Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα

Μια μελέτη του Άρη Ραδιόπουλου

Ο διπλωμάτης Άρης Ραδιόπουλος επιδιώκει να συμβάλει με την εκτενή και ολοκληρωμένη μελέτη του σε μια τεκμηριωμένη και στοχευμένη συζήτηση του ευαίσθητου θέματος των αποζημιώσεων.

Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της ελληνικής μελέτης για το εκκρεμές ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα συνεπεία των δύο παγκοσμίων πολέμων, δημοσιεύθηκε στις αρχές Ιουνίου μια ελαφρώς αναθεωρημένη γερμανική μετάφραση.

Βασισμένο σε ελληνικό και γερμανικό αρχειακό υλικό, το εκτενές και περιεκτικό βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και στη συνέχεια παρακολουθεί τα διάφορα στάδια των ελληνικών αιτημάτων για επανορθώσεις, αποζημιώσεις και την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα, καθώς και τις στρατηγικές, τα επιχειρήματα και τους στόχους των δύο πλευρών. Όπως και στην ελληνική έκδοση, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρατίθεται παράρτημα με αρχειακά έγγραφα. Η μελέτη έχει ως στόχο να συμβάλει στη διάλυση των παρεξηγήσεων, ώστε οι δύο χώρες να μπορέσουν να αναπτύξουν μια κοινή αντίληψη σχετικά με τις ολέθριες γερμανικές καταστροφές στην Ελλάδα και να οδηγηθούν σε μια κοινά αποδεκτή λύση του προβλήματος.

γερμ. και ελλην. εξώφυλλο

O Άρης Ραδιόπουλος απάντησε σε μερικές ερωτήσεις που του έθεσε σχετικά με το έργο του το diablog.eu.

Ποια ήταν τα κίνητρά σας να αρχίσετε τη μελέτη αυτή;
Κατά τη θητεία μου στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Βερολίνο παρευρέθηκα σε εκδηλώσεις που ήταν αφιερωμένες στην Κατοχή και τις επιπτώσεις της στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Σε κάποιες από αυτές οι ομιλητές αφενός δεν ήταν ειδικοί, αφετέρου όμως είχαν προσκληθεί ως τέτοιοι και εξέφεραν έως και προπαγανδιστικές απόψεις.
Πολύ σημαντικότερο όμως υπήρξε το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός Γερμανών πολιτικών αντιτίθονταν στο αίτημα για αποζημιώσεις –όταν και όπως αυτό εκφραζόταν– με απόψεις που δεν βασίζονταν στα πραγματικά νομικά και άλλα δεδομένα. Θέλησα λοιπόν με την εργασία αυτή να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη περιγράφοντας τη βάση του διαλόγου: για να συζητήσουμε για κάτι σοβαρά πρέπει πρώτα να καταγράψουμε τα πραγματικά δεδομένα, π.χ. τα συμβατικά κείμενα που δεσμεύουν τις δύο πλευρές, αλλά και τις άλλου είδους δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί. Αυτό είναι μια καλή αρχή για να δούμε από κοινού αν υπάρχει και ποιο είναι το βάθος του ζητήματος.
Ως προς το πρακτικό μέρος, μου ανατέθηκε κάποια στιγμή η εκκαθάριση του μεγάλου αρχείου που είχε μείνει για χρόνια στην Πρεσβεία Βερολίνου. Κατά τη διαδικασία αυτή ανακάλυψα, όπως είναι ευνόητο, κάποια ιστορικής σημασίας έγγραφα, όπως αυτό του τότε Αρχηγού της Στρατιωτικής Αποστολής στο Βερολίνο και μετέπειτα Πρέσβεως στη Βόννη Υψηλάντη, που κατέρριπτε την άποψη που υπήρχε στη βιβλιογραφία ότι ο ίδιος υπερασπίστηκε τον εγκληματία πολέμου Max Merten έναντι των Αμερικανών. Η λεπτομέρεια αυτή υπήρξε μια μικρή αφορμή διότι θεώρησα καθήκον μου να αποκαταστήσω την αλήθεια και σε αυτό το επίπεδο.

Ποιες ήταν οι αντιδράσεις στην ελληνική έκδοση;
Πριν την έκδοση του βιβλίου στην Ελλάδα, η ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου ΝΕΦΕΛΗ στη σελίδα του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης είχε συγκεντρώσει 80.000 θετικές αντιδράσεις, μακράν ο μεγαλύτερος αριθμός για ανάλογη προαναγγελία έκδοσης από τον οίκο αυτό. Ωστόσο, οι πωλήσεις του έργου –πιθανώς λόγω του όγκου του– δεν πλησίασαν τέτοια μεγέθη, παρά τις θετικές κριτικές παρουσιάσεις στο Lifo, τον Ελεύθερο Τύπο και την Εφημερίδα των Συντακτών.
Στην Ελλάδα έλαβαν χώρα τρεις παρουσιάσεις με στελέχη (εν ενεργεία και πρώην Υπουργούς και βουλευτές) από τη Νέα Δημοκρατία, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ και τον Καθηγητή κ. Στέλιο Περράκη. Τα σχόλια όλων των συμμετεχόντων ήταν λίαν κολακευτικά, το ζητούμενο ωστόσο είναι να χρησιμοποιηθεί το βιβλίο αυτό από τους εκπροσώπους του ελληνικού κράτους ως εργαλείο που περιγράφει επακριβώς τα ιστορικά και νομικά δεδομένα. Το γεγονός ότι ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Καθηγητής κ. Παυλόπουλος προλόγισε τη γερμανική έκδοση αποτελεί –πέραν της τιμής προς τον συγγραφέα, για την οποία και τον ευχαριστώ θερμά– ένα μήνυμα προς την επίτευξη του σκοπού αυτού.
Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι η ποιότητα της προσπάθειας αναδεικνύεται από το γεγονός ότι τη γερμανική μετάφραση του έργου υποστήριξαν με χορηγίες γερμανικοί πολιτικοί, κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς, ενώ την ίδια την έκδοση υποστήριξε οικονομικά και το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας.

Ποιές ιδιότητες στις διαπροσωπικές σχέσεις καλό θα ήταν να έχει ο μεταφραστής μιας τόσο εκτενούς και ακριβολόγου μελέτης;
Αναζητώντας μεταφραστή για τη γερμανική μετάφραση είχα την τύχει να μου συστήσουν τον Christian Gonsa. Η τύχη μου έγκειται στο γεγονός ότι ο Christian πέρα από επαγγελματίας μεταφραστής με εξαιρετική γνώση των ελληνικών, είναι και ιστορικός που είχε ασχοληθεί ήδη με την εποχή και το θέμα. Αποτελεί πολύ σημαντικό πλεονέκτημα, θεωρώ, να έχει κανείς προηγούμενη γνώση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το έργο που μεταφράζει.
Το ερώτημα που αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι ευρύτερης φύσεως και αφορά κατά πόσο δύο άνθρωποι συνεργάζονται αρμονικά στο πλαίσιο μιας κοινής προσπάθειας. Το γεγονός ότι γνωρίζω σε ικανοποιητικό βαθμό τη γερμανική με ώθησε στο να «ελέγχω» την προσπάθεια του Christian, ώστε να είμαι σίγουρος ότι αποδίδει ακριβώς αυτά που εννοούσα κατά τη συγγραφή του βιβλίου. Είναι προς τιμήν του ότι δεν εξέλαβε ποτέ αυτά τα σχόλια που του έκανα ως αρνητική κριτική, αλλά αντιθέτως δουλέψαμε μαζί για να βελτιώσουμε το κείμενο. Το αποτέλεσμα τελικά ήταν αμφίδρομο: σε κάποιες περιπτώσεις κρίναμε μετά από δική του προτροπή, ότι στο αρχικό κείμενο θα έπρεπε να γίνουν αλλαγές, με αποτέλεσμα να κρατάω εγώ σημειώσεις για προσαρμογές του ελληνικού κειμένου, όταν προχωρήσουμε στη δεύτερη έκδοση εκείνου. Πιστεύω ακράδαντα ότι αν η συνεργασία συγγραφέα και μεταφραστή έχει ως σημείο αναφοράς το κείμενο και όχι το εγώ του καθενός, το αποτέλεσμα είναι το καλύτερο δυνατό.

Στη συνέχεια, το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα της μελέτης, και συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά της στάσης που τήρησαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (BRD) και η Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία (DDR) στο ζήτημα των πολεμικών οφειλών προς την Ελλάδα:

Η στάση των γερμανικών Κυβερνήσεων

  1. Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Η πολιτική περί πολεμικών οφειλών των γερμανικών Κυβερνήσεων –ιδιαίτερα ως προς την Ελλάδα– παρουσιάζει, κατά τις τελευταίες επτά δεκαετίες, μια σειρά σταθερών χαρακτηριστικών. Οι ακόλουθες αρχές χαρακτηρίζουν εν γένει τη στάση των γερμανικών Κυβερνήσεων, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις:

α) Η επιδίωξη μη καταβολής αποζημιώσεων/επανορθώσεων.
β) Η επιδίωξη καταβολής των ελάχιστων δυνατών ποσών, στην περίπτωση που λόγω μαζικής πίεσης η άρνηση καταβολής ήταν ανέφικτη.
γ) Η άρνηση χαρακτηρισμού των καταβλητέων ποσών ως «αποζημιώσεων/επανορθώσεων». Τα ποσά περιγράφονταν πάντοτε ως εθελοντικές παροχές της γερμανικής πλευράς. Υπό την έννοια αυτή, η Γερμανία δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα αποζημιώσεις και επανορθώσεις, παρά μόνο εθελοντικές παροχές σε ανθρώπους και κράτη, όταν, βεβαίως, αποδεχόταν η ίδια να το πράξει.
δ) Η καταβολή ποσών γινόταν σχεδόν πάντοτε μόνο μετά την άσκηση πίεσης και μόνο στις περιπτώσεις που δεν έμενε για τη Γερμανία, πολιτικά, άλλη επιλογή (βλ. περιπτώσεις Ισραήλ, Γιουγκοσλαβίας, αποζημίωσης Δυτικοευρωπαίων θυμάτων του ναζισμού αλλά και Ανατολικοευρωπαίων εβραϊκού θρησκεύματος). Η ελληνική περίπτωση δεν συγκαταλεγόταν στην κατηγορία αυτή, κυρίως διότι οι ελληνικές Κυβερνήσεις παρουσιάζονταν σταθερά ως αταλάντευτοι σύμμαχοι και υποστηρικτές της δυτικοευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της Γερμανίας, μη εναντιωνόμενες στις βασικές προτεραιότητες της γερμανικής πολιτικής στο διεθνές πεδίο.
ε) Η ευκολία διαστροφής της πραγματικότητας από κυβερνητικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες της Βόννης, με στόχο την πρόκληση σύγχυσης στην ελληνική πλευρά, αποτελεί απόδειξη ιδιαίτερα κακής προαίρεσης έναντι ενός «εταίρου». Χαρακτηριστικά παραδείγματα κατασκευασμένων ειδήσεων αποτελούν τόσο οι ισχυρισμοί του ΥΦΥΠΕΞ Lahr περί υποτιθέμενης παραίτησης του Πρέσβεως Υψηλάντη από ελληνικές αξιώσεις σχετικά με τις αποφάσεις του Μ.Δ.Δ. το 1964 όσο και του ΥΠΕΞ Schröder και ενός ανώτατου υπηρεσιακού στελέχους περί παραιτήσεων κορυφαίων Ελλήνων πολιτικών από το σύνολο των αξιώσεων κατά τη διετία 1965-1966.
στ) Η παρουσίαση καταβολών του δυτικογερμανικού κράτους σε διεθνείς θεσμούς, στους οποίους συμμετείχε και η Ελλάδα, ως υποτιθέμενο αντιστάθμισμα των πολεμικών οφειλών. Βάσει της λογικής αυτής, οποιοδήποτε ποσό έχει καταβάλει η Γερμανία σε διεθνή οργανισμό ή θεσμό, στον οποίο συμμετείχε και η Ελλάδα, θα μπορούσε δυνητικά να χαρακτηριστεί αποζημίωση προς την Αθήνα και αυτό ασχέτως του εάν η Γερμανία είναι εκείνη που έχει ωφεληθεί περισσότερο από τη συμμετοχή της στον θεσμό αυτό είτε από οικονομικής απόψεως (π.χ. Ε.Ο.Κ./Ε.Ε.) είτε από άποψης ασφαλείας (ΝΑΤΟ).
ζ) Η διεύρυνση, κατά τα τελευταία χρόνια, της τακτικής των υποκατάστατων με διμερή σχήματα, δηλαδή «θεσμούς», που αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα: ενδεικτικά αναφέρονται το  Ίδρυμα για τη Νεολαία και το γερμανο-«ελληνικό» Ταμείο του Μέλλοντος. Οι θεσμοί αυτοί –ο πρώτος κατόπιν διαπραγμάτευσης με την ελληνική Κυβέρνηση, ο δεύτερος όχι–, δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να έχουν καμία σχέση με αποζημιώσεις/επανορθώσεις, καθώς δεν προέκυψαν από κάποια κοινή διαβούλευση στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για τις πολεμικές οφειλές.
η) Η πίεση που φρόντιζαν με κάθε ευκαιρία να ασκούν οι δυτικογερμανικές Κυβερνήσεις στις αντίστοιχες ελληνικές, εκμεταλλευόμενες τη θέση οικονομικής ισχύος που επιφύλαξε στη Γερμανία η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, παρά την ήττα της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αιχμή του δόρατος υπήρξαν σταθερά τα Ομοσπονδιακά Οικονομικά Υπουργεία.
Στο πλαίσιο αυτό, η πίεση που ασκούνταν είχε ως στόχο να πετύχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες παραχωρήσεις εκ μέρους της Αθήνας, ακόμα και αν τούτο σήμαινε παράβαση από την ελληνική Κυβέρνηση εσωτερικών Νόμων ή ακόμα και όρων διεθνών Συμφωνιών. Στο παράδειγμα των περιουσιών Γερμανών πολιτών που βρίσκονταν σε ελληνικό έδαφος, πρώτο στόχο αποτέλεσε η διασφάλιση της ελληνικής συγκατάθεσης για επιστροφή των περιουσιών στους δικαιούχους, ώστε να μην έχουν αυτοί απαιτήσεις από το γερμανικό κράτος. Στη συνέχεια, η γερμανική πλευρά κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να διευρύνει τον κύκλο όσων δικαιούνταν επιστροφές συμπεριλαμβάνοντας ακόμα και σχέσεις συγγένειας που ενδεχομένως δεν θα αφορούσαν ούτε μία περίπτωση, αλλά και για να αυξήσει το όριο αξίας των προς επιστροφή περιουσιών, ώστε να μειωθεί το ποσοστό εκείνων που δεν θα επιστρέφονταν.
Τέλος, ως σταθερά μπορεί να ιδωθεί η επιδίωξη παύσης των διώξεων εγκληματιών πολέμου. Στόχος της Βόννης ήταν η αποφυγή διώξεων σε βάρος των εγκληματιών ναζί. Λαμβάνοντας τους σχετικούς Φακέλους από την ελληνική Δικαιοσύνη, η Βόννη δεσμεύθηκε για συνέχιση των διώξεων, γεγονός που αποτελούσε μόνο πρόφαση. Όταν, παρ’ όλα αυτά, συνελήφθη στην Ελλάδα ο Merten, η Καγκελαρία, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, η γερμανική Πρεσβεία στην Αθήνα, αλλά και ο γερμανικός Τύπος, κατέβαλαν έντονες προσπάθειες για να τον απελευθερώσουν. Εξήντα χρόνια μετά, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης προέβη στην κριτική αποτίμηση του παρελθόντος του, αναγνωρίζοντας τη λανθασμένη συμπεριφορά του στο σημείο αυτό. Για τα θύματα του Merten και των υπολοίπων εγκληματιών πολέμου, όμως, είναι πάρα πολύ αργά, το ίδιο και για την απόδοση δικαιοσύνης στους θύτες.

  1. Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία

Και στην περίπτωση των ανατολικογερμανικών Κυβερνήσεων, παρατηρούνται επιμέρους ομοιότητες:

α) Στην περίπτωση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τις ελληνικές περιουσίες στο έδαφος της Γ.Λ.Δ. που είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση, η κωλυσιεργία αποτέλεσε το μεγαλύτερο όπλο της ανατολικογερμανικής πλευράς, με στόχο την εξάντληση του αντιπάλου και τη μείωση των αντιστάσεών του (λόγω ηλικίας των δικαιούχων, λόγω οικονομικής ανάγκης κλπ.). Αποτελεί ειρωνεία της Ιστορίας το γεγονός ότι οι Ανατολικογερμανοί κωλυσιέργησαν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε, με την επανένωση, τελικά οι περιουσίες αποδόθηκαν στους δικαιούχους «αυτούσιες», ενώ μια συμφωνία λίγους μόνο μήνες νωρίτερα θα τους είχε αποφέρει πολύ μικρή αποζημίωση.
β) Η πλήρης άρνηση αποδοχής μεριδίου ευθύνης εκ μέρους της Γ.Λ.Δ. έναντι των ελληνικών απαιτήσεων, συνεπεία των πολεμικών οφειλών. Παρά το γεγονός ότι η Γ.Λ.Δ., βάσει της Διάσκεψης του Πότσνταμ, είχε σαφώς περισσότερα ουσιαστικά επιχειρήματα να αντιτάξει σε σύγκριση με την Ο.Δ. της Γερμανίας, βασικό ζητούμενο στις –κατά τα λοιπά μη σχετιζόμενες με το ζήτημα των πολεμικών οφειλών– διαπραγματεύσεις για τις υπό μεσεγγύηση ελληνικές περιουσίες στο έδαφός της ήταν η γραπτή απαλλαγή της Γ.Λ.Δ. από τις ελληνικές απαιτήσεις για καταβολή πολεμικών οφειλών.
γ) Η εντυπωσιακή ταύτιση απόψεων, λίγο πριν την επανένωση της Γερμανίας, του Προϊσταμένου του Τμήματος Περιουσιών Αλλοδαπών Υπηκόων της Υπηρεσίας Διαχείρισης Κρατικής Περιουσίας της Γ.Λ.Δ., ο οποίος από τη θέση του συνέβαλε στην εκμετάλλευση των ιδιωτικών περιουσιών αλλοδαπών στο όνομα του υπαρκτού σοσιαλισμού της Γ.Λ.Δ., με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ο.Δ. της Γερμανίας Genscher. Ο πρώτος υποστήριξε «με αρκετά ωμό τρόπο» ότι η Γ.Λ.Δ. κατέβαλε ήδη μεγάλα ποσά για επανορθώσεις στην Ε.Σ.Σ.Δ. και ότι θα έπρεπε να τεθεί ένα τέλος στη φιλολογία περί επανορθώσεων για περιστατικά που συνέβησαν πριν από πενήντα έτη και πλέον, ενώ ο δεύτερος ότι δεν υπήρχε παράδειγμα στην Ιστορία να ανακινείται θέμα επανορθώσεων έπειτα από 46 χρόνια. Όλα τα ανωτέρω βέβαια, παρά την πρόβλεψη του Διεθνούς Δικαίου περί μη παραγραφής των αξιώσεων.

Άρης Ραδιόπουλος

Ο συγγραφέας

Ο Άρης Ραδιόπουλος, διπλωμάτης και πιανίστας, σπούδασε μουσική, γλωσσολογία, ελληνική φιλολογία και μουσικολογία στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Το 2007 εντάχθηκε στη Διπλωματική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. Στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του βρίσκονται η μουσική και η ιστορία του 20ού αιώνα. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της καθοριστικής για τις ελληνογερμανικές σχέσεις ευρωκρίσης υπηρετούσε στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Βερολίνο. Από τον Ιούνιο του 2021 διατελεί Πρόξενος της Ελλάδας στην Αδριανούπολη της Τουρκίας.

 

Η μελέτη

Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα από τον A´ και τον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα από έγγραφα του Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, Εκδόσεις Νεφέλη 2019. Χαρτόδετη έκδοση, 824 σελίδες.

Λίγα λόγια για τη γερμανική έκδοση σε μετάφραση του Christian Gonsa που προλογίζει ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας καθηγητής κ. Παυλόπουλος: Η χρηματοδότηση πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με χορηγίες από γερμανικούς μη κρατικούς φορείς (κατά σειρά συμβολής): το προσκείμενο στο κόμμα των Πρασίνων Ίδρυμα Heinrich Böll, το προσκείμενο στο κόμμα της Αριστεράς Ίδρυμα Rosa Luxemburg, τον σύλλογο του Βερολίνου «Σεβασμός για την Ελλάδα» και τον σύλλογο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος της Αριστεράς. Σημαντική υπήρξε επίσης η συνδρομή του Ιδρύματος για την Κοινωνική Ιστορία του 20ου αιώνα της Βρέμης.

Αποσπάσματα: Άρης Ραδιόπουλος, με φιλική παραχώρηση των Εκδόσεων Νεφέλη. Σύνταξη: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: Εκδόσεις Νεφέλη, Metropol Verlag.

Schreibe einen Kommentar