Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Το βιογραφικό της Μαριλένας Παπαϊωάννου είναι ασυνήθιστο: η βιοεπιστήμων εξελίχτηκε σε συγγραφέα. Ανάλογη τροχιά έχει το συγγραφικό της έργο, στα δυο μυθιστορήματα και τη νουβέλα της προστέθηκε και μια συλλογή διηγημάτων. Συνήθως οι συγγραφείς ξεκινούν με διηγήματα για να φτάσουν μέσω της νουβέλας στο μυθιστόρημα. Αλλά η Παπαϊωάννου είναι πεζογράφος της νεότερης γενιάς που δεν ακολουθεί την πεπατημένη.
Η συγγραφέας
Η Μαριλένα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη και αργότερα εργάστηκε ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη. Ζει πλέον μόνιμα στην Αθήνα και ασχολείται επαγγελματικά με την επιμέλεια και τη μετάφραση βιοεπιστημονικών εκδόσεων.
Από τις Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας κυκλοφορούν τα βιβλία της «Νικήτας Δέλτα» (2013) και «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους» (2016) και από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το μυθιστόρημα «Ένα πιάτο λιγότερο» (2020). Φέτος εκδόθηκε το Ιούνιο η συλλογή διηγημάτων της «Δέκα εκατοστά».
Διακρίσεις
Το 2014 το μυθιστόρημα «Νικήτας Δέλτα» ήταν υποψήφιο για τα Κρατικά Βραβεία και τα βραβεία των λογοτεχνικών περιοδικών ο αναγνώστης και Κλεψύδρα. Η Κλεψύδρα της απένειμε το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη από κοινού µε τον Γιάννη Αστερή (για το «Νουθεσία ηµιόνου»).
Το 2017 η νουβέλα «Κατεβαίνει ο Καµουζάς στους φούρνους» ήταν υποψήφια για τα βραβεία των λογοτεχνικών περιοδικών ο αναγνώστης και Κλεψύδρα.
Το 2021 το μυθιστόρημα «Ένα πιάτο λιγότερο» ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πεζογραφίας (βραχεία λίστα) του περιοδικού Κλεψύδρα.
Παρουσίαση
Τα «Δέκα εκατοστά» εκδόθηκαν φέτος στα μέσα Ιουλίου με εξαιρετική θεματολογική ποικιλία. Το πρώτο και το τελευταίο διήγημα («αγόρι, κορίτσι» και «Καραμέλες») είναι πεζά με ποιητικά στοιχεία έρωτα και θανάτου, τα άλλα έντονα ρεαλιστικά, που αφήνουν μια γλυκόπικρη αίσθηση. Η Παπαϊωάννου περιδινίζει το κοινό της και δημιουργεί χωρίς φλυαρία έναν κόσμο που θα μπορούσε δίχως άλλο να είναι πραγματικός. Τόσο, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να ταυτιστεί σχεδόν με τους πρωταγωνιστές της, είτε αυτοί είναι άνδρας, γυναίκα ή και παιδί.
Χαρακτηριστικά είναι τα μοιραία περιστατικά, που η Παπαϊωάννου παρουσιάζει χωρίς περιστροφές και σασπένς, μερικές φορές τόσο ωμά, που προξενούν φρίκη – που την μετριάζει κατόπιν με τη διήγησή της. Αυτά τα μοιραία τα ξεδιπλώνει όπως συμβαίνουν στην καθημερινότητα, συνήθως χωρίς προειδοποίηση. Θέμα της είναι, πώς τα διαχειρίζονται τα πρόσωπα που περιγράφει.
Σκληρά, αλλά και τρυφερά συγχρόνως –αν και μη παρεμβατικά– είναι τα διηγήματα «Κιντσούγκι» και «Πεπόνι και Βιξ», που σχεδόν παρεμπιπτόντως είναι και βιογραφικά συμπερίληψης. Αυτό ισχύει και για το «Αλκιβιάδης», που διηγείται ωστόσο μια πορεία ζωής.
Τα διηγήματα της Παπαϊωάννου δεν ωραιοποιούν, τείνουν όμως σε μια συμφιλιωτική κατάληξη, που μειώνει την πικράδα που μαζεύεται κατά την ανάγνωση. Το ομώνυμο και λακωνικό διήγημα «Δέκα εκατοστά» με θέμα τη δουλεμπορία είναι κλειστοφοβικό και με ανοιχτή έκβαση.
Με ενθουσίασε και με συγκίνησε το «Θεία Δόμνα», όπου η Παπαϊωάννου βάσει φωτογραφιών αναπαριστά απόλυτα ζωντανά φάσεις βίου και πολιτείας μιας ανάπηρης Ελληνίδας στις ΗΠΑ. Δεν είναι το μόνο που έχει θέμα τη μετανάστευση. «Η Όλγα και το σπουργίτι» μιλά για εσωτερική μετανάστευση, «Τα παπούτσια» για την περηφάνια του ανθρώπου που αναγκάζεται να μετοικήσει στη χώρα μας.
Πώς επηρεάζει η μοριακή βιολόγος τη συγγραφέα, ερωτήθηκε πριν από χρόνια. Απάντησε ότι η βιολόγος έμαθε στη συγγραφέα να αφαιρεί από τις ιστορίες της το περιττό και ασαφές και η συγγραφέας τη βιολόγο ότι και τα επιστημονικά κείμενα οφείλουν να είναι γραμμένα σε σωστή και ωραία γλώσσα.
Το diablog.eu παρουσιάζει το διήγημα «Βαθιά κατάψυξη» που διαδραματίζεται στους πανεπιστημιακούς ερευνητικούς κύκλους. Διαχειρίζεται το πανανθρώπινο θέμα της απώλειας σε πολλά και διάφορα επίπεδα.
Το διήγημα
Βαθιά κατάψυξη
Το πρωινό μου τα τελευταία δώδεκα χρόνια ήταν δύο φρυγανιές σκέτες κι ένα φλιτζάνι καφέ, και το κυρίως γεύμα μου ήταν ένα ελαφρύ δείπνο νωρίς το βράδυ. Δούλευα δεκαεφτά ώρες τη μέρα. Κοιμόμουν καθημερινά τρεις με τέσσερις ώρες το πολύ. Αν με ρωτούσες, δεν θα ‘ξερα να σου πω τι μέρα είναι ή τι ώρα. Τον μήνα συνήθως τον συμπέραινα βάσει καιρού. Μόνο την αλλαγή στις εποχές αντιλαμβανόμουν ως μέτρο του χρόνου. Ντυνόμουν συστηματικά με την ίδια στολή – μπλε τζιν, μαύρο πουκάμισο και αθλητικά παπούτσια. Είχα χρόνια ν’ αγοράσω καινούργια ρούχα. Είχα επίσης χρόνια να συναναστραφώ ανθρώπους εκτός δουλειάς, να δω θέατρο ή κινηματογράφο, να πάω μια βόλτα. Τα ενδιαφέροντα μου περιορίζονταν αποκλειστικά και μόνο σε ό,τι είχε να κάνει με την ερευνά μου. Όλη μου η ενέργεια και όλη μου η σκέψη ήταν δοσμένες σε αυτόν τον σκοπό. Ευτυχώς που ο Τιτού με είχε απειλήσει κάποια στιγμή ότι, αν δεν πήγαινα έστω μία φορά τον μήνα μαζί του για μια μπίρα, θα σταματούσε να με βοηθάει, κι έτσι έκανα έστω αυτό. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήμουν σαν ένα πλοίο που η πυξίδα του έδειχνε μόνο προς μία κατεύθυνση – η βελόνα μου είχε κολλήσει.
Γι’ αυτό και, όταν μέσα σ’ ένα βράδυ καταστράφηκαν όλα όσα έχτιζα για χρόνια, κατέρρευσα σε μια στιγμή. Έπεσα όπως ένας κούφιος κορμός δέντρου χτυπημένος από τυφώνα.
Αλλά δεν χάθηκα.
Τις σημάνσεις τις είχα κολλήσει εγώ την Τετάρτη με τα χέρια μου. Τριάντα δύο στο σύνολο. Είχα σκεφτεί να βάλω ακόμα περισσότερες, αλλά τα παιδιά μού είχαν πει ότι αυτό ίσως θα ήταν υπερβολικό. Δύο κόλλησα στην κεντρική πόρτα του εργαστηρίου (μία απ’ την εσωτερική πλευρά και μία απ’ την εξωτερική), μία στην άκρη κάθε πάγκου (δώδεκα συνολικά), μία σε κάθε ψυγείο (άλλες τέσσερις, δηλαδή), μία στον κάθε καταψύκτη (ακόμα τέσσερις), μία στην πόρτα της αίθουσας μικροσκοπίας, μία έξω απ’ την πόρτα του γραφείου του καθηγητή και μία πάνω από κάθε νεροχύτη (συνολικά πέντε, δηλαδή). Τις άλλες τρεις τις είχα κολλήσει στην τραπεζαρία που μοιραζόμασταν με το διπλανό εργαστήριο (μία πάνω στο κέντρο του τραπεζιού, μία στο ντουλάπι πάνω απ’ τον νεροχύτη και μία στον πίνακα ανακοινώσεων).
CAUTION!
ALARM ΟΝ FREEZER #2 HAS GONE OFF
DUE ΤΟ Α TECHNICAL PROBLEM.
PLEASE DO NOT UNPLUG.
CAUTION! *
Είχα γράψει το μήνυμα με κόκκινα κεφαλαία γράμματα και το είχα εκτυπώσει σε κόλλες χαρτιού A4. Κάθε κόλλα την είχα βάλει μέσα σε μια ζελατίνα, και τις ζελατίνες τις είχα κολλήσει με αδιάβροχη ταινία στα διάφορα σημεία. Επειδή δε πολλοί από τους υπαλλήλους στο Τμήμα Καθαριότητας του πανεπιστημίου ήταν ισπανόφωνοι, κάτω απ’ το μήνυμα στα αγγλικά ο Τιτού με είχε βοηθήσει να γράψω ακριβώς την ίδια φράση και στα ισπανικά.
Το πρώτο εικοσιτετράωρο κύλησε χωρίς πρόβλημα. Όλοι ήμασταν απλώς πολύ προσεχτικοί. Κάθε φορά που έπρεπε να μπούμε ή να βγούμε από την αίθουσα με τους καταψύκτες και τα ψυγεία, φροντίζαμε να κλείνουμε γρήγορα την πόρτα, έτσι ώστε ο ήχος του συναγερμού να μην ενοχλεί τους υπολοίπους στον όροφο.
Η συνθήκη αυτή στάθηκε μάλιστα αφορμή για ν’ αναπτύξουμε καλύτερη σχέση με τους διδακτορικούς και τους μεταδιδακτορικούς ερευνητές του διπλανού εργαστηρίου, με τους οποίους, παρότι μας χώριζε μονάχα ένας διάδρομος, ποτέ δεν είχαμε φιλική σχέση, για τον απλούστατο λόγο ότι τα αφεντικά μας έτρεφαν αμοιβαία αντιπάθεια που τη μετέφεραν τυφλά και σ’ εμάς επί χρόνια. Το απόγευμα που πήγα να τους μιλήσω για να εξηγήσω το πρόβλημα το οποίο είχε προκύψει και να ζητήσω την κατανόηση τους, όχι απλώς δεν αντιμετώπισα καμία δυσφορία, αλλά αντιθέτως εισέπραξα ενσυναίσθηση, συμπάθεια και έμπρακτη στήριξη. Ένας από τους διδακτορικούς, ο Ίαν, προσφέρθηκε να μου παραχωρήσει δύο από τα ράφια του στον δικό τους καταψύκτη, τα οποία, εξαιτίας αλλεπάλληλων ανεπιτυχών προσπαθειών στα πειράματα του, παρέμεναν ακόμα κενά. Του εξήγησα ότι δεν τα χρειαζόμουν – ο καταψύκτης μας δεν είχε πρόβλημα θερμοκρασίας, απλώς, ο συναγερμός του είχε χαλάσει κι έπρεπε να περιμένουμε μέχρι την Παρασκευή το πρωί που θα ερχόταν ο τεχνικός για να τον φτιάξει.
Την Πέμπτη το βράδυ όλοι φύγαμε απ’ το εργαστήριο νωρίς, γύρω στις εφτά, ακόμα και ο καθηγητής. Είχαμε κανονίσει ένα αποχαιρετιστήριο δείπνο για τη Νίνα που θα επέστρεφε στη Γερμανία στα τέλη του μήνα.
Η Τζο μπήκε στο εργαστήριο στις εννιάμισι. Αυτό επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων, αφενός, απ’ την κάρτα που χτύπησε στην είσοδο του κτηρίου στις εννιά και είκοσι, και αφετέρου, απ’ τις κάμερες που υπήρχαν έξω απ’ το ασανσέρ του ορόφου μας.
Ξεκίνησε απ’ τα γραφεία μας. Άδειασε τους κάδους των απορριμμάτων και τους κάδους της ανακύκλωσης, έπλυνε τους νεροχύτες στην άκρη κάθε πάγκου, πήγε τις λερωμένες φιάλες για πλύσιμο, ξεσκόνισε στο γραφείο του καθηγητή, έβαλε ηλεκτρική και, κατά τις δέκα και κάτι, λίγο προτού αρχίσει το σφουγγάρισμα, τράβηξε απ’ την πρίζα το καλώδιο του καταψύκτη.
Γύρω στις δώδεκα και τέταρτο, ο Ίαν, ο οποίος εκείνες τις μέρες φωτογράφιζε τις καλλιέργειες του κάθε τέσσερις ώρες μήπως και καταφέρει να προσδιορίσει τον λόγο της αποτυχίας των πειραμάτων του, επέστρεψε στο εργαστήριο των δίπλα. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να πάρει κάτι από την αίθουσα των καταψυκτών και μπαίνοντας είδε ότι στον δικό μας καταψύκτη με τον χαλασμένο συναγερμό η θερμοκρασία είχε ανέβει από τους -80 βαθμούς Κελσίου στους -10.
Με πήρε τηλέφωνο αμέσως.
Τη στιγμή εκείνη, όλοι ήμασταν ακόμα στο εστιατόριο, εκτός από τον καθηγητή· πίναμε στην υγειά της Νίνας. Μόλις άκουσα τη φράση μάινους τεν τινάχτηκα πάνω κι έφυγα σαν κυνηγημένος.
Βγήκα στον δρόμο, πήρα ένα ταξί, και σε δέκα λεπτά ήμουν στο εργαστήριο.
Ο Ίαν με περίμενε έξω απ’ το ασανσέρ. Ήρθε μαζί μου μέσα στο εργαστήριο, κι έμεινε κοντά μου όση ώρα προσπαθούσα να ειδοποιήσω κάποιον απ’ το προσωπικό ασφαλείας του πανεπιστημίου, μέχρι που κατέρρευσα μπρος στον καταψύκτη. Δουλειά δώδεκα ετών δική μου και άλλων δέκα ετών προηγούμενων συναδέλφων είχε καταστραφεί μέσα σε λίγες ώρες.
Είκοσι λεπτά αργότερα έφτασαν στο εργαστήριο και οι υπόλοιποι. Τους είχε τηλεφωνήσει ο Ίαν. Τον καθηγητή τον ειδοποίησε ο Τιτού, όταν πια αντιληφθήκαμε το μέγεθος της καταστροφής και το ανεπανόρθωτο της κατάστασης.
Μόλις συνήλθα, άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Το ίδιο και οι άλλοι. Ακόμα και ο Ίαν είχε βουρκώσει.
Και ο καθηγητής έκλαψε, απλώς όχι μπροστά μας. Μπήκε στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα, κι όταν βγήκε, μας είπε με μάτια κατακόκκινα ότι θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να βρεθεί ο ένοχος.
Όλοι μας, βέβαια, ξέραμε ότι αυτό δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Το πρόβλημα δεν θα λυνόταν έτσι. Βασικά, το πρόβλημα δεν μπορούσε να λυθεί με κανέναν τρόπο. Για να ξαναφτιαχτούν όλες οι καλλιέργειες που διατηρούσαμε επί χρόνια στους καταψύκτες μας –όσες μπορούσαν να ξαναφτιαχτούν–, θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον μία πενταετία και ίσως εκατομμύρια δολάρια, εκτός από τεράστια υπομονή. Τα δε δείγματα των ασθενών, τα οποία τα συνέλεγα εγώ προσωπικά τα τελευταία οχτώ χρόνια, ήταν προφανώς αδύνατον ν’ αναπληρωθούν.
Το πρωί ο καθηγητής κατήγγειλε το συμβάν στο Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού και ζήτησε τη συμβουλή των νομικών συμβούλων του πανεπιστημίου. Μάθαμε αμέσως ότι τη χτεσινή βάρδια στον όροφο μας την είχε κάνει η Τζο. Και από τις κάμερες φαινόταν ότι εκείνη είχε τραβήξει την πρίζα.
Το συνδικάτο των καθαριστών, που ήταν ανέκαθεν πανίσχυρο, αμέσως την κάλυψε λέγοντας ότι επρόκειτο για ανθρώπινο λάθος οφειλόμενο σε μεγάλη κούραση. Είπαν, μάλιστα, ότι απλώς δεν είχε δει τις σημάνσεις. Στα βίντεο, ωστόσο, απ’ τις κάμερες φάνηκε ξεκάθαρα ότι η Τζο είχε δει τη σήμανση και έξω απ’ το ασανσέρ και μέσα στο εργαστήριο. Οπτικό υλικό από μέσα απ’ το δωμάτιο των καταψυκτών δεν είχαμε, υπήρχαν όμως αρκετά καθαρές εικόνες στα βίντεο που έδειχναν ότι είχε κοντοσταθεί μπρος σε τουλάχιστον δύο σημάνσεις προτού μπει στο δωμάτιο. Και, συν τοις άλλοις, επιβεβαιώθηκε ότι ήξερε να διαβάζει και αγγλικά και ισπανικά.
Ο καθηγητής μού πρότεινε να πάρω μερικές μέρες άδεια μέχρι να ηρεμήσω και ν’ ανασυντάξω τις δυνάμεις μου. Συμφώνησα παθητικά. Δεν ήμουν, άλλωστε, σε θέση ν’ ασχοληθώ με τα διαδικαστικά.
Όμως, δεν άντεξα να μείνω πάνω από μία μέρα στο σπίτι. Το μυαλό μου όχι μόνο δεν ηρεμούσε, αλλά φούντωνε με απίθανα σενάρια. Απ’ τη μια, έψαχνε να βρει λύσεις σ’ ένα πρόβλημα που, προφανώς, δεν μπορούσε να διορθωθεί άμεσα (μόνο με κάποιο μαγικό θα μπορούσαν ν’ ανακτηθούν τρεις χιλιάδες δείγματα αίματος ασθενών και τετρακόσιες ογδόντα κυτταρικές σειρές), κι απ’ την άλλη, γέμιζε με θυμό, με οργή, με αληθινό μίσος για αυτή τη γυναίκα που (άθελα της, όπως ισχυριζόταν) είχε καταστρέψει όχι μόνο τους κόπους ενός ολόκληρου εργαστηρίου, αλλά και την ίδια τη ζωή μου.
Διότι το εργαστήριο ήταν η ζωή μου.
Αποφάσισα έτσι ότι το μόνο που μπορούσε να δώσει νόημα και σκοπό στη διάτρητη πλέον ύπαρξη μου ήταν το να καταστρέψω τη ζωή της Τζο.
Άρχισα να περνώ ατελείωτες ώρες ψάχνοντας να βρω τρόπους για να την εκδικηθώ. Έβαλα σκοπό να μάθω πού μένει, με ποιον, πού αλλού δουλεύει, με ποιους μιλάει, πού ψωνίζει, τι χόμπι έχει, ποιοι είναι οι δικοί της και πού δουλεύουν αυτοί, τα πάντα· μέχρι και τον αριθμό της κοινωνικής της ασφάλισης.
Τα πρωινά στο εργαστήριο προσπαθούσα πελαγοδρομώντας να ξαναστήσω τη δουλειά μου, και τα βράδια στο σπίτι κατέστρωνα σχέδια για την εξόντωση της Τζο. Σκέφτηκα πολλά σενάρια – σενάρια για τον πραγματικό αφανισμό της, τον οικονομικό αφανισμό της, τον ψυχικό αφανισμό της. Περνούσα ώρες ξάγρυπνος δαπανώντας ενέργεια σε σκέψεις φριχτές για πράξεις ακόμα φριχτότερες. Σκέφτηκα να δηλητηριάσω τον σκύλο της, να τη ρίξω στις ράγες του Μετρό, ν’ ανάψω ένα σπίρτο και να το πετάξω μες στο σπίτι της, να φυτέψω ένα κόσμημα στην τσάντα της και να την καταγγείλω στην αστυνομία για κλοπή, ν’ απειλήσω κάποιον δικό της. Πάρα πολλά. Και απεχθή. Πονούσα τόσο πολύ ώστε το μυαλό μου είχε θολώσει. Κάποια στιγμή, μάλιστα, μου καρφώθηκε στο μυαλό μια σκέψη, για την υποχθόνια ευφυΐα της οποίας τότε ένιωσα τρομερά υπερήφανος, αλλά τώρα ντρέπομαι βαθύτατα. Σκέφτηκα να την καταγγείλω στην Υπηρεσία Μετανάστευσης. Παρόλο που δεν είχε όψη Λατινοαμερικάνας, για κάποιο λόγο ήμουν πεπεισμένος ότι ήταν Μεξικανή, και οπωσδήποτε παράνομα εργαζόμενη. Ήμουν δε σίγουρος ότι, αν την κατήγγελλα, θα την απήλαυναν – ήταν η πρώτη χρονιά διακυβέρνησης του Τραμπ, και θεωρούσα βέβαιη την επιτυχία του σχεδίου μου.
Βρήκα, παρ’ όλα αυτά, έναν ιδιωτικό ερευνητή και τον πλήρωσα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να ψάξει το θέμα, προτού κάνω κάποια κίνηση που θα έβαζε εμένα, τελικά, σε περιπέτειες.
Δύο μήνες μετά το περιστατικό, μου τηλεφώνησε ένα απόγευμα ο ερευνητής που του είχα αναθέσει την υπόθεση, λέγοντας μου ότι ήθελε να μιλήσουμε διά ζώσης.
Συναντηθήκαμε στο γραφείο του στο Χάρλεμ, κι εκεί έμαθα την ιστορία της Τζο – της Γιασμίνας, όπως ήταν, εντέλει, το πραγματικό της όνομα.
Η Γιασμίνα ήταν τριάντα δύο ετών. Εγώ από το παρουσιαστικό της είχα συμπεράνει ότι ήταν πενήντα δύο. Είχε έρθει στη Νέα Υόρκη μόλις πριν από έναν χρόνο, με πλαστά χαρτιά όντως, αλλά όχι από κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής. Είχε έρθει από τη Συρία, όπου επί χρόνια ζούσε στο υπόγειο του σπιτιού της μαζί με την Ισπανίδα μητέρα και τον Σύρο πατέρα της. Ήταν δασκάλα. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί από ρουκέτα στον πόλεμο. Απ’ τον συνεχή ήχο των σειρήνων που ακούγονταν καθημερινά στην πόλη της για χρόνια, η Γιασμίνα είχε αναπτύξει μια υπερβολική ευαισθησία στ’ αυτιά της, μια γενικότερη απέχθεια για οτιδήποτε θορυβώδες ή ηχητικά διαπεραστικό. Γι’ αυτό και στη Νέα Υόρκη όχι μόνο δεν κατέβαινε στο Μετρό, αλλά απέφευγε και να περνάει πάνω από τις σχάρες του στον δρόμο – ο ήχος τής τρυπούσε τ’ αυτιά.
Όλα αυτά τ’ άκουσα παγωμένος. Δεν μπόρεσα ν’ αρθρώσω ούτε μία λέξη. Χαιρέτησα βιαστικά τον άνθρωπο κι έφυγα απ’ το γραφείο του με μια αίσθηση ντροπής.
Την επομένη το πρωί, ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Πα μια στιγμή μού πέρασε απ’ το μυαλό το ενδεχόμενο να ζητήσω απ’ τον καθηγητή ν’ αποσύρουμε την καταγγελία, αλλά δεν κάθισα να το σκεφτώ και πολύ. Δεν είχε νόημα. Στην πραγματικότητα, το μόνο που μ’ ενδιέφερε ήταν να βρω τη Γιασμίνα και να της μιλήσω. Δεν ήξερα τι θα της έλεγα. Ήθελα μάλλον απλώς να τη δω και να την ακούσω με τα ίδια μου τ’ αυτιά. Σαν να μην πίστευα όσα είχα μάθει και να ήθελα να μου τα επιβεβαιώσει η ίδια. Ή σαν να μην ήθελα να τα πιστέψω.
Με πολύ κόπο κατάφερα να την πείσω να βρεθούμε. Απ’ το συνδικάτο της είχαν πει να μην έρθει σε καμία επαφή με τα μέλη του εργαστηρίου για όσο διάστημα ήμασταν αντίδικοι. Αλλά, τελικά, την έπεισα ότι είχα καλές προθέσεις, και δέχτηκε να συναντηθούμε.
Μέσα σ’ ένα απόγευμα έμαθα έτσι και την υπόλοιπη ιστορία της.
Μου είπε ότι, εκτός από τον άντρα της, και η καλύτερη της φίλη είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής στο σχολείο στο οποίο δούλευαν. Ύστερα από αυτό, οι γονείς της αποφάσισαν να φύγουν για την Τουρκία. Έπειτα από τέσσερις απόπειρες διαφυγής κατάφεραν να φτάσουν στην Άγκυρα και να εγκατασταθούν στο σπίτι κάτι μακρινών συγγενών. Η Γιασμίνα δεν τους ακολούθησε· είχε αποφάσισε να φύγει μόνη της για την Αμερική. Ήταν πεπεισμένη ότι εδώ θα έβρισκε τη δική της Γη της Επαγγελίας που από μικρή άκουγε να διαφημίζουν στην τηλεόραση. Στόχος της ήταν να μαζέψει λεφτά και να κάνει μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή. Στο πανεπιστήμιο μας βρήκε δουλειά με τη βοήθεια κάποιου καθηγητή. Κέρδιζε τόσα όσα χρειαζόταν για να ζει σ’ ένα υπόγειο στο Χάρλεμ και να στέλνει λίγα χρήματα στους γονείς της. Αλλά όχι τόσα ώστε να μπορεί να πληρώσει δίδακτρα στο πανεπιστήμιο. Προς το παρόν, παρακολουθούσε μαθήματα σ’ ένα δημόσιο κολέγιο, προσφέροντας σε αντάλλαγμα δεκαοχτώ ώρες δουλειά τη βδομάδα στην τραπεζαρία του ιδρύματος και άλλες δέκα στη βιβλιοθήκη. Στο δικό μας πανεπιστήμιο δούλευε δύο φορές τη βδομάδα, στη βραδινή βάρδια.
Όταν τη ρώτησα για την ευαισθησία στ’ αυτιά της, με κοίταξε μαγκωμένη.
Ξεροκατάπιε και μου ζήτησε λίγο νερό.
Στην αρχή, μου μίλησε για τον ήχο από τις σειρήνες της πόλης. Ύστερα έκανε ξανά μια παύση πίνοντας κι άλλο νερό, και μου μίλησε για έναν άλλο ήχο. Μου είπε ότι στη Συρία δεν έμεναν στο υπόγειο του σπιτιού τους, αλλά στο υπόγειο του μαγαζιού του θείου της. Στο ισόγειο ήταν το καφενείο του και στο υπόγειο η αποθήκη με τα αναλώσιμα και τα ψυγεία. Οι δύο οικογένειες –η δική της και η δική του– κοιμόνταν τα βράδια ανάμεσα στα ψυγεία. Κάποια στιγμή ο θείος της αγόρασε έναν μεγάλο μεταχειρισμένο καταψύκτη. Δύο βδομάδες αφότου τον εγκατέστησε πλάι απ’ τη σκάλα του υπογείου, ο καταψύκτης εξερράγη· το καπάκι του εκτοξεύτηκε πάνω στη νεογέννητη κόρη της και της έλιωσε το κρανίο.
Την άκουγα και τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα. Ξέχασα αμέσως το εργαστήριο, τις καλλιέργειες μου, τα δείγματα, την καταστροφή της μελέτης μου, τις χαμένες ώρες δουλειάς, όλα. Ξέχασα τ’ όνομα μου, την ιδιότητα μου, την ιστορία μου. Κατά κάποιον τρόπο αισθάνθηκα ξένος μες στο ίδιο μου το σώμα.
Αλλά δεν είπα τίποτα.
Έσκυψα για λίγο το κεφάλι μου, κι όταν το ξανασήκωσα, ο ήλιος περνούσε πίσω απ’ τα μαλλιά της κι έφτανε ως το πρόσωπο μου με μια από καιρό ξεχασμένη τρυφερότητα. Σήκωσα ασυναίσθητα το σακίδιο μου κι έβγαλα από μέσα το τηλέφωνο μου. Της έδειξα μια φωτογραφία με τη γυναίκα και την αδερφή μου και της είπα ότι τις είχα χάσει από καρκίνο του μαστού αμφότερες – τη μία πριν από δεκατρία και την άλλη πριν από δώδεκα χρόνια.
Με κοίταξε και προσπάθησε να χαμογελάσει, μα δεν τα κατάφερε.
Μου είπε απλώς, Συγγνώμη, πρέπει να φύγω τώρα, έχω μάθημα.
Δύο χρόνια αργότερα, έμαθα ότι πήρε το πτυχίο της με «άριστα». Την επομένη το πρωί πήγα στο γραφείο του καθηγητή και, εντελώς αυθόρμητα, του πρότεινα να ονομάσουμε μία από τις νέες κυτταρικές σειρές που είχα καταφέρει να φτιάξω «YaRe» – από το «Γιασμίνα Ρέντα». Εκείνος με κοίταξε σηκώνοντας τα μάτια του πάνω απ’ τα γυαλιά του, ανακάθισε στην καρέκλα του και μου είπε διπλωματικά ότι χρειαζόμουν ξεκούραση. Ύστερα μου συνέστησε, ακόμα πιο διπλωματικά, να δω έναν φίλο του ψυχολόγο.
Δεν ακολούθησα ούτε τη μία ούτε την άλλη συμβουλή του. Αντιθέτως, μείωσα κι άλλο τις ώρες του ύπνου μου και τις πολλές κουβέντες. Και μέσα στα επόμενα τρία χρόνια συγκέντρωσα τρεις χιλιάδες διακόσια είκοσι πέντε δείγματα από γυναίκες με καρκίνο του μαστού.
* ΠΡΟΣΟΧΗ!
Ο ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΨΥΚΤΗ #2
ΧΤΥΠΑΕΙ ΛΟΓΩ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ.
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΤΟΝ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΕΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΥΜΑ.
ΠΡΟΣΟΧΗ!
Η Μαριλένα Παπαϊωάννου είπε σε συνέντευξη για το διήγημα αυτό:
«Η Βαθιά κατάψυξη βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη σε κάποιο πανεπιστήμιο της Αμερικής πριν από μερικά χρόνια, αλλά εμπεριέχει και πολλά στοιχεία από τη δική μου πρότερη ζωή ως ερευνήτριας.»
(βλ. σύνδεσμο 2)
Το βιβλίο
Μαριλένα Παπαϊωάννου: Δέκα εκατοστά
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2025
Σκληρόδετη έκδοση, 224 σελίδες, 16,00 €
ISBN 978-960-03-7390-5
Σύνδεσμοι
1_Η Μαριλένα Παπαϊωάννου στο biblionet εδώ
Οι τίτλοι χωρίζονται σε «συγγραφέας» (5 έργα) και «μετάφραση» (14 έργα).
2_Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου στο Διάστιχο 02/10/2025 εδώ
3_Η Μαριλένα Παπαϊωάννου στο Literature Across Frontiers εδώ (στα EN)
Κείμενο και φωτογραφίες: Μαριλένα Παπαϊωάννου. Κείμενο με την ευγενική άδεια των εκδόσεων Καστανιώτη. Παρουσίαση και σύνταξη: Α. Τσίγκας. Ευχαριστούμε την Κατερίνα Φράγκου που έκανε δυνατή αυτή την βιβλιοπαρουσίαση.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: