Songs for Kommeno: «Αυτό που μπορώ να προσφέρω είναι μουσική»

Συνέντευξη με τον Günter Baby Sommer, μουσικό

Με αφορμή τις επερχόμενες πέντε συναυλίες στην Ελλάδα μπορείτε να διαβάσετε σε αναδημοσίευση τη συνομιλία μεταξύ του Patrick Landolt και του τζαζίστα Günter Baby Sommer, η οποία αποτελεί συνοδευτικό υλικό του CD „Songs for Kommeno“. Οι συναυλίες θα πραγματοποιηθούν στις 8 Οκτωβρίου στην Πάτρα στην αίθουσα Λιθογραφείον, στις 9 Οκτωβρίου στην Θεσσαλονίκη στην Αίθουσα Συναυλιών της Κ.Ο.Θ., στις 10 Οκτωβρίου στα Ιωάννινα στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «Δημήτρης Χατζής”, στις 11 Οκτωβρίου στην Κέρκυρα στο Seven Arts Venue και στις 14 Οκτωβρίου 2014 στην Αθήνα στο Goethe Institut.

4924_Kommeno_BabySommer by Matthias Creutziger

Το καλοκαίρι του 2008 έπαιξες σε μια συναυλία στο Κομμένο. Πώς έγινε και ένας κρουστός της τζαζ από τη Δρέσδη βρέθηκε και έπαιξε μουσική στην πλατεία του μικρού αυτού χωριού στο νότιο άκρο της Ηπείρου;

Με είχε καλέσει ο Νίκος Τουλιάτος, ένας Έλληνας συνάδελφος που είχε διοργανώσει στο Κομμένο ένα φεστιβάλ κρουστών τζαζ. Την ιδέα να γίνει το Κομμένο ένας τόπος πολιτισμού τού την είχε δώσει ο δήμαρχος της κοινότητας, Χρήστος Κοσμάς. Αυτός ο δήμαρχος δραστηριοποιείται ώστε η ιστορία του τόπου του να μην λησμονηθεί. Ο Νίκος θέλησε να δώσει στο πρώτο φεστιβάλ κρουστών μια διεθνή διάσταση και γι’ αυτό με κάλεσε να κάνω μια σόλο εμφάνιση σε μία συναυλία.

Τι γνώριζες τότε από την ιστορία του Κομμένου;

Τίποτα. Όταν έφτασα εκεί το προηγούμενο βράδυ της συναυλίας, με χαιρέτησε ο δήμαρχος με την ερώτηση αν γνώριζα την ιστορία του χωριού του. Όταν αρνήθηκα, μου διηγήθηκε σε σπασμένα αγγλικά για τη σφαγή που διέπραξε ο γερμανικός στρατός εκεί πριν 65 χρόνια. Μου χάρισε μάλιστα ένα βιβλιαράκι με την ιστορία τού χρονικού της σφαγής, που είχε γράψει ο Γερμανός συγγραφέας Frank Meyer: Κομμένο, αναπαράσταση ενός εγκλήματος του γερμανικού στρατού στην Ελλάδα, Εκδόσεις Ρωμιοσύνη, Κολωνία 1999 (Kommeno. Erzählende Rekonstruktion eines Wehrmachtverbrechens in Griechenland. Romiosini, Köln 1999).

Kommeno Dorfplatz mit Gedenkstein, Tobias Sommer

Πώς αντέδρασες τότε;

Διάβασα το βιβλίο τη νύχτα στο γειτονικό ξενοδοχείο στην Άρτα, και πήρα αμέσως και αυθόρμητα την απόφαση να αναχωρήσω την επομένη: Δεν μπορώ να μείνω εδώ, σκέφτηκα. Στη συνέχεια ύστερα από πολλούς ενδοιασμούς και σκέψεις είπα στον εαυτό μου: Πρέπει να δεχτώ αυτήν την πρόκληση. Και αποφάσισα να ξεκινήσω μια συζήτηση με τους κατοίκους του χωριού, γυναίκες και άνδρες, για τα φοβερά εκείνα γεγονότα κάτω από την σημερινή σκοπιά. Το πρωί πριν από τη συναυλία έκανα σκέψεις για μία ομιλία. Πήρα την απόφαση να αφιερώσω στους κατοίκους του Κομμένου αυτή τη συναυλία και με απασχόλησε πολύ η σκέψη τού πώς να οργανώσω μία μουσική σύνθεση ως αφιέρωμα και απόδοση τιμής στα σκοτωμένα παιδιά τους.

Και τι συνέβη τελικά σ’ αυτήν τη συναυλία; Πως εξελίχθηκε;

Την ξεκίνησα με την προετοιμασμένη ομιλία μου με την οποία απευθύνθηκα στους ανθρώπους του χωριού και τους είπα ότι η ημέρα της σφαγής ήταν μόλις μερικές ημέρες πριν από την γέννησή μου. Τους εξέφρασα την συντριβή μου για τις πράξεις της γενιάς του πατέρα μου και αφιέρωσα το πρώτο μουσικό κομμάτι που έπαιξα στα θύματα. Το κομμάτι αυτό το έπαιξα μόνο με το τους μεταλλικούς τονικούς σωλήνες χωρίς να γνωρίζω ότι θα ξυπνήσει αναμνήσεις και θα το συνδέσουν με τους ήχους της καμπάνας της παλιάς εκκλησίας. Αποκορύφωμα των συναισθημάτων μεταξύ του κοινού και εμένα ήταν το κομμάτι του φινάλε, το οποίο αφιέρωσα στα σκοτωμένα παιδιά. Οι άνθρωποι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, μερικοί άρχισαν να κλαίνε, άλλοι έπιασαν τα σταυρουδάκια στο λαιμό τους. Αυτή η στιγμή αποτέλεσε το ξεκίνημα μιας στενής σχέσης μεταξύ των κατοίκων, ανδρών και γυναικών, και εμένα.

Και τι ακολούθησε στη συνέχεια;

Ανέβαλα την αναχώρησή μου για αρκετές ημέρες. Στην πλατεία του χωριού υψώνεται ένας οβελίσκος με τα ονόματα των 317 εκτελεσμένων κατοίκων. Φρίκιασα όταν διάβασα δεκαεπτά φορές το ίδιο επίθετο και κατάλαβα ότι οι νεώτεροι που εκτελέστηκαν ήταν ηλικίας επτά μηνών και οι γηραιότεροι πάνω από 90 χρόνων. Θέλησα να γνωρίσω τους επιζήσαντες. Την επομένη της συναυλίας ο δήμαρχος με σύστησε στην Μαρία Λάμπρη, μία γυναίκα 78 ετών που είχε επιζήσει, επειδή την ημέρα της σφαγής βρισκόταν στο γειτονικό χωριό. Είναι η μοναδική από την οικογένειά της που επέζησε. Η συνάντηση με την Μαρία Λάμπρη ήταν συναισθηματικά ιδιαίτερα έντονη. Η γερόντισσα με περιεργάστηκε είκοσι ολόκληρα λεπτά, δίχως να πει λέξη. Ήμουν εκτεθειμένος στη ματιά της και δεν μπορούσα να φαντασθώ, τι σκέφτεται γι’ αυτόν τον Γερμανό που στέκεται έτσι απλά μπροστά της.

Maria Labri und Günter Baby Sommer in Kommeno, Tobias Sommer

Με έλουσε κρύος ιδρώτας, τον αισθάνθηκα να τρέχει στην πλάτη μου. Ευτυχώς τη σιωπή έσπασε ο δήμαρχος, Χρήστος Κοσμάς, κι έτσι ξεκίνησε μια συζήτηση. Ύστερα από μία ώρα μου επέτρεψε να καθίσω δίπλα της. Ο Χρήστος Κοσμάς τράβηξε μια φωτογραφία με τη Μαρία Λάμπρη και μένα. Αφού την αποχαιρετήσαμε προχωρήσαμε στα στενά σοκάκια του χωριού και περάσαμε από πολλά σπίτια τα οποία άνοιξαν τις πόρτες τους και μας κάλεσαν να περάσουμε μέσα. Διαπίστωσα ότι όλοι είχαν παρευρεθεί στη συναυλία. Άρχισαν να διηγούνται τις εμπειρίες τους, μίλησαν για την σφαγή, για τις οικογένειές τους, τους πατεράδες τους, τις γιαγιάδες τους. Παντού κάτι μας πρόσφεραν και δεν έφυγα από κανένα σπίτι δίχως να πάρω ένα μικρό δώρο. Αυτές τις επισκέψεις τις συνέχισα και τις επόμενες ημέρες. Προσπάθησα να βρω το σπίτι, στο οποίο πολύ πρωί την ημέρα εκείνη της 16ης Αυγούστου του 1943 σφαγιάστηκε μια ολόκληρη οικογένεια που γιόρταζε γάμο. Στο απέναντι σπίτι επισκέφθηκα τους επιζώντες της οικογένειας Μάλλιου. Ο Αλέξανδρος Μάλλιος είναι ο μόνος από την μεγάλη οικογένεια που ζει ακόμα, γιατί τα χαράματα της μέρας εκείνης τον έστειλε ο πατέρας του στα ζώα, στο μαντρί, που βρισκόταν έξω από το χωριό. Αργότερα με οδήγησαν σε ένα παλιό σπίτι που ήταν κλεισμένο με μια αλυσίδα. Το άνοιξαν και μου έδειξαν τα δωμάτια στα οποία εκτελέστηκε μια εννεαμελής οικογένεια. Το σπίτι ανέπνεε ακόμα τη στιγμή της εκτέλεσης. Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Ήταν σαν να είχε μπει ο χρόνος στην ψύξη.

190_photo2_klein

Τον επόμενο χρόνο ξαναπήγες στο Κομμένο και ξαναπήρες μέρος στο φεστιβάλ, έπαιξες πάλι. Πώς ήταν αυτή τη φορά ο ερχομός σου;

Με υποδέχτηκαν στην πλατεία πολύ φιλικά, χαρούμενα και αισιόδοξα. Ήρθα για το φεστιβάλ τον Αύγουστο του 2009 με το συγκρότημά μου των κρουστών, που είναι πέντε μουσικοί κρουστών από την Ιταλία, με τους οποίους συνεργάζομαι εδώ και είκοσι χρόνια. Οι Ιταλοί εμφανίστηκαν ως Αρχή Κατοχής πριν από τους Γερμανούς στο Κομμένο. Θα πρέπει να ξέρει κανείς ότι το Κομμένο είναι έξω από τις τουριστικές περιοχές. Με το φεστιβάλ επήλθε ένα άνοιγμα στον τόπο. Όταν καθόμουν τα βράδια στην κεντρική πλατεία ερχόταν ο κόσμος και μου έλεγε ιστορίες, απίστευτες ιστορίες! Τους άφηνα να μιλάνε και τους άκουγα. Το να τους ακούω ήταν το μοναδικό που μπορούσα να κάνω. Ένα φοβερό βάρος.

Βάρος;

Ναι, προσπάθησα επανειλημμένα να φανταστώ πως ήμουν εκεί τις ώρες του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος, να ταυτιστώ τόσο με τους δράστες όσο και με τα θύματα και να ξαναζήσω τη στιγμή της σφαγής. Σ’ αυτήν την τόσο άμεση επαφή με τα θύματα και τους συγγενείς τους, έζησα τον πόνο τους. Η βαρβαρότητα αυτής της πράξεως με παρέλυε, ήμουν τελείως αβοήθητος. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τους ακούω.

190_photo1_klein

Αποφάσισες να συνθέσεις μουσική για το Κομμένο. Γιατί; Τι ήθελες μ’ αυτήν;

Δεν είμαι βέβαια πολιτικός, είμαι μουσικός. Το μόνο που μπορώ να προσφέρω είναι η μουσική. Γι αυτό και αποφάσισα να δημιουργήσω ένα μουσικό πρόγραμμα που να οδηγεί το επίκεντρο της μνήμης στο όνομα του χωριού και την συμφορά των θυμάτων.

Μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανοί διανοούμενοι, όπως ο φιλόσοφος Theodor Adorno και ο ποιητής Paul Celan, αναφέρθηκαν διεξοδικά στα θέματα της τέχνης. Ο Adorno ήταν της άποψης ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατον για τον οποιοδήποτε να γράψει έστω και ένα ποίημα. Την ετυμηγορία του αυτή ο Adorno την αναίρεσε ύστερα από πολύχρονη αλληλογραφία με τον Paul Celan – ή μάλλον την έκανε ριζοσπαστικότερη: Σε ένα από τα τελευταία γράμματά του προς τον συγγραφέα της «Φούγκας του θανάτου» γράφει: «Ο αειθαλής πόνος έχει το ίδιο δικαίωμα στην έκφραση με τον υποβαλλόμενο σε μαρτύρια που θέλει να φωνάξει.»

Γι’ αυτόν ίσως ήταν λάθος το ότι μετά το Άουσβιτς δεν είναι δυνατόν να γράψει κανείς ποιήματα. Το ερώτημα όμως, φιλοσοφικού περιεχομένου, για το εάν ύστερα από το Άουσβιτς είναι δυνατόν κανείς να μπορέσει να ζήσει δεν είναι εσφαλμένο.

Η ηθικολογική ρητορική του Adorno είναι κατανοητή ως προς την βαρβαρότητα των Ναζί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά θέλουμε βεβαίως να ζήσουμε. Επιθυμώ να τοποθετήσω τον εαυτό μου και την μουσική μου απέναντι στη ζωή και στον κόσμο ολόκληρο. Πιστεύω σε έναν καλύτερο κόσμο και θέλω να συνεισφέρω κάπως σ’ αυτό.

190_photo4_klein

Είσαι τζαζίστας. Η τζαζ ήταν στις αρχές της η μουσική της απελευθέρωσης για τους μαύρους. Τοποθετείς τον εαυτό σου συνειδητά σ’ αυτήν την παράδοση της απελευθέρωσης;

Το μπλουζ που είναι ένα μέρος της τζαζ μιλάει για την αγάπη και τον πόνο στη ζωή. Περιλαμβάνει απογοητεύσεις και νέα ξεκινήματα, πένθος και χαρά. Η τζαζ είναι απελευθέρωση από οτιδήποτε μας στενεύει και μας περιορίζει με αφύσικο τρόπο.

Είναι για σένα η τζαζ μια πολιτική μουσική;

Ναι είναι η μουσική που μπορεί να αντιδράσει άμεσα στα γεγονότα. Δεν παίρνει τον διεξοδικό, μπελαλίδικο δρόμο με παρτιτούρες και συμπαγείς ορχήστρες, αλλά παίρνει θέση άμεσα και μέσω της τέχνης του αυτοσχεδιασμού. Λόγω του δεσίματός μου με την τζαζ από τα αρχικά της σχεδόν βήματα, έχω εσωτερικεύσει, ότι θα πρέπει να παίρνουμε θέση σε όλα τα συμβάντα του κόσμου μας. Ο Arnold Schönberg λέει: «Η τέχνη δεν προέρχεται από το ‘μπορώ’ αλλά από το ‘πρέπει’. Η τέχνη μου πρέπει μεταξύ πολλών άλλων να κατονομάσει την δολοφονία του νιγηριανού συγγραφέα Ken Saro-Wiwa ή την καταστροφή της φύσης του πλανήτη μας λόγω της αδηφάγου λαιμαργίας για κέρδος των μεγάλων πολυεθνικών όπως η Shell ή η Monsanto.

190_photo5_klein

Εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεσαι καθ’ οδόν και παίζεις σε πολλές σκηνές. Ως πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας βρισκόσουν παλαιότερα συχνά σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Ο Γερμανός συνάδελφος σου, ο μουσικός Peter Brötzmann μου ανέφερε στα πλαίσια μιας συζήτησής μου μαζί του με την ευκαιρία των 70μηκοστών γενεθλίων του στο Βούπερταλ, ότι πολλές φορές στο πέρασμά του από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης για συναυλίες τον συνόδευε, εκείνον, τον Γερμανό, μία αδιάκοπη ντροπή. Ποιες είναι οι δικιές σου εμπειρίες;

Υπήρχε πάντα μια σημαντική διαφορά στην αντίληψη της πραγματικότητας μεταξύ ενός εκπροσώπου της Δυτικής Γερμανίας και ενός από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Για παράδειγμα αν συγκρίνω τις εμπειρίες που έκανα στην Ελλάδα με αυτές στις ανατολικές χώρες, πρέπει να πω ότι εκεί, στις χώρες αυτές, τα γεγονότα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου δεν ήταν τόσο στο προσκήνιο, γιατί στο μεταξύ στο σύνολο του σοσιαλιστικού ανατολικού μπλοκ είχε μπει μπροστά ο μηχανισμός της απώθησης των εγκλημάτων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν θυμάμαι ούτε μία περίπτωση κατά την οποία να μας έθιξαν τα εγκλήματα των Ναζί. Αποτελούσαμε όλοι μαζί έναν και μοναδικό «σοσιαλιστικό αδελφό λαό». Οι ευθύνες για τα εγκλήματα των Ναζί στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο παραπέμφθηκαν από την επίσημη πλευρά του ανατολικού μπλοκ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Νομίζω ότι αυτή η στάση μάς έβλαψε όλους.

Παίζεις εδώ και πολλά χρόνια σε τακτά διαστήματα και επανειλημμένως στην Ελλάδα. Πότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες επαφές;

Το 1979 όταν πήγα για πρώτη φορά και έπαιξα στη Θεσσαλονίκη με τους Wadada, Leo Smith και Πέτερ Κόβαλντ, δηλαδή το Τρίο Σικάγο – Βούπερταλ – Δρέσδη για να παίξω σε μουσική συνάντηση που οργανώθηκε από τους Φλώρο Φλωρίδη και Σάκη Παπαδημητρίου. Εκεί γνώρισα και άλλους Έλληνες μουσικούς. Τα επόμενα χρόνια δημιουργήθηκε μια δυνατή σχέση με τον πιανίστα Σάκη Παπαδημητρίου. Μέσω αυτού επισκέφθηκα μερικές φορές την Ελλάδα. Αυτός οργάνωνε μουσικά ταξίδια και εργαστήρια στα οποία έλαβα μέρος και είχα την ευκαιρία να επιδείξω σε Έλληνες μουσικούς το δικό μου τρόπο παιξίματος.

Πρόσεξα ότι στην Ελλάδα είχε ήδη ξεκινήσει πειραματισμός με την σύγχρονη αυτοσχεδιαστική μουσική. Αν και η υπερέχουσα δύναμη των ήχων του μπουζουκιού επισκίαζε τα πάντα. Δέκα χρόνια αργότερα σε ένα φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη είχα και πάλι την ευκαιρία να παρουσιάσω τη δουλειά μου. Από τα μουσικά εργαστήρια εξελίχθηκε και ξεχώρισε ο Νίκος Τουλιάτος, ο οποίος μέχρι τότε ήταν προσανατολισμένος μάλλον στη ροκ μουσική, και ο οποίος διοργάνωνε το Φεστιβάλ στο Κομμένο και είναι ένας από τους πολύ γνωστούς κρουστούς της Ελλάδας.

Ο πιο σπουδαίος συνεργάτης σου σήμερα στην Ελλάδα είναι ο σαξοφωνίστας, κλαρινετίστας και συνθέτης Φλώρος Φλωρίδης, σωστά;

Ναι, γνώρισα τον Φλώρο Φλωρίδη όταν συνεργαζόμουν με το Σικάγο-Βούπερταλ-Δρέσδη-Τρίο και τον Πέτερ Κόβαλντ. Ο Φλώρος συνδυάζει τον πλούτο της ελληνικής δημοτικής μουσικής με τις προχωρημένες πρακτικές παιξίματος της σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής τζαζ. Δεν είναι μόνο ένας πολύ καλός μουσικός αλλά δημιούργησε και το φεστιβάλ τζαζ του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1983.

Kommeno band by Tobias Sommer

Ποιόν ρόλο έπαιξε η ιδέα του „Global Village“, του παγκόσμιου χωριού, του κοντραμπασίστα Πέτερ Κόβαλντ κατά τη συνεργασία σου με Έλληνες μουσικούς;

Οικειοποιήθηκα τις ιδέες του Κόβαλντ για το „Global Village“ , τις έκανα δικιές μου. Η επιρροή διαφορετικών πολιτισμών εμπλούτιζε πάντα την τζαζ. Σήμερα ο κόσμος έγινε πράγματι χωριό. Οι πολιτισμοί του κόσμου πλησίασαν ο ένας τον άλλον, συμπτύχτηκαν. Το να παίζεις από κοινού μουσική με μουσικούς από διαφορετικές κουλτούρες μπορεί να οδηγήσει σε καλλιτεχνικές καινοτομίες και είναι βεβαίως και μία γέφυρα για μεγαλύτερη ανοχή.

Στα «Τραγούδια για το Κομμένο» επέλεξες τέσσερις Έλληνες μουσικούς. Ποιο ήταν το σκεπτικό σου γι’ αυτήν την επιλογή;

Ως Γερμανός μουσικός έψαχνα για την ιστοσελίδα μου Έλληνες μουσικούς, γυναίκες και άντρες. Η ιστορία του Κομμένου είναι μία γερμανοελληνική τραγωδία. Επέλεξα Έλληνες μουσικούς που η μουσική τους να έχει μια συνάφεια με τη δική μουσική δράση. Εκτιμώ ιδιαίτερα αυτούς τους μουσικούς γιατί φέρνουν μαζί τους την ικανότητα του αυτοσχεδιασμού στη βάση όμως της σύνδεσης με τις δικές τους μουσικές παραδόσεις. Αυτή η συνεργασία ανταποκρίνεται στις δικές μου διαπολιτισμικές απαιτήσεις αλλά και στον σεβασμό που έχω για την ελληνική παράδοση και κουλτούρα.

Ο πυρήνας του κουϊντέτου είναι το Τρίο Φλωρίδης-Καστάνης-Ζόμμερ.

Ύστερα από τον θάνατο του Πέτερ Κόβαλντ ήθελα να συνεχίσω την δουλειά του Τρίο με τον Φλώρο Φλωρίδη. Αυτό το Τρίο δημιουργήθηκε για πρώτη φορά με το όνομα Günter Baby Sommer Greek Connection. Έτσι το 2007 επεξεργαστήκαμε με τον κοντραμπασίστα Σπήλιο Καστάνη ένα πρόγραμμα και κάναμε την πρώτη μας περιοδεία.

Plattencover Songs for Kommeno

Και πως συνάντησες τον Ευγένιο Βούλγαρη και την Σαβίνα Γιαννάτου;

Σε αντίθεση με τους Σπήλιο Καστάνη και Φλώρο Φλωρίδη των οποίων η μουσική πρόσληψη βρίσκεται πολύ κοντά στην τζαζ μουσική, η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Ευγένιος Βούλγαρης κινούνται με το καλλιτεχνικό τους έργο πιο κοντά στην παραδοσιακή και έντεχνη μουσική. Η Σαβίνα είχε κάνει ήδη τα πρώτα της πετάγματα στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στο πλευρό του Πέτερ Κόβαλντ. Ο Ευγένιος Βούλγαρης παραμένει στους αυτοσχεδιασμούς του πολύ κοντά στο ιδίωμα της λαϊκής μουσικής.

Τι σε γοητεύει ιδιαίτερα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική;

Είναι οι κλίμακες, η αρμονική τους βάση καθώς και το πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα που δίνουν τόσο οι οργανοπαίχτες όσο και οι τραγουδίστριες, που σε μένα προκαλούν ισχυρά συναισθήματα.

Στο επίκεντρο του CD είναι μία δική σου τριμερής σύνθεση με τον τίτλο «Τραγούδια για το Κομμένο» – «Το Μοιρολόι της Μαρίας», «Τα παιδικά τραγούδια», και «Το Κομμένο σήμερα». Πως καταφέρνεις να κάνεις μουσικά την αναφορά στο Κομμένο;

Στο «Μοιρολόι της Μαρίας» το επίκεντρο αποτελεί το αυθεντικό μοιρολόι της Μαρίας Λάμπρη, μίας επιζώσας της σφαγής. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή μου στο Κομμένο μού επέτρεψε να ηχογραφήσω με ένα μικρό μαγνητόφωνο το μοιρολόι της, με το οποίο αφηγείται την ιστορία της σφαγής. Το ότι η Μαρία Λάμπρη συνεισφέρει με έναν τέτοιο προσωπικό τρόπο στην μουσική μας δουλειά είναι αποτέλεσμα μια μεγάλης εμπιστοσύνης που μου είχε. Το κομμάτι «Το μοιρολόι της Μαρίας» αποτελείται από έξι μέρη. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει την ατμόσφαιρα του ελληνικού ηχοχρώματος. Ακούμε τους σολίστες Ευγένιο, Φλώρο και Σαβίνα. Ο μπασίστας Σπήλιος κι εγώ προσφέρουμε το ρυθμικό αρμονικό υπόστρωμα.

Στο δεύτερο μέρος γίνονται νύξεις του μουσικού υλικού από το μοιρολόι που θα ακολουθήσει. Η φωνή της Σαβίνας και το κλαρινέτο του Φλώρου παίζουν τη βασική μελωδία σε διάστημα μικρής τρίτης, την μελωδία στο τραγούδι της Μαρίας και την παραλλάσουν ως το τρίτο μέρος, δηλαδή την έναρξη της αυθεντικής φωνής της Μαρίας. Εγώ δίνω τις αντιστίξεις στο τραγούδι με τους αρχαϊκούς ήχους του γκόνγκ, των θιβετιανών πιάτων, με ελάσματα μετάλλου, μπόνγκος και τεράστια βαθύφωνα τύμπανα. Αυτό το τραγουδιστικό μέρος καταλήγει σε ελεύθερο οργανικό παίξιμο τού συνόλου των οργάνων.

Στο πέμπτο μέρος δρουν η Σαβίνα και ο Φλώρος πάλι με την σύνθεση των διαλειμμάτων του μοιρολογιού και ο Ευγένιος αυτοσχεδιάζει επάνω στον ήχο τους ένα σόλο με το τοξωτό ταμπούρ. Στην επανάληψη ακούμε κάτω από αυτό το σόλο την φωνή της Σαβίνας και το σοπράνο σαξόφωνο του Φλώρου. Στο τέλος αυτής της μεγάλης διάρκειας αυτοσχεδιασμού η Μαρία Λάμπρη μας αφηγείται την ιστορία του ιερέα του Κομμένου, τον οποίον εκτέλεσαν αμέσως όταν παρουσιάστηκε κατά τα χαράματα της ημέρας εκείνης μπροστά στους γερμανούς στρατιώτες προσπαθώντας να τους αποτρέψει από τα εγκληματικά τους σχέδια. Στο σημείο αυτό της αφήγησης παίζω μία καμπάνα που θυμίζει την ιστορία μπροστά στην εκκλησία του Κομμένου.

224_photo2_klein

Τα «Παιδικά τραγούδια» τα αφιερώνω στα σκοτωμένα παιδιά. Το μουσικό θέμα κρατείται με επανάληψη φωνής και κλαρινέτου κατά τη διάρκεια ολόκληρου του κομματιού. Επάνω του παίζονται τα σόλα από τον μπασίστα Σπήλιο, από μένα με μια μικρή μαρίμπα και από τον Ευγένιο με το τοξωτό ταμπούρ. Στο τέλος και πριν παιχτεί και πάλι το θέμα των παιδιών μεσολαβεί ένα κρεσέντο με το σύνολο των οργάνων.

Το τελευταίο τραγούδι για το Κομμένο έχει τον τίτλο «Kommeno Today», Το Κομμένο σήμερα. Αυτό το κομμάτι είναι αφιερωμένο στην νέα γενιά και μεταφέρει ένα συναίσθημα που αποσκοπεί στο ξεπέρασμα της ιστορίας. Εδώ η μουσική είναι ανάλαφρη, αναπτύσσεται σχεδόν ως σουίνγκ, περνάει σε ένα γκρούβυ παίξιμο και καταλήγει σε χορευτικούς ρυθμούς.

Οι Έλληνες μουσικοί Φλώρος Φλωρίδης και Ευγένιος Βούλγαρης συνεισφέρουν με τέσσερις συνθέσεις.

224_photo1_klein

Τo κομμάτι «Lost Ring» του Φλώρου Φλωρίδη απομακρύνονται εσκεμμένα από την άμεση σύνδεση με το Κομμένο. Το μουσικό κομμάτι «Απόντες Παρόντες» παραπέμπει στη σιωπή μετά από τη σφαγή στο Κομμένο και ξεκινάει με τα ψελλίσματα των νεκρών του Κομμένου, ένα μουρμουρητό πενθούντων φωνών αλλά στη συνέχεια διευρύνει την ματιά στο σήμερα. Το «χαμένο δακτυλίδι» έχει την δομή ύμνου για έναν νέο κόσμο σε μεγαλύτερη ισορροπία.

Οι συνθέσεις του Ευγένιου Βούλγαρη «Δάκρυα» και «Νανούρισμα» είναι πολύ ελληνικές. «Τα δάκρυα» είναι ένα ορχηστρικό μοιρολόι δοσμένο έτσι που να ζωντανεύει καθ’ όλη του τη διάρκειά του έναν αυθεντικό ελληνικό ήχο. Ήχοι κρουστών, θρήνος κλαρινέτου και η αφήγηση με το τοξωτό ταμπούρ σε ηχητικό κλίμα της Ηπείρου. Η σύνθεση του νανουρίσματος είναι σαν ελληνικό τραγούδι της κούνιας. Το θέμα παίζεται από ένα κοντραμπάσο και το τοξωτό ταμπούρ-άρκο. Η Σαβίνα ενσαρκώνει με τη φωνή της τον κόσμο της φαντασίας τού μόλις αποκοιμισμένου παιδιού.

Ποιο είναι το μήνυμα του κομματιού «Αντάρτες»;

«Αντάρτες» είναι η ελληνική μετάφραση της λέξης παρτιζάνοι. Το εισαγωγικό σόλο του κρουστού αντιπροσωπεύει την δυσχερή, καταπιεσμένη θέση του ελληνικού λαού. Με το ακόλουθο ντούο μπάσου και τοξωτού ταμπούρ μπορούμε να φαντασθούμε τον διάλογο μεταξύ δύο ανταρτών. Το μικρό τύμπανο που παρεμβάλλεται καθοδηγεί προς έναν συγκεκριμένο στόχο. Το κομμάτι προσπαθεί να δηλώσει κάτι για το νόημα της αντίστασης. Πλάι στην περηφάνια και την αξιοπρέπεια υπάρχει και το ερωτηματικό των ηττημένων.

Φωτό: Matthias Creuzinger (1), Tobias Sommer. Ο δίσκος «Songs for Kommeno» εκδόθηκε από την ελβετική δισκογραφική εταιρεία Intakt Records.

Kommeno5pics2

Στα πλαίσια των συναυλιών οργανώνονται παράλληλα καλλιτεχνικά εργαστήρια με σκοπό τη διερεύνηση του ανεπεξέργαστου κεφαλαίου της ελληνογερμανικής ιστορίας στη διάρκεια της Κατοχής και την καλλιτεχνική επεξεργασία των ιστορικών γεγονότων της περιόδου αυτής.

Πρόθεση, επιθυμία και επιδίωξη είναι η δικτύωση Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών με στόχο τη δημιουργία ενός κοινού καλλιτεχνικού πρότζεκτ. Θα ακολουθήσει δεύτερος κύκλος παρουσιάσεων το Δεκέμβριο 2014 στη Γερμανία, με τη συμμετοχή Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών, που θα επιλεχθούν μέσα από τη σύμπραξη και συμπόρευσή τους στα καλλιτεχνικά εργαστήρια.

Καλούμε καλλιτέχνες & καλλιτέχνιδες από τους χώρους της μουσικής, του θεάτρου, του χορού και των εικαστικών να δηλώσουν συμμετοχή στα καλλιτεχνικά εργαστήρια, διευκρινίζοντας απαραιτήτως την προτίμησή τους για την πόλη διεξαγωγής, επισυνάπτοντας ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα καθώς και μια περιγραφή για το κίνητρο/τα κίνητρα της συμμετοχής τους.

Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια θα λάβουν χώρα στις παρακάτω ημερομηνίες και πόλεις: 11/10/2014 Ιωάννινα, 12/10/2014 Κέρκυρα, 13/10/2014 Φλώρινα, 15/10/2014 Αθήνα και 16/10/2014 Θεσσαλονίκη. Παρακαλούμε να στείλετε τις αιτήσεις σας μέχρι τις 08/10/2014 ηλεκτρονικά στην παρακάτω διεύθυνση: info@elissavethasse.de.

Το συνολικό πρόγραμμα των συναυλιών και των εργαστηρίων υποστηρίζεται από το «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον».

Print Friendly

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *