΄Υαινες

Απόσπασμα από μυθιστόρημα του Φίλιππου Μανδηλαρά

Αποκλειστικά στο diablog.eu: Η γερμανική μετάφραση του πρώτου κεφαλαίου από το μυθιστόρημα για νέους «Ύαινες» του Φίλιππου Μανδηλαρά. Περιγράφει μια εγκαταλελειμμένη και στοιχειωμένη από πλιατσικολόγους Αθήνα μια ημέρα μετά την κρατική χρεοκοπία. Ο Μανδηλαράς βραβεύτηκε πρόσφατα με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου και είναι ένα από τα πιο παραγωγικά και δημιουργικά κεφάλια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής σκηνής. Η εφηβική-νεανική λογοτεχνία εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα σε ένα σημαντικό μέσο έκφρασης της σύγχρονης κρίσης. Αφήστε τον εαυτό σας να παρασυρθεί από τη δίνη τής αφήγησης…

Mandilaras_10

Ό,τι εντύπωση κι αν έχεις σχηματίσει γι’ αυτή (κι εννοώ από τις λεγόμενες «εγκληματικές» της πράξεις κι όχι από το παρουσιαστικό της), όσο κι αν έχεις επηρεαστεί απ’ όσα γράφτηκαν κι ακούστηκαν γι’ αυτή κι όπως κι αν την έχεις χαρακτηρίσει, πρέπει να γνωρίζεις ότι τίποτα απ’ όσα έκανε δεν ήταν προσχεδιασμένο. Τίποτα.
Κι όλα ξεκίνησαν τυχαία.
Εντελώς τυχαία.

Ήταν Αύγουστος (αν κι αυτό έχει ελάχιστη σημασία, αλλά το αναφέρω για να αντιληφθείς τον ελάχιστο χρόνο που πέρασε από τότε που ξεκίνησε τη «δράση» της μέχρι την ημέρα που έμαθες γι’ αυτήν). Ήταν Αύγουστος λοιπόν, ζεστός, υγρός κι αποχαυνωμένος. Στην πόλη.
Μην πάει το μυαλό σου στο στερεότυπο «μόνη κοπέλα τον Αύγουστο στην έρημη πόλη». Αυτό θα έπρεπε να το έχεις ήδη διαγράψει. Έτσι κι αλλιώς, μετά την κρίση, όλα άλλαξαν, και το ξέρεις καλά. Η πόλη είχε αδειάσει αρκετό καιρό πριν από τους μετανάστες που την τροφοδοτούσαν με ζωή την ημέρα και, τελευταία, είχε αδειάσει κι από τους ευκατάστατους κατοίκους της, που την εγκατέλειψαν μέσα σε μία νύχτα παίρνοντας μαζί τους ό,τι μπορούσαν. Δηλαδή ελάχιστα πράγματα, γιατί δε γίνεται να είσαι φυγάς και να κουβαλάς μαζί σου όλο τον υλικό σου πλούτο.

Mandilaras_3

Στην πόλη είχαν μείνει μόνο οι γέροι (γιατί αυτούς δεν τους είχε κανείς ανάγκη), οι έφηβοι κι οι νέοι (οι περισσότεροι με τη θέλησή τους, γιατί τους φαινόταν πολύ απότομο να εγκαταλείψουν στα ξαφνικά τη ζωή τους), οι φτωχοί (οι μη πλούσιοι, καλύτερα – αυτοί που δεν είχαν τον τρόπο να φύγουν) και όσοι κατά τύχη δεν έμαθαν για τη χρεοκοπία (οπότε ήταν άξιοι της τύχης τους, γιατί κανείς δεν επιτρεπόταν να μην ενημερώνεται είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο για τις εξελίξεις). Όχι και λίγοι δηλαδή…

Η Μάρθα ανήκε στους τελευταίους αλλά και στους δεύτερους, μόνο που δεν ήταν απ’ αυτούς που έμειναν στην πόλη με τη θέλησή τους, αν και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα την εγκατέλειπε με τους γονείς της. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί (οι οποίοι φρόντιζαν να της παρέχουν τα πάντα προκειμένου να μην έχει ανάγκη τη φυσική τους παρουσία) ήταν πάντοτε δύο ξένοι. Ο Σταμάτης και η Κατερίνα. Έτσι τους αποκαλούσε όποτε μιλούσε μαζί τους στο κινητό. Απλώς έτυχε να τη φέρουν στον κόσμο και να τη φιλοξενούν στο πολυτελές σπίτι τους. Τίποτε άλλο.

Mandilaras_5

Όμως τι σημασία έχουν όλα αυτά όταν ξαφνικά βρίσκεσαι μόνος σ’ αυτή την πόλη, που, από τη μία μέρα στην άλλη, μεταμορφώθηκε σ’ ένα αποκρουστικό ζώο γεμάτο καρκινώματα και πληγές;
Σημασία έχει ότι το πρωί της ημέρας που θα ξεκινούσε η πραγματική ζωή της, η Μάρθα κοιμόταν ανυποψίαστη στο δωμάτιό της. κλειδωμένη, φυσικά. είχε γυρίσει χαράματα (όπως πάντα), αλλά αυτό κανείς δεν το γνώριζε, κι έπειτα δεν είχε να δώσει και λογαριασμό σε κανέναν. πού ήταν, με ποιους ήταν δεν έχει καμιά σημασία, γιατί αυτά ανήκουν στο πριν.

Σημασία έχει ότι ξύπνησε από ένα επίμονο (αλλά διακριτικό) χτύπημα στην πόρτα και την ψιθυριστή φωνή του Σταμάτη: «Μάρθα… Μάρθα, είσαι μέσα; Μάρθα…». Προσπάθησε να φανταστεί τι να την ήθελε τέτοια ώρα (10.03 έδειχνε το ρολόι στο γραφείο της), αλλά το χτύπημα και ο ψίθυρος σταμάτησαν. Μετά από λίγο άκουσε τη φωνή της Κατερίνας, λίγο πιο έντονη και ανήσυχη απ’ ό,τι συνήθως («Μα, δε γίνεται να μάθουμε αν είναι μέσα; Μπορεί να κοιμάται!»), άκουσε την απάντηση του Σταμάτη, σταθερή και καθησυχαστική όπως πάντα («Αν ήταν, θα μας άνοιγε. Λες να μην ξέρει τι έχει γίνει; Θα έμεινε σε καμιά φίλη της. Στο κάτω κάτω, είναι δεκαέξι χρονών. Μπορεί να τα καταφέρει και μόνη της…»), κι αυτό ήταν.

Mandilaras_7

Την ξαναπήρε ο ύπνος δίχως να προλάβει να ακούσει την Κατερίνα, που τον παρακάλεσε να ξαναπροσπαθήσει, ούτε τον ήχο από το κινητό του Σταμάτη, στο άκουσμα του οποίου και οι δύο πάγωσαν. Ούτε, φυσικά, είδε την απεγνωσμένη έκφραση του Σταμάτη στα λόγια που άκουσε στο τηλέφωνο και τον τρόμο που ζωγραφίστηκε μεμιάς στο πρόσωπο της Κατερίνας. Δεν ένιωσε τη βουερή σιωπή που ακολούθησε, δεν άκουσε την απελπισία της Κατερίνας, όπως την εξέφρασε σε τρεις μόνο λέξεις («Τι κάνουμε τώρα;»), κι ούτε είδε το αποφασιστικό βλέμμα του Σταμάτη όταν την πήρε από το χέρι και την έσυρε, στην κυριολεξία, έξω από το σπίτι. Κι ούτε άκουσε, φυσικά, τις δύο σύντομες προτάσεις που της είπε σαν απάντηση στην κρίση πανικού της μέσα στο αυτοκίνητο («Μην ανησυχείς. Θα τα καταφέρουμε…»), πριν βάλει μπρος και φύγουν για πάντα.

Η Μάρθα και οι γονείς της: μια σχέση συμφέροντος που μόλις έληγε, χαρίζοντας στη Μάρθα αυτό που μέχρι τότε δίσταζε να αποκτήσει, ίσως γιατί νόμιζε ότι το κατείχε – την ελευθερία της.
Αυτό, όμως, η Μάρθα δεν το γνώριζε, και γι’ αυτό, όταν κατέβηκε στην κουζίνα (ήταν μεσημέρι πια) και βρήκε το σημείωμα στο τραπέζι, γραμμένο πρόχειρα από το Σταμάτη στο πίσω μέρος μιας ανάλυσης λογαριασμού της ΔΕΗ, ξαφνιάστηκε.

Ψάχνουμε να σε βρούμε, αλλά είσαι άφαντη. Πρέπει να φύγουμε. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούμε να σου πούμε πού πάμε. Θα γυρίσουμε όταν καλυτερεύσουν τα πράγματα. Πρόσεχε το σπίτι. Είναι ό,τι μας έμεινε εδώ.
Σταμάτης, Κατερίνα

Αμέσως, εντελώς μηχανικά και μάλλον πανικόβλητη (αλλά για το τελευταίο δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, γιατί η συνέχεια των πράξεών της ακυρώνει το χαρακτηρισμό αυτό), άνοιξε το κουτί με τα μπισκότα, όπου της αφήναν συνήθως χρήματα για να περνάει. Ήταν άδειο.
Το έκλεισε κι ετοίμασε τον καφέ της. Με μια κοφτή κουταλιά ζάχαρη κι ελάχιστο γάλα. Τον πήρε και ξεκίνησε για το δωμάτιό της, όπως κάθε μέρα, αλλά μετά σαν να σκέφτηκε ότι δεν είχε λόγο να κρύβεται πια αφού κανείς δεν ήταν εκεί για να την ενοχλεί, οπότε άλλαξε κατεύθυνση και πήγε στο καθιστικό. Άνοιξε τις κουρτίνες και κάθισε στον καναπέ με τα πόδια απλωμένα στο χαμηλό τραπέζι (απόλυτα απαγορευμένη απόλαυση μέχρι χτες).

Mandilaras_2

Απόλυτη σιωπή. Μόνο η ανάσα της και το ψυγείο, που γουργούριζε.
Σηκώθηκε, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και διαπίστωσε ότι η ίδια σιωπή κάλυπτε ολόκληρη την πόλη. Μόνο που τον ήχο του ψυγείου τον αντικαθιστούσαν τα τζιτζίκια.
Ζέστη.
Πήρε το σημείωμα που είχε την υπογραφή Σταμάτης, Κατερίνα στα χέρια της και ξανακάθισε στον καναπέ.

Mandilaras_1

Το ξαναδιάβασε και μετά το γύρισε από την άλλη μεριά και διάβασε την ανάλυση του λογαριασμού. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.

Πάγια Χρέωση να σε βρούμε Οικιακή Χρήση φύγουμε Προκαταβολή άφαντη Επικουρικές Υπηρεσίες δεν μπορούμε Χρήση Δικτύου Διανομής καλυτερεύσουν Ειδικό Τέλος ΑΠΕ Πρόσεχε ΔΕΤΕ εδώ ΦΠΑ σε ψάχνουμε ΕΦΚ αλλά Ποσό Στρογγ. Προη/νου Λογ. Καταλαβαίνεις ΔιαφοράΠροσθ.kWh δενμπορούμενασουπούμε Συμφωνημένηισχύςπαροχής (kVA) ΠρόσεχετοσπίτιΧρεωστέαζήτηση(kW) Πρόσεχετοσπίτι ΛήξηπροθεσμίαςπληρωμήςΠρόσεχετοσπίτιΕπόμενηκαταμέτρηση Πρόσεχετοσπίτιείναιό,τιμαςέμεινεεδώΠοσόΠληρωμήςεδώ

Μια μύγα πέταξε στο αυτί της. Κούνησε το κεφάλι της ενοχλημένη και την είδε να κατευθύνεται στο άδειο φλιτζάνι με τον καφέ. Άπλωσε απότομα το χέρι της για να τη διώξει και, μαζί με τη μύγα, παρέσυρε και το φλιτζάνι. Θρύψαλα.
«Γαμώτο!»

Mandilaras_4

Μάζεψε τα θρύψαλα μέσα στο χαρτί της ανάλυσης λογαριασμού και τα πέταξε στα σκουπίδια. Έκανε καινούριο καφέ κι ανέβηκε στο δωμάτιό της. Άνοιξε το λάπτοπ, πληκτρολόγησε κάτι στο γκουγκλ, άνοιξε κάποιες σελίδες απ’ αυτές που την ενδιέφεραν, διάβασε προσεκτικά μία απ’ αυτές και την τύπωσε. Έπειτα πήρε το σάκο της, βεβαιώθηκε ότι είναι μέσα το ipod και το κινητό της, έβαλε δυο τρία ρούχα από τα συρτάρια, στρίμωξε και το σλίπινγκ μπαγκ, πήρε ένα σιντί πάνω από το γραφείο μαζί με την τυπωμένη σελίδα και κατέβηκε στην κουζίνα. Ακούμπησε το σάκο σε μια καρέκλα, έψαξε να βρει ένα πακέτο μπισκότα, το άνοιξε και πήγε μασουλώντας στο καθιστικό, διαβάζοντας πάλι τη σελίδα που μόλις είχε τυπώσει.

Στερεοφωνικό. Υπερπολύτιμο αντικείμενο – φετίχ του Σταμάτη. Αποκλειστικά για τη δική του μουσική. Μέχρι χτες, φυσικά.
Prodigy, Smack my bitch up, 5 λεπτά και 43 δεύτερα.
Φτάνει. Αρκεί να είναι ακριβής στις κινήσεις της.
«Πάμε!»

Δύο μισογεμάτα μπουκάλια τζιν (το αγαπημένο ποτό του Σταμάτη), βαμβάκι, μονωτική ταινία, βενζίνη, αναπτήρας. Όλα πάνω στο τραπέζι.
«Change my pitch up, smack my bitch up».
Γέμισε το ένα μπουκάλι ως επάνω, το έκλεισε προσεκτικά ώστε να μη χυθεί ούτε σταγόνα, το σκούπισε με μια πετσέτα, στερέωσε μετά το βαμβάκι στο λαιμό του μπουκαλιού με τη μονωτική ταινία κι έπειτα σταμάτησε.
Το κομμάτι είχε μπει κιόλας στα ανατολίτικα φωνητικά της κοπέλας. 2:51
Κοίταξε προσεκτικά γύρω της για να βρει από πού θα πετάξει το μπουκάλι ώστε να μην κινδυνέψει η ίδια. Πόρτα.
Κρεσέντο φωνητικών. Σε λίγο επιστροφή στο μπιτ και τέλος. 4:08.

Mandilaras_6

Ενάμισι λεπτό ακόμα.
«Change my pitch up, smack my bitch up».
Σάκος στον ώμο, μπουκάλι και βενζίνη στο χέρι, άνοιγμα πόρτας.
«Change my pitch up, smack my bitch up».
Περιέβρεξε το βαμβάκι με βενζίνη, πέταξε το πλαστικό μπουκάλι, ανοιχτό όπως ήταν, στον καναπέ, άναψε τον αναπτήρα και έβαλε φωτιά στο βαμβάκι.
«Change my pitch up, smack my bitch up».
Σημάδεψε τον τοίχο μεταξύ κουζίνας και καθιστικού, δίπλα στον καναπέ, πέταξε το μπουκάλι με το τζιν και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια.
«Change my pitch up, smack my bitch up». Έκρηξη, φωτιά.
«Change my pitch up, smack my bitch up».

Έτρεξε ως τη μισάνοιχτη πόρτα του κήπου, την άνοιξε και βγήκε στο δρόμο. Εκεί στάθηκε για να παρατηρήσει το θέαμα.
Τα όμορφα σπίτια όμορφα καίγονται, σκέφτηκε.
Οι φλόγες είχαν τυλίξει το καθιστικό και την κουζίνα κι όπου να ’ναι θα ανέβαιναν κι επάνω. Καλύτερα να την έκανε γρήγορα από κει.
Διέσχισε τρέχοντας το δασάκι (στάχτη θα γινόταν κι αυτό αν δεν ειδοποιούσε κάποιος την πυροσβεστική, σκέφτηκε, αλλά δεν ήξερε πως δεν υπήρχε πια πυροσβεστική), βγήκε στον κεντρικό δρόμο και σταμάτησε το πρώτο αυτοκίνητο που κατέβαινε από ψηλά.
Χάρης, ο ενοχλητικός γιος της μάνας του, φίλης της Κατερίνας. Εδώ κι εννιά μήνες τής είχε γίνει τσιμπούρι.

«Για πού το ’βαλες, κούκλα;»
Κανονικά, θα ξερνούσε, αλλά έχε χάρη που τον είχε ανάγκη.
«Θα με πας κέντρο;»
«Τι πας να κάνεις εκεί;»
«Δουλειά μου! Θα με πας ή όχι;»
«Είναι επικίνδυνα…»
«Θα με πας; »
«Πάμε!»

Κάπως έτσι ξεκίνησε η πραγματική ζωή της Μάρθας. Με ένα μπουκάλι φλεγόμενο τζιν στο σπίτι που τη φιλοξενούσε ως τότε, ένα χοντρό Χάρη που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα γυμνά της πόδια κι ένα δρόμο άδειο, που οδηγούσε κατευθείαν στην καρδιά της πόλης.

Mandilaras_9

Απόσπασμα: Το πρώτο κεφάλαιο από το μυθιστόρημα „΄Υαινες” του Φίλιππου Μανδηλαρά. Εκδ. Πατάκη 2011. Φωτό: M. Prinzinger (από την έκθεση „No respect„, Graffiti και Street Art, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Αθήνα, 11 Απριλίου – 13 Ιουλίου 2014, δείτε το σχετικό βίντεο εδώ). Βλέπε και την ωραία ιστοσελίδα των εκδόσεων Πατάκη που απευθύνεται σε νέους αναγνώστες: https://www.i-read.i-teen.gr.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου