Ο αγνοούμενος παππούς – Α΄ μέρος

Ένα ταξίδι στον παρελθόν με τον Thomas Tiemeier

1,2 εκατομμύρια Γερμανοί εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να θεωρούνται αγνοούμενοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο παππούς του Thomas Tiemeier ήταν ένας από αυτούς, τα ίχνη του χάθηκαν πριν 74 χρόνια σε ένα χωριό της Πελοποννήσου. Με τη βοήθεια του Γιάννη Σκούρτη, ενός μέχρι τότε άγνωστου, άρχισε ο Thomas την αναζήτηση – και διηγείται στο diablog.eu την ιστορία μιας βαθιάς ανθρώπινης συνεργασίας. Διαβάστε εδώ την ιστορία από τη σκοπιά του Γιάννη Σκούρτη, στο Β` μέρος της ανάρτησης.

Η αρχή της ιστορίας

Στις 10/3/2011 έλαβα επιστολή από το «Γερμανική Υπηρεσία Ειδοποίησης των Πλησιεστέρων Συγγενών των Πεσόντων της πρώην Γερμανικής Βέρμαχτ» (WASt) που εδρεύει στο Βερολίνο. Έναν χρόνο πριν είχα υποβάλει αίτηση για τον εντοπισμό του παππού μου Γκέρχαρντ Πάουλ Βίρσκε (Gerhard Paul Wierschke). Ο Γκέρχαρντ ήταν ένας από τους 17 εκατομμύρια Γερμανούς στρατιώτες που είχαν ορκιστεί «άνευ όρων υπακοή στον φύρερ του Γερμανικού Ράιχ». Την πατρίδα του δεν την ξαναείδε.

  • porträt eines mannes
    Gerhard Paul Wierschke

Η τύχη του δεν αποτελούσε θέμα συζήτησης στην οικογένειά μου. Τους ήταν αρκετό μετά τον πόλεμο να ριζώσουν ως πρόσφυγες στη νεοσύστατη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας – καλό ήταν λοιπόν να παραγραφεί το παρελθόν, μια και έπρεπε να επιληφθούν «πιο σημαντικών θεμάτων».

Όταν πριν από μερικά χρόνια κατέγραψα ένα οικογενειακό δέντρο, το πεδίο με το βιογραφικό σημείωμα του παππού μου παρέμενε εξόφθαλμα κενό. Η σύζυγός του, που πέθανε το 2009, είχε κάψει για άγνωστους λόγους όλες τις φωτογραφίες, τα έγγραφα και σε τελική ανάλυση και όλες τις μνήμες γύρω από το πρόσωπό του.

Δεν μπορούσα να χωνέψω το γεγονός ότι ο Γκέρχαρντ, του οποίου το δεύτερο μικρό όνομα Παύλος φέρει και ο γιος μου, είχε σχεδόν εξαλειφθεί από τα οικογενειακά χρονικά. Κι έτσι ξεκίνησα την αναζήτηση με αβέβαια έκβαση.

Η επιστολή της Γερμανικής Υπηρεσίας Ειδοποίησης περιλάμβανε – εκτός από τη διεύθυνση κατοικίας, τη μονάδα, την περιοχή αποστολής και τον βαθμό του και την ακόλουθη παρατήρηση: Αγνοούμενος από τις 02/07/1944 στο Ψάρι Πελοποννήσου. Ακολουθούσε η σημείωση: Απήχθη από συμμορίες, πιθανώς δολοφονήθηκε.

Η αναζήτηση του χωριού Ψάρι στο διαδίκτυο αποδείχτηκε δύσκολη. Βρήκα πολλές νόστιμες συνταγές ψαρικών και πάμπολλες ταξιδιωτικές πληροφορίες για τις όμορφες ακτές της Ελλάδας, λίγες όμως για το τοπωνύμιο Ψάρι. Υπάρχουν φαίνεται μερικά χωριά στην Πελοπόννησο με το όνομα αυτό. Έπρεπε λοιπόν να μάθω σε ποιό από αυτά αναφερόταν η παρατήρηση ότι θεωρούνταν αγνοούμενος.

Μετά από αρκετές προσπάθειες με διαφορετικούς συνδυασμούς όρων αναζήτησης, ήταν σαφές ότι μπορεί να είναι μόνο το Ψάρι Στυμφαλίας, περίπου 30 χιλιόμετρα νότια της Κορίνθου. Και διέθετε μάλιστα και μια φροντισμένη ιστοσελίδα: psarikorinthias.gr.

Landschaft mit Aufschrift Psari Korinthias

Screenshot της ιστοσελίδας

Με έπιασε ταχυπαλμία όταν βρήκα στο αρχείο του ιστότοπου λεπτομερή αναφορά για τις μάχες του ΕΛΑΣ με τη Βέρμαχτ. Όλα όσα διάβαζα ανταποκρινόντουσαν ακριβώς στα αποτελέσματα των προηγούμενων ερευνών μου. Υπεύθυνος της ιστοσελίδας ήταν κάποιος Γιάννης Σκούρτης.

Μια πρώτη επαφή

Τι μπορεί να γράψει ένας Γερμανός σε έναν Έλληνα, του οποίου οι πρόγονοι και το χωριό τους κακοποιήθηκαν άγρια από την Βέρμαχτ και όπου συμμετείχε και ο παππούς του Γερμανού; Πόσο καλοπροαίρετος μπορεί να είναι αυτός ο Έλληνας απέναντι στον Γερμανό, δεδομένου ότι η γερμανική κυβέρνηση στην κρίση της Ελλάδας συμπεριφέρεται αλαζονικά και μιλά με ύφος απόλυτο; Για ένα διάστημα δεν έκανα καμία προσπάθεια να επικοινωνήσω. Λίγες προοπτικές, πολύ ευαίσθητη και μάλλον λάθος χρονική στιγμή κλπ. Δικαιολογίες είχα πολλές.

Αρχές Μαρτίου 2017 υπερέβην εαυτόν και έγραψα στον Γιάννη Σκούρτη στα αγγλικά. Του διαβεβαίωσα ότι ντρέπομαι αφάνταστα για τις θηριωδίες των Γερμανών εκείνης της εποχής, ενημερώνοντάς τον όμως συγχρόνως ότι είμαι εγγονός ενός από εκείνους. Προσεκτικά ρώτησα αν είχε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με το τί απέγινε ο παππούς μου ή εάν ήξερε με ποιόν θα μπορούσα να επικοινωνήσω. 
Δεν περίμενα απόκριση.

Δύο ημέρες αργότερα διαψεύτηκα παταγωδώς! Η απάντηση στο e-mail μου ήταν γεμάτη κατανόηση, καλοσύνη και ζεστασιά. Ο Γιάννης έγραψε ότι «θα ήθελε να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να ανατρέψει αυτά τα τρομερά γεγονότα». Εξέφρασε τη μεγάλη του λύπη για τη μοίρα του παππού μου και των άλλων στρατιωτών. Στη συνέχεια έγραψε κάτι που αποδείχτηκε προεπισκόπηση των μελλοντικών μας συναντήσεων: I hope that through our communication we will have the chance to know each other better and one day that you will have the chance to come to Greece and visit Psari.

Από εκείνη την ημέρα η επαφή μας έγινε όλο και πιο έντονη. Ο Γιάννης μάζευε από παντού υλικό για να ανασύρει κάθε λεπτομέρεια των τότε συμβάντων στο Ψάρι. Μίλησε με αυτόπτες μάρτυρες(!), ερεύνησε ιστορικές πηγές, έστειλε φωτογραφίες και αναφορές. Χάρη στον Γιάννη έχουμε μια αναλυτική μαρτυρία εκείνων των πρώτων ημερών του Ιουλίου 1944 χωρίς κενά. Ήταν μια ευτυχέστατη σύμπτωση που είχα έρθει σε επαφή με τον ψυχή τε και σώματι ιστορικό του Ψαριού. Πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία να του δείξω την εκτίμησή και την ευγνωμοσύνη μου. Μια πηγή της κατανόησης που έδειξε ο Γιάννης απέναντί μου ίσως να είναι και το γεγονός ότι και ο θείος του θεωρείται αγνοούμενος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σορός του πρέπει να βρίσκεται κάπου στα βουνά της Αλβανίας. Σε αντάλλαγμα των όσων έκανε προσπάθησα να βοηθήσω τον Γιάννη σε αυτή του την αναζήτηση, δυστυχώς όμως χωρίς αποτέλεσμα.

Στη διάρκεια της αλληλογραφίας μας αρχίσαμε να μιλάμε περιστασιακά για ιδιωτικά θέματα. Ανταλλάξαμε οικογενειακές φωτογραφίες, από τη Βόρεια Θάλασσα στέλνονταν στη Μεσόγειο και αντίστροφα σχέδια ζωής και οι προσδοκίες των παιδιών μας. Με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε μια φιλία, η βάση της οποίας δεν αφορούσε μόνο το κοινό ενδιαφέρον στο παρελθόν.

Όταν προγραμμάτιζα με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μας 14 και 15 ετών στα τέλη του 2017 τις καλοκαιρινές διακοπές του επόμενου έτους, φάνηκε γρήγορα ότι ο κοινός μας στόχος ήταν ένας: η Ελλάδα. Ως συμβιβασμός των όσων επιθυμούσε ο καθένας μας, επιλέξαμε ένα ξενοδοχείο στα παράλια της Ερμιόνης. Από εκεί θα πηγαίναμε για ένα Σαββατοκύριακο στο Ψάρι, όπως είχαμε κανονίσει με τους Έλληνες φίλους μας.

Το ταξίδι αρχίζει

16 Ιουλίου 2018. Μετά από τρεις ώρες πτήσης από τη Βρέμη προσγειωθήκαμε το μεσημεράκι στην Αθήνα. Στο αεροδρόμιο μας καλωσόρισε ακτινοβολώντας ολόκληρη η οικογένεια Σκούρτη και μας πήγε με δύο αυτοκίνητα στο πλοίο στον Πειραιά. Έσπασε γρήγορα ο πάγος, μιλήσαμε για την πολιτική, για τετριμμένα αλλά και για το Σαββατοκύριακο που θα περνούσαμε μαζί.

Αποχαιρετιστήκαμε προσωρινά με αγκαλιές. Εμείς πήραμε το πλοίο για την Ερμιόνη και από εκεί πήγαμε με ταξί στο ξενοδοχείο. Μείναμε άναυδοι με τον τρόπο που ο ταξιτζής βόλεψε πέντε άτομα και τις αποσκευές μας στη Μερσεντές του. No problem, no problem μας διαβεβαίωσε με μεγάλη σιγουριά. Με έναν γερό σκοινί μπορείς να δέσεις ένα σωρό πράγματα στο αυτοκίνητο …

Επόμενη στάση: Ψάρι

Σάββατο πρωί της 21 Ιουλίου 2018. 135 χιλιόμετρα διαδρομή προς τα βορειοδυτικά μας περιμένουν φεύγοντας από το εξοχικό μας στη Θερμησία Αργολίδας. Μετά τη θαλπωρή του θέρετρου, η τραχιά φύση του ορεινού τοπίου μοιάζει να είναι ένας άλλος κόσμος. Περνάμε από γραφικά χωριά που ψήνονται στη ζέστη του καλοκαιριού. Καλοστρωμένοι δρόμοι μεταμορφώνονται στην επόμενη στροφή σε αγροτικούς με ατέλειωτες στροφές. Μας υπενθυμίζουν, την επόμενη φορά να μην ξεχάσουμε τις δραμαμίνες κατά της ναυτίας. Ψηλά βουνά πλαισιώνουν τη διαδρομή μας, στο βάθος λαμπιρίζει ένα νταμάρι μαρμάρου.

  • Antiker Tempel mit Baum und Wiese
    Zeustempel in Nemea/Ο ναός του Διός στη Νεμέα

Μετά από δύο ώρες φτάνουμε σε μια κωμόπολη, τη Νεμέα. Μας καλωσορίζουν οι εντυπωσιακοί κίονες του Ναού του Διός. Ειδοποιούμε τηλεφωνικά τους οικοδεσπότες μας για την επικείμενη άφιξή μας. Θέλουν να βρεθούμε στην είσοδο του χωριού και να μας συνοδεύσουν στο σπίτι της μητέρας του Γιάννη για να μας υποδεχτούν εκεί δεόντως.

Έφτασε λοιπόν η ώρα. Στέκομαι σε ένα βουνό νότια του Ψαριού και συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι αυτή είναι η περιοχή, όπου πριν από 74 χρόνια, Ιούλιο και τότε, πορευόταν εδώ και ο παππούς μου με όπλο και σακίδιο. Τους τελευταίους μήνες είχα ακολουθήσει με το δάκτυλο στον χάρτη πολλές φορές τη διαδρομή του. Και είχα φανταστεί πάμπολλες φορές διάφορα σενάρια για το πώς θα ξετυλιγόταν η προσωπική συνάντηση με την οικογένεια Σκούρτη. Νιώθω κάτι σαν φόβο.

Οι Γερμανοί ξανάρχονται

Στην είσοδο του χωριού μας υποδέχεται ο Γιώργος, ο μεγαλύτερος γιος του Γιάννη. Είναι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και είχε βοηθήσει τον πατέρα του στην αλληλογραφία μας στα αγγλικά. Μας οδηγεί στο σπίτι της γιαγιάς του, όπου μας περιμένουν στην σκιερή αυλή. Δεν είναι λίγοι: Ο Γιάννης με την οικογένεια και μαζί τους από τη Νέα Υόρκη η παιδική του φίλη Έλσα με τον σύζυγό της Μπρους και την κόρη της Σοφία.

  • sitzende gruppe
    Bei der Großmutter/Επίσκεψη στη γιαγιά

Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή και πολύ φιλική. Μιλάμε για ταξίδια, πολιτική, το χωριό και το πρόγραμμα της επόμενης μέρας. Στη συνέχεια τρώμε όλοι μαζί και μετά ακολουθεί μακρύς καφές.

Το υπόλοιπο της ημέρας επισκεπτόμαστε την περιοχή. Το αργολικό τοπίο έχει τραχιές αλλά και μαγευτικές πτυχές. Η γοητεία του μας συνεπαίρνει. Ήδη βραδιάζει όταν επιστρέφουμε στο Ψάρι. Περνάμε το βράδυ στην ταβέρνα σε μια φανταστική ατμόσφαιρα.

Κάθαρσις ή η μέρα της Γνώσης του Καλού και του Κακού

Κυριακή πρωί 22 Ιουλίου 2018. Ταξιδεύουμε στον χρόνο και φτάνουμε στο 1944. Πρώτη μας στάση είναι το «Μακρύ Λιθάρι». Στη σκιά του είχαν κρυφτεί από τους αντάρτες οι 32 Γερμανοί στρατιώτες, ανάμεσά τους και ο παππούς μου. Γλυτωμό όμως δεν είχαν. Μια άλλη μονάδα του ΕΛΑΣ τους επιτέθηκε από το βουνό, σκότωσε τους μισούς και έπιασε τους υπόλοιπους 16 αιχμάλωτους.

  • zwei männer vor landschaft
    Auf dem Makri Lithari/Πάνω στο Μακρύ Λιθάρι

Ο Γιάννης και εγώ έχουμε ανέβει στον βράχο και κοιτάζουμε ένα γύρω. Αναρωτιέμαι τι ήθελαν οι Γερμανοί εδώ. Δεν είναι στρατηγικό σημείο, δεν υπάρχει κάτι να πλιατσικολογήσεις. Βλέπω μόνο ένα βραχώδες τοπίο με λίγο χόρτο και μερικά κατσίκια.

Επιστρέφουμε στη δημοσιά όταν μας πλησιάζει η ιδιοκτήτρια της περιοχής Αντωνία Δούρου με μπουκιές φρέσκο κατσικίσιο τυρί κι ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ο Γιάννης μου εξηγεί ότι είναι παράδοση ο ιδιοκτήτης να φιλεύει τους ξένους που περνάνε από τη γη του. Δεν είναι η πρώτη φορά που με εντυπωσιάζει η ελληνική φιλοξενία.

Η επόμενη στάση μας είναι ένα μικρό εκκλησάκι στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας. Ο πετρώδης δρόμος μας υπενθυμίζει, ότι ένα Fiat Punto δεν είναι τζιπ. Σε μερικά ανηφορικά σημεία η οικογένεια πρέπει να κατέβει από το αυτοκίνητο. Θετικό είναι ωστόσο, ότι με την αναγκαστικά μικρή ταχύτητα αποφεύγω καλύτερα τις χελώνες που διασχίζουν τον δρόμο.

  • Wegweiser

Φτάνουμε στο παρεκκλήσι λίγα λεπτά μετά τους συνοδούς μας. Από εδώ παίρνουμε με τα πόδια ένα μονοπάτι που βγάζει σε μια μεγάλη σπηλιά, τη «Σπηλιά του Γκότζη». Εδώ είχαν κρυφτεί από τις γερμανικές μονάδες οι αντάρτες του ΕΛΑΣ με τους 16 Γερμανούς αιχμαλώτους τους, εδώ πέρασαν τη νύχτα.

Καλύτερη επιλογή δεν θα μπορούσαν να είχαν κάνει. Η σπηλιά δεν φαίνεται από την κοιλάδα, αλλά εποπτεύει όλη την περιοχή. Το θέαμα για μένα είναι μεγαλειώδες. Αναρωτιέμαι τι σκεφτόταν ο παππούς μου στον ίδιο χώρο τότε. Ίσως το τοπίο αυτό να ήταν η τελευταία αρμονική εικόνα που αντίκριζε στη ζωή του. Να αναζωογονήθηκε ίσως η ελπίδα βλέποντας αυτό το πανόραμα;

Πιάνω τον εαυτό μου να αναζητώ με διακριτικό τρόπο ίχνη. Χωρίς επιτυχία.
Φεύγοντας από τη σπηλιά ο Γιάννης με σταματά. Κοιταζόμαστε, βάζει κάτι στο χέρι μου. Είναι ένα πλατυκέφαλο καρφί καλυμμένο με σκουριά. Ένα καρφί από τη σόλα στρατιωτικής μπότας.

Επιστρέφουμε στο παρεκκλήσι. Αισθάνομαι βαρύς, πενθώ τον άγνωστο παππού μου. Αλλά και ο Γιάννης είναι αυτή τη στιγμή αμίλητος. Στο πρόσωπό του διαβάζω παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μου. Όχι όμως απόρριψη, εχθρότητα ή και μίσος.

Ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος μας πηγαίνει στον τελευταίο σταθμό του χρονοτάξιδου. Πολύ έξω από τον Ψάρι ζει η οικογένεια Γατσιόπουλου, μια από τις λίγες που διανέμει ακόμα μόνη της τυρί και γιαούρτι δικής της παραγωγής.

Καθόμαστε σε μια σκεπαστή βεράντα. Στον τοίχο του σπιτιού κρέμεται μια σκουριασμένη ταινία με φυσίγγια πολυβόλου, το διαμέτρημά τους αντιστοιχεί σε αυτό του γερμανικού οπλισμού. Ο Γιάννης με συστήνει στον κ. Γκατσιόπουλο, γιο πολεμιστή του ΕΛΑΣ. Ο κ. Γκατσιόπουλος μου δίνει το χέρι, δεν με κοιτάζει όμως στα μάτια, το βλέμμα του είναι χαμηλωμένο. Αυτό που αρχικά μοιάζει με έκφραση αντιπάθειας αποδεικνύεται έκφραση βαθιάς αισχίνης. Ο Γιάννης μου λέει ότι οι κάτοικοι του Ψαριού και της γύρω περιοχής δεν καταδικάζουν τους Γερμανούς για τις αποτρόπαιες πράξεις του πολέμου, αλλά ντρέπονται για τη βίαιη μεταχείριση των Γερμανών κρατουμένων από τον ΕΛΑΣ.

Τη στιγμή αυτή μένω άφωνος. Πριν από το ταξίδι ήμουν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσω εκ μέρους των Ελλήνων ένα φάσμα συμεριφοράς μεταξύ απόρριψης και καλής προαίρεσης. Τώρα έχω να κάνω με έναν άνθρωπο ο οποίος ντρέπεται απέναντι σε έναν απόγονο των εισβολέων. Θα ήθελα να τον αγκαλιάσω, να τον διαβεβαιώσω ότι οι ευθύνες βαραίνουν τον δικό μου τον λαό – αλλά δεν είμαι σίγουρος αν η κίνησή μου αυτή θα ήταν η κατάλληλη. Προσεκτικά τον αγγίζω τον ώμο, χαμηλώνω κι εγώ το βλέμμα μου, ελπίζοντας ότι θα το ερμηνεύει ως ένδειξη συμφιλίωσης.

Ανάμεσα στα χωράφια υπάρχει μια φυσική καταβόθρα που οδηγεί κατακόρυφα σε ένα υπόγειο ποτάμι. Οι άκρες της ενισχύθηκαν στη δεκαετία του ’70 με σκυρόδεμα. Δίπλα υπάρχει μια μικρή λίμνη περιστοιχισμένη από δέντρα και παχύ χορτάρι. Το τοπίο είναι ειδυλλιακό.

  • menschengruppe vor landschaft
    Das eingefasste Wasserloch/Η περιτειχισμένη καταβόθρα

Στις 3 Ιουλίου 1944 τέλειωσε εδώ η ζωή του Γκέρχαρντ Πάουλ Βίρσκε. Οι άνδρες του ΕΛΑΣ έριξαν τους 16 στρατιώτες της Βέρμαχτ στην καταβόθρα. Λόγω του βάθους της δεν είχαν καμία πιθανότητα επιβίωσης.

Στεκόμαστε στην άκρη της καταβόθρας. Ο κ. Γατσιόπουλος λέει κάτι πολύ σιγά. Ο Γιάννης μου το μεταφράζει στα αγγλικά: Ο παππούς σου σε κοιτάζει τώρα από ψηλά και χαίρεται που δεν τον ξεχάσατε.

Ο Γιάννης και εγώ μένουμε εκεί για ώρα αλαμπρατσέτα. Κοιτάζουμε τη μαύρη τρύπα της καταβόθρας. Έχουμε και οι δυο μας δάκρυα στα μάτια. Είναι μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στη ζωή μου.

Επίλογος

Φύγαμε από το Ψάρι απόγευμα. Δεν παραλείψαμε να ευχαριστήσουμε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του φαγητού τους οικοδεσπότες μας. Οι Έλληνες φίλοι μας είχαν πληρώσει ως τώρα τα πάντα για εμάς – δεν σήκωνε αντίρρηση. Αυτή τη φορά τους προλάβαμε και πληρώσαμε στα κρυφά όσο τρώγαμε τα επιδόρπια. Όταν ο Γιάννης το ανακάλυψε, μειδίασε και είπε: This is the Greek way.

  • see mit landschaft
    Der kleine See/Η μικρή λίμνη

Σπάνια γνώρισα τόσο φιλικούς, εξυπηρετικούς και φιλόξενους ανθρώπους όπως τους νέους Έλληνες φίλους μας. Η συμπεριφορά τους απέναντί μας έκανε το ταξίδι αυτό – που είχε πολύ σοβαρή αφορμή και ήταν ηθικά βεβαρημένο και από τις δύο πλευρές – μια αξέχαστη εμπειρία. Η φιλία μας είχε ωριμάσει τις δύο αυτές μέρες και είναι μάλλον περιττό να αναφέρω ότι θα ξαναεπισκεφτούμε το Ψάρι το συντομότερο δυνατόν. Εκτός και εάν οι Έλληνες μας προλάβουν και έρθουν σε εμάς.

Το Ψάρι μπορώ να το συστήσω χωρίς ενδοιασμούς ως τόπο επίσκεψης μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Τα «Μονοπάτια Πολιτισμού» στο Ψάρι οδηγούν τον επισκέπτη μέσα από εκπληκτικά τοπία και ιστορικούς χώρους σε φιλικούς και ευγενικούς ανθρώπους.

Θέλω επίσης να αναφέρω το ακούραστο έργο που πραγματοποιεί ο Γιάννης Σκούρτης για την τοπική του πατρίδα. Φροντίζει για παράδειγμα τον εξαιρετικό ιστότοπο psarikorinthias.gr, συμμετέχει στην ανοικοδόμηση ενός πανέμορφου παρεκκλησίου, δρα ως ιστοριογράφος-χρονογράφος και προωθεί τον τοπικό τουρισμό. Θα μπορούσα να απαριθμήσω και πολλές άλλες δραστηριότητες, στις οποίες πρωταγωνιστεί ή συμμετέχει σε συνεργασία με την Έλσα Σταματοπούλου.

Εκτός από την οικογένεια Σκούρτη θέλω να ευχαριστήσω την Έλσα και τη Σοφία Σταματοπούλου καθώς και τον Μπρους Ρόμπινς για τον ευφυή και σοφό τρόπο που μας συνόδεψε, τη διερμηνεία του και – αν μη τι άλλο – για το απαράμιλλό του χιούμορ.

Τον τίτλο «Κάθαρσις» τον οφείλω στην Έλσα. Όταν δυσκολευόμουν να απαντήσω στην ερώτηση για τα συναισθήματά μου κατά την συνάντησή μας, με βοήθησε χρησιμοποιώντας τον όρο «κάθαρσις». Σύμφωνα με την αρχαία τραγωδία, η κάθαρσις είναι ο ψυχικός και ηθικός εξαγνισμός μετά από την εμπειρία φρίκης και πένθους.

Κείμενο: Thomas Tiemeier. Φωτογραφίες: Thomas Tiemeier και Γιάννης Σκούρτης. Μετάφραση: A. Τσίγκας. Επιμέλεια: Μ. Χατζηνικολή.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου