Αυτό το λεμόνι είναι ακόμα ζουμερό!

Αναμνήσεις της Lotti Huber από την Κύπρο

Γνωρίζουμε την Lotti Huber ως πρωταγωνίστρια σε ταινίες του σκηνοθέτη Rosa von Praunheim, ως μπριόζα συμμετέχουσα σε τοκ σόους, ως ντιζέζ, μια cult φιγούρα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, τόσο γεμάτη ζωή, τόσο ανέμελη, τόσο αντισυμβατική και με τόση αυτοπεποίθηση, ώστε άτομα, κατά δεκαετίες νεότερά της, να φαντάζουν χλωμά και άνοστα. Εδώ μπορείτε να πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι την ασυνήθιστη ζωή ενός ασυνήθιστου ανθρώπου.

Αχ, πόσο ευτυχισμένη ήμουν στην Κύπρο και πόσο αγαπώ ακόμα αυτό το νησί! Αν και μετά τη διχοτόμηση δεν ξαναπάτησα το πόδι μου. Δεν αντέχω τους διχασμούς. Μου ματώνουν την καρδιά, δεν θέλω να είμαι παρούσα.

Με το που μπήκαν μέσα οι Άγγλοι το νησί έγινε κοινό μυστικό για τη βρετανική αριστοκρατία, για ευκατάστατους Άγγλους, για πρώην στρατηγούς του Ινδικού Στρατού και τις κυρίες τους. Η Κύπρος ήταν απλά ιδανική σαν ηλιόλουστο ησυχαστήριο. Χτίστηκαν βίλες, υπέροχες επαύλεις για ένα πινάκιο φακής ή για να το πούμε καλύτερα με τοπικό χρώμα: για μια χούφτα ελιές.

Zitrone_01

Πάντως οι Άγγλοι δεν εκμεταλλεύονταν τους υπαλλήλους τους τόσο απροκάλυπτα όσο οι πλούσιοι Έλληνες και οι Τούρκοι. Οι εύποροι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ένα τέχνασμα για να βρίσκουν φθηνό προσωπικό: «υιοθετούσαν» νεαρά κορίτσια από τα γύρω χωριά που τα αποκαλούσαν στη συνέχεια «ψυχοκόρες». Κι αυτά τα αφελή πλάσματα έπρεπε μετά να καθαρίζουν, να μαγειρεύουν, να πλένουν – χωρίς να παίρνουν δεκάρα.

Με τους Άγγλους τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Άφηναν τους ντόπιους μπάτλερ και το προσωπικό τους να κάνουν τα ψώνια και να κουμαντάρουν το νοικοκυριό. Κι αυτοί μετά, όταν έδιναν λογαριασμό, τα βόλευαν έτσι ώστε να βελτιώνουν το χαμηλό μισθό τους. Ήξερα Κύπριους μπάτλερ που είχαν χτίσει με τις οικονομίες τους ολόκληρα σπίτια. Το έβρισκα πάντα απίθανα διασκεδαστικό και σε τελική ανάλυση εντάξει. Σε γενικές γραμμές οι σχέσεις ανάμεσα στους Άγγλους και τον ντόπιο πληθυσμό ήταν καλές. Οι Έλληνες παρέβλεπαν εσκεμμένα τη μερικές φορές υπεροπτική, αγενή συμπεριφορά των αποικιοκρατών. Είχαν εξάλλου τον δικό τους πολιτισμό και τις δικές τους παραδόσεις, πράγματα για τα οποία ήταν υπερήφανοι. Συμπεριφέρονταν οι μεν στους δε ευγενικά, πολλές φορές ακόμα και εγκάρδια. Συχνά μάλιστα κόρες πλούσιων Ελλήνων και Τούρκων παντρεύονταν όχι και ιδιαίτερα εύπορους Άγγλους. Μερικές δε Κύπριες κατάφερναν με το γάμο να βουτήξουν ακόμα και τον τίτλο της λαίδης. Ένιωθαν τότε κατά πολύ ανώτερες από τους κοινούς συμπατριώτες τους, τους κοιτούσαν αφ’ υψηλού και μιλούσαν καθαρευουσιάνικα αγγλικά. Αυτό το έβρισκα πάντα γελοίο.

Zitrone_03

Συνέβαινε επίσης πλούσιες Αγγλίδες να αποκτούν όμορφους, νεαρούς Κύπριους εραστές και μερικές φορές μάλιστα να τους παντρεύονται. Υπήρχε για παράδειγμα μια κυρία που χρωστούσε λίγο της Μιχαλούς. Οι συγγενείς της ήταν πανευτυχείς που ζούσε στην Κύπρο, σε επαρκή απόσταση ασφαλείας. Εργαζόταν εθελοντικά στο μουσείο και ερωτεύθηκε έναν απλό Έλληνα από φτωχή οικογένεια που δούλευε εκεί σαν βοηθητικός εργάτης. Κι επειδή η δική της οικογένεια δεν είχε τίποτα να προσάψει στον γάμο τους, τον έστειλαν να σπουδάσει αρχαιολογία στο Λονδίνο και τη Βιέννη με έξοδα των καινούργιων, πλούσιων συγγενών του. Η πανεπιστημιακή μόρφωση ήταν το εισιτήριο για να μπει μετά και στην καλή κοινωνία.

Δεν την γλίτωσε όμως χωρίς να προσφέρει κι αυτός τον οβολό του. Η κυρία είχε πολύ έντονες σεξουαλικές ανάγκες, όπως συμβαίνει μερικές φορές με τους ανθρώπους της διανοητικής της κατάστασης. Ήταν υποχρεωμένος να την βολεύει, νύχτα μέρα. Πελιδνός κι εξαντλημένος σεργιάνιζε στο χωριό τρικλίζοντας στο πλευρό της συζύγου του, θέαμα που έκανε την Ιουλία, μια μεσίτρια που ήξερε όλα τα κουτσομπολιά της Κερύνειας, να μην αντέξει μια φορά και να μου πει: «Madame Lotti, fuck, fuck all the time. Is there nothing else to do?» Και με κοιτούσε όλο απορία με τα μεγάλα, μαύρα μάτια της.

Το Harbour Club στην άλλη άκρη του λιμανιού της Κερύνειας ήταν ό, τι έπρεπε για τους Άγγλους σνομπ και όσους θα ήθελαν πολύ να γίνουν. Το Octopus, το δικό μου μαγαζί, ήταν πιο πρωτότυπο. «That woman!“ – αυτή ήμουν εγώ. Το στιλ των μπαρ μας ήταν διαμετρικά αντίθετο. Οι ιδιοκτήτες του Harbour Club υποδέχονταν τους πελάτες τους με την επιτηδευμένη προφορά των ανώτερων τάξεων και σχεδόν κατουριόντουσαν πάνω τους από δουλοπρεπή έκσταση, όταν κάποιος σερ ή κάποια λαίδη με τίτλο ευγενείας τους τιμούσαν με την επίσκεψή τους.

Zitrone_05

Σε μένα ήταν διαφορετικά. Πέταγα έξω όποιον δεν μου άρεσε. Το έπαιρνα αυτό το δικαίωμα και ήμουν υποχρεωμένη να το παίρνω. Ήμουν μόνη, μια γυναίκα εκτεθειμένη σε κάθε είδους μηχανορραφίες και δυσκολίες. Βρισκόμουν διαρκώς σε στάση επαγρύπνησης. Μια γυναίκα που διηύθυνε μόνη της ένα μπαρ και ρεστοράν…; Για τους Έλληνες και τους Τούρκους μια γυναίκα ήταν ή νοικοκυρά και μάνα ή θήραμα. Μια ελκυστική γυναίκα σε ένα μπαρ ήταν κατά συνέπεια θήραμα. Μου έσουρναν χίλια δυο. Αλλά και οι ανταγωνιστές μου έχυναν το δηλητήριό τους για «αυτή τη γυναίκα». Περιμένετε, έλεγα μέσα μου, θα σας δείξω εγώ.

Η πρώτη δοκιμασία ήταν για μένα η επίσκεψη του Τούρκου αστυνομικού επιθεωρητή της Κερύνειας που είχαν τοποθετήσει οι Άγγλοι. Μπήκε στο Octopus λίγο μετά τα εγκαίνια συνοδευόμενος από άλλους τρεις Τούρκους κι άρχισε να περιεργάζεται το χώρο. Ο Ανδρέας, ο μπάρμαν μου, ένας Ελληνοκύπριος, μου ψιθύρισε αναστατωμένος: «Μάνταμ, μάνταμ, ο επιθεωρητής…» – «So what!» Ο Τούρκος άρχισε τις ερωτήσεις: «Ποια είστε; Είστε παντρεμένη; Έχετε παιδιά;» Κι άλλες πολλές βλακώδεις ερωτήσεις. Προφανώς δεν ήξερε το ξενοδοχείο Astoria, που είχα πριν με τον άνδρα μου στη Λευκωσία, ή δεν ήθελε να το ξέρει.

Του πρόσφερα ένα ποτό, το oποίο αρνήθηκε, και τον ρώτησα με τη σειρά μου: «And you, Sir, areyoumarried? Haveyougotchildren? And who are you anyway?» Ο Ανδρέας παραλίγο να λιποθυμήσει από την τρομάρα του. «Μάνταμ, μάνταμ…», ψιθύριζε σαστισμένος. Ύστερα από λίγη ώρα ο επιθεωρητής αποχώρησε με τη συνοδεία του χωρίς να έχει καταφέρει να με τρομοκρατήσει. Έτρεξα αμέσως στο τηλέφωνο. Ο επικεφαλής της αστυνομίας ήταν Άγγλος, ο Τσαρλς Μπ. Ήταν φίλος του Astoria κι έπαιζε συχνά μπριτζ με τον Άλεκ. «Charles?» – «Yes, my dear…» Του διηγήθηκα εν συντομία τα της επίσκεψης ενός από τους επιθεωρητές του. «Don’t worry! Εντάξει, δεν θα επαναληφθεί», με καθησύχασε.

Zitrone_10

Ένα πρωί είδα τον αντίπαλό μου στην αγορά. Φορούσε την αγγλική στολή αξιωματικού της αστυνομίας, κουνούσε με χάρη πέρα-δώθε το ραβδάκι του, όπως συνηθίζεται, και με πλησίασε χωρίς βιάση. «Goodmorning, madam.» Του έριξα μια γοργή, δηλητηριώδη, λοξή ματιά: «Morning.» – «Μάνταμ», συνέχισε, «γιατί είστε τόσο θυμωμένη μαζί μου;» Ώστε έτσι λοιπόν, σκέφθηκα, τα άκουσε από τον διοικητή του. «Δεν είμαι θυμωμένη» απάντησα, «απλά δεν μου αρέσει να μου κάνουν χαζές ερωτήσεις.» – «Χαζές ερωτήσεις;» – «Ναι! Are you married? Have you got children?» τονμιμήθηκαπαίρνονταςτούφοςτου. «Μάνταμ, δεν είχα κακή πρόθεση. Τι άλλο δηλαδή να ρωτήσει κανείς μια γυναίκα;»

Αυτό πια ήταν το άκρον άωτο! «Δεν είμαι γυναίκα», του εξήγησα. «No?» Με κοίταξε έκπληκτος, μετά στα χείλια του διαγράφηκε ένα κάπως περιπαικτικό χαμόγελο. «No!» επανέλαβα τόσο δυνατά, ώστε οι άνθρωποι γύρω μας έμειναν ακίνητοι. «No, I am a business-institution and nothing else. Είναι ξεκάθαρο;» – «Yes, Madam!» Έκανε ένα σβέλτο στρατιωτικό χαιρετισμό. Μετά μου έτεινε το χέρι του: «Είμαστε τώρα φίλοι;» – «Τώρα είμαστε φίλοι», απάντησα. Έγινε πραγματικά ένας καλός φίλος κι εγώ είχα την ησυχία μου. Αργότερα μου μίλησε γεμάτος υπερηφάνεια για την κόρη του που σπούδαζε νομικά στο Λονδίνο. Ώστε έτσι λοιπόν!

Στην Κύπρο το ένα καλοκαίρι διαδεχόταν το άλλο. Επί τέσσερα χρόνια το παραδεισένιο νησί βασανίστηκε από τις δραστηριότητες της ΕΟΚΑ. Η οδός Λήδρας μετατράπηκε σε «murder-mile». Στις ώρες της αιχμής, όταν οι Βρετανίδες έκαναν τα ψώνια τους, έπεφταν ξαφνικά πυροβολισμοί. Μια φορά είδα μια βαριά πληγωμένη Αγγλίδα να κείτεται στο πλακόστρωτο. Το νυφικό που μόλις είχε αγοράσει για την κόρη της βαφόταν με αίμα. Ο δρόμος είχε αδειάσει απότομα, στα μαγαζιά είχαν κατεβάσει τα ρολά. Ούτε ένα ποτήρι νερό δεν έφερναν στη βαριά τραυματισμένη οι συνήθως τόσο αξιαγάπητοι Έλληνες. Ένας Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος, που ήταν πάντα πρώτος παρών όταν γινόταν φόνος προκειμένου να δώσει στην εφημερίδα του το μεγάλο ρεπορτάζ, αποδείχθηκε ότι ήταν ο δολοφόνος. Μετά την επίθεση πέταξε το όπλο σε μια κοπέλα. Κι αυτή έκρυψε το πιστόλι στην τσάντα της κι εξαφανίστηκε απαρατήρητη μέσα στο χάος που είχε προκληθεί. Όσο για τον δημοσιογράφο, είχε κάνει ολόκληρη σειρά επιθέσεων πριν τελικά συλληφθεί.

Zitrone_11

Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Τι θα γινόταν μ’ αυτούς, αν ο Γρίβας κατάφερνε την ένωση με την Ελλάδα; Εκείνη την εποχή ήταν μια μειονότητα του είκοσι τοις εκατό περίπου. Ποια θα ήταν η μοίρα τους κάτω από μια ελληνική κυβέρνηση; Το 1957 δημοσιεύθηκε στην τουρκική εφημερίδα Halkim Sisi ένα άρθρο, στο οποίο αναφερόταν ότι η Τουρκία, μόνο σαράντα μίλια μακριά από την Κύπρο, είχε πολύ περισσότερα δικαιώματα στο νησί από ότι η Ελλάδα, που βρισκόταν χίλια μίλια μακριά. Τα μέτωπα σκλήραιναν και σύντομα εμφανίστηκε στους τοίχους και το σύνθημα «Η Κύπρος στους Τούρκους!» Ανάμεσα στα δυο εχθρικά στρατόπεδα επρόκειτο να κυλήσει ακόμα πολύ αίμα.

Η ζωή στην Κερύνεια συνεχιζόταν με σχετική ανεμελιά. Που και που ακούγαμε τον μακρινό βρόντο μιας βόμβας που είχε εκραγεί. Μερικές φορές Άγγλοι στρατιώτες που κατέβαιναν από τα βουνά του Τρόοδος τάραζαν την ηρεμία μας. Άγρια αγόρια! Εξαγριωμένοι, απογοητευμένοι, ταπεινωμένοι από τις αποτυχίες τους ήταν έτοιμοι να τα κάνουν γυαλιά καρφιά. «Εξαφανισθείτε», φώναζα στους Έλληνες υπαλλήλους μου, «εξαφανισθείτε! Θα τα βολέψω μόνη μου.» Θρονιαζόμουν λοιπόν πίσω από το μπαρ και υποδεχόμουν τους επιθετικούς πελάτες μου με ένα αστραφτερό χαμόγελο. Κοπανούσαν τα πολυβόλα πάνω στα τραπέζια, παράγγελναν ποτά ουρλιάζοντας. «Ε, εσύ», με ρωτούσαν, «είσαι Ελληνίδα ή Τουρκάλα;» – «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο», απαντούσα. «I am as british as you are.» Τέλος πάντων, κατά κάποιον τρόπο ήμουν όντως Αγγλίδα. Αχ, μονίμως αυτά τα προβλήματα με την εθνικότητα! Πώς το έλεγε εκείνο το ωραίο τραγουδάκι της Μαρλένε Ντίτριχ: «Δεν ξέρω σε ποιον ανήκω … τελικά ανήκω μόνο σε μένα.»

1991 Wuppertal 2 (c) Moira Mücke

«Παιδιά», τους είπα για πολλοστή φορά, «the first drink is on the house.» Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ένας πολύ έξυπνος βούτηξε ένα μπουκάλι ουίσκι από το ράφι και το έχωσε στο αμπέχονό του ενώ οι άλλοι γελούσαν. Λοιπόν, τώραείχεέρθειηώρα – to be or not to be. Πώς να περισώσω την κατάσταση; Θα όρμαγαν τώρα όλοι μαζί στις μπουκάλες πάνω στα ράφια πίσω από το μπαρ; «Wonderful, bravo», είπα απόλυτα ήρεμη και χειροκρότησα με θαυμασμό. «Look at him! Δεν είναι γενναίος, δεν είναι θαρραλέος; Κλέβει από μια μόνη γυναίκα ένα μπουκάλι ουίσκι. Μπράβο!» Και χειροκρότησα πάλι δυνατά. Σιωπή αμηχανίας. «Ε», είπε κάποιος, «put that bottle back – βάλε το μπουκάλι στη θέση του!» Αχ, αυτοί οι Εγγλέζοι μου, πόσο τους λατρεύω! Αυτός είναι ο φίνος βρετανικός τρόπος, πάντοτε fair play. Ήμουν ενθουσιασμένη: «Drinks on the house! Άλλο ένα ποτό κερασμένο για την παρέα!» Χωρίσαμε σαν φίλοι.

zitronecover2

 

Mετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου. Απόσπασμα από: Lotti Huber, Diese Zitrone hat noch viel Saft! Ein Leben (Αυτό το λεμόνι είναι ακόμα ζουμερό! Μια ζωή), Eκδόσεις diá, Βερολίνο. Φωτό: Αρχείο Lotti Huber και Moira Mücke, από την ίδια έκδοση.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου