Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα:
Το μυθιστόρημα «Νίκη» ρίχνει φως στην ιστορία της χώρας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και την εποχή του εμφυλίου πολέμου στη δεκαετία του ’50.
Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Νίκη Αρμάου περιγράφει μετά τον θάνατό της το 2008 σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της οικογένειάς της, τα παιδικά της χρόνια και τη ζωή της ως νέα γυναίκα που ξέρει τί θέλει. Ως νεκρή έχει την ικανότητα της πλήρους γνώσης, διατηρώντας ωστόσο την υποκειμενικότητά της, ακόμα κι όταν περιγράφει εμπειρίες μέσα από τα έκπληκτα μάτια ενός παιδιού.
Ξεκινά με την ιστορία των παππούδων της, περιγράφει την ιδεολογική πορεία των γονιών της και την επιβίωση της οικογένειας, η οποία, ως αριστερών πεποιθήσεων, αναγκάζεται να κρυφτεί στην Αθήνα για επτά χρόνια υιοθετώντας μια νέα ταυτότητα. Το μυθιστόρημα κάνει κατανοητή και καταληπτή τη διάσπαση της χώρας σε Αριστερά και Δεξιά, το αιώνιο μίσος μεταξύ των ιδεολογικών στρατοπέδων και τις ενδοκομματικές διαμάχες. Στην οικογένεια αυτή συναντάμε ολόκληρο το φάσμα των ιδεολογικών πεποιθήσεων, δωσίλογους, προδότες, πιστούς στη Μόσχα σταλινιστές και συντηρητικούς δεξιούς. Ο Χωμενίδης ωστόσο ούτε εξιδανικεύει ούτε δαιμονοποιεί κάποια ιδεολογία. Μια ελληνική οικογένεια μένει στενά δεμένη τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα …
Έχουμε λοιπόν εδώ ένα απόλυτα πετυχημένο οικογενειακό μυθιστόρημα, που βαδίζει ίσως στα χνάρια της «Ελένης», του μπεστ σέλερ Νίκολας Γκέιτζ/Νίκου Γκατζογιάννη. Μετά την ανάγνωσή του έχεις την αίσθηση ότι κατανοείς πολύ καλύτερα αυτή την τουριστικά τόσο προσφιλή χώρα, που θεωρεί εαυτόν θεματοφύλακα μεν των ευρωπαϊκών αξιών, αλλά συγχρόνως και ευρωπαϊκή περιφέρεια. Περιέχοντας κάποιον πυρήνα κωμικότητας η τραγικότητα γίνεται με αυτό τον τρόπο κάπως πιό υποφερτή.
Το απόσπασμα
Στην κόρη μου
και σε όλα τα παιδιά της ηλικίας της.
Για να απελευθερωθείς από το παρελθόν,
πρέπει να το γνωρίσεις.
«Την εικόνα σου σεβάστηκα, στη φλόγα δεν εκράτησα.
Την εικόνα την καλή θα σου φέρω μιαν αυγή…»
Μιχάλης Κατσαρός
Σημείωμα του συγγραφέα
Η Νίκη Αρμάου είναι βασισμένη στη μάνα μου, Νίκη Νεφελούδη.
Η Νίκη Αρμάου όμως είναι μυθιστορηματικό πρόσωπο. Το ίδιο συμβαίνει με όλους όσοι παρελαύνουν στις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Αποτελούν τις αντανακλάσεις ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν στ αλήθεια, σε έναν κόσμο μυθοπλασίας. Ως συγγραφέας, μένω πιστός όχι στο γράμμα αλλά στο πνεύμα της ιστορίας του καθενός. Και της Ιστορίας. Ανασυνθέτω τα γεγονότα, αυθαιρετώντας ενίοτε καλλιτεχνικά, με τη φιλοδοξία να φτάσω μέχρι το μεδούλι τους. Και αγωνιώ, από την αρχή έως το τέλος, να μην υποτιμήσω και να μην αδικήσω καν έναν.
Τώρα που είμαι πια νεκρή, σαβανωμένη μες στο φέρετρο, ντυμένη με το καλό μου λευκό φόρεμα (εγώ το είχα διαλέξει και το ’χα στείλει στο καθαριστήριο μία εβδομάδα πριν μπω για τελευταία φορά στο νοσοκομείο), τώρα που βρίσκομαι στο ψυγείο του νεκροθαλάμου και περιμένω να ξημερώσει η μέρα της κηδείας μου, τώρα που έχω πάρει την άγουσα για τον τόπο όπου δεν υπάρχει -όπως λένεοδύνη, λύπη και στεναγμός, τώρα νιώθω πιο ελεύθερη από ποτέ. Ελεύθερη να τριγυρίσω τα εβδομήντα χρόνια της ζωής μου. Να πάω εμπρός και πίσω, να σταθώ σε γεγονότα-σταθμούς, κρίσιμες αποφάσεις που πήρα εγώ ή που έλαβαν άλλοι για μένα, να τα αντικρίσω όλα σφαιρικά και πεντακάθαρα. Να μεγεθύνω επίσης και να εξετάσω τις μικροσκοπικές λεπτομέρειες, να ξεχωρίσω τις πιο αδιόρατες αποχρώσεις, οι οποίες ίσως τελικά και να ’καναν τη διαφορά. Ποια διαφορά; Εκείνη που με ξεχώρισε όχι απ’ τους άλλους ανθρώπους, μα από τις άπειρες εκδοχές του εαυτού μου, τις οποίες κουβαλούσα εν σπέρματι μέσα μου, ούτε όμως άνθισαν ούτε και κάρπισαν ποτέ. Τη διαφορά που με οδήγησε σε εκείνο που ήμουν και όχι σε ό,τι θα μπορούσα να έχω γίνει.
Δεν καταδεχόμουν, όσο ζούσα, την πολυτέλεια του μηρυκασμού. Ακόμα και στα ημερολόγια, που ανελλιπώς σχεδόν κρατούσα από τα χρόνια της βαθιάς παρανομίας, δεν παρέθετα κρίσεις αλλά γεγονότα: «Πήγα εκεί, συνάντησα εκείνον, μου συνέβη αυτό…». Λίγες υπογραμμισμένες λέξεις, κάποια -πιο σπάνιαθαυμαστικά μέσα σε παρενθέσεις υπαινίσσονταν τα αισθήματά μου.
Την ημέρα που μου ανακοίνωσαν ότι έχω καρκίνο, παρέλειψα να γράψω ημερολόγιο. Την επομένη, σημείωσα ό,τι έπρεπε να βάλω στη βαλίτσα για το νοσοκομείο ένας κατάλογος δίχως κανένα σχόλιο. Κρυβόμουν κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό; Μπορεί…
Μπορεί ωστόσο και να πίστευα πως μόνο αφότου έχει ολοκληρωθεί η εικόνα, μονάχα τότε, έχει νόημα να την κρίνεις. Έφτασε συνεπώς η ώρα μου.
Το παιδί της εκδίκησης
(σελίδες 159-178)
Κεφάλαιο VIII
Πότε διαφάνηκε η ήττα του Άξονα; Έπειτα από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και την έξοδο της Αμερικής στον πόλεμο; Ύστερα από το Στάλινγκραντ; Από την άνοιξη πάντως του 1944, είχε γίνει κοινή συνείδηση στην Ελλάδα ότι η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Το Πάσχα, οι άνθρωποι εύχονταν μεταξύ τους «Καλή Ανάσταση!)). «Μα δεν αναστήθηκε χθες ο Χριστούλης;» ρώτησα τη γιαγιά. «Άλλην Ανάσταση περιμένουμε» μου απάντησε.
Η Αντίσταση, στο μεταξύ, φούντωνε μέρα με τη μέρα, όπως και η αιματηρή καταστολή της. Κάθε σούρουπο -με το που σκοτείνιαζε-, ακούγαμε στην Καλλιθέα το «χωνί». Μια γυναικεία συνήθως φωνή, που έβγαινε από έναν τηλεβόα: «Σας μιλάει η ΕΠΟΝ!» ξεκινούσε παλλόμενη και ενημέρωνε τους ακροατές της για την έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα. Κάθε ξημέρωμα, ολοένα και περισσότεροι τοίχοι είχαν γραμμένα πάνω συνθήματα. Κάθε βδομάδα σχεδόν, μαθαίναμε για κάποιο μπλόκο που είχε οδηγήσει κι άλλους κι άλλους στον θάνατο ή στο συρματόπλεγμα. Η γιαγιά μου -ιδίως μετά τον χαμό του Γιάννουδεν έκρυβε τα αισθήματά της, ούτε και την ανυπομονησία της «να ξε κουμπιστούν επιτέλους οι Γερμαναράδες». Και στη φαρμακερή ερώτηση της γειτονιάς «καλά οι γιοι σου, κυρα-Σεβαστή, οι γαμπροί σου όμως τι θα γίνουν;» απαντούσε με μια φράση από το Ευαγγέλιο: «… εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως…».
Οι γαμπροί της είχαν για πρώτη φορά χωρίσει τα τσανάκια τους.
Ο μεν Μπογδάνος -ήσυχος με τη συνείδησή του, πεπεισμένος πως είχε επιτελέσει το πατριωτικό του καθήκονείχε αποφασίσει πως θα έμενε στο υπουργείο μέχρι την τελευταία μέρα και θα παρέδιδε στην κυβέρνηση που θα ερχόταν από τη Μέση Ανατολή. Συνέτασσε μάλιστα και πλήρη απολογισμό των πεπραγμένων του, ο οποίος θα έκανε και τον πλέον κακόπιστο -έτσι βαυκαλιζόταν να πιστεύειόχι απλώς να τον αθωώσει, μα και να τον επαινέσει.
Ο Βρανάς, απ΄ την άλλη, δεν καταδεχόταν καμιά ψευδαίσθηση. Εφόσον είχε κάνει δουλειές με φούντες με τους Γερμανούς, η μοίρα του, μόλις θα έφευγαν από την Ελλάδα, ήταν προδιαγεγραμμένη. Θα μπορούσε ασφαλώς να δοκιμάσει να πέσει στα μαλακά, «ενδυόμενος τον μανδύα του αντικομμουνιστού», κυρίως δε λαδώνοντας αδρά τη νέα κατάσταση… Μα πάντοτε –έτσι πίστευε– θα τον κρατούσαν στο χέρι. Πάντα θα τον εξεβίαζαν. Μια λύση έβλεπε: Να ακολουθήσει τα στρατεύματα κατοχής στην αποχώρησή τους. Να παραμείνει ταυτισμένη η μοίρα του με τη δικιά τους.
Οι ενέργειές του προς αυτήν την κατεύθυνση ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού. Μέσα Αυγούστου, είχε επιτέλους κάτι χειροπιαστό στα χέρια του. Μια αμαξοστοιχία (είχε πληροφορηθεί από τα πλέον έγκυρα χείλη) θα αναχωρούσε νύχτα από την Αθήνα, με επιβάτες τα επίλεκτα –και ανεπανόρθωτα εκτεθειμένα– στελέχη του δωσιλογισμού. Αφού θα έκανε μια σύντομη στάση στη Θεσσαλονίκη, ώστε να επιβιβαστούν και οι «αγωνιστές» της Βόρειας Ελλάδας, θα κατέληγε στη Βιέννη.
«Κρατήστε μου θέση παράθυρο!» είπε ο Στράτος και έσπευσε να πληρώσει αδρότατα –χρυσάφι– δυο εισιτήρια, για τον εαυτό του και για τη Μαρκέλλα. «Τι ώρα να είμαστε στον Σταθμό Λαρίσης;» ρώτησε. «Δε θα συναντηθούμε εκεί…» τον ενημέρωσαν. «Για λόγους μυστικότητας, θα μαζευτούμε από νωρίς στον “Μαύρο Γάτο”, ξέρεις, Αγίου Μελετίου και Αχαρνών. Την κατάλληλη στιγμή, Θα έρθει ένα καμιόνι να μας παραλάβει. Κανείς επιβάτης δεν επιτρέπεται να έχει περισσότερες από μία αποσκευές…» Ξίνισε ο Στράτος, αλλά συγκατάνευσε είχε και άλλη επιλογή;
Για να με πάρει η θεία Μαρκέλλα μαζί της στον «Μαύρο Γάτο», κυριολεκτικά με απήγαγε. Τι δουλειά είχε ένα εξάχρονο κοριτσάκι σε ένα καταγώγιο; Κορόιδεψε τη γιαγιά μου πως δήθεν θα με πήγαινε σ’ ένα παιδικό βαριετέ στο Ζάππειο, της υποσχέθηκε ότι θα με επέστρεφε στην Καλλιθέα το αργότερο έως τις εννέα. Στη διαδρομή μού αποκάλυψε την αλήθεια: «Πάμε να δεις πώς γλεντάνε οι μεγάλοι!».
Μόλις μας αντίκρισε ο Στράτος (είχανε χωριστεί από τα χαράματα, εκείνη είχε μείνει στο σπίτι τους για να ξεδιαλέξει τα απολύτως απαραίτητα που θα ’παιρναν μαζί τους, εκείνος είχε αμοληθεί στους δρόμους για να τακτοποιήσει τις ύστατες εκκρεμότητες – ποιος ξέρει πότε θα επέστρεφαν; πιθανόν και ποτέ…), μόλις με αντίκρισε ο Στράτος χέρι χέρι με τη Μαρκέλλα τού έπεσε το σαγόνι. «Τρελάθηκες;» εξερράγη. «Τι την κουβάλησες αυτήν εδώ;» «Ήθελα να ’μαι το στερνό μου βράδυ στην Ελλάδα μαζί της!» απάντησε η θεία μου κάθε άλλο παρά απολογητικά. «Μη σου περνάει απ’ το μυαλό πως θα τη χώσεις στη ζούλα στο τρένο!» μούγκρισε ο Στράτος. Όλη η τρυφερότητα, όλη η στοργή που μου έδειχνε τα τελευταία τρία χρόνια είχε διαμιάς εξανεμιστεί. «Για τέτοια με έχεις;» του έριξε η Μαρκέλλα ένα δηλητηριώδες βλέμμα. «Κάτσε, Νικούλα μου!» με τοποθέτησε δίπλα της στο τραπέζι. «Κι εσύ, κύριε, παράγγειλε να φέρουν τίποτα να τσιμπήσουμε. Το παιδί πεινάει!»
Είχα, πιστεύω, εκ γενετής εκτεθεί σε περισσότερες εμπειρίες απ’ τη συντριπτική πλειονότητα των συνομηλίκων μου. Ήμουν συνηθισμένη στο καινούριο και στο αλλόκοτο. Κι όμως, τα όσα είδα κι άκουσα στον «Μαύρο Γάτο» μου έκαναν μοναδική εντύπωση.
Επρόκειτο για μία υπόγεια αίθουσα με καμιά εικοσαριά ξύλινα τραπέζια, στρωμένα με λαδόχαρτο. Στο πάτωμα, στο μωσαϊκό, είχαν ρίξει πριονίδι. Στο κέντρο κάθε τραπεζιού υπήρχε μια μεγάλη λάμπα πετρελαίου που η έντασή της αυξομειωνόταν κατά τα γούστα των θαμώνων. Επικρατούσε δηλαδή σχεδόν ημίφως. Παρ’ όλ’ αυτά, οι σερβιτόροι πηγαινοέρχονταν φουλαριστοί, φορτωμένοι με δίσκους που ξεχείλιζαν: αρνίσια κεφαλάκια και κοτόπουλα στη σούβλα, μπριζόλες και θαλασσινά στα κάρβουνα για γαρνιτούρα, λόφοι από μακαρόνια και οροσειρές από πατάτες.
Ο «Μαύρος Γάτος» είχε γεμίσει από τους επιβάτες του συρμού για τη Βιέννη, οι οποίοι εννοούσαν να ξεφαντώσουν πριν από την αναχώρησή τους. Σαμπάνιες άνοιγαν και άφριζαν. Πούρα άναβαν, ναργιλέδες γουργούριζαν. Παρατηρούσα γύρω μου, ντροπαλά μα κυρίως κατάπληκτα: Γυναίκες που είχαν έρθει, αυγουστιάτικα, με γούνες και είχαν φορέσει στα δάχτυλα, στα μπράτσα, στους λαιμούς τους όλα τους τα χρυσαφικά έτσι παρέκαμπταν τον κανόνα της μιας βαλίτσας ανά επιβάτη. Άντρες –ανάμεσα τους και ο Στράτος– που δε δίσταζαν να ακουμπάνε τα πιστόλια τους δίπλα στα πιάτα. «Βάλε το αμέσως μέσα!» τον διέταξε η Μαρκέλλα. Την κοίταξε εκείνος στραβά, το σκέπασε ωστόσο με μια πετσέτα.
Αφού καταβρόχθισαν τον αγλέορα, αριβάρισαν οι μουσικοί. Δυο μπουζουξήδες, ένας κιθαρίστας, ένας με ακορντεόν και μια κοπέλα με ντέφι και με κόκκινα μαλλιά. Εγώ –αν εξαιρέσεις το πρεζάκι στη Σίφνο– δεν είχα ξανακούσει ρεμπέτικα, μου ήταν τελείως ξένα. Τράβηξαν πέντε καρέκλες κι έφτιαξαν ένα αυτοσχέδιο πάλκο. Ο ήχος τους μου φάνηκε στην αρχή μονότονος και κλαψιάρης. Όσο περνούσε όμως η ώρα, τόσο γλύκαινε στα αυτιά μου. Βοήθαγαν σίγουρα και οι αναθυμιάσεις από το «λιβάνι», δηλαδή το χασίσι, που έκαιγε στους ναργιλέδες. Άμαθο καθώς ήμουνα, του γάλακτος, σύντομα περιήλθα σε μια πρωτόγνωρη, ονειρική κατάσταση. Βάρυνα, κούρνιασα γλυκά στην αγκαλιά της θείας μου. Μα όποτε άνοιγα τα βλέφαρά μου, αντιμετώπιζα και μια καινούρια ψυχεδελική εικόνα: Πέντε άντρες, πιασμένοι σε ένα πολύ γρήγορο χασαποσέρβικο, να βροντάνε τα πόδια τους στο μωσαϊκό. Οι σόλες των παπουτσιών τους πρέπει να είχαν καρφωμένα πέταλα, αλλιώς δεν εξηγείται ο εκκωφαντικός θόρυβος που έκαναν, λες και κάλπαζε κοπάδι… Ένας τους να χορεύει ζεϊμπέκικο, με μαχαίρι στα δόντια, κι ο φίλος του να χύνει οινόπνευμα στο πάτωμα και να το ανάβει. Η τραγουδίστρια να βαράει το ντέφι της διονυσιακά και δυο θαμώνες να τη σηκώνουν με την καρέκλα και να την περιφέρουν μες στην αίθουσα. Λόγω της διαφοράς ύψους τους –ο ένας κρεμανταλάς, ο άλλος κοντούλης– ο αυτοσχέδιος θρόνος έγερνε και η τραγουδίστρια πότε τσίριζε έντρομη, πότε ξεκαρδιζόταν.
Ο Στράτος ήρθε στο τσακίρ κέφι και η αγάπη του για μένα ξαναζωντάνεψε. «Δε μου κάνει καρδιά να την αφήσουμε εδώ τη μικρούλα!» ανακοίνωσε στη Μαρκέλλα. «Ας πάει και το παλιάμπελο, θα την πάρουμε μαζί μας!» Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Δε με είχαν βέβαια ενημερώσει για το πού θα πήγαιναν – διαισθανόμουν όμως τα χειρότερα. «Η Νίκη έχει γονείς!» τον έκοψε η θεία μου, η μόνη μάλλον που παρέμενε τελείως ξεμέθυστη εκεί μέσα. «Μπα; Δεν τους είδαμε τόσα χρόνια…» σάρκασε ο Στράτος και της ξεχείλισε το ποτήρι με σαμπάνια. Η Μαρκέλλα έγινε κατακόκκινη από θυμό – ποιος ξέρει τι θα επακολουθούσε μεταξύ τους άμα δεν έμπαιναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή στον «Μαύρο Γάτο» οι Γερμανοί.
Με το που εμφανίστηκαν οι στολές στο κατώφλι, η μουσική ακαριαία σταμάτησε και οι θαμώνες ανασκουμπώθηκαν. «Ο συρμός, κυρίες και κύριοι, είναι έτοιμος προς αναχώρησιν…» ανήγγειλε ο επικεφαλής του αποσπάσματος, ο οποίος φορούσε λευκή καμπαρντίνα και είχε μεταλλική φωνή. «Θα επιβιβαστείτε στα δύο στρατιωτικά οχήματα που περιμένουν απέξω και θα μεταβείτε εις τον Σταθμόν Λαρίσης. Προηγουμένως όμως, για λόγους τυπικούς, θα μας επιτρέψετε μια σωματική έρευνα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, δεν επιτρέπετε να φέρετε όπλα. Θα τα κρατήσουμε εμείς και θα σας τα παραδώσουμε άμα τη αφίξει μας εις Βιέννην…»
Όσο και αν δυσανασχετούσαν οι μεγαλόσχημοι δωσίλογοι, δεν μπορούσαν παρά να συμμορφωθούν. Μία μία οι παρέες εξοφλούσαν τον λογαριασμό τους στον μετρ του «Μαύρου Γάτου», ακουμπούσαν τα πιστόλια τους σε έναν πάγκο και στήνονταν, με τα χέρια ψηλά και τα πόδια μισάνοιχτα, για να τους ψάξουν οι φαντάροι. Οι κυρίες δεν εξαιρούνταν.
Πολύ πριν φτάσει η σειρά μας, η Μαρκέλλα σηκώθηκε από το τραπέζι. «Πού πας;» απόρησε ο Στράτος. «Να βάλω τη Νίκη σε ένα ταξί και να τη στείλω στη γιαγιά της. Επιστρέφω!» του απάντησε και με τράβηξε από το μπράτσο. Περάσαμε χαμηλοβλεπούσες μπροστά από τους Γερμανούς, μα μόλις βγήκαμε από τον «Μαύρο Γάτο», αρχίσαμε να τρέχουμε. Γωνία Αγίου Μελετίου και Πατησίων σταματήσαμε ένα ταξί. «Στο ξενοδοχείο “Σεσίλ”, στην Κηφισιά!» διέταξε η θεία μου τον οδηγό.
Δε χρειαζόταν να είναι μάντης ο Στράτος για να καταλάβει, ύστερα από λίγη ώρα, τι είχε συμβεί. Αμφιταλαντεύθηκε άραγε έστω και για ένα λεπτό; Του πέρασε από το μυαλό να μείνει πίσω για χατίρι της Μαρκέλλας; Και να του πέρασε, έπνιξε τη σκέψη σαν νεογέννητο γατί. «Ο καθείς και τα κουμάντα του…» μονολόγησε.
«Δύο εισιτήρια δεν έχετε πληρώσει, κύριε Βρανά;» τον ρώτησε μάλλον κακεντρεχώς ο επικεφαλής του αποσπάσματος. «Εάν ταξιδεύσετε τελικώς μόνος σας, δεν δικαιούσθε δεύτερη αποσκευή. Λυπάμαι…» Ο Στράτος έριξε τότε ένα παραπονεμένο βλέμμα στη βαλίτσα της Μαρκέλλας, δικό του δώρο, από εξαιρετικό δέρμα, το οποίο κόντευε να σκιστεί από τα μετάξια κι από τα μπιζού. Διέκρινε ύστερα τους μουσικούς, καθισμένους σε ένα τραπέζι του «Μαύρου Γάτου». Άρπαξε δίχως να διστάσει τη βαλίτσα και την ακούμπησε στα πόδια της τραγουδίστριας. «Να ανάβεις μόνο κάπου κάπου το καντήλι στον τάφο του πατέρα μου, στο Πρώτο…» της παράγγειλε.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, στις τρεις παρά είκοσι πέντε μετά τα μεσάνυχτα, ο Στράτος Βρανάς στο τρένο και η Μαρκέλλα Αρμάου στο ξενοδοχείο έβγαζαν τις βέρες απ’ τα δάχτυλά τους. Έλυναν -κοινή συναινέσει ουσιαστικά τον γάμο τους…
Επιστρέφοντας το επόμενο πρωί από την Κηφισιά στην Καλλιθέα, βρήκαμε τη γιαγιά Σεβαστή να μας περιμένει στο κατώφλι. Πρώτη φορά την έβλεπα σε τέτοια κατάσταση. Έξαλλη. Έτοιμη να εκραγεί. Η Μαρκέλλα ψέλλισε κάτι δικαιολογίες -«δε γινόταν να σε ειδοποιήσω», «δε μου ’χεις εμπιστοσύνη, μητέρα;»–, αλλά η γιαγιά δεν έπαιρνε από τέτοια. Μας άρπαξε και τις δυο από το μαλλί και μας τράβηξε μες στο σπίτι. «Τράβα εσύ να πλυθείς» με πρόσταξε. «Ποιος ξέρει πού σε έσερνε η προκομμένη η κόρη μου! Κι εσύ, αλανιάρα, κάτσε και πες μου τα χαρτί και καλαμάρι!»
Και να ΄θελε η Μαρκέλλα, δε θα μπορούσε να κρυφτεί από το αδυσώπητο βλέμμα της μάνας της. Κάθε της λέξη έβγαζε τη Σεβαστή περισσότερο εκτός εαυτού. «Τη Νίκη τι την ήθελες μαζί σου;» «Για να έχω έναν λόγο να φύγω…» «Λόγο; Λόγο ή δικαιολογία; Μου κρύφτηκες, κοτζάμ γυναίκα, πίσω απ’ το παιδί; Να φύγεις; Να παρατήσεις πά’ να πει τον άντρα σου στη δύσκολη ώρα; Έτσι σε ανάθρεψα εγώ; Για τα εύκολα; Τόσο καιρό που ο κοσμάκης πείναγε και σκοτωνόταν κι εσύ είχες δεμένο τον γάιδαρο σου καλά ήταν;»
Την ξέσκιζε. Η Μαρκέλλα έμπηξε τα κλάματα. «Μην κλαις. Δε θα σε λυπηθώ. Το καλό που σε θέλω, βρες τρόπο να πας στον άντρα σου! Πάρε το αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, συνάντησέ τον στο σταθμό του τρένου και πέσε στα πόδια του…»
«Μα δεν τον αγαπάω πια…» είπε η Μαρκέλλα ρουφώντας τη μύτη της. «Δεν τον αγαπάς πια;» άλλαξε αυτομάτως ύφος η γιαγιά μου. «Αλήθεια δεν τον αγαπάς;» Η θεία μου έγνεψε καταφατικά. «Δηλαδή θα τον άφηνες και διαφορετικά να είχαν έρθει τα πράγματα;» «Ναι… Απ’ το κρεβάτι είχαμε χωρίσει εδώ και μήνες…» «Το ορκίζεσαι;» «Φιλάω σταυρό, μητέρα…» Η Σεβαστή έριξε τότε μια ερωτηματική ματιά στη Φανή, η οποία παρακολουθούσε αμίλητη τη σκηνή. Εκείνη επιβεβαίωσε την αδελφή της. «Εάν είσαι ειλικρινής, τότε σε συγχωρώ. Καθυστέρησες κιόλας… Εσύ τον αγαπάς, Φωτεινή, τον Σάββα σου;» «Και στην κρεμάλα θα ανέβαινα μαζί του!» απάντησε η Φανή. «Ευλογημένοι να ’στε» της είπε η γιαγιά.
Έτσι διδάχθηκα πως το μέτρο των πάντων είναι η αγάπη. Η οποία, όταν πιάσει φωτιά –έτσι μου το έθεσε η Μαρκέλλα–, γίνεται έρωτας.
Κεφάλαιο IX
Οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα την Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου του 1944. Τόσο συντεταγμένα και ψύχραιμα, λες και το είχαν προγραμματίσει από την ημέρα που είχαν έρθει, τριάμισι χρόνια νωρίτερα. Στις οχτώ το πρωί, ένα άγημα κατέθεσε στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη και στις εννέα και τέταρτο ένας δεκανέας υπέστειλε τη σβάστικα από την Ακρόπολη. Εάν τον παρατηρήσει κανείς στο σωζόμενο στιγμιότυπο (κάποιος τον κινηματογραφούσε να διπλώνει τη σημαία, να την παίρνει υπό μάλης και να ροβολάει με το κεφάλι ψηλά τα μαρμάρινα σκαλοπάτια), θα διαπιστώσει ότι εκτελεί με σβελτάδα ένα τυπικό μάλλον καθήκον. Τα πυρολημένα χωριά, οι νεκροί της πείνας και της Αντίστασης σίγουρα δεν περνάνε απ’ το μυαλό του.
Ένα μεγάλο κομβόι γερμανικών οχημάτων εγκατέλειπε την πόλη διασχίζοντας τις κεντρικότερες οδούς, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν ήδη αναστάσιμα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, οι δρόμοι είχαν γεμίσει από κόσμο που πανηγύριζε. Στο σπίτι μας στην Καλλιθέα, η γιαγιά μου βρισκόταν σε δίλημμα: Από τη μία λαχταρούσε να με πάρει να βγούμε κι εμείς έξω, από την άλλη φοβόταν μην κάποιος της επιτεθεί, έστω στα λόγια. Και τι θα του αντιγυρνούσε; Ότι από τους τέσσερις γιους της οι τρεις είχαν πολεμήσει στην Αντίσταση; Όταν απελευθερώνονται οι άνθρωποι, πιότερο άχτι βγαίνει παρά σέβη υποβάλλονται…
Κόντευε μεσημέρι, όταν χτύπησε το κουδούνι. Έτρεξα εγώ – μου άρεσε να προϋπαντώ τους επισκέπτες. Άνοιξα και είδα δύο πληγιασμένα πόδια μέσα σε κάτι αντρικές αρβύλες που κόντευαν να διαλυθούν. Σήκωσα τα μάτια. Ένα μαλλί αφάνα, ένα καμένο από τον ήλιο μούτρο, ένα στόμα που μόρφαζε νομίζοντας ότι χαμογελάει. Όταν τα χέρια εκείνου του σκιάχτρου απλώθηκαν προς το μέρος μου, τρομοκρατήθηκα για τα καλά και έκλεισα την πόρτα με πάταγο. «Ποιος είναι;» ρώτησε η γιαγιά. «Μια γύφτισσα… Μια ζητιάνα…» Ξανάνοιξε. Το σκιάχτρο έπεσε στην αγκαλιά της. Εγώ έμπηξα τσιρίδες. «Η μαμά σου είναι, μπρε παιδί μου! Η μανούλα σου!»
Η μανούλα μου; Αυτή ήταν η μανούλα μου; Αδύνατον! Δεν τη θυμόμουν βέβαια, δεν την είχα δει ούτε σε φωτογραφία, όλοι όμως μου περιέγραφαν μια πανέμορφη γυναίκα. Μια νεράιδα. Αχτίδα ήλιου δεν τις αγγίζει τις νεράιδες, έχουνε δέρμα μεταξένιο, διάφανο σχεδόν. Όχι στουπέτσι. «Τη μάγεψε τη γιαγιά μου η γύφτισσα!» συμπέρανα και το ’βαλα στα πόδια. Κρύφτηκα πίσω από το κιούπι με το λάδι και κράτησα την ανάσα μου. Μάταιος κόπος. Η γύφτισσα με ξετρύπωσε προτού πεις κύμινο, με σήκωσε στον αέρα και με προσγείωσε πάνω στο στήθος της. Με έσφιγγε και τρανταζόταν από τους λυγμούς. Εγώ ένιωθα ότι σκάω. Έζεχνε συν τοις άλλοις, βρομούσε σαν στάβλος. Πήγα να ξεκολλήσω, αλλά δε με άφησε. Κλαίγαμε τώρα και οι δύο γοερά, για αντίθετους όμως λόγους.
Ενώ η Σεβαστή τής ζέσταινε νερό για να πλυθεί, η Άννα τής απαριθμούσε ασθμαίνουσα τις περιπέτειές της. Πώς το εγκεφαλικό επεισόδιο του πατέρα της την είχε καθηλώσει επί μήνες στο χωριό κι ύστερα από τον θάνατό του είχε βγει στο βουνό… Πώς είχε αποπειραθεί τρεις φορές να διαπεραιωθεί στην Αθήνα, μα οι ανώτεροι της στο αντάρτικο την είχαν εμποδίσει… Πώς είχε μάθει να χειρίζεται όπλα, αλλά είχε εκπαιδευτεί και ως νοσοκόμα… «Γίνονται μεγάλα πράγματα εκεί πάνω!» είπε με ενθουσιασμό. «Μια καινούρια Ελλάδα ανατέλλει!» Η γιαγιά μου την κοίταξε πίσω από τα γυαλιά της σαν να αμφέβαλλε. «Δεν παίρνατε τα μηνύματα που σας έστελνα;» ρώτησε η μάνα μου. «Τίποτα δεν πήραμε…» «Εδώ και έναν μήνα το αποφάσισα: Θα ερχόμουν να σας βρω κι ας γύρναγε ο κόσμος ανάποδα. Κι ας με κατηγορούσαν ότι λιποτάκτησα!… Λιποτάκτησα, εδώ που τα λέμε: Έφυγα νύχτα κι ήρθα περπατώντας». «Περπατώντας;» «Διέσχισα με τα πόδια τη μισή Πελοπόννησο… Δεν είχα φύλλο πορείας –εννοείται–, δεν μπορούσα να βασίζομαι στην υποστήριξη ούτε καν των δικών μας. Γυναίκα μόνη καθώς ήμουν, φαντάζεστε πόσο κινδύνευα… Γι’ αυτό και απέφευγα τις δημοσιές. Διάλεγα μονοπάτια. Κάλλιο, έλεγα, να με φάνε τα τσακάλια παρά οι άνθρωποι…» «Κι από νερό; Κι από ψωμί;» «Ας είν’ καλά οι βοσκοί κι οι καλόγεροι… Έλεγα ότι το ’χα κάνει τάμα να φτάσω πεζή και να προσκυνήσω στη Μονή Δαφνίου. Είχα στον κόρφο μου και μια χάρτινη Παναγίτσα. Τους την έδειχνα και με πίστευαν…» Η γιαγιά μου, αντιθέτως, παρέμενε δύσπιστη. «Και έφτασες, κόρη μου, τη μέρα ακριβώς που ελευθερωθήκαμε;» «Έχω έρθει από προχθές, μα κρυβόμουν. Δε θα ’ταν ασφαλές να εμφανιστώ νωρίτερα. Δε θα ’ταν ασφαλές για σας…»
Ξάφνου η γιαγιά μου ντράπηκε. Ένιωσε πως το να ξεψαχνίζει την Άννα, να τη σκοτίζει με ερωτήσεις σαν ανακριτής ήταν μεγάλη αμαρτία. Μιλούσαν τα κουρέλια της. Μιλούσαν οι ψείρες που την έτρωγαν. «Καλώς μας ήλθες, Αννούλα μου!» είπε και της ξανάνοιξε την αγκαλιά της. «Καλώς σας βρήκα, μητέρα!»
Δυο σφουγγάρια μάδησε τρίβοντας το κορμί της. Μια πλάκα πράσινο σαπούνι έλιωσε μέχρι να διώξει τη βρόμα από πάνω της. Όταν σκουπίστηκε και χτενίστηκε κι έβαλε ένα φουστάνι της Φανής, έφερνε κάπως επιτέλους με την εικόνα της μαμάς μου όπως την είχα στο μυαλό μου. Τα μαλλιά της ήταν όντως ξανθά, στεφάνωναν σε μπούκλες το πρόσωπό της. Τα γκριζογάλαζά της μάτια είχαν μια κάπως απόκοσμη έκφραση, η οποία οφειλόταν –όπως μάθαμε πολύ αργότερα– σε αρχή νεανικού καταρράκτη. Το ρούχο της θείας μου –πιότερο ρόμπα παρά φόρεμα– της έπεφτε κοντό, τα πόδια της λεπτά κι ολόισια, χυτά. Σαν Άρτεμη έμοιαζε, σαν τη θεά του κυνηγιού που την είχα δει και θαυμάσει σε ένα βιβλίο μυθολογίας και –με την έννοια αυτή– η περιπλάνησή της στα βουνά της Αρκαδίας και της Κορινθίας ταίριαζε με την όψη της. Την κοίταζα θαμπωμένη σχεδόν. Μα ετούτο δεν αρκούσε για να την εμπιστευτώ. «Πας στο σχολείο, Νικούλα; Τι τάξη; Είσαι καλή μαθήτρια;» Η γιαγιά απαντούσε για λογαριασμό μου. Εγώ έστεκα σε απόσταση ασφαλείας, με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, αμυντικά. «Ξέρεις κανένα τραγουδάκι;» «Πες της, κορίτσι μου, το “Εις το Βουνό Ψηλά Εκεί ”…» Και να ΄θελα, το ’χα απ’ την ταραχή μου λησμονήσει. «Φέρε στη μαμά σου τις κούκλες σου! Δείξε της την ελιά του μπαμπά σου…»
Το κουκούτσι που μου ’χε δώσει ο Αντώνης στην Κέρκυρα το ’χα φυτέψει στην αυλή. Ήταν κοτζάμ δεντράκι πια, λουλούδιζε, δεν είχε όμως καρπίσει ακόμα. Το έλεγχα ανελλιπώς κάθε πρωί και βράδυ, το ανέφερα ως και στις προσευχές μου, γιατί ήμουν απολύτως βέβαιη ότι τη μέρα που θα έδινε καρπό, τη μέρα εκείνη θα επέστρεφε ο πατέρας μου. «Έχει έρθει ο μπαμπάς σου» μου ανήγγειλε η Άννα. «Πάμε τώρα να τον βρούμε!» «Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησε η γιαγιά. «Χαράματα έδεσαν στον Πειραιά δύο πολεμικά με Έλληνες απ’ τη Μέση Ανατολή. Γιατί να μην ήταν κι ο Αντώνης μέσα;»
«Και πού θα τον βρείτε;» «Πριν μας συλλάβουν το ’38, είχαμε συμφωνήσει πού ακριβώς θα σμίξουμε μόλις θα ελευθερωθούμε… Άντε, Νίκη μου, πάμε!» Το βλέμμα της γιαγιάς με ενθάρρυνε. Δέησα επιτέλους να κλείσω την παλάμη μου μες στην παλάμη της μαμάς μου.d überließ.
Κεφάλαιο X
Στους δρόμους γινόταν το σώσε. Πλήθη κρεμάμενα απ’ τα μπαλκόνια και τα τραμ. Λαός που ανέμιζε σημαίες, ελληνικές, βρετανικές, σοβιετικές –πού τις είχε κρυμμένες;—, τραγούδαγε, τσούγκριζε κόκκινα αυγά… Δεν υπήρχε περίπτωση να βρούμε όχημα να μας πάρει. Η μάνα μου έβγαλε τα τσόκαρα που της είχε δώσει η γιαγιά και τα ’χωσε στο ταγάρι της τα πέλματά της είχανε σκληρύνει ως το μη παρέκει, ένιωθε πολύ άνετα να βαδίζει ξυπόλυτη. Σκαρφαλώσαμε στον λόφο του Φιλοπάππου, αγναντέψαμε την Αθήνα που παραληρούσε, κατηφορίσαμε από τη μεριά της Ακρόπολης. Θησείο και Πετράλωνα είχε Χίτες, η μάνα μου το ήξερε. «Όποιος και να μας σταματήσει, ό,τι και να μας ρωτήσει, εσύ δε uα βγάλεις κιχ!» μου είπε και μου έσφιξε το χέρι. Είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι μαζί της. Μου άρεσε το χοροπηδηχτό περπάτημά της, οι θείες μου έδειχναν μανταμίτσες μπροστά της. Μ’ άρεσε επίσης η σιγουριά στη φωνή της, με έπειθε πως κοντά της δεν είχα να φοβηθώ τίποτα.
Περιπλανηθήκαμε κάμποσο ώσπου να φτάσουμε στον προορισμό μας. Δεν ξέρω αν είχε ξεχάσει τα κατατόπια ή εάν επεδίωκε να μπερδέψει όποιον τυχόν μας είχε πάρει στο κατόπι. Βρεθήκαμε, τέλος, μπροστά σε ένα σπιτάκι μονόπατο, σε έναν στενό χωματόδρομο. «Εδώ ζήσαμε με τον μπαμπά σου όταν πρωτοπαντρευτήκαμε… Εδώ είναι το ραντεβού μας…» μου είπε.
Στάθηκε στο κατώφλι. Εγώ έκατσα να ξαποστάσω στο σκαλοπάτι. Πέρασε αρκετή ώρα. Αγωνιούσε, ήταν φανερό. Κάθε λίγο έβγαινε στη μέση του δρόμου και κοίταζε αριστερά και δεξιά, μπας κι έρχεται κανείς. Μας έψηνε, στο μεταξύ, ο ήλιος. Έκανε καλοκαιρινή ζέστη. Της ζήτησα νερό. Δεν είχε βέβαια. «Πόσο uα περιμένουμε;» αναρωτιόμουν κι αντιμετώπιζα με τρόμο την πιθανότητα να μας έβρισκε η νύχτα στο ίδιο σημείο και να πλαγιάζαμε, νηστικές και διψασμένες, στο καλντερίμι.
Ξάφνου άκουσα πίσω απ’ την πλάτη μου ένα παντζούρι να ανοίγει. Μια εσχατόγρια, με απίθανα σκαμμένο πρόσωπο και γενάκι κατσίκας, εμφανίστηκε στο περβάζι. «Του Αρμάου δεν είσαι εσύ;» ρώτησε με σπηλαιώδη φωνή. «Σε περιμένει ο δικός σου στην Κομαντατούρ». «Πού;» «Στην Κομαντατούρα, κοπέλα μου! Τρέχα να βρεις τον άντρα σου!» «Τον έπιασαν;» αλαφιάστηκε ανοήτως η μαμά μου. «Όχι, εκείνος τους έπιασε!» έβαλε τα γέλια η γριά και ξανασφάλισε τα στόρια της.
Η Κομαντατούρ, το γερμανικό φρουραρχείο της Αθήνας, στεγαζόταν στην οδό Κοραή. Όσο ζυγώναμε, ο κόσμος πύκνωνε – απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος επικρατούσε το αδιαχώρητο. Η μάνα μου δεν πτοήθηκε. Σπρώχνοντας, βαρώντας στην ανάγκη αγκωνιές, άνοιγε δρόμο για την ίδια και για μένα.
Φτάσαμε εμπρός στο κτίριο ακριβώς τη μεγάλη στιγμή: Τρία παλικάρια είχαν σκαρφαλώσει στα κάγκελα του κεντρικού εξώστη και πριόνιζαν τις αλυσίδες που συγκρατούσαν την πινακίδα με τα γοτθικά γράμματα και τον αγκυλωτό σταυρό. Το πλήθος τούς χειροκροτούσε ρυθμικά. «Τραβηχτείτε! Θα τη ρίξουμε!» προειδοποίησε ο επικεφαλής. Μόλις που άνοιξαν οι αποκάτω ένα ημικύκλιο. «Εεεεε, οοοπ!» Θυμάμαι τη μεταλλική πινακίδα να ξεκολλάει, να κάνει μισή στροφή γύρω από τον εαυτό της και να σκάει με έναν εκκωφαντικό βρόντο στο πεζοδρόμιο. Αυτοστιγμεί οι συγκεντρωμένοι άρχισαν να χοροπηδάνε πάνω της. Ένας την μπουγέλωσε με κόκκινο χρώμα. Ένας άλλος ανενδοίαστα την κατούρησε. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα ανδρικό πουλί.
Η είσοδος του μεγάρου φρουρούνταν από δυο τρεις πάνοπλους. «Άννα Μυλωνά» είπε η μάνα μου, μα το άκουσμα του πατρικού της ονόματος τους άφησε τελείως ασυγκίνητους. «9ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ…» «Και τι θες;» τη ρώτησαν με μισό στόμα. «Η γυναίκα του Αντώνη Αρμάου είμαι!» Ευθύς παραμέρισαν για να περάσουμε.
Σε όλους τους ορόφους επικρατούσε τρομερή βαβούρα. Οι καινούριοι κρατούντες έψαχναν εξονυχιστικά κάθε συρτάρι, κάθε ερμάριο σε αναζήτηση στοιχείων που τυχόν είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί. Εκείνοι είχαν –εννοείται– κάψει τα πάντα. Μπαινοβγαίναμε από δωμάτιο σε δωμάτιο ψάχνοντας τον μπαμπά μου. Τον βρήκαμε στο πάνω πάνω πάτωμα, στο μοναδικό γραφείο που ήταν κλειδωμένο, συνεδρίαζε γαρ εκεί μέσα κάποια ανώτατη επιτροπή…
Όπως η μάνα μου, έτσι κι εκείνος δεν είχε καμιά σχέση με την εικόνα που είχα στο μυαλό μου: Αντί για τις ρίγες της φυλακής, φορούσε τώρα άσπρο κολλαριστό πουκάμισο, σταυρωτό κοστούμι και μεταξωτή γραβάτα. Ήτανε κόντρα ξυρισμένος και μαυρισμένος από την ντάλα της Αιγύπτου. Με πήρε στην αγκαλιά του, «φύτεψες το κουκούτσι που σου έδωσα;» με ρώτησε συνωμοτικά. Πριν επιστρέψει στα επείγοντα καθήκοντά του –σχεδίαζαν την επανέκδοση του «Ριζοσπάστη»–, μου καρφίτσωσε στο πέτο ένα κόσμημα που μου ’χε στείλει, λέει, ένας «πολύ δικός μας άνθρωπος». Ντράπηκα να ρωτήσω ποιος. Ήταν ένα σφυροδρέπανο. Ολόχρυσο.
Μείναμε μες στο κτίριο κάμποσες ώρες. Η υπερένταση εξελισσόταν σε γλέντι. Κατέφθαναν νταμιτζάνες με κρασί και γουρουνοπούλες σουβλιστές στη λαδόκολλα. Φτιάχτηκε εκ των ενόντων μια ορχήστρα –ακορντεόν, κιθάρες και τρομπέτες–, βγήκαν οι μουσικοί σε δυο πλαϊνά μπαλκόνια και άρχισαν να παίζουν δημοτικά, αλλά και τανγκό, και φυσικά εμβατήρια. Εγώ, ανάμεσά τους σαν τη μασκότ, χαιρετούσα τον κόσμο που παραληρούσε ανεμίζοντας ένα κόκκινο μαντίλι. Όταν βαρέθηκα, βρέθηκα να κρατάω ένα πινέλο, να το βουτάω σε έναν τενεκέ με χρυσή μπογιά και να βοηθάω στο βάψιμο ενός πελώριου ξύλινου «Ε». Τρία γράμματα θα στερεώνονταν στην πρόσοψη του μεγάρου. «Ε», «Α», «Μ»…
Νύχτωνε όταν βγήκαμε στην οδό Κοραή. Η ευτυχία μου δε λεγόταν καθώς περπατούσα επιτέλους χέρι χέρι με τους γονείς μου, που είχαν επιστρέφει απελευθερωτές. Μπήκαμε σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και πήγαμε στην Καλλιθέα, να σμίξει ο μπαμπάς με τη γιαγιά μου. Όταν με ρώτησαν εάν προτιμούσα να κοιμηθώ εκεί ή να τους ακολουθήσω σε ένα σπίτι «δικό τους» στα Πατήσια, δεν το σκέφτηκα στιγμή. Ίσως επειδή δεν κατάλαβα τι σήμαινε «δικό τους». Η γιαγιά μού έβαλε σε ένα μπογαλάκι τη νυχτικιά και την αγαπημένη μου κούκλα, την Νταντούνα.
Το βιβλίο
Χρήστος Χωμενίδης: Νίκη
εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014, 494 σελίδες, περ. 19 ευρώ
ISBN 978-960-165-248-1
Για το μυθιστόρημα Νίκη απονεμήθηκε στον Χωμενίδη το 2015 το Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας, το βραβείο του περιοδικού ο αναγνώστης και το βραβείο αναγνωστών Public. Τον Δεκέμβριο του 2021 τιμήθηκε με το Prix du Livre Européen, το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος. Για τη Νίκη δημοσιεύτηκαν εξαιρετικά θετικές κριτικές στον Τύπο της Γαλλίας, των ΗΠΑ και της Ολλανδίας.
Ο συγγραφέας
Ο Χρήστος Χωμενίδης γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα, κατάγεται από οικογένεια πολιτικών και είναι πτυχιούχος νομικής. Γράφει σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά και δραστηριοποιείται πολιτικά. Επιπλέον εργάζεται ως σεναριογράφος ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Από το πρώτο του μυθιστόρημα Το έξυπνο παιδί (1993) συγκαταλέγεται στους πιο έμπειρους, γνωστούς και επιτυχημένους Έλληνες μυθιστοριογράφους. Στη Βικηπαίδεια εδώ.
Απόσπασμα: Χρήστος Χωμενίδης. Παρουσίαση: Michaela Prinzinger σε μετάφραση Α.Τσίγκα. Φωτογραφίες: εκδόσεις Πατάκη. Σύνταξη: Α.Τσίγκας.
Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη και στα: