Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου και ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης

Φόρος τιμής στην αρχιτεκτονική των δεκαετιών του '50 και του '60

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Το διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου «Δοχεία ζωής» είναι ένας ύμνος στο Ξενία της Ηγουμενίτσας, το λιμάνι, όπου πιάνουν τα φεριμπότ από την Ιταλία.

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 και είναι καταξιωμένος λογοτέχνης, τα έργα του έχουν διακριθεί επανειλημμένα. Η νέα ανθολογία διηγημάτων του «Μια Μαρία Τζάφου» κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2023 και περιέχει στις 420 σελίδες της ένα ευρύ φάσμα σύντομων ιστοριών της καθημερινότητας. Είναι απρόσμενες και μερικές φορές ξενίζουν, εκτείνονται από το ακραίο αστείο μέχρι τη δραματική όψη της ζωής, από τη δυτική μεθόριο της χώρας μέχρι την καρδιά της μεγαλούπολης.  Οι πρωταγωνιστές του είναι κοινοί άνθρωποι, συνήθως ηττημένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό ή από τις συνθήκες. «Γίνεται όμως άνθρωπος να θεωρήσει εαυτόν νικητή;» αναρωτιέται ο συγγραφέας.

Το βιβλίο
Σωτήρης Δημητρίου: Μια Μαρίνα Τζάφου
Εκδόσεις Πατάκη, 2023, 432 Σελίδες
ISBN      9789601662039
Βραχεία λίστα του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο αναγνώστης»

Το διήγημα «Δοχεία ζωής» μου άρεσε ιδιαίτερα, καθώς υμνεί το μοτέλ Ξενία στην Ηγουμενίτσα, που είναι το πρώτο λιμάνι στη δυτική Ελλάδα όπου ελλιμενίζονται τα πλοία από την Ιταλία. Το σύνολο σχεδιάστηκε από τον διάσημο (και αμφιλεγόμενο) αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη και κτίστηκε το 1959-1960.

Το ιστορικό πλαίσιο
Ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης υλοποίησε μεταξύ 1957 και 1967 πολλά ξενοδοχειακά συγκροτήματα για τον ΕΟΤ. Στόχος του κρατικού οργανισμού ήταν να χτίσει μοτέλ και ξενοδοχεία σε επιλεγμένες τοποθεσίες για να εξυπηρετήσει τον αναπτυσσόμενο μαζικό τουρισμό. Όλα αυτά τα κτήρια ονομάστηκαν «Ξενία», έντεκα από τα οποία σχεδιάστηκαν από τον Κωνσταντινίδη. Αυτά τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα διέθεταν κοινόχρηστους χώρους που μπορούσαν να φιλοξενήσουν πολύ περισσότερα άτομα από τους ενοίκους. Αυτό απέβλεπε στη μεγαλύτερη αποδοχή των κτηρίων από το κοινό και τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής όπου ανεγέρθηκαν.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 το κράτος έχανε όλο και περισότερο τις δεξιότητες της φιλοξενίας. Οι απαιτήσεις της τουριστικής αγοράς μεταβάλλονταν, τα Ξενία παραμελήθηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Το τελευταίο κρατικό Ξενία στο Παλιούρι της Χαλκιδικής σταμάτησε τη λειτουργία του το 1997.

Στα πολυάριθμα κείμενά του ο Κωνσταντινίδης ορίζει τα κτίσματά του ως «δοχεία ζωής», παροδικά σκεύη χωρίς αξίωση στην αιωνιότητα. Η πορεία του χρόνου τον δικαίωσε στο σημείο αυτό. Εκτός χρήσης ορισμένα Ξενία κατεδαφίστηκαν ή είναι σήμερα βανδαλισμένα ερείπια κυριευμένα από τη φύση.


Όψη του Ξενία στην Ηγουμενίτσα το 1960, πηγή εδώ

Το διήγημα:

Δοχεία ζωής

Κάθε κτίσμα –ιδίως τα δημόσια– λειτουργεί και παιδευ­τικά. Σιωπηλός ταξιδευτής στον χρόνο φέρει στο μέτωπο την ουσία του δημιουργού του.
Τα σχολιαρόπαιδα του ’70 είχαμε σιωπηλό μα τόσο εύ­γλωττο δάσκαλο το Ξενία της πόλης μας. Έργο ενός θρύλου της αρχιτεκτονικής –και όχι μόνο στην χώρα μας– του Άρη Κωνσταντινίδη. Δειλή τότε πολίχνη η Ηγουμενίτσα, ήταν φτωχότερη οικιστικά από την φύση – που έτσι πρέπει. Αυτό δε ήταν και το πρώτιστο μέλημα του Κωνσταντινίδη. Το κτί­σμα να μην επισκιάζει την φύση, αλλά να εναρμονίζεται, κα­λύτερα να χωνεύεται εντός της – έστω με ευφάνταστο τρόπο.
Φαντάζομαι τον αρχιτέκτονα στην πρώτη επαφή του με την πολίχνη μαγεμένο. Πώς να επιστρέψει αυτό το δώρο; 11 Ηγουμενίτσα τότε ήταν –και είναι– χάρμα ιδέσθαι. Μι­κρός κόλπος –σχεδόν λιμνούλα–, φιλικά βουνά, ακρογιά­λια με συνεχείς ορμίσκους. Ούτε ορεινή ούτε θαλασσινή – ανάμεσα. Ο κόλπος της σχεδόν ακύμαντος ακόμα και τον χειμώνα, λόγω του αναχώματος της Κέρκυρας, ήπιοι σχε­δόν γλυκείς οι χειμώνες της απ’ το ανάχωμα της Πίνδου. Πόλις δε και φύση ήταν απολύτως στην ανθρώπινη κλίμακα. Προσιτή, περιπατούμενη, κεντρομόλος – λίγο να άνοιγες το βήμα σου πήγαινες παντού.


Η είσοδος του Ξενία Ηγουμενίτσας, 1960. Πηγή εδώ, Architectural Press Archive / RIBA Library Photographs Collection

Ο Κωνσταντινίδης αντιδώρισε σ’ αυτήν την φυσική ζωγραφιά το Ξενία. Και είδαμε στο δυτικό άκρο της αυτά τα υπέροχα ισόγεια και μονώροφα κτίσματα. Δοχεία ζωής, όπως τα ονόμαζε ο ίδιος ο αρχιτέκτων. Σε μοντέρνα γραμμή, με ζεστά χρώματα, κόκκινο, μπλε, κίτρινο.


Τα χρώματα του Κωνσταντινίδη στο Ξενία Άνδρου, 1958, πηγή εδώ

Εξ ολοκλήρου από εμφανές επιχρωματισμένο μπετόν, υλικό που αγαπούσε πολύ ο αρχιτέκτων. Τσιμέντο που ευτυχώς διέθετε εν αφθονία η χώρα μας και που τόσο την στήριξε στην ανάγκη της.
Αίφνης είδαμε το σπίτι που θα θέλαμε να ζούμε. Ανάλαφρα κτίσματα, δεν βάραινε καθόλου η υλική υπόσταση τους. Αντιθέτως, ήταν σχεδόν ενάερα. Διαπότιζαν δε τον αντικριστή τους, ήπια σχεδόν ανεπαίσθητα, με διαυγή ομορφιά. Τα οικήματα τα περιτριγύριζαν ροζασπροκόκκινες πικροδάφνες. Μοσχομυριστές οι κόκκινες, οι ροζ λιγότερο, οι άσπρες άοσμες. Ίσως είναι το φυτό που εκλύει τις πιο μύχιες καλοκαιρινές νοσταλγίες.
Ανιχνεύω στους συμμαθητές μου και σήμερα την ευεργετική επαφή τους με την πόλη, την φύση και το Ξενία στα πρώτα τους χρόνια. Και όμως η πόλις δεν ήταν πάντα τράνζιτο. Για κάμποσα καλοκαίρια το Ξενία ήταν γεμάτο τουρίστες. Τους έφερναν τα δυο μεγάλα πλοία της γραμμής, το Αππία και το Εγνατία, που τι παράξενη σύμπτωση, τα χρώματα τους ήταν σαν του Ξενία.
Εύκολα έκανες την αντιμετάθεση. Το Ξενία, καραβάκια που μόλις τα έφερε το κύμα και τα δυο πλοία, πανέμορφα, ταξιδεύοντα οικήματα.
Τα πλοία μέσω του θαλάσσιου δυτικού ανοίγματος μας έκαναν νοερά πολίτες του κόσμου. Το δε Ξενία τόνωνε την αυτοπεποίθησή μας, προέβαλλε ένα ενδιαφέρον και ευφάνταστο μέλλον.
Πάντα αναρωτιόμουν τι εντύπωση άραγε να κάνει η πόλη μας στον θαλάσσιο ταξιδιώτη που την πρωτοβλέπει.
Μετά από χρόνια στην Αθήνα μια Γερμανίδα μού είπε πως την κοιτούσε συγκεντρωμένη, μαγεμένη, και τι λέτε αιχμαλώτισε το βλέμμα της; Το 2ο Δημοτικό Σχολείο στο λιμάνι και τα παιδιά που έπαιζαν στον αυλόγυρο του. Εικόνα που έγινε μόνιμη ανάμνηση της. Αυτό το σχολείο επίσης είναι πολύ απλό αρχιτεκτονικά, χωρίς καμιά φιοριτούρα, στα χρώματα του Ξενία. Σκέφτομαι πως αν οι κάτοικοι είχαν ακολουθήσει την χρωματική παλέτα του Κωνσταντινίδη, η πόλη σήμερα θα ήταν μια πανδαισία χρωμάτων.
Η πολίχνη έγινε πια πόλις με πυκνό αστικό ιστό και ετερόκλητα μεγάλα κτίρια στην προκυμαία, που αίρουν την φυσική της θεατρικότητα. Αλλά ποιος μπορεί να πάει κόντρα στην ανάγκη του εκάστοτε καιρού, στην ροή της ζωής; Που τα άναρχα γεννήματα της, εξάλλου, έχουν την δική τους ατακτοποίητη ομορφιά; Αλλά όμως και η ελευθερία επιλογής συναρτάται απόλυτα με την γνώση. Τότε γεννάει ανθούς.

Πηγή εδώ. Φωτό: Δημήτρης Παπαδήμος, 1960, αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Το Ξενία πριν λίγα χρόνια ευτυχώς κηρύχθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο διατηρητέο μνημείο. Κατά την γνώμη μου, κακώς κάκιστα χτίστηκε στον περίβολο του το σχολικό συγκρότημα. Συγκρότημα που αμαυρώνει το όλον. Όταν περνάς σου σφίγγεται η καρδιά.
Μα δεν διέθετε η πόλις αλλού δημόσια γη; Καμιά φορά το γκρέμισμα είναι ωφελιμότερο απ’ το χτίσιμο.
Τι ωραία που θα ήταν, σκέφτομαι, να κατεδαφίζαμε αυτά τα άχρωμα, παρείσακτα κτίσματα. Να ξαναβάφαμε κατόπι ακριβώς τα χρώματα που ακόμα υπάρχουν στο Ξενία. Και να μη δοθεί για καμιά χρήση. Η άχρηστη χρήση, για να κάνω ένα παίγνιο λόγου, είναι πολλές φορές πιο δραστική και ωφέλιμη. Να ενωθεί φυσικά ο χώρος με την γειτνιάζουσα πλατιά προκυμαία που τόσο κόσμο μαζεύει. Να αποτελεί την απόληξη του περιπάτου, να γίνει αυτό το στολίδι ανοιχτό σχολείο της ομορφιάς. Αν δε φανερωθεί έστω μέχρι τον παραλιακό δρόμο το ποταμάκι πλάι στο τένις που εκβάλλει στην θάλασσα, ακόμα καλύτερα. Το ποταμάκι της παιδικότητας μας με τους γυρίνους και τις καλαμιές, που ρυάκιζε –κι ακόμα ρέει– και το καλοκαίρι. Και τέλος, αν ενωθεί το μουσείο και το Ξενία με μια πεζογέφυρα θα δημιουργηθεί ένα εξαίσιο τρίγωνο, σχόλης και μαθήσεως.
Πολλούς μήνες τώρα κάτοικος της πόλης λόγω της επιδημίας, παίρνω καθημερινώς τους εξοχικούς δρόμους. Η φύση θάλλει και τον χειμώνα λόγω της υψηλής βροχοπτώσεως. Συχνά βλέπεις λουλουδάκια στα αχνά χρώματα του χειμώνα βέβαια αλλά και χρωματιστούς θύλακες εδώ κι εκεί. Πάντως πρασινάδα –σχεδόν ανοιξιάτικη– απλώνεται παντού. Βρέθηκα στον χωμάτινο δρόμο προς την Νέα Σελεύκεια, ίσως απ’ τα πιο ωραία εξοχικά μέρη. Σ’ ένα μάλλον μονόχωρο σπίτι είδα να παίζουν τρία τέσσερα τσιγγανάκια με τρομερή ορμή και χαρά. Μόλις με είδαν έβαλαν τα γέλια και με κοιτούσαν με καθαρότητα αλλά και με κάποια αυθάδεια. Πάντως τα γέλια τους ήταν καλότροπα.
Συνέχισα το βάδην αλλά αδημονούσα να γυρίσω, να ξαναδώ την σκηνή. Στον γυρισμό χάζευα ολόκαρδα. Εν κινήσει βέβαια, χωρίς να κοντοσταθώ.
Τα παράθυρα ήταν μόνον τζάμια, κάπου υπήρχε και μια παμπάλαιη γκρι γρίλια. Έβγαινε από ένα παράθυρο η σωλήνα μιας σόμπας. Άβαφο σχεδόν το σπίτι, υποψιαζόσουν πως κάποτε ήταν γκρισιέλ, όπως ήταν κάποτε η πανέμορφη Νομαρχία πριν την ατυχέστατη ανακαίνιση που της αφαίρεσε τον χαρακτήρα. Έξω η νοικοκυρά είχε σ’ ένα τραπεζάκι τα πιάτα και τα κουζινικά της. Μύριζε ολούθε ο τόπος κάπνα, υγρασία και πρασινάδα. Τώρα, τι είδους συνειρ¬μούς έκανα, συνέδεσα αυτό το ταπεινό σπίτι με το Ξενία. Κέλυφος αμέριμνης, μέρα την μέρα, ζωής, χωρίς ψυχικό βάρος, χωρίς υπεροπτικότητα. Πώς μας ανακουφίζει η πα¬ρέα μ’ ένα αλητάκι, ένα χαμίνι; Με παρόμοιο τρόπο. Είμαι σίγουρος πως ο Κωνσταντινίδης, αυτός ο λαϊκός εστέτ, δεν θα έκανε την παραμικρή αλλαγή σ’ αυτό το σπίτι. Ίσως ούτε καν θα το έβαφε. Απομακρυνόμενος, πήρε το μάτι μου ένα απ’ τα κοριτσάκια να σκουπίζει με μια σφουγγαρίστρα την λερή, μα όχι βρόμικη, τσιμεντένια αυλή.


Το Ξενία σήμερα πλαισιωμένο από το πρώην ΤΕΙ Ηπείρου.
Αρχείο ΕΦΑ Θεσπρωτίας, πηγή εδώ; PDF με βιβλιογραφία

Πηγή εδώ

Ο συγγραφέας
Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 στην Πόβλα Θεσπρωτίας και μεγάλωσε στην Ηγουμενίτσα. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνική σκηνή το 1985 με μια ποιητική συλλογή.
Ο Δημητρίου τιμήθηκε με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδας «Τα Νέα» και δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του λογοτεχνικού περιοδικού «διαβάζω». Το μυθιστόρημά του «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (βλ. επίσης και παρακάτω) ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά και ολλανδικά και έχουν γυριστεί ταινία.

Ο Σωτήρης Δημητρίου στα γερμανικά στις εκδόσεις Edition Romiosini
Το μυθιστόρημά του «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» έχει μεταφραστεί στα γερμανικά από την Birgit Hildebrand με τίτλο Lass es dir gut gehen εδώ
Το πολυπαινεμένο μυθιστόρημα του 1993 αφηγείται ιστορίες που δημιουργούν εικόνες και δίνουν ζωή στο σημερινό προσφυγικό δράμα καθώς και στα βιώματα τριών γενεών σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Οι εκδόσεις Edition Romiosini δημοσιεύουν ελληνική ή σχετική με την Ελλάδα λογοτεχνία στα γερμανικά και προσφέρουν όλα τα βιβλία τους για δωρεάν online ανάγνωση. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να εγγραφείτε – δωρεάν και με τρόπο εξαιρετικά φιλικό προς το χρήστη.

::: Ο Σωτήρης Δημητρίου στην biblionet εδώ με όλους τους τίτλους των βιβλίων του και παραπομπές σε κριτικές τους.

Ο αρχιτέκτονας
Ο Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) σπούδασε 1931-1936 στο Πολυτεχνείο του Μονάχου. Αποφοίτησε και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην Πολεοδομική Υπηρεσία και στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. 1955-1975 ήταν προϊστάμενος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και 1957-1967 επικεφαλής του προγράμματος Ξενία του ΕΟΤ. Παράλληλα σχεδίασε και υλοποίησε πολυάριθμα ιδιωτικά έργα.
Το 1951 παντρεύτηκε την αργότερα επώνυμη γλύπτρια Ναταλία Μελά. Ο γιός τους Δημήτρης Κωνσταντινίδης έγινε αρχιτέκτονας, η κόρη τους Αλεξάνδρα Τσουκαλά ασχολήθηκε με το ντιζάιν.
Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 ο Κωνσταντινίδης παραιτήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας από τα καθήκοντά του. 1967-1970 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και ονομάστηκε μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Μετά την πτώση της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και διετέλεσε ειδικός σύμβουλος του ΕΟΤ. Το 1978 εκλέχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αυτοκτόνησε στην Αθήνα το 1993, γεγονός που συνήθως αποσιωπάται στις ελληνικές βιογραφίες.

::: Ο Άρης Κωνσταντινίδης στη Βικιπαίδεια εδώ
::: Το τουριστικό πρόγραμμα «Ξενία» στη Βικιπαίδεια εδώ
::: Ο Άρης Κωνσταντινίδης στο YouTube εδώ (13m 47s)
::: 719 αρχιτεκτονικά σχέδια από το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη εδώ
::: Φωτογραφίες του Ξενία Ηγουμενίτσας το 2014 εδώ
::: Ναταλία/Νάτα Μελά εδώ

Διήγημα: Σωτήρης Δημητρίου με φιλική παραχώρηση των εκδόσεων Πατάκη. Παρουσίαση: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: πηγή βλέπε λεζάντες. Απεικόνιση παρουσίασης: AI.

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: Deutsch (Γερμανικά)

Σχολιάστε