Μαργαρίτα Λυμπεράκη: Τα ψάθινα καπέλα

Βιβλιοπαρουσίαση του Τόμας Πλάουλ

To diablog.eu παρουσιάζει μια μικρή σειρά καλοκαιρινών αναγνωσμάτων. Την αρχή κάνει ο Τόμας Πλάουλ με το κλασικό πλέον μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη.

Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 και μεγάλωσε με τους παππούδες της, οι οποίοι ήταν βιβλιοπώλες και εκδότες. Μετά τις σπουδές της στη νομική και τη δημοσίευση δύο μυθιστορημάτων, εγκατέλειψε τον σύζυγο και τη μικρή κόρη της το 1947 και μετακόμισε στο Παρίσι, όπου πέθανε το 2001.

Στο Παρίσι συνδέθηκε με Έλληνες και Γάλλους διανοούμενους, μεταξύ των οποίων οι νομπελίστες Οδυσσέας Ελύτης και Αλμπέρ Καμύ. Έγραψε σενάρια, θεατρικά έργα και πεζογραφήματα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να επαναλάβει την επιτυχία που γνώρισε με το μυθιστόρημά της «Τα ψάθινα καπέλα», που εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1946. Το βιβλίο της αυτό, ένα από τα πιο επιτυχημένα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόθηκε το 2021 και στα γερμανικά.

Μαργαρίτα Λυμπεράκη σε ταράτσα

Ο Τόμας Πλάουλ γράφει για τη γερμανική εκδοχή του βιβλίου:

Πρωταγωνίστριες στα «Ψάθινα καπέλα» είναι τρείς αδελφές που ζουν ανέμελα σε ένα μεγάλο κτήμα κοντά στην Αθήνα. Μαθαίνουμε πολλά για τα όνειρα και τις προσδοκίες των τριών νεανίδων, αλλά και για τους φόβους τους για το μέλλον. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1930 είναι ένας ανδροκρατούμενος κόσμος στον οποίο οι γυναίκες πρέπει να προσαρμοστούν. Οι αδελφές αντιμετωπίζουν αυτές τις κοινωνικές συμβάσεις κάθε μια με τον τρόπο της: Η μεγαλύτερη, η Μαρία, βλέπει μετά από μια ερωτική περιπέτεια την αποστολή της ζωής της στο γάμο και τη μητρότητα, ενώ η Ινφάντα, η μεσαία αδελφή, συγκρατημένη και απόμακρη, ενδιαφέρεται περισσότερο για το άλογό της παρά για τους άνδρες. Η Κατερίνα, η μικρότερη, είναι από τη φύση της ατίθαση και επινοεί σχεδόν εμμονικά φανταστικές βιογραφίες όπως και ιστορίες αγάπης και έρωτα.

Η Λυμπεράκη αφήνει την Κατερίνα να αφηγηθεί την ιστορία, αν και περιστασιακά χρησιμοποιεί και τη δική της οπτική. Οι αναμνήσεις της μικρής αδελφής από τη ζωή στο κτήμα, οι διαπροσωπικές σχέσεις τού περιβάλλοντός της και η φύση γύρω της συνθέτουν ένα ειδύλλιο. Δεν λείπουν ωστόσο και δραματικά γεγονότα όπως εγκατάλειψη, διαζύγιο, έκτρωση, ακόμα και βιασμός.

Μια υπαρξιακή ανησυχία ταλανίζει και την ίδια την Κατερίνα, καθώς αναρωτιέται επανειλημμένα  αν η ζωή ως συγγραφέας που επιδιώκει μπορεί να συμβιβαστεί με εκείνη της συζύγου και μητέρας. Αποδίδει αυτές τις εσωτερικές συγκρούσεις της στην «Πολωνέζα γιαγιά» της, η οποία είχε εγκαταλείψει τον παππού της Κατερίνας για έναν άλλο άνδρα. Περιβάλλεται από ένα μυστήριο, το οποίο η Κατερίνα λύνει μόλις στο τέλος του βιβλίου.

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης «Τα ψάθινα καπέλα» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη έχει έναν σαγηνευτικό αισθησιασμό, τον οποίο η Michaela Prinzinger μετέφερε στα γερμανικά με λεπτό γλωσσικό αισθητήριο. Η συγγραφέας μάς οδηγεί με μεγάλη ενσυναίσθηση και ψυχολογική ευαισθησία στον κόσμο των εμπειριών, της φαντασίας και της εσωτερικής ζωής των πρωταγωνιστριών της. Αυτή η γυναικεία οπτική της πατριαρχικής κοινωνίας κάνει το βιβλίο μια πρώιμη μαρτυρία μυθιστορήματος γυναικείας χειραφέτησης που πραγματεύεται την ένταση μεταξύ της συμβατικότητας των ρόλων και της γυναικείας αυτοπραγμάτωσης, στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ μητρότητας και καλλιτεχνικής ιδιότητας.

Το μυθιστόρημα αποτελεί συγχρόνως μαρτυρία της εποχής του: τα «Ψάθινα καπέλα» διαδραματίζονται στα μέσα της δεκαετίας του 1930, λίγο προτού η Ελλάδα βρεθεί στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και υποστεί για τέσσερα χρόνια τη γερμανική κατοχή. Πριν καλά καλά αυτή τελειώσει, βυθίζεται η χώρα στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ αριστερών και φιλοβασιλικών δυνάμεων. Όταν το βιβλίο εκδόθηκε το 1946 απετέλεσε μια λογοτεχνική όαση σε άνυδρους καιρούς. Αποτελεί την προσπάθεια αντιμετώπισης της σκληρής πραγματικότητα μέσω της τέχνης της αφήγησης τονίζοντας με τον τρόπο αυτό την αυτονομία της τέχνης. Η Λυμπεράκη περιγράφει τον αφηγηματικό-μυθοπλαστικό χαρακτήρα των αναμνήσεων της Κατερίνας ως εξής:

Κάπως έτσι θα ΄΄γιναν τα πράγματα. Προσπάθησα να τα διηγηθώ με τη σειρά και να μην πω κανένα ψέμα. Αλλά πάλι πώς να ξεχωρίσει κανείς αυτά που στ΄ αλήθεια συμβαίνουν απ’ αυτά που νομίζει πως συμβαίνουν; Να ‘ταν άραγε το βήμα της θείας Τερέζας τόσο αόριστο; Και τα χέρια του Δαβίδ τόσο εκφραστικά και γυναικεία; Και του Αντρέα τα μάτια τόσο αστραφτερά; Α, ξέχασα, τον Αντρέα δεν τον έχω δει, μόνο στον ύπνο μου τον είδα.

Σε κάποιο άλλο σημείο, έχει κανείς την υποψία ότι ακούει έναν ανεπαίσθητο «λογοτεχνικό αναστεναγμό» που μπορεί να έχει τις ρίζες του στην περίοδο του Μεσοπολέμου όταν γράφτηκε το μυθιστόρημα αυτό:

Έτσι γλίστρησαν οι μέρες. Και δεν το παίρναμε είδηση ως τώρα. Μας φτάναν οι θύμησες κι οι αναμονές. Όμως ξυπνήσαμε. Δεν μπορούμε πια να στεκόμαστε κατάντικρυ στον ήλιο με μισόκλειστα μάτια.

Τα «Ψάθινα καπέλα» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη είναι μια λυρική ωδή στη νιότη και την ενηλικίωση, μια γυναικεία οπτική της χειραφέτησης απέναντι στον ανδροκρατούμενο κόσμο που στις μέρες μας σκηνοθετεί την επόμενη μη διαχειρίσιμη ανθρώπινη τραγωδία. Η ουτοπική αφήγηση της Λυμπεράκη διαθέτει ωστόσο τη δύναμη να αντιμετωπίσει ακόμα και αυτήν.

Μ. Λυμπεράκη, γερμ. και ελλην. εξώφυλλο

Το βιβλίο

Μαργαρίτα Λυμπεράκη, «Τα ψάθινα καπέλα», μυθιστόρημα, 400 σελίδες. Εκδόσεις Καστανιώτη, επανέκδοση 2002.

Η βιβλιοπαρουσίαση του Thomas Plaul πρωτοδημοσιεύτηκε στο SR2-KulturRadio, εδώ με την ευγενική παραχώρηση του σταθμού. Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος δημοσιεύονται με την ευγενική παραχώρηση των εκδόσεων Καστανιώτης. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: Politycki & Partner και εκδόσεις Καστανιώτη.

Schreibe einen Kommentar