ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ 4 – Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης: Οι «μικρές» γλώσσες στη γερμανόφωνη αγορά βιβλίου

Άρθρο του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021 πραγματοποιήθηκε ως Webinar στην πλατφόρμα Zoom η δεύτερη από τις τρεις συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης στο πλαίσιο του κύκλου διαδικτυακών επιμορφωτικών σεμιναρίων ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ, που διοργανώνει το κοινωφελές σωματείο Diablog Vision e. V. σε συνεργασία με το Lettétage e.V.

Το πρόγραμμα ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ σχεδίασε η δρ Μιχαέλα Πρίντσιγκερ, πρόεδρος του Diablog Vision e. V., και χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Ταμείο Μεταφραστών στο πλαίσιο του προγράμματος «Πολιτισμική επανεκκίνηση» της Επιτρόπου Πολιτισμού και Μέσων Ενημέρωσης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Γερμανίας.

Η συζήτηση στρογγυλής τραπέζης ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ 4 με θέμα «Οι “μικρέςˮ γλώσσες στη γερμανόφωνη αγορά βιβλίου» ήταν ανοιχτή στο κοινό, όπως όλες οι συζητήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ, και πραγματοποιήθηκε στη γερμανική γλώσσα.

Καλεσμένοι ομιλητές στη συζήτηση ήταν ο φιλόλογος Γερμανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, ιστορικός και πολιτικός επιστήμων Ingo Držečnik, ο οποίος θα μιλούσε με την ιδιότητα του ιδρυτή και εκδότη του εκδοτικού οίκου Elfenbein Verlag στο Βερολίνο, ο ιστορικός Τέχνης και θεωρητικός λογοτεχνίας Sebastian Guggolz, ο οποίος θα μιλούσε επίσης με την ιδιότητα του ιδρυτή και εκδότη του εκδοτικού οίκου Guggolz Verlag, με έδρα επίσης το Βερολίνο, και η Erika Hornbogner, η οποία διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Drava Verlag με έδρα το Κλάγκενφουρτ στην Αυστρία.

Τον συντονισμό της συζήτησης είχε αναλάβει ο Θεόδωρος (Τέο) Βότσος, μεταφραστής ο ίδιος γερμανόφωνης λογοτεχνίας στα ελληνικά αλλά και ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά και πολιτιστικός συντάκτης. Αφού καλωσόρισε το κοινό και τους ομιλητές, ανέφερε ότι λόγω ασθένειας η Erika Hornbogner δεν θα συμμετείχε τελικά στη συζήτηση και υποσχέθηκε να κάνει ίδιος μια μικρή παρουσίαση του εκδοτικού οίκου Drava Verlag.

Screenshot Zoom Teilnehmer
Θεόδωρος (Τέο) Βότσος, Ingo Držečnik και κάτω Sebastian Guggolz

Η γυμνή αλήθεια των αριθμών

Πριν περάσει όμως σε αυτή την παρουσίαση, ο Θεόδωρος Βότσος υπογράμμισε ότι κατά τη γνώμη του φυσικά δεν υπάρχουν «μικρές» και «μεγάλες» γλώσσες, αφού όλες οι γλώσσες είναι ισάξιες, αλλά όταν μιλάμε για τις γλώσσες σε σχέση με τη γερμανόφωνη αγορά βιβλίου υπάρχουν σαφώς «μεγάλες», «μικρές» και «μικρότερες» γλώσσες. Σχετικά ανέφερε στοιχεία της στατιστικής έρευνας που δημοσίευσε η Ένωση Γερμανών Εκδοτών για το έτος 2020. Σύμφωνα με τη στατιστική που αφορούσε σχεδόν 70.000 τίτλους που εκδόθηκαν για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά το ποσοστό των μεταφρασμένων τίτλων ανερχόταν στο 13,2% του συνόλου τους. Από αυτούς τους μεταφρασμένους τίτλους το μεγαλύτερο ποσοστό, ένα 63,1%, μεταφράστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, από τα αγγλικά· στη δεύτερη και στην τρίτη θέση ήταν οι τίτλοι που μεταφράστηκαν από τα γαλλικά και τα ιαπωνικά με ποσοστό 10,6% και 10,1% αντίστοιχα· καταλαμβάνοντας τις υπόλοιπες θέσεις, μέχρι και την ενδέκατη, ακολούθησαν οι τίτλοι που μεταφράστηκαν από τα ιταλικά, σουηδικά, ολλανδικά, ισπανικά, ρωσικά, δανικά, νορβηγικά και πολωνικά, με ποσοστά από 2,4% έως 0,5%, ενώ το ποσοστό των τίτλων που μεταφράστηκαν από όλες τις άλλες γλώσσες, περίπου διακόσιες, όπως επισήμανε ο Θεόδωρος Βότσος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ελληνικά, ανήλθε μόλις στο 5,1% του συνόλου των μεταφρασμένων τίτλων στα γερμανικά. Έτσι, αυτά τα στατιστικά δεδομένα δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «μικρές γλώσσες» και το θέμα της συζήτησης «Οι “μικρέςˮ γλώσσες στη γερμανόφωνη αγορά βιβλίου», κατέληξε ο Θεόδωρος Βότσος, επισημαίνοντας ότι για τους αναγνώστες αυτών των μεταφρασμένων βιβλίων σημαντική είναι η συμβολή των εκδοτικών οίκων που εκδίδουν βιβλία από αυτές τις «μικρές» γλώσσες.

Μια θέση στην κιβωτό;

Στη συνέχεια ο Θεόδωρος Βότσος έκανε μια σύντομη παρουσίαση του εκδοτικού οίκου Drava Verlag, με έδρα το Κλάγκενφουρτ κοντά στα σύνορα της Αυστρίας με τη Σλοβενία, ο οποίος έχει ιστορία 50 χρόνων και πήρε το όνομά του από τον ποταμό Δράβο. Ο εκδοτικός οίκος Drava άρχισε, όπως είπε, εκδίδοντας έργα Σλοβένων συγγραφέων στο πρωτότυπο και αργότερα μεταφρασμένα στα γερμανικά, όπως και έργα Αυστριακών συγγραφέων μεταφρασμένα στα σλοβενικά, ενώ στη συνέχεια συμπεριέλαβε και άλλες γλώσσες της νοτιοανατολικής Ευρώπης σε μια συνειδητή προσπάθεια να υπηρετήσει την πολυγλωσσία της ευρύτερης περιοχής.

Ο Θεόδωρος Βότσος διάβασε, μάλιστα, και μια δυο προτάσεις από την ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Drava, όπου γινόταν λόγος ακριβώς για την αρχή λειτουργίας του οίκου ως ενός οίκου των μειονοτήτων της περιοχής και την περαιτέρω διεύρυνσή του, καταλήγοντας μάλιστα σε ένα ανοιχτό κάλεσμα, μπορεί να πει κανείς, με τη φράση «Υπάρχει αρκετός χώρος στην κιβωτό μας». Παίρνοντας αφορμή από αυτή τη φράση ο Θεόδωρος Βότσος ανέφερε, απευθυνόμενος σε μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά αλλά σε λογοτεχνικούς πράκτορες, ότι ίσως υπάρχει χώρος και για την ελληνική λογοτεχνία στην «κιβωτό» του εκδοτικού οίκου Drava, ιδιαίτερα για τη λογοτεχνία της τελευταίας δεκαετίας που αντανακλά την οικονομική και προσφυγική κρίση και τη μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας από κοινωνία μεταναστών προς το εξωτερικό σε κοινωνία εισροής μεταναστών και προσφύγων, φέρνοντάς τη αντιμέτωπη με θέματα ξενοφοβίας και ρατσισμού.

Μικρή ελληνική βιβλιοθήκη

Στη συνέχεια ο Θεόδωρος Βότσος έδωσε τον λόγο στον Ingo Držečnik, ζητώντας του να πει λίγα λόγια για την ιστορία του εκδοτικού οίκου Elfenbein Verlag, που φέτος γιορτάζει τα 25 χρόνια λειτουργίας του, αλλά να κάνει και μια ιδιαίτερη αναφορά στη σχέση του εκδοτικού οίκου με τις «μικρές» γλώσσες, υπογραμμίζοντας ότι ο Elfenbein Verlag έχει εκδώσει και κάποιους τίτλους μεταφρασμένους από τα ελληνικά.

Ο Ingo Držečnik εξήγησε ότι, αν και εκδίδει ελληνική λογοτεχνία στα γερμανικά εδώ και είκοσι χρόνια, δεν έχει εκδώσει πολλά βιβλία, μόλις 14, τα οποία αποτελούν τη «μικρή ελληνική βιβλιοθήκη», όπως την αποκαλεί, σπεύδοντας να υπογραμμίσει ότι στη συγκεκριμένη σειρά συμπεριλαμβάνονται και πραγματικά μεγάλοι δημιουργοί, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος.

Ωστόσο, ανέφερε ότι ο Elfenbein Verlag δεν ξεκίνησε εκδίδοντας ελληνική λογοτεχνία, αφού το πρώτο βιβλίο των εκδόσεων ήταν η ποιητική συλλογή του Andreas Holschuh Unterderhand, τη δουλειά του οποίου γνώρισαν ο Ingo Držečnik και ο συμφοιτητής του Roman Pliske αφού είχαν ήδη αρχίσει να εκδίδουν το λογοτεχνικό περιοδικό metamorphosen, στο οποίο δημοσιεύονταν κριτικές βιβλίων, ταινιών και καλλιτεχνικών εκθέσεων αλλά και έργα πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών, περιοδικό από το οποίο ουσιαστικά δημιουργήθηκε ο εκδοτικός οίκος Elfenbein Verlag. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν η παρατήρηση του Ingo Držečnik ότι, αν και ο Andreas Holschuh, ο οποίος έναν μήνα μετά την κυκλοφορία της πρώτης ποιητικής συλλογής του αυτοκτόνησε, έγραφε στα γερμανικά και τα γερμανικά θεωρούνται «μεγάλη» γλώσσα, η γλώσσα του ποιητή, ο οποίος μάλιστα είχε εκδοθεί από έναν νεοσύστατο μικρό εκδοτικό οίκο, ήταν επίσης «μικρή», υπογραμμίζοντας τη σχετικότητα των όρων.

Ως δεύτερο βήμα του Elfenbein Verlag ο Ingo Držečnik ανέφερε την έκδοση πορτογαλικής λογοτεχνίας, η οποία όπως ομολόγησε ξεκίνησε συμπτωματικά, όταν ένας φοιτητής του έστειλε μεταφρασμένα διηγήματα ενός Πορτογάλου συγγραφέα, ενώ την ίδια χρονιά, το 1997 η Πορτογαλία ήταν τιμώμενη χώρα στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Έτσι άρχισε ο Elfenbein Verlag να εκδίδει πορτογαλική λογοτεχνία, ξεκινώντας με δύο βιβλία, μια ποιητική συλλογή παλαιότερου συγγραφέα και τη συλλογή διηγημάτων ενός νέου συγγραφέα, για να συνεχίσει αργότερα και με άλλους τίτλους. Ωστόσο, ο Ingo Držečnik επισήμανε ότι το ενδιαφέρον των λογοτεχνικών επιφυλλίδων για την πορτογαλική λογοτεχνία μετά την Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης άρχισε σταδιακά να μειώνεται, γεγονός που είχε αντίκρισμα και στις πωλήσεις των βιβλίων.

Όσον αφορά την έκδοση βιβλίων ελληνικής λογοτεχνίας, με την οποία άρχισε να ασχολείται ο Elfenbein Verlag το 2001, ο Ingo Držečnik ανέφερε ότι και αυτή άρχισε συμπτωματικά, όταν με αφορμή και πάλι την Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, όπου τιμώμενη χώρα ήταν η Ελλάδα, διάβασε δείγματα μεταφράσεων ελληνικών έργων που είχαν φτάσει στα χέρια του «από ένα ίδρυμα που δεν υπάρχει χρόνια πλέον» και το όνομά του δεν το θυμόταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε (εννοώντας προφανώς το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το οποίο ιδρύθηκε το 1994 και έκλεισε το 2013). Τότε ο Ingo Držečnik είχε ενθουσιαστεί με τα πεζογραφικά κείμενα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου και επέλεξε να εκδώσει το βιβλίο του Δώδεκα και ένα ψέματα, ενώ είχε ήδη αποφασίσει ότι στη συνέχεια θα εξέδιδε και άλλο ένα του ίδιου συγγραφέα. Την ίδια χρονιά ο Elfenbein Verlag εξέδωσε σε αναθεωρημένη μετάφραση και δίγλωσση έκδοση την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Το άξιον εστί, το οποίο κυκλοφορούσε ήδη από το 1969 στη Γερμανία μεταφρασμένο από τον Günter Dietz, ο οποίος βοήθησε περαιτέρω στην επαφή του Ingo Držečnik με την ελληνική λογοτεχνία και εκτός από άλλα έργα του Ελύτη ακολούθησαν οι Μαρτυρίες του Γιάννη Ρίτσου σε μετάφραση του Günter Dietz και της Andrea Schellinger.

Στο σημείο αυτό ο Θεόδωρος Βότσος ρώτησε τον Γερμανό εκδότη γιατί υπήρχε μια παύση στην έκδοση βιβλίων από τα ελληνικά στον εκδοτικό οίκο Elfenbein Verlag. Ο Ingo Držečnik απάντησε ότι στην πραγματικότητα δεν έγινε παύση, πέραν του γεγονότος ότι έκανε και μια προσπάθεια να εκδώσει και να προωθήσει και τίτλους από τα καταλανικά, πάλι με την αφορμή την Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το 2007, αλλά ουσιαστικά ήταν απλώς πολύ προσεκτικός στις επιλογές του, αφού, όπως αποκάλυψε, η ποίηση και τα μικρά πεζογραφικά κείμενα δεν φέρνουν εύκολα κριτικές στον Τύπο, που συμβάλλουν στη διάδοση των βιβλίων και κατ’ επέκταση στις πωλήσεις, ιδιαίτερα όταν δεν έχεις τη δυνατότητα να οργανώνεις πολλές παρουσιάσεις, για να υπογραμμίσει ότι την αγορά βιβλίου την ορίζουν ουσιαστικά τα μυθιστορήματα.

Παρ’ όλ’ αυτά ο Elfenbein Verlag συνέχισε να εκδίδει και ελληνική λογοτεχνία και ο Θεόδωρος Βότσος ανέφερε χαρακτηριστικά τις επανεκδόσεις παλαιότερων εκδόσεων, όπως ήταν η Οδύσεια του Νίκου Καζαντζάκη στη μετάφραση του Gustav A. Conradi και Η φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη μετάφραση της Andrea Schellinger αλλά και έργα πολύ νεότερων και σύγχρονων δημιουργών όπως είναι ο Γιώργος Λίλλης, ο Θανάσης Λάμπρου και η Μαρία Στεφανοπούλου, το μυθιστόρημα της οποίας Άθος, ο δασονόμος (Το Ροδακιό, 2015) κυκλοφόρησε σε μετάφραση της Μιχαέλα Πρίντσιγκερ μόλις πριν από δύο χρόνια, το 2019.

Έτσι, δημιουργήθηκε η «μικρή ελληνική βιβλιοθήκη», η οποία αν και δεν αποτελείται από τόμους που εκδίδονται με το ίδιο σχήμα και χρώμα, όπως γίνεται συνήθως με τις εκδόσεις που συναποτελούν μια λογοτεχνική σειρά, αφού ο Ingo Držečnik είναι της άποψης ότι κάθε βιβλίο είναι μοναδική περίπτωση και η έκδοσή του πρέπει να σχεδιάζεται με ξεχωριστό τρόπο. Μάλιστα, ομολόγησε ότι εκ πείρας πλέον μπορεί να πει ότι η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης «βιβλιοθήκης» στο εκδοτικό πρόγραμμα ενός εκδοτικού οίκου συμβάλλει στην προώθηση των βιβλίων, αφού υπάρχουν αναγνώστες που απευθύνονται στον εκδοτικό ζητώντας να μάθουν αν υπάρχουν και άλλοι τίτλοι που ενδεχομένως είχαν εκδοθεί στο παρελθόν αλλά είχαν διαφύγει της προσοχής τους.

Γεωγραφικά και χρονικά όρια

Στη συνέχεια ο Θεόδωρος Βότσος πέρασε στον Sebastian Guggolz, ρωτώντας τον κατά πόσο η πρότερη εργασία του στον εκδοτικό οίκο Matthes & Seitz συνέβαλε στην απόφασή του να ιδρύσει έναν δικό του εκδοτικό οίκο και συγκεκριμένα να εκδίδει βιβλία ξεχασμένων συγγραφέων από τη βόρεια και ανατολική Ευρώπη που έχουν πλέον περάσει στην αφάνεια.

Ο Sebastian Guggolz εξήγησε ότι βλέποντας εκ των υστέρων τα πράγματα μπορεί να πει ότι η εργασία του στον εκδοτικό οίκο Matthes & Seitz, όπου άρχισε να εργάζεται αμέσως μετά τις σπουδές του ως επιμελητής-διορθωτής, λειτούργησε ως «πρακτική εκπαίδευση», αφού είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ουσιαστικά όλους τους τομείς της εκδοτικής διαδικασίας, όπως είναι η διανομή, οι δημόσιες σχέσεις κ.ά. Ωστόσο, έπειτα από έξι επτά χρόνια εργασίας εκεί, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει, γιατί ο εκδοτικός οίκος αναπτυσσόταν, το εκδοτικό του πρόγραμμα διευρυνόταν και κατά συνέπεια αυξάνονταν ανάλογα και οι εργασιακές απαιτήσεις για τον ίδιο.

Έτσι, πήρε την απόφαση να ιδρύσει τον δικό του εκδοτικό οίκο, έχοντας συνείδηση ότι θα ιδρύσει έναν εκδοτικό οίκο που θα εκδίδει δύο βιβλία τη σεζόν, στον οποίο κάθε τίτλος θα είναι το ίδιο σημαντικός με τους υπόλοιπους. Ο στόχος αυτός σήμαινε αυτόματα ότι θα επέλεγε να εκδίδει μόνο βιβλία που θα ήταν πεπεισμένος ότι πρέπει οπωσδήποτε να εκδοθούν. Το γεγονός ότι δεν έβρισκε κανένα λόγο να μπει σε ανταγωνισμό με εκδοτικούς οίκους που έχουν ένα αξιόλογο πρόγραμμα τον έκανε να αναζητήσει και έναν τομέα, στον οποίο θα εντόπιζε ότι υπάρχει ένα εκδοτικό κενό. Κατά συνέπεια συγκεκριμενοποίησε το εκδοτικό του πρόγραμμα σε ξεχασμένους κλασικούς συγγραφείς από τη βόρεια και την ανατολική Ευρώπη. Επιπλέον η εμπειρία του από τον εκδοτικό οίκο Matthes & Seitz τον είχε διδάξει πόσο χρονοβόρα και απαιτητική διαδικασία μπορεί να είναι για έναν εκδοτικό οίκο η φροντίδα των συγγραφέων κατά την οργάνωση παρουσιάσεων των βιβλίων τους (εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη Γερμανία οι συγγραφείς κάνουν πολλές παρουσιάσεις των βιβλίων τους όχι μόνο σε μία πόλη αλλά σε πολλές), οπότε ο Sebastian Guggolz αποφάσισε να εκδίδει μόνο συγγραφείς που δεν είναι πλέον εν ζωή, λαμβάνοντας υπόψη του ότι θα έπρεπε να τα κάνει όλα μόνος του.

Όσον αφορά την απόφασή του να εκδίδει ουσιαστικά μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία, επισήμανε πόσο σημαντική και ουσιαστική θεωρούσε τη συνεργασία του με τους μεταφραστές και τις μεταφράστριες κατά την προηγούμενη εργασιακή του εμπειρία. Αναφερόμενος μάλιστα στον τίτλο της συζήτησης, ανέφερε πως οι «μικρές» γλώσσες αφορούν ουσιαστικά μόνο την αναζήτηση και την επιλογή των προς μετάφραση τίτλων, αφού ένα βιβλίο μεταφρασμένο στα γερμανικά συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη του, πλέον στη γερμανική λογοτεχνία· μάλιστα επισήμανε ότι πιστεύει ότι για ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού δεν έχει καμία σημασία ποια είναι η γλώσσα του πρωτοτύπου ενός μεταφρασμένου βιβλίου που διαβάζει.

Ωστόσο, τόνισε αφενός ότι το όνομα του μεταφραστή ή της μεταφράστριας των εκδόσεών του φροντίζει πάντα να αναφέρεται στο εξώφυλλο του βιβλίου και αφετέρου ότι φροντίζει να συνεργάζεται με συγκεκριμένους μεταφραστές και μεταφράστριες, προσφέροντάς τους συγχρόνως και καλές αμοιβές ανάλογα με τις δυνατότητές του, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι είναι υψηλότερες από τις αμοιβές που προσφέρει για παράδειγμα ο Random House, κάτι που φυσικά συμβαίνει και στην Ελλάδα, όπου μικροί εκδοτικοί οίκοι προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές απ’ ό,τι κάποιοι μεγάλοι. Σημείωσε, βέβαια, ότι από τις χώρες προέλευσης των τίτλων που εκδίδει λαμβάνει και επιχορηγήσεις που καλύπτουν ένα μέρος του κόστους της μετάφρασης.

Όπως εξήγησε ο Sebastian Guggolz το ξεκίνημα του εκδοτικού οίκου του έγινε το 2014, όταν τιμώμενη χώρα στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης ήταν η Φινλανδία και αποφάσισε να εκδώσει τον μοναδικό νομπελίστα Φινλανδό συγγραφέα. Όσον αφορά την αναζήτηση των τίτλων στη συνέχεια, ανέφερε ότι ασχολείται ο ίδιος αναζητώντας τους επόμενους τίτλους, ενώ κάποιοι από τους τριάντα τρεις τίτλους που έχει ήδη εκδώσει ήταν και προτάσεις από μεταφράστριες ή μεταφραστές του, σημειώνοντας ότι και ο ίδιος τους ζητά κάποιες φορές να του προτείνουν έναν καινούργιο τίτλο.

Flyer

Σε παρέμβασή του ο Θεόδωρος Βότσος ανέφερε ότι ο Guggolz Verlag συνεργάζεται με τους καλύτερους μεταφραστές και μεταφράστριες στη γερμανική γλώσσα και επισήμανε τη βράβευση του εκδοτικού οίκου, μόλις δύο χρόνια μετά τη λειτουργία του, με το βραβείο που απονέμει ο «Σύνδεσμος Γερμανόφωνων Μεταφραστών και Μεταφραστριών Λογοτεχνικών και Επιστημονικών Έργων» (VdÜ) σε άτομα που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο της λογοτεχνίας με φιλικές προς τους μεταφραστές και τις μεταφράστριες πρακτικές, το γνωστό από το 2004 «Übersetzerbarke» («Η βάρκα των μεταφραστών»).

Και η ελληνική λογοτεχνία;

Στη συνέχεια ο Θεόδωρος Βότσος απευθύνθηκε και πάλι στον Ingo Držečnik, ρωτώντας τον αν θα υπάρχει συνέχεια στη «μικρή ελληνική βιβλιοθήκη» του εκδοτικού οίκου Elfenbein Verlag. O Ingo Držečnik απάντησε ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει μια συλλογή με πέντε διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε μετάφραση της Andrea Schellinger, ενώ ανέφερε ότι θα ήθελε να συνεχίσει και με σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία μετά τη συνεργασία του με τη Μιχαέλα Πρίντσιγκερ για τη μετάφραση του βιβλίου της Μαρίας Στεφανοπούλου. Παρ’ όλ’ αυτά υπογράμμισε ότι για έναν εκδοτικό οίκο που εκδίδει και γερμανική λογοτεχνία εκτός από μεταφρασμένη, με δυνατότητα έκδοσης το πολύ έξι βιβλίων τη σεζόν, αντικειμενικά δεν μπορούν να είναι και πολλά τα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας που θα εκδώσει, τονίζοντας, ωστόσο, ότι οι περισσότεροι ξένοι συγγραφείς που κυκλοφορούν από τον οίκο του είναι Έλληνες.

Απευθυνόμενος στον Sebastian Guggolz ο Θεόδωρος Βότσος τον ρώτησε αν υπάρχει περίπτωση στο μέλλον να διευρύνει τη γεωγραφική περιοχή ενδιαφέροντός του, υπονοώντας την Ελλάδα. Ο Γερμανός εκδότης απάντησε ότι αν και γενικά δεν αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο απώτερο μέλλον, θα μείνει για αρκετό χρόνο επικεντρωμένος στη βόρεια και ανατολική Ευρώπη, αφενός γιατί αυτό βοηθά στην προβολή του εκδοτικού οίκου και στην κίνηση των βιβλίων του και αφετέρου επειδή έχει ακόμα πολλά συγκεκριμένα βιβλία στο εκδοτικό του πρόγραμμα, αφού ήδη γνωρίζει τι θα εκδώσει το 2025.

Στη συνέχεια ο Θεόδωρος Βότσος τού μετέφερε ένα ερώτημα του κοινού, ζητώντας από τον Sebastian Guggolz να μας πει ποια είναι τα κριτήρια που θα πρέπει να πληροί η πρόταση κάποιου μεταφραστή ή κάποιας μεταφράστριας προς τον εκδοτικό του οίκο, ούτως ώστε να τον ενθουσιάσει και να την πραγματοποιήσει. Ο εκδότης ανέφερε ότι πέρα από γεωγραφικά και χρονικά κριτήρια, τον ενδιαφέρουν θέματα που δεν διαδραματίζονται σε μεγάλες πόλεις, αλλά στην επαρχία και σε χωριά, για να υπογραμμίσει ότι αν παρ’ όλ’ αυτά ο τόπος είναι κάποια πόλη τότε μόνο αν το θέμα αφορά ανθρώπους του περιθωρίου, αναφέροντας, ενδεικτικά, και τη λογοτεχνία αυτοεξόριστων συγγραφέων. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να τονίσει ότι πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η ιδιαίτερη, προσωπική γλώσσα του συγγραφέα.

Κείμενο: Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Schreibe einen Kommentar