Τα σαμιαμίδια του Μπελλαπάις

Αφήγημα του Γιοάχιμ Σαρτόριους

Τον Γερμανό συγγραφέα Γιοάχιμ Σαρτόριους τον συνέδεε μια βαθιά φιλία με την Κυπρία συγγραφέα Νίκη Μαραγκού. Με το βιβλίο του «Η Κύπρος μου» προσεγγίζει με ευαισθησία και εκθειάζει λογοτεχνικά τη μεγαλόνησο της Μεσογείου. Το diablog.eu χαίρεται που έχει την ευκαιρία να σας παρουσιάσει το κεφάλαιο «Die Geckos von Bellapais» – παράλληλα με το γερμανικό πρωτότυπο – ως «Τα σαμιαμίδια του Μπελλαπάις» σε μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου, εικονογραφημένο από την πολύπλευρη Νίκη Μαραγκού, η οποία δεν ήταν μόνο λογοτέχνις αλλά και εικαστικός.

zypern_cover_web

Τα σαμιαμίδια του Μπελλαπάις

Το σπίτι που νοίκιασα για το τρίτο και τελευταίο καλοκαίρι μου στην Κύπρο δεν μπορούσε να συγκριθεί με το υπέροχο σπίτι του τελευταίου πολεοδόμου του βρετανικού θρόνου στο νησί σερ Ώστεν Χάρισον στη Λάπηθο. Το είχα βρει μέσω μιας αγγελίας στην εφημερίδα. Ανήκε σε μια ηλικιωμένη κυρία που ζούσε στο Λονδίνο και είχε αναθέσει σε ένα μεσίτη στην Κερύνεια να τακτοποιεί τις υποθέσεις της. Λεγόταν Walnut Cottage επειδή ήταν χτισμένο στη σκιά μιας θεόρατης καρυδιάς. Βρισκόταν δίπλα σε μια χαράδρα στο Μπελλαπάις, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στο μοναστήρι και το σπίτι του Λώρενς Ντάρελ ανεβαίνοντας το βουνό. Όταν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά με τον μεσίτη Σελίμ Μπέι το βρήκα σχεδόν αποκρουστικό. Ήταν στενό, τριώροφο, χαμηλοτάβανο και μόνο από τον τρίτο όροφο μπορούσε να διακρίνει κανείς ένα κομμάτι της θάλασσας. Πίσω από το σπίτι, κολλητά στην πλαγιά, υπήρχε μια βαθουλωτή αναβαθμίδα, κάτι σαν τεράστια πέτρινη λεκάνη, κι από πίσω όχι ένας κανονικός κήπος, αλλά μια ανηφορική λωρίδα γης με οπωροφόρα και απεριποίητα γεράνια.

Σε μια καρέκλα στην κρεβατοκάμαρα ήταν ξεχασμένα τρία παλιά φύλλα του Guardian με περσινές ημερομηνίες. Στη βιβλιοθήκη κοιμούνταν μερικά διαλυμένα μυθιστορήματα και μαζί τους το βιβλίο του Ντάρελ για την Κέρκυρα. Η υγρασία είχε παραμορφώσει το εξώφυλλο. Ήμουν έτοιμος να απορρίψω το Walnut Cottage, αλλά ξαφνικά – στη μικρή πλατεία μπροστά στο μοναστήρι, κάτω από το δέντρο της οκνηρίας, με την ομορφιά του γοτθικού περιστυλίου από πίσω μου – άρχισα πάλι να κυριεύομαι από τη γοητεία του τόπου. Το σπίτι ήταν κακομοίρικο σε σύγκριση με εκείνο του Χάρισον, μήπως όμως το Μπελλαπάις δεν ήταν πιο όμορφο από τη Λάπηθο; Τελικά υπέγραψα στο γραφείο του Σελίμ το ενοικιαστήριο κι όταν ήρθε το καλοκαίρι, στα τέλη Ιουνίου, εγκατασταθήκαμε στο Walnut Cottage.

Marangou_1

©Niki Marangou

Στην άλλη πλευρά της μικρής χαράδρας βρίσκονταν δυο ερειπωμένα σπίτια εντυπωσιακών διαστάσεων. Θα πρέπει κάποτε να ανήκαν σε Έλληνες. Την πρώτη νύχτα που περάσαμε στο Μπελλαπάις η Κάριν ξύπνησε από παρατεταμένες, βαθιές κραυγές και άγρια βογγητά που έρχονταν από ένα απ’ αυτά σπίτια.

«Μα τι εραστές που είναι αυτοί οι Τούρκοι!», της ξέφυγε χωρίς να το πολυσκεφτεί.

Μόλις το επόμενο πρωί διαπιστώσαμε ότι το ισόγειο ενός από τα δύο σπίτια χρησιμοποιούνταν σαν στάβλος. Στον ξύλινο φράχτη που έκλεινε την είσοδο χοροπηδούσαν μερικοί τράγοι. Δικές τους πρέπει να ήταν οι σπαραξικάρδιες κραυγές καθώς βάτευαν τις κατσίκες.

Το καλοκαίρι ήταν πολύ ζεστό. Περνάγαμε τον περισσότερο καιρό γυμνοί στην «πέτρινη λεκάνη» και πιτσίλιζε ο ένας τον άλλο με τη μάνικα. Τα παιδιά ανακάλυψαν ένα χαμαιλέοντα μέσα στον καλαμιώνα που ξεκινούσε από τη χαράδρα και ορθωνόταν μπροστά στο σπίτι. Τα γοήτευε αυτό το ζωάκι, καταπράσινο μέσα στα πράσινα καλάμια, κυρίως τα μικροσκοπικά του δάχτυλα που έσφιγγαν τρυφερά ένα βλαστό κι ακόμα περισσότερο τα κίτρινα βελονωτά μάτια του που στριφογύριζαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο μέσα στους ζαρωμένους, αναποδογυρισμένους πράσινους κρατήρες τους και διερευνούσαν τον κόσμο.

Marangou_2

©Niki Marangou

Όσο πυκνή κι αν ήταν η φυλλωσιά της καρυδιάς, παντού διαχεόταν διαρκώς ένα εκτυφλωτικό φως. Το πρωί τα πάντα θερμαίνονταν από τον ήλιο πολύ γρήγορα, οι πέτρες, το δέρμα μας. Το φως μπλεκόταν στα μάτια μας. Μάζευα ξερά φύλλα από τα γεράνια, η Κάριν διάβαζε, η Άννα και η Αντρέα αποσυναρμολογούσαν το καλοκαίρι πάνω στον πέτρινο τοίχο: κουκουνάρια, χιτώνες εντόμων, ξερά λουλούδια γαϊδουράγκαθων, κεραίες και φτερά μιας πεταλούδας, οι κίτρινες βελόνες του υπόλοιπου. Μερικές φορές ακούγαμε τα κουδουνάκια από τις κατσίκες στο εγκαταλελειμμένο ελληνικό σπίτι. Μερικές φορές μας επισκεπτόταν ένας γάτος με κοκκινωπές ρίγες. Το όνομα που του είχαμε δώσει – Νέρων – δεν ανταποκρινόταν εντελώς στο νωθρό χασμουρητό του. Όταν το σούρουπο καθρεφτιζόταν στα γατίσια μάτια του, ένας άνεμος κατρακυλούσε από τα βουνά και λίκνιζε τα φύλλα της καρυδιάς. Ένας παρατεταμένος βόμβος. Αυτό όμως που με σαγήνευε περισσότερο εκείνες τις μέρες του Ιουλίου ήταν τα βουνά.

Διαφορετικά από ό,τι στη Λάπηθο, που απλωνόταν στους πρόποδες των βουνών, στο Μπελλαπάις τα βράχια ορθώνονταν απότομα αμέσως πίσω από το χωριό. Κατά τη διάρκεια της μέρας η οροσειρά άλλαζε διαρκώς χρώμα και μορφή. Ενώ το πρωί ήταν ακόμα γκρίζα και διάφανη κόντρα στον ήλιο, το μεσημέρι πρασίνιζε από τους αστραφτερούς πευκώνες που ανηφόριζαν τις απότομες πλαγιές. Το απόγευμα αυτό το πλούσιο πράσινο μετατρεπόταν σιγά-σιγά κατά μήκος μιας εξαιρετικά εκλεπτυσμένης χρωματικής κλίμακας σε ένα σκοτεινό, έντονο καφεπράσινο. Στην πραγματικότητα όμως η οροσειρά ανέπτυσσε μόνο το δειλινό όλη τη διαβαθμισμένη, οδοντωτή μεγαλοπρέπειά της, σαν κάποιος γίγαντας να ξεδίπλωνε μια μενεξεδιά ποπ απ βουνοσειρά που βυθιζόταν αργά σε ένα βαθύ γαλάζιο και μετά σε ένα σχεδόν πια μαύρο κυανό. Κι αυτό το θέαμα είχε θεατρική ποιότητα. Αν προσέθετε κανείς με τη φαντασία του και τα τρία κάστρα των σταυροφόρων, ένιωθε τότε πως βρισκόταν στο προσκήνιο μιας γιγάντιας υπαίθριας όπερας που θα άρχιζε από στιγμή σε στιγμή με κυνηγετικές σάλπιγγες, την οχλαγωγία της μάχης ή όρκους ερωτικούς. Αλλά τελικά δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Τα βουνά παρέμεναν τυλιγμένα στην απόλυτη σιωπή τους.

Marangou_3

©Niki Marangou

Αυτό το καθημερινό θέαμα είχε πολλές παραλλαγές. Μερικές φορές ο ουρανός έμενε για πολλή ώρα λευκός, στις υπώρειες εμφανίζονταν ενδιάμεσοι πορτοκαλί τόνοι ή καφετιά ψήγματα. Κάθε βράδυ κι ένας διαφορετικός συνδυασμός της θάλασσας και του φεγγαριού, των σύννεφων και της υγρασίας. Μια φορά που οι πιο ψηλές βουνοκορφές νόμιζες ότι είχαν πάρει φωτιά θυμήθηκα τους στίχους του μεγάλου Κώστα Μόντη:

Η αυγή πρόβαλε
με δυο ζευγάρια κόκκινα κεράσια στ’ αυτιά,
με μια χάρτινη άσπρη ουμπρελλίτσα
απάνω απ’ τη βουνοσειρά της Κερύνειας.

Το είχα κάνει συνήθειο αργά το απόγευμα, την ώρα του απεριτίφ, να κατηφορίζω στην πλατεία με το δέντρο της οκνηρίας και να παίρνω εκεί ένα brandy sour. Σιγά-σιγά είχα γνωρίσει μερικούς κατοίκους του χωριού. Το αφεντικό ήταν ηλικιωμένο. Να είχε γνωρίσει άραγε στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα τον Λώρενς Ντάρελ; Ή μήπως τότε ήταν ιδιοκτήτης του καφενείου ο πατέρας του; Τα αγγλικά του ήταν τόσο κακά, ώστε μόνο για τα απολύτως στοιχειώδη να μπορούμε να μιλήσουμε.

Marangou_4

©Niki Marangou

«Brandy sour okay?»

«Yes, good, very strong.»

Παύση.

«Did you know Lawrence Durrell?»

«Daril?»

«The guy of the Bitter Lemons. Aci Limonlar?» Έκανα μια κίνηση δείχνοντας τα βουνά.

«Yes. Yes. Aci Limonlar.»

Αλλά το brandy sour ήταν πραγματικά καλό και δυνατό. Από τους θαμώνες του καφενείου μόνο ο συμπαθέστατος Ουζούν μιλούσε καλά αγγλικά. Ήταν καθηγητής γυμναστικής και στον ελεύθερο χρόνο του μελισσοκόμος. Οι κηρύθρες του, όπως μου εξήγησε, βρίσκονταν σε ένα ξέφωτο περίπου τριακόσια μέτρα πιο ψηλά από το Μπελλαπάις. Χάιδεψε μια μαύρη γάτα που τριβόταν στο ένα πόδι του τραπεζιού μας.

Marangou_5

©Niki Marangou

«Ξέρεις γιατί αγαπώ τις γάτες;», είπε. «Οι γάτες τρώνε τις σαύρες που διαφορετικά θα έτρωγαν τις μέλισσές μου. Οι γάτες περνάνε καλά. Τρέφονται με σαύρες και φίδια.»

«Έχει πολλά φίδια εδώ;»

«Βέβαια. Αλλά σχεδόν μόνο αυτές τις μαύρες κολουβρίδες. Δεν είναι δηλητηριώδεις.»

Ο Ουζούν ήθελε να μου δείξει οπωσδήποτε το ξέφωτό του. Η περιέργειά μου όμως να συναντήσω δραστήρια σμήνη μελισσών ήταν περιορισμένη.

«Άσε να δούμε», του είπα. «Έχω τόσο γράψιμο και διάβασμα. Θα τα ξαναπούμε αύριο, εδώ, να τεμπελιάσουμε πάλι.»

Όταν γύρισα στο σπίτι, δεν μπορούσα να βρω το σημειωματάριο με τους στίχους. Από τότε που είχα εγκατασταθεί στο Μπελλαπάις ήταν σαν να είχα μπει σε ένα πεδίο τεταμένων φυγόκεντρων δυνάμεων. Γυαλιά ηλίου, δίπλωμα οδήγησης, μάσκα, ένα χαρτί με σημαντικά τηλέφωνα, και τώρα μόλις αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα είχαν αναζητήσει άλλη τροχιά. Είχα ξεχάσει τη Λευκωσία και πολλά πράγματα ακόμα. Όταν τα παιδιά κοιμούνταν και η Κάριν τέλειωνε κάποιο μυθιστόρημα στην «πέτρινη λεκάνη», προσπαθούσα να γράψω, στο απλό τραπέζι στον τελευταίο όροφο. Το φως του λαμπατέρ τραβούσε τις νύχτες τα έντομα και μαζί τους τα σαμιαμίδια. Το σώμα τους ήταν πιο λεπτοκαμωμένο και πιο κομψό σε σύγκριση με τα σαμιαμίδια στη Λάπηθο.

Marangou_6

©Niki Marangou

Ήταν επίσης πιο διάφανο. Στο κέντρο του υπήρχε πάντα ένας μικρός, μαυριδερός σβόλος κάτω από το αραχνοΰφαντο δέρμα. Ήταν οι μύγες, τα κουνούπια και τα αλογάκια της Παναγίας που είχαν καταβροχθίσει. Προσπαθούσα να μετρήσω αυτά τα ζουζούνια ένα-ένα, αλλά δεν τα κατάφερνα. Μέσα στα γαστρικά υγρά είχαν λειώσει κιόλας κι είχαν γίνει σκούρος πολτός. Τα σαμιαμίδια του Μπελλαπάις είχαν μια χάρη που έφθανε από την κορφή ως τα νύχια, τα δάχτυλά τους δεν ήταν πλατιά και κακάσχημα όπως συνήθως. Ήταν αυτά τα δάχτυλα με τις μικροσκοπικές λάμες, τις εφοδιασμένες με γαντζάκια, που τους επέτρεπαν να στριφογυρνάνε σαν υπνοβάτες στα ταβάνια ή ακόμα και στα τζάμια χωρίς να πέφτουν ή απλά και μόνο να περιμένουν στωικά μέχρι να φανεί κάποιο θήραμα.

Μια νύχτα, την ώρα που έγραφα, ένα σκαθάρι που είχε βρεθεί ανάσκελα στο πάτωμα άρχισε να ζουζουνίζει απελπισμένα. Στο άψε-σβήσε το μικρότερο σαμιαμίδι κατέβηκε στο πάτωμα κι έκανε το σκαθάρι μια μπουκιά. Η Κάριν έλεγε ότι ήμουν τρελός, αν νόμιζα ότι μπορούσα να συνάψω φιλικές σχέσεις με τα σαμιαμίδια κι ότι θα με αναγνώριζαν κάθε βράδυ, όπως εγώ αναγνώριζα εκείνη. Κι όμως μια φορά ένα απ’ αυτά τα μολυντήρια στάθηκε στον τοίχο, ακριβώς στο ύψος του τραπεζιού, και μου έτεινε τα δάχτυλα του αριστερού μπροστινού ποδιού του. Σαν να μου κουνούσε μια λιλιπούτεια βεντάλια. Σαν απάντηση τέντωσα τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού. Ήταν σχεδόν σαν να εφάπτονταν τα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους απτικά μας όργανα. Δεν είπα τίποτα στην Κάριν γι’ αυτή την τρυφερή στιγμή που διήρκεσε ελάχιστα.

Marangou_7

©Niki Marangou

Την επομένη το βράδυ όμως, πίνοντας brandy sour με τον Ουζούν, έφερα τη συζήτηση στα σαμιαμίδια και εξέφρασα την ευχή ποτέ γάτα να μην αγγίξει τα μολυντήρια «μου».

«Tarentola mauritanica», αναστέναξε. «Έτσι λέγονται στα διδακτικά βιβλία. Χαρακτηριστικά για τη Μεσόγειο, όπως η ελιά και το κρασί. Είναι αναρίθμητα. Ούτε που θα το προσέξεις, αν μια γάτα φάει ένα.»

Παρά την ψύχραιμη αυτή αντιμετώπιση, ο Ουζούν ήταν από μια άποψη πιο τρελός κι από μένα. Δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι τα σαμιαμίδια έχουν «δυνατή φωνή». Έπρεπε απλώς να στήσω αυτί με προσοχή. Μετά έκανε λόγο για την ουρά των σαμιαμιδιών που έχει και μια υποδοχή προς τη μεριά του υπόλοιπου σώματος. Οι γάτες λατρεύουν αυτό ακριβώς το κομμάτι. Φαίνεται να είναι ο νοστιμότερος μεζές του σαμιαμιδιού.

Δόξα τω Θεώ ήρθε τώρα και ο Ιζέτ και κάθισε στο τραπέζι μας. Ο Ιζέτ ήταν ο κηπουρός που φρόντιζε τα δέντρα και τα φυτά γύρω από το μοναστήρι. Ήταν από την Τουρκία, είχε γεννηθεί στο Μαρντίν, κάπου είχε σπουδάσει κηπουρική και είχε μελετήσει την αρχιτεκτονική των οθωμανικών πάρκων και τέλος είχε έρθει στην Κύπρο μόλις το 1981. Η ιστορία της οικογένειάς του ήταν μάλλον ασυνήθιστη. Μια γιαγιά του είχε αρμενική καταγωγή, στην Αλεξάνδρεια ο Ιζέτ είχε κόπτες συγγενείς. Αυτές οι επιμιξίες τον είχαν κάνει ένα ξύπνιο νεαρό που κινούνταν άνετα σε διαφορετικές κουλτούρες.

Marangou_8

©Niki Marangou

Το βράδυ εκείνο ήταν αναστατωμένος, επειδή κατά τη γνώμη του επρόκειτο να ξεσπάσουν άμεσα «οι μεγάλοι κοπτικοί θυελλώδεις άνεμοι». Νωρίτερα απ’ ότι συνήθως κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Ήταν, έλεγε, πολύ ισχυροί, όπως το μαϊστράλι στην Προβηγκία ή η τραμουντάνα στην Ιταλία, και διαρκούσαν πάντα ένα τριήμερο. Οι πιο καταστροφικοί ήταν ο El mickness, η «σαρωτική θύελλα», και ο El shams el kebira, η «μεγάλη ηλιοθύελλα». Φοβόταν για τα κυπαρίσσια του στο περιστύλιο και για μερικές ψηλές, ευλύγιστες αλλά ευπαθείς φοινικιές που βρίσκονταν στην πλαγιά ακριβώς κάτω από την τράπεζα της μονής. Προσπαθήσαμε να τον ηρεμήσουμε. Ο Ουζούν υποστήριζε ότι αυτοί οι διαβόητοι σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο άνεμοι δεν έρχονταν ποτέ πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Παράγγειλα για τον Ιζέτ ένα πολύ δυνατό brandy sour. Τα βουνά βρίσκονταν στη βιολετιά τους ώρα. Στο μικρό δρόμο που από τη μια πλευρά του βρισκόταν το μοναστηριακό συγκρότημα κι από την άλλη μερικά εστιατόρια και μαγαζιά σεργιάνιζαν τώρα οι κάτοικοι του χωριού, χαίρονταν που ο ήλιος εξαφανιζόταν, φλυαρούσαν κι έδειχναν όλο υπερηφάνεια τα μικρά παιδιά τους.

Φανταζόμουν ότι μπορούσα να διακρίνω τους Τουρκοκύπριους από τους Τούρκους της ενδοχώρας, από τα ρούχα τους, από τις χειρονομίες τους. Αλλά υπάρχουν καν «Κύπριοι»; Οι Ελληνοκύπριοι πιστεύουν ότι κατάγονται από τους Μυκηναίους, αλλά και από τους Πτολεμαίους και τους Φοίνικες. Υποστηρίζουν ότι τα ελληνικά τους είναι πιο κοντά στον Όμηρο από αυτά που μιλάνε σήμερα οι Αθηναίοι. Οι Τουρκοκύπριοι επικαλούνται τους Οθωμανούς. Αλλά ποιος μπορεί πια να κάνει τέτοιες αναγωγές, μετά από δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε κύματα κατακτητών και άλλους τόσους αποικιοκράτες, μετά από τόσες εθνικές και θρησκευτικές ανακατατάξεις; Ενώ οι δικές μου σκέψεις ξεστράτιζαν, ο Ουζούν είχε καταλήξει στο αγαπημένο θέμα του, τις μέλισσες. Εκείνη τη στιγμή όμως εμφανίστηκε τρέχοντας η Άννα, στύλωσε τα πόδια μπροστά στο τραπέζι μας και φώναξε με τα γαλανά μάτια της να βγάζουν σπίθες: «Σε δέκα λεπτά είναι έτοιμος ο ξιφίας!»

Marangou_9

©Niki Marangou

Αποχαιρέτισα τις μέλισσες και τους κοπτικούς ανέμους, την παρέα μου, τον καφετζή, το δέντρο της οκνηρίας και πήρα με την Άννα τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στη μεγάλη καρυδιά.

Εκείνο το καλοκαίρι κάναμε μερικές εκδρομές. Φυσικά στην Κερύνεια. Επίσης στην παραλία της Ημισελήνου. Στην Όργα, στην άκρη του πουθενά μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα από τη Λάπηθο. Και στη Μονή του Αντιφωνητή που δεν την ήξερα και βρίσκεται κρυμμένη στα βουνά της Κερύνειας, από τον δρόμο για το φρούριο Βουφαβέντο. Μπορούσε να φτάσει κανείς στο μοναστήρι μόνο παίρνοντας στενά περάσματα μέσα από ευωδιαστά πευκοδάση με καταπληκτική θέα της ακτής και της θάλασσας από πολύ ψηλά. Όπου κι αν σταματούσαμε το χώμα ήταν στρωμένο με πευκοβελόνες κι εδώ κι εκεί διακρίνονταν πολύχρωμοι άδειοι κάλυκες. Την εποχή του κυνηγιού θα πρέπει να γινόταν εδώ μεγάλος σαματάς. Εδώ και δυο ώρες δεν είχαμε δει ψυχή στο δρόμο μας. Χάρηκα λοιπόν όταν μπροστά στο μοναστήρι ανακάλυψα ένα φύλακα που καθόταν μπροστά σ’ ένα ξύλινο παράπηγμα και κοιτούσε το κενό. Πρέπει να ήμασταν οι πρώτοι επισκέπτες μετά από μέρες. Όλος χαρά μας ξεκλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας.

Marangou_10

©Niki Marangou

Ο Αντιφωνητής, μεγάλος και βαρύς, βρισκόταν πάνω από μιαν άβυσσο. Το ξέφωτο, στο οποίο είχε χτιστεί, ένα είδος πράσινης πίστας, δεν φαινόταν από τα γύρω υψώματα. Το μοναστήρι είχε την ατμόσφαιρα καταφυγίου. Προφανώς , όπως και σε άλλα μέρη, οι μοναχοί είχαν μετακινηθεί εδώ από την ακτή για να είναι πιο ασφαλείς από τους Άραβες εισβολείς. Πάντως και στους μεταγενέστερους αιώνες οι τελώνες των Οθωμανών ηγεμόνων θα δυσκολεύονταν σίγουρα να βρουν αυτή την κρυψώνα. Μπαίνοντας στην εκκλησία νιώσαμε πως βρισκόμασταν σε έναν εσωστρεφή, μυστικό κόσμο. Ήταν αυτό το συναίσθημα που μας άφησε άφωνους μέσα σε τούτο τον τόπο λατρείας, ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ίδια την αρχιτεκτονική. Οκτώ βαριές, ασύμμετρα τοποθετημένες, γεμάτες τοιχογραφίες κολώνες στήριζαν την κυκλική οροφή πάνω από το βραχύ κλίτος.

Οι τοιχογραφίες αυτές συνεχίζονταν στους τοίχους της εκκλησίας με ένα εκθαμβωτικό σμήνος αγγέλων και πατέρων της εκκλησίας. Επειδή τα χρώματα ήταν ακόμα έντονα, τα πολλά φθαρμένα σημεία δεν μου φάνηκε να οφείλονται στον χρόνο ή τις καιρικές συνθήκες, αλλά ούτε και σε καταστροφές από Τούρκους στρατιώτες, αφού το μοναστήρι, όπως μας εξήγησε ο φύλακας, είχε κηρυχθεί αμέσως μετά την εισβολή μουσείο. Αλλά ήταν απλώς στάχτη στα μάτια μας. Λίγες βδομάδες αργότερα, όταν επισκέφθηκα το Βυζαντινό Μουσείο της Λευκωσίας, είδα αποσπάσματα τοιχογραφιών, κυρίως πρόσωπα αγίων, που προέρχονταν από τον Αντιφωνητή και προφανώς είχαν περιέλθει πάλι στην κατοχή της ορθόδοξης εκκλησίας μετά από μακρά δικαστική αντιπαράθεση.

Marangou_11Εκείνο το καλοκαίρι εξερευνήσαμε καλύτερα και το Μπελλαπάις. Το ωραιότερο ήταν οι κήποι ακριβώς κάτω από τον θεόρατο εξωτερικό τοίχο της τράπεζας του μοναστηριού. Ροδιές και πραουστιές, ιβίσκοι και πικροδάφνες, κυπαρίσσια και αιωνόβιες φοινικιές σχημάτιζαν σ’ αυτό το σημείο ένα καταπράσινο δασάκι, πάνω από το οποίο ορθωνόταν σε ύψος σαράντα σχεδόν μέτρων κρύβοντας τα βουνά της Κερύνειας ο εξωτερικός τοίχος της μονής, ωραία δομημένος με έξι αντηρίδες και τα έξι παράθυρα της τράπεζας, ένας αυστηρός χρυσοκαφετής κυματοθραύστης μέσα στο φως του απομεσήμερου. Από τις αντηρίδες απογειώνονταν λευκά και γκρίζα τα περιστέρια, πολύ πιο αργόσυρτα από τα χελιδόνια, που πετούσαν ευφρόσυνα χαράζοντας στον αέρα τα πιο παλαβά σχήματα.

Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε είχαμε φθάσει κιόλας στα μέσα Αυγούστου. Ενδιάμεσα είχα πάει μερικές φορές στη Λευκωσία για να δω αν ήταν όλα εντάξει. Οι φίλοι – η Νίκη, ο Χορστ, η Αριάννα, ο Τζορτζ, ο Γκλιν – ήταν όλοι τους κάπου στις ακτές. Έριχνα μια ματιά στο ταχυδρομείο στο σπίτι, μετά στα διαβήματα στην πρεσβεία και επέστρεφα γρήγορα στο Μπελλαπάις. Είχαμε συνηθίσει το Walnut Cottage, αλλά ο αποχωρισμός ήταν πιο εύκολος σε σύγκριση με το σπίτι του Χάρισον πριν από ένα χρόνο.

Marangou_12

©Niki Marangou

Στο καφενείο κάτω από το δέντρο της οκνηρίας έγιναν μερικά κεράσματα για το αντίο. Η Κάριν είχε έρθει μαζί μου.

«Για να κλείσουμε ωραία», είπε.

Ο γερο-καφετζής, κάθε φορά που σερβίριζε τους πελάτες, έκανε βόλτα και πέρναγε μονίμως πίσω από την καρέκλα όπου καθόταν η Κάριν. Φαίνεται ότι ο παμπόνηρος τράγος είχε ερωτευθεί τις ωμοπλάτες της.

Στο καφενείο βούιζαν αδιάφορα τρία προκατακλυσμιαία ψυγεία. Μίλησα στον Ουζούν για την πορεία της σχέσης μου με τα σαμιαμίδια στο Cottage.

»Τα παρατηρούσα κάθε νύχτα. Επικρατούσε πάντα απόλυτη σιγαλιά. Αλλά δυνατές φωνές, όπως διατεινόσουν, εγώ δεν άκουσα ποτέ. Μόνο μια φορά μου φάνηκε πως το μικρότερο σαμιαμίδι σαν να κλαψούριζε, ήταν μάλλον ένα ανεπαίσθητο μινύρισμα. Ή ένα κακομοίρικο ρουθούνισμα.»

Marangou_13

©Niki Marangou

«Φωνάζουν μόνο όταν είναι δυσαρεστημένα», είπε ο Ουζούν. «Αυτό σημαίνει ότι μαζί σου νιώθουν υπέροχα.»

«Πριν αναχωρήσουμε θα κάνω κι ένα φαΐ με σαύρες», πρότεινε η Κάριν. «Σαμιαμιδοπόδαρα με μαρέγκα ντομάτας.»

Ο Ιζέτ και ο Ουζούν με κοίταξαν με συμπόνια.

«Το φθινόπωρο θα έρθει η μετάθεσή μου», είπα. «Στη Βόννη. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν θα ξανάρθουμε στην Κύπρο, στο Μπελλαπάις, να σας δούμε.»

Την τελευταία νύχτα μου στο Μπελλαπάις, πριν με πάρει ο ύπνος, σκέφθηκα τη μοναξιά που θα ένιωθαν τα σαμιαμίδια σε έναν κόσμο χωρίς έντομα. Αργότερα με είδα να λάμνω μέσα σε μια βάρκα γεμάτη στάχτη που βυθιζόταν σιγά-σιγά. Ένιωθα αγωνία. Κι όλο έλεγα στον εαυτό μου μέσα στο όνειρο: Μα αφού η στάχτη είναι ελαφριά, το πιο ελαφρύ πράγμα στον κόσμο.

Εικονογραφήσεις: Ευχαριστούμε θερμά την κα. Κατερίνα Ατταλίδου και την κα. Γεωργέα Σολομώντος, Πολιτιστικό Τμήμα της Κυπριακής Πρεσβείας Βερολίνου

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου