ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ 2: συζήτηση στρογγυλής τραπέζης «Θεωρία και πρακτική της μετάφρασης»

Άρθρο του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Την Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021 πραγματοποιήθηκε ως Webinar στην πλατφόρμα ZOOM η πρώτη από τις τρεις συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης στο πλαίσιο του κύκλου διαδικτυακών επιμορφωτικών σεμιναρίων ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ, που διοργανώνει το κοινωφελές σωματείο Diablog Vision e.V. σε συνεργασία με το Lettrétage e.V.

Το πρόγραμμα ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ σχεδίασε η δρ Μιχαέλα Πρίντσιγκερ, πρόεδρος του Diablog Vision e.V., και χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Ταμείο Μεταφραστών στο πλαίσιο του προγράμματος «Πολιτισμική επανεκκίνηση» της Επιτρόπου Πολιτισμού και Μέσων Ενημέρωσης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Γερμανίας.

Η συζήτηση στρογγυλής τραπέζης ΜΕΤΑ_ΓΡΑΦΕΣ 2 με θέμα «Θεωρία και πρακτική της μετάφρασης» ήταν ανοιχτή στο κοινό, ενώ η σύνθεση του πάνελ των ομιλητριών/ομιλητών κάλυπτε ένα ευρύτατο φάσμα των επαγγελματιών που ασχολούνται με τη μετάφραση.

Τον συντονισμό της συζήτησης είχε αναλάβει η φιλόλογος γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας, επιμελήτρια και μεταφράστρια γερμανόφωνης λογοτεχνίας Ιωάννα Μεϊτάνη, η οποία υπήρξε και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών. Αφού υπογράμμισε, στο καλωσόρισμά της, την ανάγκη των δημόσιων συζητήσεων για τη μετάφραση γενικότερα ως αντιστάθμισμα της μοναχικής μεταφραστικής εργασίας, αναφέροντας ακροθιγώς διάφορα ζητήματα που απασχολούν τις μεταφράστριες και τους μεταφραστές, από την αόρατη, συχνά, παρουσία τους μέχρι τις «κακές» αμοιβές, παρουσίασε την ομιλήτρια και τους ομιλητές της συζήτησης κατά τη σειρά που θα έκαναν τις εισηγήσεις τους, καλύπτοντας ένα εύρος θεμάτων από την εκπαίδευση των νέων μεταφραστριών και μεταφραστών μέχρι την έκδοση μιας μετάφρασης.

Το κοινό θα είχε την ευκαιρία να ακούσει κατ’ αρχάς την εισήγηση της δρος Αλεξάνδρας Ρασιδάκη, καθηγήτριας γερμανικής και συγκριτικής γραμματολογίας στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μεταφράστριας λογοτεχνικών κειμένων από τα ελληνικά προς τα γερμανικά και αντίστροφα. Στη συνέχεια θα έπαιρνε τον λόγο ο Σπύρος Μοσκόβου, μεταφραστής λογοτεχνίας, δημοσιογράφος, διευθυντής της Ελληνικής Σύνταξης της Deutsche Welle αλλά και χρόνια συνεργάτης του ενθέτου «Βιβλία» στην εφημερίδα Το Βήμα. Και τέλος, τον κύκλο των εισηγήσεων θα έκλεινε ο Κώστας Σπαθαράκης, επιμελητής, μεταφραστής αλλά και εκδότης των εκδόσεων Αντίποδες.

Screenshot Zoom Teilnehmer
Screenshot, επάνω: Κώστας Σπαθαράκης, Ιωάννα Μεϊτάνη/κάτω: Σπύρος Μοσκόβου, Δρ Αλεξάνδρα Ρασιδάκη.

Τα εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης

Η δρ Αλεξάνδρα Ρασιδάκη διοργανώνει χρόνια εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης στο Α.Π.Θ., στα οποία οι φοιτητές και οι φοιτήτριες δεν μεταφράζουν μόνο κείμενα από τα γερμανικά στα ελληνικά και αντίστροφα αλλά συγκρίνουν και μεταφράσεις. Πριν παρουσιάσει, ωστόσο, τα οφέλη των εργαστηρίων υπογράμμισε ότι τα εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης αποτελούν μια πρώτη επαφή με το αντικείμενο και δεν σημαίνουν αυτόματα επαγγελματική επάρκεια.

Χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά παραδείγματα, η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη παρουσίασε τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κανείς από τα εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης, αναφέροντας μεταξύ άλλων:

  • Την άσκηση κριτικής ανάγνωσης του κειμένου, κατά την οποία ο μεταφραστής καλείται να αναλύει τη δομή του εκάστοτε κειμένου, να αναγνωρίζει τις διάφορες τεχνικές γραφής που έχουν εφαρμοστεί στο προς μετάφραση κείμενο αλλά και να αντιλαμβάνεται τον ερμηνευτικό πλουραλισμό που επιτρέπει το κείμενο.
  • Την άσκηση «καχυποψίας», όπως τη χαρακτήρισε, δηλαδή τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι, όταν διαβάζουμε ένα μεταφρασμένο κείμενο, διαβάζουμε τον/τη συγγραφέα μέσω της διαμεσολάβησης του μεταφραστή ή της μεταφράστριας  και όχι το πρωτότυπο δημιούργημα.
  • Την άσκηση ταπεινοφροσύνης, αφού όποιος ασχολείται με τη μετάφραση και με τη σύγκριση μεταφράσεων αργά ή γρήγορα συνειδητοποιεί ότι τα μεταφραστικά λάθη και οι παρανοήσεις είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν σε μια μεταφραστική δουλειά και άρα να αντιμετωπίζει με μετριοφροσύνη και τις δικές του μεταφραστικές επιλογές και εργασίες.
  • Την ανάδειξη των πολλαπλών δυνατοτήτων μετάφρασης ενός κειμένου, μέσω των συζητήσεων των συμμετεχόντων, τις οποίες χαρακτήρισε «περιδιαβάσεις στον κήπο με τα διακλαδιζόμενα μονοπάτια» αλλά και «πολυτέλεια» σε αντίστιξη με τη μοναχική διαδικασία της κατ’ επάγγελμα μετάφρασης.
  • Τη συνειδητοποίηση της ευθύνης του μεταφραστή ως διαμεσολαβητή, ιδιαίτερα όταν καλείται να συστήσει έναν συγγραφέα για πρώτη φορά σε μια άλλη γλωσσική κοινότητα.

Στη συνέχεια η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη τόνισε τον σημαντικό αλλά κάθε άλλο παρά προβεβλημένο ρόλο της μετάφρασης τόσο στην πρόληψη ενός μεταφρασμένου συγγραφέα όσο και στην κριτική του έργου του, υπογραμμίζοντας το φαινόμενο ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής παραμένει αόρατος όχι μόνο για τους απλούς αναγνώστες αλλά και για τους επαγγελματίες αναγνώστες, όπως είναι οι κριτικοί λογοτεχνίας, δίνοντας μάλιστα ανάλογα παραδείγματα.

Στο τέλος της εισήγησής της η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη πρότεινε κάποιες πρακτικές, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην ορατότητα του μεταφραστή ενός έργου, αρχίζοντας από τις εκδοτικές πρακτικές, όπως είναι η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο του βιβλίου, η αναγραφή του τίτλου του πρωτοτύπου και της γλώσσας από την οποία έγινε η μετάφραση αλλά και η δυνατότητα συγγραφής ενός επιμέτρου για τη μετάφραση από τον ίδιο τον μεταφραστή, ενδεχομένως με αμοιβή. Επιπλέον υπογράμμισε τη σημασία των επιμέτρων, των σχολίων αλλά και της αρθρογραφίας του μεταφραστή, εν είδει αναστοχασμού επί του μεταφραστικού έργου του, για να κλείσει με τη σημασία της συγγραφής κριτικών μετάφρασης.

Για την κριτική της μετάφρασης

Στη συζήτηση που ακολούθησε ο Σπύρος Μοσκόβου τόνισε ότι στην πραγματικότητα στις εφημερίδες γίνονται βιβλιοπαρουσιάσεις και όχι βιβλιοκριτικές, πόσο μάλλον κριτικές μετάφρασης, και μάλιστα με ευμενή τρόπο, ώστε να συστηθεί ένα βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό, αναφέροντας και την έλλειψη χώρου στις εφημερίδες και υπογραμμίζοντας ότι με την κριτική μετάφρασης ασχολούνται ουσιαστικά τα λογοτεχνικά περιοδικά. Ο Κώστας Σπαθαράκης σημείωσε ότι ο κύριος λόγος της απουσίας της κριτικής μετάφρασης στις ελληνικές εφημερίδες, σε αντιδιαστολή με τον γερμανικό ή γαλλικό Τύπο, είναι περισσότερο η έλλειψη ειδικής γνώσης του έργου του συγγραφέα, της τεχνικής της μετάφρασης αλλά και της γλώσσας γενικότερα και όχι τόσο ο χώρος. Σημαντικό είναι ότι όλοι συμφώνησαν πως με την κριτική μετάφρασης δεν εννοείται η αλίευση πιθανών λαθών αλλά πολύ περισσότερο η παρουσίαση της στρατηγικής που ακολουθήθηκε κατά τη μεταφραστική εργασία, η οποία συνήθως αποσιωπάται αφήνοντας τον μεταφραστή ή τη μεταφράστρια στην αφάνεια.

Ο «πρακτικός» της μετάφρασης

Παίρνοντας τον λόγο ο Σπύρος Μοσκόβου χαρακτήρισε τον εαυτό του «εμπειρικό», «πρακτικό» της μετάφρασης και επέλεξε να μιλήσει για την εμπειρία του ως μεταφραστής του Αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε.

Ξεκίνησε λέγοντας ότι, όταν τον ρώτησαν μετά τη βράβευση του Πέτερ Χάντκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2019 αν έχει σημασία για τον μεταφραστή να γνωρίζει προσωπικά τον συγγραφέα που μεταφράζει, απάντησε ότι φυσικά δεν είναι απαραίτητο να τον γνωρίζει και ότι σημασία έχει να καταλάβει ο μεταφραστής τον ρυθμό και την ευαισθησία του συγκεκριμένου έργου που μεταφράζει, υπογραμμίζοντας βέβαια ότι αυτό δεν σημαίνει πως η προσωπική γνωριμία με τον συγγραφέα βλάπτει.

Συνεχίζοντας, ωστόσο, έδωσε ένα παράδειγμα για το πώς ακριβώς η προσωπική γνωριμία με τον συγγραφέα μπορεί να φωτίσει την πρόσληψη του έργου του από τον μεταφραστή, βοηθώντας τον να υποψιαστεί κάποια πράγματα από το έργο. Ανέφερε, λοιπόν, το γεγονός ότι στα περισσότερα βιβλία του Πέτερ Χάντκε υπάρχει σε ένα σημείο και η αναφορά σε κάποιον εφιάλτη, εστιάζοντας στη συνέχεια σε μια εξομολόγηση του Χάντκε κατά τη διάρκεια μιας ιδιωτικής τους συνάντησης, ότι συχνά πια ξυπνά τη νύχτα με το άγχος μήπως δεν ξυπνήσει το επόμενο πρωί.

Αναφερόμενος, μάλιστα, ο «εμπειρικός» μεταφραστής στο τελευταίο έργο του Χάντκε που μετέφρασε, το Δοκίμιο για τον μανιταρομανή, το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας, εξήγησε πώς ένα απέριττο έδεσμα μανιταριών, που του είχε μαγειρέψει ο ίδιος ο συγγραφέας πάνω από είκοσι χρόνια πριν, όταν ο τελευταίος δέχθηκε τον δημοσιογράφο Σπύρο Μοσκόβου, για να του πάρει μια συνέντευξη για τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, τον βοήθησε να συλλάβει τη σημασία του απέριττου γενικότερα στο έργο του Χάντκε αλλά και να διαβάσει εις βάθος και να μεταφράσει το βιβλίο Δοκίμιο για τον μανιταρομανή – μια ασυνήθιστη ιστορία.

Ολοκληρώνοντας αυτό το παράδειγμα του πώς μια εμπειρία προσωπικής γνωριμίας με έναν συγγραφέα μπορεί να διαφωτίσει το έργο του, ο Σπύρος Μοσκόβου πέρασε στο αντίστροφο, πώς δηλαδή το έργο ενός συγγραφέα μπορεί να διαφωτίσει μια προηγούμενη εμπειρία με τον ίδιο τον συγγραφέα.

Έτσι, μας αποκάλυψε ένα περιστατικό από την επίσκεψη του Πέτερ Χάντκε στην Αθήνα στα τέλη Μαρτίου του 2000, έπειτα από πρόσκληση της Ε.Σ.Η.Ε.Α. με αφορμή τον έναν χρόνο από την επέμβαση του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Περιέγραψε, λοιπόν, μια φιλική κουβέντα στο λόμπι ενός αθηναϊκού ξενοδοχείου μεταξύ του Χάντκε και κάποιων δημοσιογράφων, κατά την οποία ο συγγραφέας έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του, συνεχίζοντας ο ίδιος ατάραχος αλλά σοκάροντας τρόπον τινά τους παρευρισκόμενους με αυτή την «απρεπή» συμπεριφορά του. Αργότερα, ωστόσο, ο Σπύρος Μοσκόβου μετέφρασε για το περιοδικό Ποίηση το φιλοσοφικό ποίημα του Πέτερ Χάντκε «Ωδή στη διάρκεια», από το οποίο διάβασε ένα απόσπασμα, όπου μεταξύ άλλων περιγραφόταν η συνήθεια του παππού του Χάντκε να μαζεύει βδέλλες, για να τις χρησιμοποιεί, κατά την τότε συνήθεια της πρακτικής ιατρικής, για αφαιμάξεις τόσο στα δικά του πόδια όσο και στα πόδια του εγγονού του. Έτσι, το ίδιο το έργο φώτισε την προηγούμενη εμπειρία με τον συγγραφέα, δίνοντας στον μεταφραστή του την πληροφορία ότι μικρός ο Πέτερ Χάντκε είχε πάθει κρυοπαγήματα και ακόμα και τόσα χρόνια αργότερα, όποτε κάνει ζέστη, τα πόδια του πρήζονται και εκείνος αναζητά ανακούφιση, βγάζοντας τα παπούτσια και τις κάλτσες του, για να μείνει ξυπόλυτος.

Πλησιάζοντας στο τέλος της εισήγησής του, ο Σπύρος Μοσκόβου επέλεξε να μας δώσει ένα παράδειγμα, για να φωτίσει τη στρατηγική που επέλεξε όταν του ανατέθηκε να μεταφράσει το πολύ απαιτητικό μυθιστόρημα του Πέτερ Χάνκτε Οι χαμένες εικόνες ή Διασχίζοντας τη Σιέρα δε Γκρέδος (Εξάντας, 2006), το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε «μια δονκιχωτικής πνοής ουτοπική μυθιστορία» και όχι «τυπικό μυθιστόρημα, που στηρίζεται στην πλοκή και τους χαρακτήρες του», σημειώνοντας ότι «ο κόσμος του Χάντκε μετακινεί τα κέντρα βάρους που έχουμε συνηθίσει να θέτουμε κατά την πρόσληψη της πραγματικότητας γύρω μας». Τότε ένιωσε την ανάγκη και πήρε την απόφαση, πριν προχωρήσει στη μετάφραση του έργου, να απομονωθεί μακριά από την επικαιρότητα, επιλέγοντας ένα ξενοδοχείο στην πόλη Γκαμπές της Νότιας Τυνησίας, «μακριά από κάθε οργανωμένη τουριστική γραφικότητα και άνεση», όπως σημείωσε. Αφού ολοκλήρωσε την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου, άρχισε να παρατηρεί τον τόπο και τα πρόσωπα γύρω του και να κρατά κάποιες σημειώσεις, για να συνειδητοποιήσει έκπληκτος εκ των υστέρων ότι «η καταιγιστική ποιητική δύναμη» του βιβλίου είχε επιβληθεί στον τρόπο με τον οποίο έβλεπε πλέον ο ίδιος ο μεταφραστής τα πράγματα και τον κόσμο γύρω του, μιλώντας έτσι για την εμπειρία κάθε μεταφραστή, όπως υπογράμμισε, «την προσωρινή, έστω, αποπλάνηση της συνείδησής του από τον συγγραφέα που μεταφράζει».

Σχέση συγγραφέα – μεταφραστή: σχέση ζωής

Παίρνοντας αφορμή από την τοποθέτηση του Σπύρου Μοσκόβου και την πολύχρονη σχέση του με το έργο του Πέτερ Χάντκε, η Ιωάννα Μεϊτάνη υπογράμμισε την αναγκαιότητα της συνέπειας εκ μέρους των εκδοτικών οίκων να αναθέτουν τη μετάφραση ενός συγγραφέα ή μιας συγγραφέως μόνο σε έναν μεταφραστή ή μία μεταφράστρια, με την προϋπόθεση ασφαλώς ότι τα πρώτα δείγματα της μεταφραστικής δουλειάς είναι καλά, ούτως ώστε να αποδίδεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο το συγγραφικό ύφος.

Ο Κώστας Σπαθαράκης συμφώνησε με αυτό, υπογράμμισε, ωστόσο, ότι το σημαντικό είναι πότε και με ποιους όρους θα κρίνεται αν τα πρώτα δείγματα μετάφρασης ενός συγγραφέα είναι επιτυχή και αξίζει να στηριχθούν, για να τονίσει και τον ρόλο της επιμέλειας, που πρέπει να σεβαστεί τις μεταφραστικές επιλογές, ώστε να διατηρηθεί μια ενδεχομένως ζωντανή σχέση με το κείμενο, κάτι που μπορεί στα αρχικά στάδια να μη φαίνεται, αλλά προοδευτικά θα οδηγήσει στη μεταφορά του ύφους και της τεχνικής του συγγραφέα. Κλείνοντας το θέμα αυτό, συμπλήρωσε ότι πιστεύει πως η επαφή του μεταφραστή με το έργο ενός συγγραφέα είναι σχέση ζωής, η οποία ασφαλώς δεν αποτιμάται, έχοντας, βέβαια, υπογραμμίσει ότι μιλά για ένα καλλιτεχνικό έργο «από ένα μέγεθος και πάνω», αφού υπάρχουν και απλούστερες περιπτώσεις.

Ο μεταφραστής ως συλλογικό υποκείμενο

Αρχίζοντας τη δική του εισήγηση, ο Κώστας Σπαθαράκης τόνισε ότι το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, με εξαίρεση τους γερμανόφωνους ή όσους έχουν κάποια ακαδημαϊκή ή επαγγελματική σχέση με τη γερμανική γραμματεία, έχει μια εντελώς αποσπασματική εικόνα των γερμανικών γραμμάτων, με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι όσον αφορά τη μεταπολεμική γερμανική πεζογραφία και ποίηση δεν έχουμε την ίδια καθαρή εικόνα που έχουμε αντίστοιχα για τα έργα της αγγλοσαξονικής ή γαλλικής γραμματείας. Υπογράμμισε, δε, ότι αυτό που λείπει δεν είναι τόσο τα μεταφρασμένα έργα, αφού πολλά από αυτά έχουν μεταφραστεί, και μάλιστα επαρκώς, κατά τη γνώμη του, αλλά ουσιαστικά η γνώση για το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Πρόσθεσε επίσης ότι πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι οι Γερμανοί συγγραφείς είναι ένα περίεργο ενιαίο σύνολο, από το οποίο διαλάμπει κάθε φορά κάποιος συγγραφέας, όπως για παράδειγμα ο Πέτερ Χάντκε ή η Χέρτα Μύλερ, για να περάσει και στον χώρο των ιδεών, για τον οποίο ανέφερε ότι, αν εξαιρέσουμε ένα σώμα κειμένων της Σχολής της Φρανκφούρτης ή κάποια άλλα κείμενα που μεταφράζονται και εκδίδονται τυχαία, λείπουν κάποια κομβικά στοιχεία της γενικότερης δημόσιας συζήτησης, δίνοντας το παράδειγμα ότι μπορεί να έχουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε μεταφρασμένο τον Χάμπερμας αλλά όχι κάποιον από τους συνομιλητές του.

Ολοκληρώνοντας αυτή την εισαγωγική τοποθέτησή του, εξέφρασε την πεποίθηση ότι αυτή τη δουλειά της πλαισίωσης οφείλει να την αναλάβει ο μεταφραστής, ειδικά σήμερα και ειδικά όταν έρχεται αντιμέτωπος με κείμενα κομβικής σημασίας, σπεύδοντας, βέβαια, να διευκρινίσει ότι τον μεταφραστή τον εννοεί ως ένα συλλογικό υποκείμενο, που μπορεί να περιλαμβάνει όλους τους πιθανούς επαγγελματίες του χώρου που θα δραστηριοποιηθούν σε αυτή τη διαδικασία ανάδειξης του γενικότερου πλαισίου μέσα στο οποίο συγκεκριμένοι συγγραφείς δημιουργούν συγκεκριμένα έργα. Χωρίς αυτό το πλαίσιο, όπως τόνισε, υπάρχει ο κίνδυνος να μιλάμε απλώς για ένα καλό βιβλίο ή έναν καλό λογοτέχνη, χωρίς να γνωρίζουμε γιατί πρέπει να διαβάζουμε έναν συγγραφέα. Έτσι, υπογράμμισε την ανάγκη αφενός να συνειδητοποιήσουμε το διάβημα που κάνει ένας συγκεκριμένος συγγραφέας και αφετέρου το διάβημα αυτό όχι μόνο να ληφθεί υπόψη και να αποτυπωθεί στη μεταφραστική στρατηγική ή να εκτιμηθεί μόνο με καθαρά αισθητικούς όρους αλλά να αξιολογηθεί και με όρους πολιτικούς και πνευματικούς, ώστε να διαφανεί η σύνδεσή του με τα προηγούμενα φαινόμενα και να μη βλέπουμε πλέον τους συγγραφείς ως λαμπρές εξαιρέσεις αλλά ως κρίκους μιας μεγαλύτερης αλυσίδας.

Συνεχίζοντας ο Κώστας Σπαθαράκης τόνισε ότι στην πραγματικότητα δεν χρειαζόμαστε απλώς καλά βιβλία ή καλό μάρκετινγκ ή ένα rebranding της γερμανικής λογοτεχνίας αλλά πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις, υπογραμμίζοντας ότι τον ρόλο του πολιτισμικού διαμεσολαβητή πρέπει να αναλάβει ο μεταφραστής. Σημείωσε, ωστόσο, και πάλι ότι πίσω από τον μεταφραστή πρέπει να στοιχηθούν ο επιμελητής, ο διορθωτής, ο σχεδιαστής βιβλίου, ο εκδότης, ο βιβλιοπώλης, τονίζοντας έτσι για μα ακόμη φορά τον ρόλο του μεταφραστή ως συλλογικού υποκειμένου.

Μιλώντας τέλος για το εκδοτικό σύστημα γενικότερα ανέφερε πόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσει ο εκδοτικός χώρος τον τρομαχτικό ρόλο της πολιτισμικής διαμεσολάβησης και να συλλάβει την πνευματική δουλειά που οφείλει να κάνει.

Εν κατακλείδι, κάνοντας και μια αναφορά στα εργασιακά, ανέφερε ότι όλοι γνωρίζουμε ότι η δουλειά του μεταφραστή πληρώνεται μέχρι ένα ορισμένο σημείο, το οποίο δεν πρέπει να είναι άλλο από αυτό που εξασφαλίζει την αξιοπρεπή ζωή του ανθρώπου που κάνει αυτή τη δουλειά, υπογραμμίζοντας ότι αυτό το θεωρεί αυτονόητο και δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητείται.

Flyer

Περί εργασιακών και όχι μόνο

Στην ολιγόλεπτη συζήτηση που ακολούθησε, αφού η Ιωάννα Μεϊτάνη χαρακτήρισε εκδοτική ουτοπία το αίτημα που έθεσε ο Κώστας Σπαθαράκης, αναφέρθηκε στις χαμηλές αμοιβές των μεταφραστριών και μεταφραστών στην Ελλάδα σε σύγκριση με τη Γερμανία, αλλά και στην έλλειψη υποστηρικτικών φορέων και δομών.

Η Αλεξάνδρα Ρασιδάκη αναφερόμενη στο αίτημα της πλαισίωσης του μεταφραστικού έργου τόνισε και την ευθύνη του εκδότη, ο οποίος θα πρέπει να αναλαμβάνει να εκδίδει όχι μόνο ένα μεμονωμένο έργο αλλά μια σειρά έργων αλλά και τον ρόλο του γραμματολόγου, ο οποίος θα αναλάβει να αναδείξει το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε ένα λογοτεχνικό έργο, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που αναθέτουν σε γραμματολόγους αυτό ακριβώς το έργο, συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι το έργο αυτό θα πρέπει να γίνεται από τον μεταφραστή. Στο σημείο αυτό ο Κώστας Σπαθαράκης ανέφερε ότι κάποιες φορές ένας γραμματολόγος καλείται να νομιμοποιήσει μια κακή μετάφραση, δίνοντας την ακαδημαϊκή σφραγίδα του ακόμα και σε μια μετάφραση που δεν έχει καν διαβάσει. Ωστόσο, συνοψίζοντας την εισήγησή του, εξήγησε ότι θέλησε να νοθεύσει την καθαρότητα της ιδιότητας του μεταφραστή και να επισημάνει ότι το διάβημα της μετάφρασης ενός βιβλίου συνολικά, από την αναζήτηση των δικαιωμάτων μέχρι την έκδοση των βιβλίων και την κυκλοφορία τους στα βιβλιοπωλεία, θα πρέπει να είναι συλλογική, θεσμική δουλειά.

Στη συζήτηση παρενέβη με γραπτό σχόλιο και η δρ Ανθή Βηδενμάιερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια της Θεωρίας και πρακτικής της λογοτεχνικής μετάφρασης και της διερμηνείας στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπογραμμίζοντας ότι η ορατότητα του μεταφραστή και της μεταφράστριας δεν έχει σχέση μόνο με τα εργασιακά του κλάδου, στη βελτίωση των οποίων θα μπορούσε να οδηγήσει, ή με την ταπεινότητα των μεταφραστών και μεταφραστριών, η οποία άλλωστε ανήκει στη φύση του επαγγέλματος, αλλά με την ίδια τη χειραφέτηση του αναγνωστικού κοινού, το οποίο τελικά συνειδητοποιεί τι διαβάζει και ενδεχομένως μαθαίνει να κρίνει.
Συνοψίζοντας τη συζήτηση, η Ιωάννα Μεϊτάνη είπε ότι θέλουμε αναγνώστες πιο συνειδητοποιημένους, εκδότες, μεταφραστές και επιμελητές που θα συνεργάζονται περισσότερο και θα έχουν συνείδηση ότι δεν μεταφέρουν απλώς ένα κείμενο από μια γλώσσα σε μια άλλη αλλά ένα πολιτισμικό έργο από ένα πολιτισμικό συγκείμενο σε ένα άλλο με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Κείμενο: Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Schreibe einen Kommentar