Συνεργασία

Βιβλίο non-fiction του Mark Terkessidis

Συνεργασία – μια αμφιλεγόμενη έννοια, την οποία ο κοινωνικός φιλόσοφος Mark Terkessidis θέλει να κάνει καρποφόρα για μελλοντικές προοπτικές. Σε συνέχεια των σκέψεών του στο βιβλίο «Interkultur» (Διαπολιτισμός) ο Mark Terkessidis καταγράφει τη φιλοσοφία της συνεργασίας που ξεκινά από το οργισμένο κοινωνικό άτομο που το διακρίνει η ανάγκη της αναζήτησης. Κατά τον συγγραφέα μια κοινωνία της ποικιλομορφίας μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον εισακούγονται πολλές (και διάφορες) γνώμες και συνεργάζονται (πολλοί και) διάφοροι άνθρωποι. Οι διαμαρτυρίες των τελευταίων ετών αποκάλυψαν τη δυσαρέσκεια των πολιτών: οι πολιτικοί φαίνεται να απέχουν παρασάγγας από την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, ενώ τα μεγάλα δημόσια έργα όπως σιδηροδρομικοί σταθμοί και αεροδρόμια υπερβαίνουν τις δυνάμεις τους. Εν αντιθέσει οι πολίτες είναι αντισυμβατικοί όσο ποτέ άλλοτε. Μετά από χρόνια νεοφιλελεύθερων κηρυγμάτων είναι πλέον συνηθισμένοι στην άσκηση της ατομικής ευθύνης: από κοινού δημιούργησαν τη Wikipedia, ανακαίνισαν σχολικές αίθουσες διδασκαλίας ή ίδρυσαν, κατευθείαν, ακόμη και σχολεία. Έτσι γίνονται «συνεργάτες» με τη θετική έννοια.

Kollaboration_TerkessidisInterkultur_Terkessidis

Το diablog.eu παρουσιάζει το κεφάλαιο «Κριτική του φολκλόρ» σε πρώτη ελληνική μετάφραση του συντακτικού μας μέλους Θανάση Τσίγκα. Τόσο το βιβλίο του Mark Terkessidis όσο και η ανάρτησή μας εικονογραφούνται από εικόνες της σειράς «Hombre Aluminio» του φωτογράφου Veit Tresch.

Ο Mark Terkessidis (γενν. το 1966) εργάζεται ως δημοσιογράφος, με έμφαση στην ποπ κουλτούρα και τη μετανάστευση. Ένα αίτημα για μεγαλύτερο ορθολογισμό στο θέμα της κοινωνικής ένταξης που δημοσίευσε το 2006 μαζί με την Yasemin Karasoglu, έγινε αντικείμενο έντονων συζητήσεων.

Κριτική του φολκλόρ

Όποιος θέλει στα σοβαρά να απομυθοποιήσει κάτι, πρέπει να εντρυφήσει στο αντικείμενό του. Στην περίπτωση της μουσικής διατρέχει τον κίνδυνο να παρασυρθεί στη δίνη της. Κάποια μέρα έπιασα τον εαυτό μου να ακούει με κατάνυξη τους 15 Εσπερινούς του Μάνου Χατζιδάκι. Και από τότε ήμουν πια εξαρτημένος από όλο και πιο αναλυτικές εξορμήσεις στην προ-ιστορία της μουσικής αυτής. Όντως η μουσική του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη δεν είναι μόνο μουσικό φολκλόρ, παρ’ όλο που γενικά έτσι την έβλεπε η Δυτική Ευρώπη. Και οι δύο είχαν σπουδάσει μουσική σύνθεση, είχαν υιοθετήσει άκρως επιλεκτικά ορισμένες μορφές αστικής λαϊκής μουσικής, παραλλαγές του λεγόμενου ρεμπέτικου, τοποθετώντας τες σε ένα νέο, «έντεχνο» πλαίσιο.

Veit Tresch_1

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Το ρεμπέτικο θεωρήθηκε, όπως και το πορτογαλικό fado, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εκπληκτική ανακάλυψη ως πρότυπο της world music, ή, αν προτιμάτε, κάτι σαν blues από τις παρυφές της Ευρώπης. Για το μουσικό φολκλόρ ισχύει η θεωρία της φυσικότητας: Όσο πιο πίσω πας, τόσο πιο αγνά γίνονται τα σχήματα. Η εμπειρία ωστόσο δείχνει, ότι δεν υπάρχει ίχνος αγνότητας. Οι δημοφιλείς συλλογές ρεμπέτικου σε CD που είναι σήμερα στο εμπόριο, γεφυρώνουν χωρίς αναστολές την περίοδο 1911-1955, και η μουσική, που τρίζει τόσο όμορφα και τόσο αυθεντικά όπως στους παλιούς δίσκους, ήταν ως επί το πλείστον ήδη κατά τη στιγμή της ηχογράφησής της τοπική «ποπ» μουσική που είχε εγγραφεί ειδικά για την αστική αγορά.

Veit Tresch_2

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Ιδιαίτερα δημοφιλές είναι σήμερα το οριεντάλ ρεμπέτικο, δηλ. εκείνη η παραλλαγή που γεννήθηκε στις ελληνόφωνες πόλεις της Μικράς Ασίας. Αυτή η μουσική εξελίχθηκε όμως σύντομα στα κουτούκια της Αθήνας σε μια, ας πούμε, ανατολίτικη μουσική, εμπλουτισμένη με τον ρυθμό του χορού της κοιλιάς και παραδομένη σε όλων των ειδών τις φαντασιώσεις από τις Χίλιες και μια νύχτες. Τέτοιοι συνειρμοί χαρεμιού ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να ακούσει το αστικό στρώμα των νεόπλουτων στο κέντρα διασκέδασης εκείνης της εποχής. Στα οριεντάλ ανήκει και το κομμάτι Μισιρλού (μικρή αιγυπτοπούλα). Παίχθηκε πιθανώς για πρώτη φορά από τον Μιχάλη Πατρινό και την κομπανία του στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και γνώρισε μιαν εκπληκτική καριέρα με άπειρες διασκευές. Στο αποκορύφωμά του έφτασε ίσως το 1994 με την ταινία Pulp Fiction: Η Uma Thurman και ο John Travolta χορεύουν με μουσική υπόκρουση τη –σε στυλ σερφ– διασκευή του Dick Dale.

Veit Tresch_3

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Μεγάλη επιτυχία με τραγούδια όπως το Αραπίνες (Νύχτες μαγικές) είχε επίσης και ο Βασίλης Τσιτσάνης, αν και τα «ανατολίτικα» αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος του έργου του. Ο Τσιτσάνης, ένας από τους πιο δημοφιλείς Έλληνες μουσικούς, διαμαρτυρήθηκε ευθύς γι αυτές τις εισαγωγές από την Ασία – και την «ινδοκρατία» στην ελληνική μουσική. Η Ελλάδα αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μόνη ευρωπαϊκή αγορά για ταινίες από την Ινδία, που ήδη από τη δεκαετία του πενήντα είχε τη μεγαλύτερη κινηματογραφική βιομηχανία του κόσμου. Φορτία ολόκληρα ινδικής κινηματογραφικής μουσικής εισέβαλαν στη χώρα. Σύντομα προσαρμόστηκε μια σειρά από δημοφιλείς μελωδίες στα ελληνικά δεδομένα, συνοδευμένες από ελληνικό στίχο. Ένα από τα γνωστότερα τραγούδια είναι το Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις (Όχι, όχι, μη με παρατάς). Στο YouTube υπάρχουν διάφορες διασκευές του τραγουδιού, όπως για παράδειγμα από τον Γιώργο Νταλάρα ή τη Χάρι Αλεξίου. Και στην Τουρκία αναδιατυπώθηκαν επίσης μερικά μουσικά κομμάτια από ινδικές ταινίες σε «λαϊκά τραγούδια». Τα παράπονα του Τσιτσάνη δεν τον εμπόδισαν εξάλλου στο να διοχετεύσει και ο ίδιος συνθέσεις με «ινδικό» ύφος στην αγορά. Το ίδιο ισχύει και για έναν από τους, μεταξύ των Ελλήνων μεταναστών στην Ευρώπη, πλέον διάσημους μουσικούς : τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς το είδος της μουσικής που άκουγαν στη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα οι πελάτες στα ελληνικά εστιατόρια στη Γερμανίας.

Veit Tresch_4

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Φυσικά υπάρχει και η άλλη μορφή της λαϊκής μουσικής παράδοσης, τα δημοτικά, που δεν υπέστησαν τέτοιου είδους εμπορευματοποίηση. Αλλά κι αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι απλά ως αυθεντικά. Όλα τα σήμερα γνωστά είδη του μουσικού φολκλόρ είναι προϊόντα πολύ διαφορετικών επιρροών, έχοντας περάσει επιπρόσθετα και από το φίλτρο της ηχογράφησης. Δεν υπάρχει καμία λαϊκή-παραδοσιακή μουσική που να μην έχει επηρεαστεί βαθιά από όλων των ειδών κατακτήσεις, εκτοπίσεις, βίαιες εξαφανίσεις ή μεταναστεύσεις – τις ιστορίες που διηγείται, τις διακρίνει μάλιστα μια έλλειψη καθαρότητας, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε δίχως άλλο και «βρώμικες». Επιπλέον το μουσικό φολκλόρ φιλτραρίστηκε ως τμήμα του προφορικού πολιτισμού –συνήθως από διανοούμενους που ήθελαν να σώσουν την μουσική από τη λήθη– για λόγους ρομαντισμού, εθνικισμού ή ως έκφραση της ιδίας αντιφρόνησης.

Veit Tresch_5

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Η διαδικασία του φιλτραρίσματος και της αναβίωσης μοιάζουν πολύ μεταξύ τους: από τη συλλογή «Volkslieder» των γερμανικών λαϊκών τραγουδιών του Johann Gottfried Herder στα τέλη του 18ου αιώνα και την εμφατική ανανέωση του Cante Jondo από τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, μέχρι τις ηχογραφήσεις Field Recordings του Alan Lomax και το φρεσκάρισμα του μουσικού φολκλόρ του Ηνωμένου Βασιλείου από τον Ewan MacColl. Πράγματι μπορεί μια και αυτή «λαϊκή μουσική» να αξιοποιηθεί τόσο υπέρ του εθνικισμού όσο και εναντίον του. Ένα παράδειγμα είναι οι folclóricos, οι στις αγροτικές περιοχές της Πορτογαλίας διαδεδομένες ομάδες χορού και τραγουδιού. Στο βιβλίο της Performing Folklore η Kimberly DaCosta-Holton δείχνει ότι οι ranchos προωθήθηκαν αρχικά από την απολυταρχική δικτατορία του Σαλαζάρ. Η υπηρεσία προπαγάνδας Secretariado de Propaganda Nacional επιδίωκε με μέτρα ενίσχυσης και με διαγωνισμούς να κάνει τους ranchos κεντρικό εθνικό πολιτιστικό στοιχείο. Παράλληλα οι ομάδες εξυπηρετούσαν και την τουριστική αξιοποίηση της εθνικής κουλτούρας του Estado Novo. Στη δεκαετία του τριάντα οι ranchos εμφανίστηκαν επιπλέον αρκετές φορές στα κομματικά συνέδρια του γερμανικού ναζιστικού κόμματος NSDAP.

Veit Tresch_6

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Το ενδιαφέρον του απολυταρχικού κράτους για τους ranchos οδήγησε σε μια αναζωπύρωση τους. Νέες ομάδες δημιουργήθηκαν και συνέλεξαν υλικό για τις παραστάσεις τους μέσω, τρόπω τινά, επιστημονικής έρευνας μεταξύ των ηλικιωμένων στα χωριά της υπαίθρου. Όταν το 1974 η λεγόμενη Επανάσταση των Γαρυφάλλων κατέλυσε στην Πορτογαλία τη δικτατορία του Estado Novo και εγκαθίδρυσε μετά από δεκαετίες μια προοδευτική κυβέρνηση, θα περίμενε κανείς και το τέλος του ενθουσιασμού για τα φολκλορικά συγκροτήματα – αλλά έγινε το αντίθετο: Οι νέες δυνάμεις έδειξαν ακόμη μεγαλύτερο ζήλο για το μουσικό ρεπερτόριο των ranchos. Δημιουργήθηκε μάλιστα μια λαογραφική ένωση με σκοπό να επιτείνει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την διατήρηση της ιστορικής αυθεντικότητας. Οι αριστερές δυνάμεις επικέντρωσαν λοιπόν την αντίθεσή τους στο Estado Novo ειδικά στον τομέα της αυθεντικότητας. Κατηγόρησαν την καταλυμένη δικτατορία ότι είχε δεσμεύσει τη μουσική αποκλειστικά για λόγους εθνικοπολιτικής αισθητικοποίησης, ενώ μόνο η ακρίβεια της ιστορικής αναπαραγωγής αντιπροσωπεύει επάξια τον τοπικό λαϊκό πολιτισμό.

Veit Tresch_7

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Ως εκ τούτου προκύπτει: η αυθεντικότητα του μουσικού φολκλόρ παράγεται τεχνητά. Και υπάρχουν άπειρα παραδείγματα για το ότι η δυτική ποπ μουσική δεν έχει την αποκλειστικότητα του να είναι τεχνητά έντεχνη. Και όπως ανέφερα ήδη παραπάνω – έχω αλλάξει γνώμη για το λεγόμενο μουσικό φολκλόρ. Αυτό έχει να κάνει δίχως άλλο με την πειστικότητά του. Όταν επισκέφτηκα το Cádiz στην Ανδαλουσία είχα αγοράσει σχεδόν από υποχρέωση ένα CD με τοπική μουσική για να το ακούσω στο αυτοκίνητο. Θυμάμαι όμως ακόμη, ότι μου κόπηκε η ανάσα όταν άρχισε να τραγουδά ο αστέρας του φλαμένκο Camarón de la Isla. Αλλά αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι το rock ‚n’ roll είχε ξοφλήσει πια οριστικά ως σάουντρακ των νιάτων.

Veit Tresch_8

Hombre Aluminio, ©Veit Tresch

Στον πρόλογο του έργου του The No-Nonsense Guide to World Music ο μουσικός και δημοσιογράφος μουσικής David Toop περιγράφει ως αυτόπτης μάρτυρας τη δεκαετία του πενήντα, προτού δηλαδή οι έφηβοι αναλάβουν τα ηνία στον χώρο της μουσικής. Τότε δεν υπήρχε ακόμη η εκλεπτυσμένη κατηγοριοποίηση της μουσικής. Στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα του BBC επικρατούσε κατά τον Toop μια τεράστια ποικιλία ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν «ετικέτες»: ρούμπα, μάμπο, ταγκό, ψεύτικο χιλμπίλι, τραγούδια της Σκωτίας, κιθάρες της Χαβάης, βιολιά εβραϊκά, σερενάτες τζίπσι ή ρεπερτόριο μπιγκ μπαντ. Ωστόσο το μίγμα αυτό δεν ήταν επίτευγμα της δεκαετίας του πενήντα, αλλά ανάγεται σε μια ακόμα παλιότερη περίοδο. Παράδειγμα είναι η συλλογή Compilation Victrola Favorites του 2010 από τη δισκογραφική εταιρεία Dust-to-Digital, όπου ακούγονται ηχογραφήσεις γομαλάκας. Η μουσική ηχογραφήθηκε το 1919 ή το 1937 στη Νέα Υόρκη και έρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν, την Κίνα, την Ελλάδα, την Πορτογαλία, τη Βιρμανία, την Ελλάδα και την Ινδία.

Μετάφραση: Α. Τσίγκας. Φωτό: Veit Tresch.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου