ΤΟ ΝØΗΜΑ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου

Νέοι μεταφραστές δοκίμασαν τις δυνάμεις στο πάνω σε ένα ελληνικό μυθιστόρημα: Στο «Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου» μετέφεραν το 2011 υπό την καθοδήγηση της Μαρίας Οικονόμου-Meurer ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου «ΤΟ ΝØΗΜΑ» στα γερμανικά. Πρόκειται για έναν διάλογο με το κλασικό έργο «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», εικονογραφημένο από την Wilma Cruise. Ιδού μια μικρή γεύση στο diablog.eu…

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ
ΤΩΝ ΘρΑΥσΜΑΤΩΝ

Προσπαθώ εδώ και ώρα να βρω την άκρη, να την πιάσω και να την περάσω απ’ το μάτι της βελόνας. Φαίνεται πως είναι πιο εύκολο να περάσει μια καμήλα απ’ το μάτι της βελόνας παρά ένα κορίτσι απ’ την τρύπα ενός κουνελιού. Ή – μην στραβώνετε τα μούτρα σας – ένα κουνέλι απ’ την τρύπα ενός κοριτσιού. Απ’ την τρύπα ενός κοριτσιού μπορεί να βγει όμως ένα μωρό σε μέγεθος κουνελιού, ενίοτε με μάτια γαλάζια και ροζ γλωσσίτσα. Αχ κουνελάκι κουνελάκι ξύλο που θα το φας / μέσα στο ξένο περιβολάκι τρύπες να μην τρυπάς. Πιπιλάω παλιά τραγουδάκια, όπως η θεία Σμάρω πιπιλούσε την άκρη της κλωστής για να την περάσει μέσα απ’ τη βελόνα και ιδού τα συναρπαστικά αποτελέσματα:

μια φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ.

Στην κουνελότρυπα

Ή το πηγάδι ήταν πολύ βαθύ ή η Αλίκη έπεφτε πολύ αργά…

Ήταν Ιούλιος, ένα ωραίο καλοκαιρινό πρωινό, ωραίο για τους άλλους, γιατί εγώ τριγυρνούσα στην Κηφισιά σαν φάντασμα που έχασε το δρόμο του πίσω για τη Χώρα των Ίσκιων. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα, τα μαλλιά μου ανάκατα, τα ρούχα μου Κύριος οίδε. Είχα να κοιμηθώ τρεις μέρες.

Για να λέμε την αλήθεια οι λευκές νύχτες δε μου ήταν άγνωστες. Κατά καιρούς τύχαινε να μη με παίρνει ο ύπνος παρά τα χαράματα ή το αντίστροφο, να ξυπνάω πριν ο θεός ξημερώσει τη μέρα. Συνήθως, όλο το επόμενο εικοσιτετράωρο σερνόμουν στα πόδια μου. Εγώ, μια κοπέλα μάλλον φιλάσθενη κι υπερευαίσθητη, που υπό κανονικές συνθήκες δεν έσφυζα δα κι από ενεργητικότητα, τις μέρες που δεν κοιμόμουν καλά η ζωτική μου ενέργεια συναγωνιζόταν αυτή ενός πνιγμένου πτώματος.

Εκείνη την Κυριακή, έχοντας πρώτη φορά συμπληρώσει τριάντα έξι ώρες χωρίς ύπνο, η εξάντληση είχε παραχωρήσει τη θέση της σε κάτι πολύ πιο ύπουλο και ανησυχητικό: μια ελαφρώς τρομακτική αίσθηση του μη πραγματικού. Για να γίνω πιο σαφής, θα μπορούσα να παρομοιάσω την κατάστασή μου με αυτήν που χαρακτηρίζει το πέρασμα από τον ύπνο στο ξύπνημα, και μάλιστα τις φορές εκείνες που ενώ έχει κανείς ξυπνήσει δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται, ποια ώρα της ημέρας είναι, πόση ώρα κοιμόταν, λες κι ο ύπνος έχει παρασύρει τον άνθρωπο σαν χιονοστιβάδα κι εκείνος, σε στάση εμβρύου, τυφλός μέσα στην καρδιά του λευκού, δεν ξέρει προς τα πού να σκάψει για να ξαναβγεί.

Συνήθως αυτό το αίσθημα δε διαρκεί πάνω από λίγα δευτερόλεπτα, εκείνη όμως την Κυριακή ένιωθα τον πάγο του μη πραγματικού να έχει ποτίσει όλη μου την ύπαρξη, αραιώνοντάς τη και μειώνοντας το ειδικό της βάρος. Δε θα ήταν υπερβολή να πω πως περπατούσα όπως οι αστροναύτες στη σελήνη. Αντί για σκάφανδρο ένιωθα ότι φοράω αυτό το σελοφάν με τις φουσκάλες που τυλίγουν τα γυάλινα αντικείμενα για να μη σπάσουν στη μεταφορά. Καλυμμένη με αυτή τη διάφανη πανοπλία βγήκα από το σπίτι μου στο Μαρούσι κι άρχισα να ανηφορίζω την Κηφισίας όχι απ’ το πεζοδρόμιο αλλά άκρη άκρη στη λεωφόρο, ενώ τα αυτοκίνητα έκοβαν ταχύτητα και παραμέριζαν χωρίς να κορνάρουν, με το μείγμα απορίας κι υπακοής που εμπνέει ένα όραμα.

Προχωρούσα λοιπόν και σκεφτόμουν τον φίλο μου τον Ίκαρο που είχε φύγει πριν από λίγες μέρες για να πάει στις Άλπεις. Δούλευε ως φωτογράφος για λογαριασμό ενός περιοδικού και τώρα τον είχαν στείλει σε κάτι βουνοκορφές να φωτογραφίσει μια ορειβατική αποστολή. Ο Ίκαρος ήταν κι ο ίδιος ορειβάτης κι αναρριχητής. Αγαπούσε οτιδήποτε είχε σχέση με το βουνό κι είχε πραγματική μανία με τα χιόνια. Εμένα τα πόδια μου στο κρύο παγώνανε κι ασπρίζανε, τα χέρια μου έσκαγαν και ματώνανε, ενώ μετά από μια ώρα πεζοπορίας έδειχνα έτοιμη να τινάξω τα πέταλα.

Έτσι λοιπόν μετά από κάποιες άκαρπες προσπάθειες να με μυήσει στη λατρεία του βουνού, πολύ σύντομα κατέληξε να πηγαίνει μόνος του εκδρομές, κάτι που εξάλλου του ταίριαζε καλύτερα, μια που χοντρικά θα μπορούσε κανείς να τον κατατάξει στην κατηγορία του μοναχικού ταξιδευτή.

Είναι αλήθεια πως κάθε φορά που γύρναγε από ένα ταξίδι, είτε για φωτογράφηση είχε πάει είτε να σκαρφαλώσει, ακτινοβολούσε χαρά και υγεία, κι αυτό τον ωθούσε συχνά να μου μεταφέρει μ’ ενθουσιασμό ένα κάρο πληροφορίες, σε μένα παντελώς άχρηστες. Μου έλεγε, ας πούμε, πως άμα χανόμουν ποτέ στο δάσος, θα έπρεπε να παρατηρήσω από ποια πλευρά φυτρώνουν τα βρύα στους κορμούς, γιατί έτσι θα μπορούσα να βρω την ανατολή. Ή: αν η τύχη το ’φερνε να θαφτώ σε καμιά χιονοστιβάδα, αυτό που θα ’πρεπε να κάνω ήταν να κατουρήσω. Χάριν απλώς του διαλόγου, ζητούσα τότε να μάθω το γιατί. «Γιατί από την πορεία που θα διαγράψει το κάτουρο λόγω της βαρύτητας, θα καταλάβεις προς τα πού είναι το έδαφος κι έτσι θ’ αρχίσεις να σκάβεις προς την αντίθετη κατεύθυνση».

Το παν είναι να σκάβεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, μονολογούσα εκείνο το πρωί βαδίζοντας περικυκλωμένη απ’ την αχλύ της αϋπνίας μου. Η σκέψη αυτή μου δημιουργούσε μια παράξενη δυσφορία. Επιπλέον: κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας είχα κατεβάσει ένα ολόκληρο μπουκάλι γάλα – κάπου είχα διαβάσει πως φέρνει νύστα – και τώρα έπρεπε απαραιτήτως να ουρήσω. Σταμάτησα προς στιγμήν την άσκοπη περιπλάνησή μου και προσπάθησα να καταλάβω πού στο καλό βρισκόμουν. Είχα προφανώς αφήσει την Κηφισίας και περνώντας μέσα απ’ το δάσος του Συγγρού – μα πότε διέσχισα όλη αυτή την έκταση; – είχα φτάσει στην περιοχή του νεκροταφείου, την πιο λαϊκή γειτονιά της Κηφισιάς, γνωστή και ως Αλώνια.

Η μετάφραση των δύο πρώτων κεφαλαίων του μυθιστορήματος της Έλενας Μαρούτσου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Μετάφρασης, το οποίο έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2011 στο «Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών» στη Ρόδο. Βασικός διοργανωτής του Εργαστηρίου ήταν το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, με επικεφαλής την καθηγήτρια Μαρία Οικονόμου. Συνεισηγητές ήταν ο καθηγητής Ulrich Meurer από το ίδιο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Θεατρικών και Κινηματογραφικών Σπουδών) και η Δρ. Φανή Παραφόρου (Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Ινστιτούτο Νεότερης Γερμανικής Φιλολογίας). Συμμετέχοντες στη μεταφραστική ομάδα ήταν οκτώ φοιτητές και υποψήφιοι διδάκτορες του εν λόγω Ινστιτούτου: Milan Cvetojevic, Anika Hamacher, Christina Huggle, Penelope-Foteini Kolovou, Alexandra Matsoukas, Anna Ransmayr, Brigitte Schwerer und Nathalie Soursos. Την επιμέλεια της γερμανικής μετάφρασης ανέλαβε ο καθηγητής Dirk Uwe Hansen (Πανεπιστήμιο του Greifswald).

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Reading University της Αγγλίας. To πέμπτο βιβλίο της φέρει τον τίτλο Οἱ χυδαῖες ὀρχιδέες (εκδ. Κίχλη, 2015), ενώ έχουν προηγηθεί τα εξής: Του ύψους και του βάθους, μικρές ιστορίες (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1998), Οι προδοσίες των ονομάτων, (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2004), Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (εκδ. Καστανιώτης, 2008 – βραβείο μυθιστορήματος «Athens Prize for Literature») και ΤΟ ΝØΗΜΑ (εκδ. Κέδρος, 2010).

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου