διακόπτει τη δουλειά της και μιλάει στο κινητό με κάποια από τις δυο. Μου φέρνει βιβλία, για παράδειγμα το έργο ζωής ενός δασκάλου που κατέγραψε την ιστορία της περιοχής από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι την εποχή μας. Σε ένα κεφάλαιο απαριθμεί τις θηριωδίες των Γερμανών. Ίδρυσε το μικρό μουσείο πίσω από την εκκλησία, όπου εκθέτει τόσο ένα πρόπλασμα του μινωικού οικισμού, που κτισμένο πάνω στον λόφο προστατευόταν από τους πειρατές, όσο και εργαλεία και φωτογραφίες από το πρόσφατο παρελθόν.

Ο μουστακαλής πατέρας της Zωής, πιστός ψηφοφόρος του Αλέξη Τσίπρα, έχει ένα ξυλουργείο· μεταφέρνει τη μπουγάδα του ξενοδοχείου με το φορτηγάκι του. Μας χαρίζει ένα μπουκάλι σπιτικού ελαιόλαδου, το οποίο αργότερα στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου κατάσχεται ως επικίνδυνο υγρό και καταλήγει στα σκουπίδια. Η γιαγιά της Ζωής πάσχει από άνοια, έτσι ώστε η μητέρα της Ζωής, η Μαρία, που ήταν υπεύθυνη για το ξενοδοχείο, να πρέπει τώρα να είναι συνέχεια κοντά της. Μένουν αλλού.

Στον πλακόστρωτο, λευκό προαύλιο κάθομαι στο στρογγυλό πλαστικό τραπέζι στη σκιά των φυτών και δουλεύω τα κείμενα για τον κατάλογο τής έκθεσής μου τού επόμενου έτους στο Πάσαου. Ξένοι που αναζητούν κατάλυμα φροντίζουν για διαλείμματα και την ψυχαγωγία μου. Με προσφωνούν στα αγγλικά, αλλά συνειδητοποιούν αμέσως ότι δεν είμαι ντόπιος. Ένας ιδιότυπος μικρόσωμος ορθόδοξος Φινλανδός που εμπορεύεται ρωσικές εικόνες στο Ελσίνκι· ένα ζευγάρι από το Ρότερνταμ, αυτός ψηλός και ευτραφής  με μια πίπα στο στόμα που μοσχοβολά, αυτή μια ξανθιά καλλονή με γοητευτικό χαμόγελο· αρκετά ζευγάρια Γερμανών, μεταξύ αυτών μια γυναίκα από το Χεχενκίρχεν κοντά στο Μόναχο που μαθαίνει ελληνικά στο ανοιχτό πανεπιστήμιο και μιλάει με τη νοικάρισσα με τυποποιημένες προτάσεις γλωσσικού εγχειριδίου· ένας κομψά μαυρισμένος, σπορτίφ γκριζομάλλης από το Αμβούργο, που ταξιδεύει μόνος του με μοτοσικλέτα, μας κάνει διάλεξη για το πόσο λάθος είναι η πολιτική της κυρίας Μέρκελ· και ένας στοχαστής από το Μόναχο που επισκέφτηκε, μαζί με τη γυναίκα του, τα τελευταία είκοσι χρόνια σχεδόν όλα τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των οποίων δεν τα γνωρίζω ούτε καν ονομαστικά. Ένας άλλος συγκάτοικος, τον οποίο δεν έχω ακόμη συναντήσει, μιλάει στο τηλέφωνο κάθε πρωί στο μπαλκόνι από πάνω μας, γελάει πολύ, μιλάει δυνατά και καθαρά με τον γέρο πατέρα του στη Γερμανία. Παρεμπιπτόντως: προσμένω κάθε μέρα με χαρά το πρωινό μας, ασύγκριτο πρόβειο γιαούρτι με εξίσου άριστο μέλι Μύρτου και ροδάκινα.

Δύο φορές τη μέρα μπαίνουμε στη θάλασσα, τα αλμυρά της νερά είναι κάθε φορά διαφορετικά· μία το πρωί και μία το απόγευμα. Μετά ξαπλώνουμε λίγο στον ήλιο, στην άμμο και δίπλα στις πέτρες, και απορούμε για όσους καταφέρνουν να περνούν όλη τους τη μέρα στις πλαστικές ξαπλώστρες με τις ομπρέλες. Μια διαβάζουν και μια κοιμούνται αποχαυνωμένοι. Η απέραντη θάλασσα και ο αιώνιος παφλασμός της, αναπνοή και αναστεναγμός συνάμα· ανάμεσά τους ακούγονται και παράξενοι ήχοι, κάτι το άγνωστο και συναρπαστικό για εμάς τους στεριανούς και τους κατοίκους των λόφων. Το χρώμα της αλλάζει από ώρα σε ώρα κάτω από τον ήλιο. Οι πέτρες, η καθεμιά διαφορετική σε μέγεθος, σχήμα και χροιά, από πάλλευκο μέχρι κατάμαυρο. Είναι απίστευτα πολλές και βρίσκονται παντού όσο φτάνει το μάτι: λείες, επίπεδες, στρογγυλές, οβάλ, τριμμένες και στιλβωμένες, με φλέβες και ένθετα – ψημένες σε κάποιον γεωλογικό «φούρνο» ποιος ξέρει πριν από πόσα εκατομμύρια χρόνια. Με ενθουσιάζουν. Επειδή είναι τόσες πολλές και μπορείς να τις πάρεις δωρεάν ή να τις αφήσεις εκεί που είναι, ίσως να μην τις εκτιμούμε όσο πρέπει. Εάν υπήρχε μόνο μια χούφτα από αυτές ανά τον κόσμο, θα τις εμπορεύονταν ακριβά. (Μια μικρή, ολόμαυρη πέτρα, σφηνοειδής με ζωφόρο στην κορυφή να δείχνει ασπρόμαυρα μια αφηρημένη σκηνή μάχης, μου την έδωσε η Φ. το πρωί της αναχώρησης· την έδειχνα με περηφάνια σε κάθε λογής ανθρώπους στο ταξίδι της επιστροφής, π.χ. στην Ελένη και τον Βίνσεντ στην Αθήνα, δυστυχώς όμως την έχασα. Γι’ αυτό και την αναφέρω.)

Το βράδυ συναντιόμαστε με την Ίγκριντ και τον Χανς Ουλ σε κάποιο από τα εστιατόρια. Ο Χανς ως ορνιθολόγος είναι συνέχεια στα βουνά παρακολουθώντας τη συμπεριφορά ενός σμήνους γερακιών. Το μεσημέρι η Ίγκριντ είχε δακτυλογραφήσει πάνω από ώρα υπομονετικά μια υπαγόρευσή μου. Είχαμε τζατζίκι, μελιντζανοσαλάτα, χόρτα, φασολάκια, παντζάρια, γεμιστά, μουσακά, αρνί, κολοκυθοκεφτέδες, ντολμάδες, στιφάδο, γαύρο, χταπόδι, καλαμάρια και μερικά άλλα, στο τέλος ως φίλεμα του μαγαζιού ρακί και καρπούζι. Άλλη φορά είχαμε μπάμιες, αγκινάρες και σταμναγκάθι (*), μια φορά τσιπούρα, δυο φορές γόπες και μπαρμπούνια. Με μια μπύρα για τον Χανς, ένα τεταρτάκι κόκκινο για την Ίγκριντ και ένα μισόκιλο λευκό για την Φ. κι εμένα, οι τέσσερείς μας πληρώναμε γύρω στα 50 ευρώ.


*) Το σταμναγκάθι είναι ένα είδος άγριου ραδικιού με την επιστημονική ονομασία κιχώριον το ακανθώδες (Cichorium spinosum). Είναι αυτοφυές, άγριο χορταρικό με πικρή γεύση, που συναντάται σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές αλλά και σε δύσβατες περιοχές κοντά στη θάλασσα, όπου αποκτά μια χαρακτηριστικά αλμυρή επίγευση. Οφείλει το όνομά του στην παραδοσιακή χρήση του αγκαθωτού κορμού του ως πώμα της στάμνας (του νερού), για προστασία από ακαθαρσίες και ζωύφια. Σταμναγκάθι εδώ


©Hans Uhl // Ναι, την τράβηξε! Νεκρά φύση στην άκρη του δρόμου

Εκεί λοιπόν καθόμασταν καλοκαιρινά ντυμένοι και με φιλικότατη εξυπηρέτηση. Σκοτείνιασε και το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από τον φλοίσβο της θάλασσας, ως χαλαρός επισκέπτης μιας χρεωμένης χώρας που κυβερνάται από αμφιλεγόμενους πολιτικούς. Από κρίση ή πρόσφυγες δεν καταλάβαμε απολύτως τίποτα. Κανένας δεν ήθελα να αρχίσει με τα πολιτικά. Σκεφτόμασταν με μια κάποια ανατριχίλα τις κρύες, υγρές και σκοτεινές μέρες που μας περιμένουν μόλις λήξει η εδώ παραμονή μας. Πετώντας ψηλά πάνω από τα σύννεφα θα είμαστε πάλι πίσω σε χρόνο μηδέν για να κρυφτούμε πάλι στα σπίτια μας. Ο έξω κόσμος θα μας προσεγγίζει μόνο με τη μορφή συμβατικού ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μέσω της τηλεόρασης και του τηλεφώνου. Εδώ στον Μύρτο, σπίτι είναι ολόκληρο το χωριό όπου όλοι συναντιούνται. Τα λίγα καταστήματα που υπάρχουν – ευτυχώς μόνο ένα ή δύο καταστήματα με γκρικ αρτς και σουβενίρ – είναι ανοιχτά μέχρι αργά το βράδυ. Τα σπίτια παίζουν περισσότερο τον ρόλο επίπλων ανάμεσα στα οποία διαδραματίζεται η ζωή. Σχεδόν παντού ψάθινες καρέκλες και τραπέζια: τετράγωνα ξύλινα στην ταβέρνα και στρογγυλά μπλε τσίγκινα στο καφενείο. Απέναντι από το εστιατόριο Μύρτος όλη μέρα όλο και κάποιος κάθεται στο στενό πεζούλι κατά μήκος του ασβεστωμένου τοίχου του ακατοίκητου σπιτιού. (Αναρωτιέμαι εάν ο Χανς τράβηξε τη φωτογραφία που του ζήτησα με τον μετρητή του ρεύματος πάνω από το τραπέζι με τις καρέκλες). Πάντα υπάρχουν ένα γύρω και άλλοι· ο καθένας έχει όμως τη δυνατότητα να κάνει αυτό που νομίζει, να σιωπήσει, να μιλήσει, να διαβάσει, να χαζέψει.

Επί τρεις εβδομάδες δεν είδαμε ούτε αστυνομικό ούτε άλλον ένστολο. Φαίνεται να μην χρειάζονται, τα θέματα τακτοποιούνται συναινετικά.

Κορυφαίες στιγμές για μένα ήταν τα βράδια της Πέμπτης, όταν η γεροδεμένη 22χρονη Στέλλα Χαρίνα από τη Θεσσαλονίκη τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια καθισμένη κάτω από τον Πλάτανο δίπλα στην πόρτα του ομώνυμου κέντρου. Χωρίς μικρόφωνο ή ενισχυτή ακομπανιαρισμένη από τον Γιάννη, τον κιθαροπαίκτη, και μερικές φορές και από τον Μανώλη, τον γιο του ιδιοκτήτη, και το μπουζούκι του. Κάθε τόσο καθόταν εκεί και ο τετράχρονος Χρήστος, κρατώντας στην αγκαλιά του πολύ επαγγελματικά έναν μπαγλαμά. Από τις εννιά το βράδυ μέχρι μετά τα μεσάνυχτα, το ένα τραγούδι ακολουθούσε το άλλο, σε ένα μελαγχολικό μινόρε με ανατολίτικες κλίμακες. Μετά από λίγο, οι Έλληνες, που ήταν οι μισοί θαμώνες, την συνόδευαν στα τραγούδια που γνώριζαν και στο τέλος κάποιοι δεν άντεχαν να μην σηκωθούν και χορέψουν. Είδα για πρώτη φορά το χασάπικο, στις παραλλαγές του οποίου αλλάζει κάθε τόσο η ακολουθία των βημάτων, έτσι όπως το χόρευε ο ταβερνιάρης με μια κοπέλα. Με συγκίνησε και με έκανε να ζηλέψω το ότι υπάρχει ένας ντόπιος θησαυρός από μελωδίες και λόγια και χορούς που φαίνεται να είναι κοινό κτήμα, που τα ξέρουν όλοι απ’ έξω και στα οποία μπορούν να συντονιστούν άμεσα. Πού έχουμε εμείς οι Γερμανοί κάτι ανάλογο;

Άλλα βράδια μια Λίζα τραγουδούσε τραγούδια μπροστά σε ένα άλλο μαγαζί. Ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα φάνταζε σαν πριμαντόνα. Η φωνή της με έπεισε λιγότερο, αλλά ο κόσμος που καθόταν στο μισοσκόταδο στα τραπέζια της απέναντι πλευράς του δρόμου δεν άργησε να τη συνοδέψει στο τραγούδι. Ένα σκυλάκι αδέσποτο κι ένα αγόρι με ποδήλατο σταμάτησαν να την αφουγκραστούν, η όλη η σκηνή κάτω από τον νυχτερινό ουρανό στον αμυδρά φωτισμένο δρόμο του χωριού είχε κάτι από πίνακα του Βελάσκεθ.

Υπήρξε μια συναυλία με έναν δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, ο οποίος τραγουδούσε ρουτινιάρικα συνοδευόμενος από κιθάρα και μπάσο· επιδείκνυε τις φωνητικές του  ικανότητές στον παραλιακό πεζόδρομο με την ενίσχυση μεγαφώνων. (Σε προχωρημένη ώρα είδα από το παράθυρο της κουζίνας τον πολύ χοντρό ταβερνιάρη να χορεύει στη δική του διάσταση). Ένα άλλο βράδυ παίχτηκε στην κοινοτική αίθουσα κλασική μουσική μετά το πέρας σεμιναρίου μαθημάτων τραγουδιού. Δεν ταίριαξε καλά, ειδικά λόγω της κακής ακουστικής στη μισογεμάτη από ακροατές γυμνή αίθουσα, που μια εβδομάδα αργότερα είχε ματατραπεί σε εκλογικό κέντρο. Λόγω της ζέστης οι πόρτες ήταν ανοιχτές κι έτσι η μουσική συνοδευόταν από τις ιαχές των παιδιών που έπαιζαν κρυφτό απέξω.

Μη έχοντας μεταφορικό μέσο ήμασταν ευγνώμονες όταν οι Ουλς μάς πήγαιναν  βόλτα με το αυτοκίνητο. Μια φορά βρεθήκαμε λοιπόν δυτικά στο μικρό ψαροχώρι Τέρτσα. Ο σερβιτόρος Φιλίπ ήταν Γάλλος και είχε το αυλακωμένο πρόσωπο ηθοποιού του κινηματογράφου. Η Ίνγκριντ προπορευόταν χαρούμενη στον σκονισμένο δρόμο με έναν μίνι ελκυστήρα να τραβά το αναπηρικό της αμαξίδιο, ενώ εμείς οι τρεις ακολουθούσαμε από πίσω με το αυτοκίνητο.  Μια άλλη φορά ανεβήκαμε στην Κάτω Σύμη, όπου το δάσος βουίζει από μέλισσες και οι άνθρωποι παίρνουν νερό της πηγής. Πιο πάνω, στη μέση του πευκοδάσους, υπάρχουν περιφραγμένα ερείπια. Λέγεται ότι είναι τα απομεινάρια ενός αρχαίου ιερού, αφιερωμένου στον Ερμή και την Αφροδίτη. Ογκώδη πέτρινα θεμέλια από γκρίζο ασβεστόλιθο δείχνουν ότι εκεί υπήρχε οικισμός με μεγαλοπρεπή κτήρια. Δίπλα ένα ρυάκι και ένα τεράστιο, κούφιο, αλλά καταπράσινο δέντρο. Είκοσι και πλέον γεράκια έφερναν γύρους στον συννεφιασμένο ουρανό.

Στις τρεις εβδομάδες της παραμονής μας ζήσαμε τις βουλευτικές εκλογές στις 20 Σεπτεμβρίου και λίγες μέρες πριν, στις 15 Σεπτεμβρίου, το μνημόσυνο των φονευθέντων από τους Γερμανούς, με ομιλία του δημάρχου, δεήσεις του ιερέα και κατάθεση στεφάνων στο μικρό ηρώο. Επίσης την έναρξη της σχολικής χρονιάς με φωνές και στριγκλιές των παιδιών υπό τους ήχους της καμπάνας και εκκλησιασμό· την μεγαλόπρεπη κηδεία της 57χρονης Κατερίνας που πέθανε από καρδιακή προσβολή, στην οποία μεν δεν παρευρεθήκαμε, αλλά η οποία πρέπει να ήταν ιδιαίτερα πανηγυρική με τρεις ιερείς, έναν δεσπότη και πολύ κόσμο. Ίσως η εξήγηση να είναι ότι ο άντρας της είναι ο ντόπιος ψάλτης.

Τόση κοινωνική ζωή όσο εδώ στον Μύρτο μέσα σε τρεις εβδομάδες δεν βιώνεις στο Ομπερσλίρμπαχ της Άνω Αυστρίας, όπου μένουμε, ούτε σε έναν ολόκληρο χρόνο.

Είχαμε άλλες δύο ημέρες με τον Βίνσεντ, τον γιο μας, στην Αθήνα και στην Αίγινα. Εκεί θαυμάσαμε τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ναών ηλικίας δυόμισι χιλιάδων χρόνων, υλοποιημένους με υψίστου επιπέδου δεξιοτεχνία, που εξυπηρετούσαν άγνωστους πλέον για μας λατρευτικούς και πολιτικούς σκοπούς. Πολιορκούνταν από τα τουριστικά γκρουπ που φωτογράφιζαν ακατάπαυστα τα πάντα· η κυρίαρχη φωτογράφιση με τα selfie sticks μαρτυρεί, ότι ο φωτογράφος θέτει εαυτόν υπεράνω όλων, υποβιβάζοντας τα μνημεία σε απλό φόντο των αυτοπροσωπογραφιών του.


Ο Μέλχιορ Φρόμμελ στο diablog.eu εδώ
Ο ορνιθολόγος Χανς Ουλ εδώ (στα DE· βλ. εκεί «Griechenland Naturreisen»)

Κείμενο: Melchior Frommel. Μετάφραση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: Hans Uhl.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε