Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας

Μυθιστόρημα του Μάριου Μιχαηλίδη

Το προσφυγικό πρόβλημα από ιστορική σκοπιά: Ο Κύπριος συγγραφέας Μάριος Μιχαηλίδης γράφει με βάση ένα οικογενειακό ιστορικό, το δικό του ιστορικό, για τη δημιουργία των ελληνοτουρκικών διενέξεων από το 1922 μέχρι την κρίση στην Κύπρο του 1974. Πιο επίκαιρες από ποτέ άλλοτε είναι οι περιγραφές των συγκρούσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και της εκδίωξης του ελληνικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του 1922 στο εσωτερικό της Ανατολίας.

Η Μαρία, κόρη μιας εύπορης οικογένειας Ελλήνων στην Αλάνια και μητέρα τριών παιδιών, έχει έναν πετυχημένο γάμο, όταν το 1922 ο άντρας της δολοφονείται από Τούρκους ατάκτους. Επειδή η Μαρία ξέρει ότι εκείνος, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες της Ανατολίας, υποστήριξε την προέλαση του ελληνικού στρατού στο οθωμανικό έδαφος, φοβάται τις συνέπειες μετά την επικείμενη τελική νίκη των Τούρκων και φεύγει με την οικογένειά της για την Κύπρο. Αλλά εκεί η ελληνική αλληλεγγύη αποδεικνύεται ως ψευδαίσθηση, γιατί σε μια εποχή άκρατου εθνικισμού υποβόσκει συχνά η υποψία της εγγύτητας των μεταναστών από την Ανατολία προς τους Τούρκους. Ούτως ή άλλως, η αρχική ειρήνη στο νησί αποδεικνύει ευάλωτη. Σύντομα η ελληνική πλειοψηφία του πληθυσμού αναπτύσσει την ιδέα να αποβάλλει τον βρετανικό ζυγό και να ενωθεί με την Ελλάδα. Η κατάσταση κλιμακώνεται, δεδομένου ότι οι Βρετανοί αντιδρούν με βία. Μετά από διεθνείς διαπραγματεύσεις η Κυπριακή Δημοκρατία ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος, που εξελίσσεται ωστόσο σε μήλο της έριδος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Γρήγορα οι δύο εθνότητες του νησιού αποξενώνονται μεταξύ τους. Έτσι για τη Μαρία και την οικογένειά της συνεχίζεται και στην καινούργια της πατρίδα η ελληνοτουρκική διένεξη, που κάποτε τους είχε κάνει πρόσφυγες. Για τη Μαρία, που για τους γύρω της δεν αποζητά παρά την ειρήνη, διαγράφεται στον ορίζοντα μια νέα καταστροφή. Το μυθιστόρημα ακολουθεί από κοντά τον βίο της Μαρίας – μέχρι εκείνη την ημέρα του Ιουλίου του 1974, όταν η τουρκική εισβολή αναγκάζει την οικογένειά της στα βόρεια της Λευκωσίας σε νέα φυγή.

 

Οι πρόσφυγες σκορπίζουν

Στην Αμμόχωστο ήταν όλα ήσυχα. Μόνο που τα πα­λικάρια δεν είχαν τι να κάνουν. Όλη μέρα συγύριζαν τις σκηνές, έφτιασαν ένα λαχανόκηπο, έκαμαν και μαραγκούδικη δουλειά, σκαμνιά, καρέκλες. Ο καιρός, όμως, δεν πέρναγε εύκολα, γι’ αυτό και ζήταγαν από τους Εγγλέζους δουλειά. Μερικούς τους έστελναν στο λιμάνι να φορτώνουν. Πήγε κι ο Γιώργος ο ξάδερφος της Μαρίας, μα δεν του άρεσε. Όμως, εκεί γνώρισε κά­ποιον ντόπιο, που είχε μπαρμπέρικο και έτσι πήγε κι έμεινε στην πόλη. Το ίδιο κι ο αδερφός του ο Νικόλας, που γνώρισε την Άννα. Κι αυτή ντόπια

Πέρασαν οι σαράντα μέρες καραντίνα, ώσπου έφτα­σε το νέο για τους πρόσφυγες, τους τουρκομερίτες: «Ο Βενιζέλος δίνει σπίτια και οικόπεδα στους πρόσφυ­γες». Βολεύτηκαν κιόλας πολλοί: Κοκκινιά, Πέραμα, Νέα Ιωνία, Φιλαδέλφεια, Καλογρέζα, όλο προσφυγιά. Βάφτιζαν με μιας τα μέρη- πικρή ανάμνηση μαζί και νοσταλγία-, κι έστηναν χαμόσπιτα. Έχει ο Θεός.

Ένα βράδυ μάζεψαν οι Εγγλέζοι, τους γενάρχες, και τους το είπανε. Ο καθένας είχε το ελεύθερο να αποφα­σίσει. Πολλοί Αμπατζίογλου και Χατζηνικολάου δήλωσαν να φύγουν. Είπαν πως κάποιοι δικοί τους, τους μήνυσαν πως τους γράψανε στους καταλόγους για να πάρουν σπίτια. Η γιαγιά Μαρία ούτε μπήκε στον κόπο να το σκεφτεί.

«Εδώ θα ριζώσω κι εγώ και τα παιδιά μου. Όχι πια άλλα καράβια, άλλη καραντίνα. Εκεί τους λένε τουρ­κόσπορους τους δικούς μας. Είναι φτώχια πολλή. Υποφέρει ο κόσμος. Δεν πάνε καλά τα πράγματα. Εδώ εί­ναι Ρωμιοί και οι Τούρκοι, λίγοι και αγαθοί. Δεν τους βλέπετε;», είπε κι άφησε το βλέμμα της να χαθεί προς τη Σαλαμίνα. Το ήξερε πως θα σκόρπιζαν. Τίποτε δε θα ήταν όπως παλιά. Η υπόσχεση για τα σπίτια σαγήνευε πολλούς. Το δήλωσαν κι έμειναν στην Αμμόχωστο. Να φύγουν με τα καράβια.

«Φύγαμε κι εμείς από τις σκηνές και πήγαμε στο σπίτι του Γιώργου, του μπαρμπέρη. Να ’ναι καλά. Μείναμε λίγες μέρες. Ύστερα πήραμε το δρόμο για τη Λευκω­σία. Έκανε εντύπωση το όνομά της στη γιαγιά Μαρία. Ακουγόταν σαν όνομα αγίας. Το ’λεγε και το ξανάλεγε και γέμιζε ελπίδα και παρηγοριά. Μας έφεραν με το τρένο. Κατεβήκαμε στο σταθμό, στην Πόρτα της Κε- ρύνειας. Μεγάλος τουρκομαχαλάς. Παντού τούρκικα άκουγες. Ο Παντελής μας τρόμαξε, μα τον ηρέμησε η μάνα. Της Αναστασίας της ερχόταν πού και πού ο βήχας και της δίναμε χάπι και νερό. Την καημένη…»

Η Μαρία πήρε τον μπόγο με τα ρούχα παραμάσχαλα. Ήρθε μια κυρία της Φιλοπτώχου, της ενορίας του Αγίου Σάββα. «Θα μείνετε σε δωμάτιο στον αυλόγυρο της εκκλησίας», είπε. Προχώρησαν πιο πάνω στην πλατεία. Σεράι έλεγαν το μέρος οι Τούρκοι. Καθίσανε σε έναν καφενέ και περίμεναν τον κύριο Πέτρο από την ενο­ρία. Γύρω ήταν μαγαζιά και κόσμος πολύς. Τουρκάλες χωρίς φερετζέδες κρατούσαν τα παιδιά τους απ’ τα χέρια, κοντοστέκονταν, τους αγόραζαν ζαχαρωτά κι όλα ήταν σαν πανηγύρι. Ήταν και Έλληνες. Όχι πολλοί, μα κάθονταν, έπιναν τον καφέ τους και έκαναν χωρατά με τους Τούρκους. Ούτε που τους χάλασαν την καρδιά τα γεγονότα στη Μικρασία. Σου πέρναγε απ’ το μυαλό, πως μπορεί και να μην ήξεραν.

Κεφάλαιο από τη βιβλίο του Μάριου Μιχαηλίδη «Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας», 2014, με ευγενική παραχώρηση των εκδ. Momentum. Γερμανική μετάφραση από τη Μιχαέλα Πρίντσιγκερ: Östlich von Antalya, nördlich von Nikosia. Engelschoff, Verlag auf dem Ruffel 2016. Φωτό: Έργο του Θοδωρή Χρυσικού. Το βιβλίο μεταφράστηκε και στα τούρκικα, περισσότερες πληροφορίες εδώ στην ιστοσελίδα του εκδότη.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου