Στη σκιά της συκιάς

Διήγημα του Χρήστου Αναστασόπουλου

«Η κρυφή ζωή των δέντρων»: Όπως φαίνεται, το ζήτημα της κοινωνικής συμπεριφοράς και της επικοινωνίας μεταξύ δέντρων και ανθρώπων δεν έχει απασχολήσει μόνο τον βερολινέζο συγγραφέα-δασοκόμο Peter Wohlleben, αλλά και τον συγγραφέα Χρήστο Αναστασόπουλο, ο οποίος τους αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο με 16 διηγήματα. Η Νίνα Μπούνγκαρτεν τα μετέφρασε στη γερμανική γλώσσα κι ένα εξ αυτών δημοσιεύεται στο diablog.eu. Ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

Ο Έρμαν Έσσε είχε γράψει ότι τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

Κάπως έτσι βιώνουν και οι πρωταγωνιστές –άντρες, γυναίκες και παιδιά– αυτών των δεκαέξι αυτοτελών ιστοριών το παιχνίδι της ζωής με το σώμα και την ψυχή. Κανένα ρόλο δεν παίζει αν είναι καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, δυνατοί ή αδύναμοι, τολμηροί ή δειλοί, αποφασιστικοί ή ανασφαλείς, κατ” επιλογήν μοναχικοί ή οικογενειάρχες, νηφάλιοι ή μεθυσμένοι, αδέσμευτοι ή δεσμευμένοι. Αυτό που τους ενώνει τελικά, παρόλο που διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνοι τους, είτε στο καλό είτε στο κακό, αλλά ότι αποτελούν μέρος του σύμπαντος, αυτό δηλαδή που έχουν κατορθώσει τα δέντρα στο πέρασμα πολλών χιλιάδων εκατομμυρίων ετών.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Στη σκιά της συκιάς

Ξυπνούσε πρωί, πολύ πρωί

Της άρεσε το μήνα Αύγουστο να ξυπνά γύρω στις εξίμισι.

Ήταν πραγματικά ένα φωτεινό παιδί.

Αναρωτιόταν γιατί η ζωή της να μην είναι πάντα έτσι.

Συνέχεια να ’ναι καλοκαίρι, καθόλου σχολείο, παιχνίδι όλη την ημέρα με τις φίλες της και μπάνια, συνέχεια μπάνια στη θάλασσα.

Εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό είχε κανονίσει με την παρέα της να μαζέψουν τα σύκα.

Μια μεγάλη, σχεδόν γέρικη, συκιά δέσποζε στη μέση του κτήματος και έβγαζε αυτά τα απίστευτης γλυκύτητας και νοστιμιάς αμπελόσυκα, τα τσαπελόσυκα.

Αυτά που τρώγονται ολόκληρα μαζί με τη φλούδα.

Αυτά που λιώνουνε στο στόμα.

Τα καταπίνεις, χωρίς να χρειαστεί καν να τα δαγκώσεις.

Θα έτρωγαν όσα άντεχαν και τα υπόλοιπα θα τα πήγαιναν στη Λάκκα, στο λιμάνι, να τα πουλήσουν στους τουρίστες.

Κάτι που έκαναν κάθε χρόνο.

Αυτή, ο αδελφός της και οι γονείς τους τα τελευταία δέκα χρόνια έκαναν διακοπές στους Παξούς, σ’ ένα όμορφο, φωτεινό κτήμα στην παραθαλάσσια περιοχή του Καστελόκαμπου.

Ξυπνούσε αργά, πολύ αργά

Του άρεσε το μήνα Αύγουστο να ξυπνά μετά τις δώδεκα το πρωί.

Αναρωτιόταν γιατί η ζωή του να μην είναι μόνον έτσι.

Συνέχεια να ’ναι καλοκαίρι, λίγο Πανεπιστήμιο, κάθε βράδυ μπαράκι και ποτά, μπάνια στη θάλασσα με όμορφες υπάρξεις και παγωμένα καφεδάκια.

Το συγκεκριμένο πρωί γνώριζε ο Ντάνιελ ότι η αδελφή του η Ζωή είχε κανονίσει με τις φίλες της να μαζέψουν τα σύκα.

Την είχε προειδοποιήσει να μην το κάνει και τον ξυπνήσει.

Δεν τον άκουσε.

Τον κορόιδευε μάλιστα.

Αποφάσισε τότε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.

Την προηγούμενη μέρα με τα φιλαράκια του ανέβηκαν στη γέρικη συκιά και αφού δοκίμασαν ένα-δύο, έκοψαν τα υπόλοιπα και τα πέταξαν στο χώμα, να γίνουν καλό λίπασμα για την επόμενη χρονιά.

Αυτός, η δεκάχρονη αδερφή του και οι γονείς τους, τα τελευταία δώδεκα χρόνια έκαναν διακοπές στους Παξούς, σε ένα κτήμα μακριά από μπαράκια και όμορφες παραλίες, σε μια ερημιά που την έλεγαν, νομίζω, Καστελόκαμπο.

Ξυπνούσε κανονικά

Της άρεσε το μήνα Αύγουστο να ξυπνά κατά τις οκτώ το πρωί.

Αναρωτιόταν γιατί η ζωή της έπρεπε να είναι μόνον έτσι.

Συνέχεια όταν ήταν καλοκαίρι να ’ναι στην κουζίνα, συνέχεια τα παιδιά να τσακώνονται, συνέχεια ο Ντάνιελ να ξενυχτά και να μεθά, συνέχεια να τσακώνεται μαζί του, συνέχεια να φοβάται μήπως κάτσει η Ζωή λίγη περισσότερη ώρα στον ήλιο, συνέχεια να μαγειρεύει.

Το συγκεκριμένο πρωί γνώριζε η Κατρίν ότι η κόρη της η Ζωή θα μάζευε τα σύκα με τις φίλες της και την είχε προειδοποιήσει να μην το κάνει.

Γνώριζε επίσης ότι ο θετός της γιος ο Ντάνιελ, τα είχε μαζέψει την προηγουμένη και τα είχε πετάξει όλα κάτω.

Πολλά από αυτά πέσαν και στο πλακόστρωτο.

Γέμισε ο τόπος μέλισσες.

Κόλλησαν τα σύκα στα παπούτσια.

Πήρε λοιπόν το λάστιχο με το νερό και αφού τα καθάρισε, έριξε μπόλικο δηλητήριο στις ρίζες της γέρικης συκιάς για να την ξεράνει σιγά-σιγά.

Αυτή, ο δεκαοκτάχρονος Ντάνιελ, η κόρη της Ζωή και ο πρώτος άντρας της τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια έκαναν διακοπές στους Παξούς, στο πατρικό της κτήμα, στο γενέθλιο τόπο της, στην περιοχή που μεγάλωσε, και συχνά-πυκνά την έπνιγε, στον Καστελόκαμπο.

Δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο στο πότε θα ξυπνήσει

Εξαρτιόταν πάντα από το τι ώρα θα κοιμόταν την προηγούμενη βραδιά.

Αναρωτιόταν γιατί η ζωή θα έπρεπε να είναι μόνον έτσι.

Να πρέπει συνέχεια τα καλοκαίρια να δουλεύει, συνέχεια να μη βλέπει τη Ζωή, που έλειπε μονίμως με τις φίλες της, συνέχεια να στενοχωριέται με το κακό παράδειγμα που έδινε ο γιος του στη Ζωή, συνέχεια να μην έχει χρόνο να πάει στη θάλασσα, συνέχεια να εργάζεται μπροστά σε μία οθόνη, συνέχεια να κανονίζει τα λογιστικά των άλλων, των πελατών του.

Το συγκεκριμένο πρωί γνώριζε ο Στέλιος, ότι η δεύτερή του γυναίκα, η γαλλοελληνίδα Κατρίν, θα πότιζε με δηλητήριο τη γέρικη συκιά.

Αποφάσισε λοιπόν να πάρει το καινούργιο βενζινοπρίονό του και να την κόψει από κάτω χαμηλά.

Έκανε μικρά κομμάτια τον κορμό της και τα πόστιασε στην άκρη. Να τα ’χει για το τζάκι, το χειμώνα στην Αθήνα.

Αυτός, ο γιος του από την πρώτη του γυναίκα, η κόρη τους Ζωή και η δεύτερή του γυναίκα τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια έκαναν διακοπές στο πατρικό νησί της Κατρίν, τους μικρούς Παξούς, σε μια περιοχή που ελάχιστα ήθελε να γνωρίζει, που συχνά-πυκνά δεν άντεχε, ονόματι Καστελόκαμπος.

Μετά από εφτά χρόνια

Ξύπνησαν γύρω στις οκτώμισι.

Τους άρεσε το μήνα Αύγουστο να ξυπνούν όλοι μαζί.

Αναρωτιόντουσαν γιατί να μην είναι η ζωή τους πάντα έτσι.

Συνέχεια ξεκούραση, συνέχεια να παίρνουν πρωινό όλοι μαζί, συνέχεια να μαγειρεύουν όλοι μαζί, να πηγαίνουν για μπάνιο στην παραλία, το βράδυ να κανονίζουν να τρώνε σε ταβερνάκια.

Εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό ο Στέλιος, η Κατρίν και ο εικοσπεντάχρονος πλέον αρχιτέκτονας Ντάνιελ περιποιήθηκαν για άλλη μια φορά τη νεαρή συκιά.

Ήταν αυτή που επέζησε σαν παράριζο από το κόψιμο πριν εφτά χρόνια.

Η Ζωή βρήκε το ζωντανό κλαράκι και το προστάτεψε.

Τώρα πια είναι μια νέα, μια νεαρή συκιά.

Τα τελευταία δυο χρόνια τρώνε σύκα.

Τα κόβουν και τα τρώνε όλοι μαζί.

Αυτοί, ο Στέλιος, η έγκυος Κατρίν και ο Ντάνιελ, δεν ξεχνούν, αλλά τιμούν τη Ζωή που πέθανε πριν τέσσερα χρόνια από λευκαιμία.

Τα τελευταία δεκαεννιά χρόνια κάνουν διακοπές στο πανέμορφο νησί των Παξών, σε ένα κτήμα παράδεισο, με μια νεαρή συκιά στη μέση, σε μια παραθαλάσσια περιοχή που έχει το όμορφο όνομα Καστελόκαμπος.

sykia2

©Ελένη Τσαλίκη

Ο Χρήστος Αναστασόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες και διέκοψε για να σπουδάσει κουκλοθέατρο και παντομίμα στο Μπόχουμ και στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Ίδρυσε ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΥΚΛΑΣ ΚΑΙ ΜΙΜΙΚΗΣ «ΦΑΤΣΕΣ» με το οποίο έδωσε πολυάριθμες παραστάσεις για μικρούς και μεγάλους σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια ζει με την οικογένεια του μόνιμα στο Βερολίνο. Συνεχίζει να εργάζεται ως ηθοποιός στην «Κωμική Όπερα» του Βερολίνου, κάνοντας παράλληλα παραστάσεις ταχυδακτυλουργικής για παιδιά. Συνεργάζεται με τον θίασο «Das letzte Kleinod» με έδρα το Μπρέμεν. Είναι, επίσης, μέλος του θιάσου «Showwaiters», με έδρα τη Δανία, με τον οποίο ταξιδεύει ανά την Ευρώπη, κάνοντας παραστάσεις για μεγάλους. «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ», από τις εκδόσεις ΦΙΛΥΡΑ, είναι το τέταρτο βιβλίο του.

Επισκεφθείτε το ιστολόγιο του Χρήστου Αναστασόπουλου: http://teatrofatses.wordpress.com/

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *