Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη

Αστικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Λευτέρη Γιαννακουδάκη

Ένας νεαρός πυγμάχος αποτυγχάνει λόγω προβλήματος υγείας στον τελικό αγώνα του Πανελληνίου πρωταθλήματος. Δεκαετίες αργότερα βρίσκεται ως απογοητευμένος σαραντάρης στην οικονομική κρίση του 2008.  Άθελά του παρασύρεται σε μια δίνη βίας και αναγκάζεται να παλέψει για τη ζωή των φίλων του.

Η υπόθεση

Αθήνα, Δεκέμβρης 2008. Ο Αλεξάγγελος Ελεφάντης, ένας σαραντάχρονος απόμαχος πυγμάχος και δηλωμένος ροκάς, ζει με τις αναμνήσεις των χαμένων ευκαιριών χωρίς να έχει ξεπεράσει τον ανεξιχνίαστο θάνατο της Αθηνάς, της μεγάλης του αγάπης. Η αυτολύπησή του διαταράσσεται σοβαρά όταν ένας άγνωστός του καθηγητής πανεπιστημίου τού κληροδοτεί ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Σε αντάλλαγμα ο Αλέξανδρος πρέπει να προσέχει για κάποιο διάστημα τη Θάλεια, τη δεκαεξάχρονη κόρη του καθηγητή, και τον σκύλο της, πράγμα που αποδεικνύεται όχι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου από έναν αστυνομικό προκαλεί κοινωνική έκρηξη, η Αθήνα παίρνει κυριολεκτικά φωτιά. Η Θάλεια εμπλέκεται στις ταραχές και ο Αλεξάγγελος αναγκάζεται να μην την αφήνει μόνη. Τα γεγονότα τού ξυπνούν αναμνήσεις ενός Δεκέμβρη πριν από δεκαεπτά χρόνια. Τα προσωπικά του φαντάσματα ζητούν λύτρωση.

Το βιβλίο του Λευτέρη Γιαννακουδάκη αποτελεί μια μικρογραφία της αθηναϊκής αστικής κοινωνίας. Τα πραγματικά γεγονότα του 2008 αποτελούν το σκηνικό του μυθιστορήματος με soundtrack ελληνικό και διεθνές ροκ. Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με τους στίχους ενός τραγουδιού που μας συνοδεύουν στις επόμενες σελίδες με αναφορές (και υπαινιγμούς) στο ροκ, την ιστορία της μουσικής και τη λογοτεχνία. Μέσα από ανατροπές και συμπτώσεις έρχονται στο φως σαν παζλ όλο και περισσότερες λεπτομέρειες του βίαιου παρελθόντος ενός κύκλου που δρούσε πολύ κοντά στον Αλεξάγγελο. Το πρόβλημα του ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας, ο στωικός φιλόσοφος Ζήνων ο Κιτιεύς, ο Αργεντινός ποιητής Χουάν Γκέλμαν και ο πάντα προκλητικός Ηλίας Πετρόπουλος αποτελούν στοιχεία που προωθούν την κινηματογραφική πλοκή του βιβλίου.

Το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα που περιγράφει τη γνωριμία του πρωταγωνιστή Αλεξάγγελου με τον μεγάλο του έρωτα, την Αθηνά, σε νεαρή ηλικία.

Metalltreppe

Οι σκάλες

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει
τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι
μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;
Βάλτε να πιούμε!

Βάλτε να πιούμε, Διάφανα Κρίνα

Το Purple Haze ήταν ένα σκοτεινό υπόγειο που πριν από είκοσι χρόνια αποτελούσε έναν από τους πιο underground συναυλιακούς χώρους της Αθήνας. Καλλιτέχνες όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος, οι Τρύπες, οι Panx Romana κ.ά. είχαν αφήσει σημάδια από τον ιδρώτα και σκόνη από τα φθαρμένα παπούτσια τους στη μικρή σκηνή του. Εδώ είχε δει πρώτη φορά τις Τρύπες, ένα βροχερό βράδυ του Φλεβάρη του 1989, όταν γνώρισε την Αθηνά, ενώ καταϊδρωμένος περίμενε τον φίλο του, ο οποίος την έπεφτε σ’ ένα πανκί με μισοξυρισμένο κεφάλι στο μπαρ. Η συναυλία ήταν εξουθενωτική, ο Αγγελάκας χοροπηδούσε σαν δαιμονισμένος και το πλήθος παρασυρμένο από τον ρυθμό τιναζόταν σαν να το διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Όλοι ζητούσαν από το γκρουπ να τραγουδήσει την Ασφάλεια, ένα κομμάτι για τους μπάτσους που τότε εκείνος δεν το γνώριζε. Όταν τελικά το συγκρότημα έκανε το χατίρι του κοινού, έγινε πανζουρλισμός, όλοι φορούσαν  αρβύλες, ο ίδιος ένα ζευγάρι Dr Martens που του είχε  φέρει ο ξάδελφος από την Αγγλία και τα καλάμια του  είχαν πονέσει από τις κλοτσιές που είχε δεχθεί. Κάθισε  στη σκάλα της εξόδου ενώ όσοι έφευγαν περνούσαν  σχεδόν από πάνω του, ακριβώς μπροστά του –στο δεύτερο σκαλί– κάθισε μια κοπέλα με κοντό μαύρο μαλλί  χτενισμένο όπως αυτό της Siouxsie Sioux στο βίντεο  κλιπ του Happy House. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία  μέχρι τη στιγμή που γύρισε το κεφάλι προς το μέρος  του ζητώντας του φωτιά …

Το μαγαζί δεν είχε αλλάξει καθόλου από τότε, μόνο που η αίγλη του είχε σβήσει. Πλέον χαρακτηριζόταν ως μια σκοτεινή τρύπα χωρίς εξαερισμό, που φιλοξενούσε μικρά συγκροτήματα τα οποία δεν θα γίνονταν ποτέ διάσημα και ξεχασμένους ροκάδες. Έξω από την είσοδο ήταν μαζεμένοι πιτσιρικάδες που τον κοίταζαν με περίεργο βλέμμα καθώς έμπαινε μέσα· δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ήταν τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερός τους. Το εσωτερικό του Purple Haze ήταν σχεδόν γεμάτο, η συναυλία δεν είχε αρχίσει ακόμη.
[…]

– Μπίρα;
– Οκ.
Σηκώθηκε από τη σκάλα και προχώρησε ενάντια στο ρεύμα προς το μπαρ. Ο φίλος του είχε φάει τη χυλόπιτα και κατευθυνόταν προς την έξοδο μουτρωμένος. Διασταυρώθηκαν και χαιρετήθηκαν, η ζωή είναι ρουλέτα, κάποιος χάνει κι άλλος κερδίζει. Πήρε τις μπίρες και έναν αναπτήρα από τον μπάρμαν και γύρισε στη σκάλα, η Siouxsie ήταν ακόμη εκεί και τον περίμενε. Τον κέρασε τσιγάρο κι εκείνος ντράπηκε να αρνηθεί την προσφορά και το άναψε επιδεικτικά με αποτέλεσμα να ξεραθεί στον βήχα. Ξεκαρδίστηκε στα γέλια κι αυτός ήπιε μονορούφι την μπίρα για να συνέλθει. Ήταν είκοσι ενός ετών κι αυτή δεκαεννιά και το μόνο που θόλωνε τα βλέμματά τους ήταν ο καπνός του τσιγάρου.
[…]

Haustreppe

Δεν είχε πού να κρυφτεί όταν βγήκε από το μπάνιο. Είχε σχεδόν κάνει εμετό πάνω της, άμαθος καθώς ήταν από το ποτό. Τον έβαλε σ’ ένα ταξί και τον πήγε σπίτι του. Έμενε τότε σ’ εκείνη την γκαρσονιέρα στα Εξάρχεια που δεν είχε ασανσέρ κι έπρεπε ν’ ανέβεις τρεις ορόφους με τα πόδια. Ανεβοκατέβαινε τις σκάλες πέντε φορές τη μέρα για να κρατιέται σε φόρμα, αλλά τώρα τα πόδια του δεν τον στήριζαν καν. Η Αθηνά τραγουδούσε το Θλιμμένοι στη γιορτή μας, από το πρώτο σκαλοπάτι μέχρι το τελευταίο. Όταν την είδε να βάζει το κλειδί στην πόρτα, θυμήθηκε ότι το κρεβάτι του δεν ήταν στρωμένο, τα ρούχα του ήταν απλωμένα παντού και στην κουζίνα υπήρχαν άπλυτα πιάτα. Δεν πρόλαβε να απολογηθεί, έπρεπε να τρέξει αμέσως στην τουαλέτα. Επιστρέφοντας στο δωμάτιο τη βρήκε να κάθεται στο ξέστρωτο κρεβάτι και να κοιτάει τους δίσκους που είχε απλώσει πάνω του.

«Αυτή είναι δισκάρα» είπε δείχνοντας το εξώφυλλο του John Lennon/Plastic Ono Band. Έβγαλε το βινύλιο από τη θήκη του κι εκείνος που δεν άφηνε ποτέ κανένα να αγγίζει τους δίσκους του, δεν πειράχτηκε. Άφησε τη βελόνα απαλά πάνω του, η εισαγωγή από το Working class hero ξεκίνησε.
[…]

Τα χείλη του είχαν ενωθεί με αυτά της Αθηνάς, ένα φιλί το οποίο δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, όσο μεθυσμένος κι αν ήταν, ένα φιλί που διακόπηκε απότομα από την ανάγκη του να πάει για άλλη μια φορά στο μπάνιο. Καθώς έκανε εμετό, σκέφτηκε ότι δεν θα ήθελε να τον ξαναδεί ποτέ, σίγουρα θα την προσέβαλε το γεγονός ότι έφυγε από τα χείλη της για να πάει να ξεράσει. Έπλυνε ξανά τα δόντια και βγήκε τρέμοντας από την ντροπή και τη ζαλάδα. Η Αθηνά του χαμογέλασε, τον έπιασε από το χέρι και τον έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι. Του έβγαλε τα παπούτσια, τον ξάπλωσε, κι ενώ εκείνος αναρωτιόταν αν θα τα κατάφερνε να αντεπεξέλθει, εκείνη τον σκέπασε με την κουβέρτα και τον καληνύχτισε. Έμεινε να την κοιτά να φεύγει, χωρίς να καταφέρει να αρθρώσει τίποτα παραπάνω από ένα ψευδό «αντίο», νιώθοντας τόσο ηλίθιος και πιστεύοντας ότι δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά.

Την επόμενη μέρα τον ξύπνησε το κουδούνι κι όταν άνοιξε αναμαλλιασμένος και χωρίς να έχει πλυθεί, την αντίκρισε να του χαμογελάει κρατώντας στο χέρι της έναν χυμό και δύο τυρόπιτες. Η ζωή τους ξεκινούσε …

Giannakoudakis und Cover

Ο συγγραφέας

Ο Λευτέρης Γιαννακουδάκης γεννήθηκε το 1972 στο Ηράκλειο. Σπούδασε βιολογία στην Αθήνα και εκδίδει πεζογραφήματα από το 2000. Τα μυθιστορήματά του έχουν διακριθεί επανειλημμένα και τα διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές ανθολογίες. Ο Γιαννακουδάκης εργάζεται επίσης ως σεναριογράφος. Ζει στην Κρήτη, όπου διδάσκει βιολογία και δημιουργική γραφή. Το μυθιστόρημα του ΣΚΙΑ κυκλοφορεί ήδη στα γαλλικά και τα Φαντάσματα του Δεκέμβρη θα ακολουθήσουν.

Το βιβλίο

Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012, 376 σελίδες
ISBN13: 9789605018962
Μόνο στα ελληνικά. Ζητείται γερμανικός εκδοτικός οίκος.
Αν ενδιαφέρεστε, απευθυνθείτε στην κα Κ. Φράγκου www.irisliteraryagency.gr

Απόσπασμα: Λευτέρης Γιαννακουδάκης. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: εκδόσεις Μεταίχμιο και Α. Τσίγκας.

Schreibe einen Kommentar