“Χρονικό μιας πολιτείας”

Μια βόλτα στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου της Μιχαέλα Πρίντσιγκερ

Η Κρήτη δεν είναι μόνο ήλιος, παραλία και ρακί. Το Ρέθυμνο είναι ένα μικρό κόσμημα που αξίζει να γνωρίσετε. Ελάτε λοιπόν να σας πάρουμε από το χέρι και να σας ξεναγήσουμε στην παλιά πόλη, να συναντήσουμε στα στενά δρομάκια τόσο μαρτυρίες της ιστορίας αιώνων, όσο και μικρά καταστήματα και ταβέρνες. Ένας πολύ ιδιαίτερος συνοδός μας θα είναι ο συγγραφέας Παντελής Πρεβελάκης που με το βιβλίο του «Χρονικό μιας πολιτείας» μας χάρισε μια υπέροχη, ζωντανή εικόνα της ιδιαίτερής του πατρίδας. Περισσότερα για τη συγγραφέα του άρθρου θα μάθετε στο Λεξικό Προσώπων μας.

rethumno01rgb72

©Yorgos Konstantinou

«Το Ρέθεμνος είναι μια μικρή πολιτεία μ’ εφτά ίσαμε οχτώ χιλιάδες ψυχές χτισμένη γιαλό– γιαλό στη βορινή στεριά της Κρήτης, απάνω στο μεσοστράτι από Χανιά σε Μεγαλόκαστρο. Λέγεται πως τον παλιό καιρό ακούστηκε στον κόσμο για το εμπόριό της, πως πρόκοψε στη ναυτωσύνη, γέννησε κιόλας δυο-τρεις καλούς ποιητάδες και ζωγράφους, πούναι πάντα χρειαστοί για να βαστιέται τόνομα ενός τόπου ακατάλυτο, όταν βουβαθούν τα παζάρια του κ’ οι ταρσανάδες του ρημάξουν και τα καλήτερα παιδιά του κάμουν φύλλα φτερά».

Chronik_einer_StadtΈτσι περιέγραφε την πατρίδα του ο ίσως διασημότερος σύγχρονος συγγραφέας του Ρεθύμνου, Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986), στο έργο του Το Χρονικό μιας Πολιτείας. Από την εποχή του Πρεβελάκη έως τη δεκαετία του ’70 αυτή η εικόνα της παρακμής ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως σαπωνοποιεία, διυλιστήρια, βυρσοδεψεία, ελαιοτριβεία, χαρουπόμυλοι και ποτοποιίες αποτύπωναν χαρακτηριστικά την εικόνα της πόλης. Έκτοτε η έμφαση στην οικονομική δραστηριότητα έχει μετατοπιστεί στην κατεύθυνση του εμπορίου και του τουρισμού. Ο φτωχότερος των τεσσάρων νομών της Κρήτης παλαιότερα, ο νομός Ρεθύμνου, αποτελεί σήμερα, λόγω και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ένα πολιτιστικό-πνευματικό κέντρο με περίπου 25.000 κατοίκους. Η γραφική παλιά πόλη έχει μεταμορφωθεί σε ένα πραγματικό κόσμημα με καλαίσθητα μαγαζάκια με έντονο τοπικό χαρακτήρα.

Αυτό που τραβάει την προσοχή με την πρώτη ματιά είναι η μεγαλύτερη παραλία της Κρήτης, η οποία εκτείνεται σε ένα μήκος μεγαλύτερο από δώδεκα χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης, ενώ η ακτή στα δυτικά της πόλης είναι βραχώδης και απόκρημνη. Κατά μήκος της αμμουδερής παραλίας θα βρείτε ξενώνες και εστιατόρια για όλα τα γούστα και βαλάντια. Όλη η πόλη χτίστηκε πάνω σε ένα ιδιαίτερα μαλακό υπέδαφος από απόθεση άμμου, πηλού και ψαμμίτη στη θάλασσα. Αυτό που αποτελούσε για το δίαυλο του λιμανιού ένα διαρκές πρόβλημα –η επαναλαμβανόμενη αναγκαία εκβάθυνση του λιμανιού, καθώς η λεκάνη του έχει την τάση για προσάμμωση– αποδείχθηκε ευλογία για την πόλη: το Ρέθυμνο γλίτωσε από τις ζημιές που προκλήθηκαν σε άλλες πόλεις από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1508 και του 1856. Παρόλα αυτά κατασκευάστηκαν τα χαρακτηριστικά ξύλινα σαχνισιά, που θεωρούνται πιο ασφαλή έναντι των σεισμών από άλλες παρόμοιες κατασκευές.

Τη διαδικασία αυτή, της πρόσχωσης και προσάμμωσης, μπορεί να την διακρίνει κανείς ξεκάθαρα στην οδό Αρκαδίου, έναν δρόμο που διαγράφει ημικυκλική πορεία, και που παλαιότερα ονομαζόταν δρόμος της Άμμου, καθώς ήταν ο παραλιακός δρόμος. Σήμερα βρίσκεται στο εσωτερικό της πόλης και τη θέση του πήρε η παραλιακή λεωφόρος Ελευθερίου Βενιζέλου. Από τα οχυρωματικά έργα της πόλης σώζονται η Μεγάλη Πόρτα της πόλης, η Πύλη Guora, και το οχυρό της, η Φορτέτσα. Για το λόγο αυτό η εικόνα του σύγχρονου Ρεθύμνου χαρακτηρίζεται λιγότερο έντονα από τείχη και τάφρους από ό,τι παραδείγματος χάριν το Ηράκλειο ή τα Χανιά.

Rethymno, Max_3

©Maximilian Sulpicius Stadler

«Πολλοί από τους ντόπιους και τους περαστικούς αγαπούν να περιδιαβάζουν πάνω στη Φορτέτσα και να κορφοκοιτάζουν το πέλαγο, τη χώρα και τους κήπους της. Μια ξεγνοιασιά θα σ’ αρπάξει κ’ εδώ πάνω, θα δροσίσεις τα ματάκια σου, και θα νιώσεις το καμάρι από τις θύμησες που θα ξυπνήσουν μέσα σου. Γιατί καθεμιά από τις πολεμίστρες, τις ζεματίστρες και τις τάπιες θα σου φέρει στο νου κι από ένα περιστατικό απ’ τους πολέμους, δοξαστικό πάντα για τους ανθρώπους του τόπου και ταπεινωτικό για τους ξένους άρπαγους. Μαζί με τα κατορθώματα των περασμένων που θανιστορηθείς, θαναγαλλιάσεις κι απ’ το πανόραμα της πολιτείας, με τα νοικοκυρεμένα σπίτια τους και τους κοντυλοσερμένους δρόμους, τις εκκλησιές, τα τζαμιά και τάλλα θεορατικά χτίρια, κ’ ένα γύρο τα περιβόλια και τα κοιμητήρια, πούναι κι αυτά πράσινα σαν τα περιβόλια».

Οι Ρώσοι, που είχαν εγκατασταθεί στο Ρέθυμνο μεταξύ του 1898 και του 1909, είχαν κατασκευάσει μέσα στο κάστρο έναν Κήπο, ο οποίος όμως σε μικρό χρονικό διάστημα ξεράθηκε. Παρόλα αυτά χρησιμοποιούνταν σε εξαιρετικές περιστάσεις από τους Ρεθυμνιώτες για έναν περίπατο: «Μόνο αν ερχόταν κανένα μεγάλο τριεστίνικο και φουντάριζε εκεί αποκάτω κι ο κυριακάτικος λαός ανέβαινε να το σεριανίσει, ο Κήπος ξαναζωντάνευε για ένα απομεσήμερο και τα κατσιασμένα πευκάκια του αναφουφουδιάζαν σαν κλώσσες να ρίξουν τη σκόνη από πάνω τους και να πρεπιστούν».

Όταν υπήρχε κακοκαιρία, ο Κήπος πάνω στο λόφο του Παλαιόκαστρου εξαφανιζόταν μέσα στην ομίχλη και το φρούριο φαινόταν σα θεόρατος βράχος, που βρισκόταν μέσα στο πέλαγος, εκτυφλωτικό σαν ένα κομμάτι μεταλλεύματος, φρεσκοπλυμένο από τις νεροποντές. Και οι Ρεθυμνιώτες ανέβαιναν στο πάρκο της Φορτέτσας να θαυμάσουν την πόλη τους.

Tο φρούριο χτίστηκε σε μια εποχή (1573-1588), που λόγω της χρήσης της πυρίτιδας τα οχυρωματικά έργα άλλαζαν από τους ψηλούς και λεπτούς πύργους του Μεσαίωνα σε προμαχώνες, δηλαδή χαμηλές, πολυγωνικές προεξοχές τειχών με μεγαλύτερες βάσεις, όπου τοποθετούνταν τα πυροβόλα. Στο πιο παχύ σημείο, το ανάχωμα της Φορτέτσας έχει 1,74 μέτρα πλάτος. Το καστέλο του Ρεθύμνου αποτελείται από τέσσερεις ημιπρομαχώνες, τρεις στη δυτική πλευρά και έναν στην ανατολική.

Στα ανατολικά, βόρεια και δυτικά προσαρμόζεται η πορεία του φρουρίου στη διαμόρφωση του εδάφους και σχηματίζει εκεί τρεις ακμές που μοιάζουν με προμαχώνες. Στη δυτική πλευρά βρίσκονταν οι στρατώνες, η αποθήκη του πυροβολικού και το διοικητήριο. Η πυριτιδαποθήκη βρισκόταν στην προστατευμένη βορινή πλευρά και στο κέντρο του μεγάλου περίβολου του φρουρίου βρισκόταν ο καθεδρικός ναός και η κατοικία του Ρέκτορα, του Βενετού διοικητή του Ρεθύμνου.

Καθώς μπαίνετε από την κύρια πύλη στην ανατολική πλευρά, φτάνετε αρχικά στο οπλοστάσιο που χτίστηκε το 1580-81 και έχει τέσσερεις αψίδες στην πρόσοψή του. Στο ισόγειο αποθηκεύονταν τα κανόνια, στον πρώτο όροφο όπλα και άλλο στρατιωτικό υλικό. Διαγώνια απέναντι, μπροστά από τον προμαχώνα του Αγίου Νικολάου, βρίσκονται το εκκλησάκι του Αγίου Θεοδώρου και απομεινάρια από ιδιωτικές κατοικίες. Στις αρχές του 20ού αιώνα το εσωτερικό της Φορτέτσας είχε οικοδομηθεί στο σύνολό του. Τα σπίτια κατοικούνταν κατά κύριο λόγο από τις φτωχότερες οικογένειες του Ρεθύμνου και τελικά χρησιμοποιούνταν ως οίκοι ανοχής. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ακολούθησε η μετεγκατάσταση των κατοίκων που είχαν απομείνει. Οι ιδιωτικές κατοικίες στο φρούριο κατεδαφίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους.

Ακριβώς απέναντι από την ανατολική πύλη βρίσκεται ένα πεντάγωνο οχυρωματικό κτίσμα, που χτίστηκε από τους Οθωμανούς, με σκοπό την ασφάλεια της κεντρικής πύλης. Έως τη δεκαετία του 1960 στεγαζόταν εκεί μέσα η φυλακή του Ρεθύμνου. Από το 1991, μετά από μία επιτυχημένη αναδιαμόρφωση του χώρου, το κτίριο χρησιμοποιείται ως Αρχαιολογικό Μουσείο.

Όμως ακόμη και η Φορτέτσα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις επιθέσεις των Οθωμανών. Το 1646 ο Χουσεΐν Πασάς βρισκόταν μπροστά στις πύλες της πόλης και μετά από μια πολιορκία είκοσι δύο μόνο ημερών το Ρέθυμνο έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Ο πληθυσμός της πόλης είχε κλειστεί, σύμφωνα με το σχέδιο, στο φρούριο. Όμως η σφοδρή θαλασσοταραχή δεν επέτρεψε στον ενετικό στόλο να προσεγγίσει την ακτή. Ο διοικητής του φρουρίου συνθηκολόγησε και το Ρέθυμνο βρέθηκε υπό οθωμανική διοίκηση.

Rethymno, Max_28

©Maximilian Sulpicius Stadler

Μία σημαντική ιστορική καμπή αποτέλεσε η ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, όταν όλοι οι Τουρκοκρήτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί ενώ στη θέση τους έφτασαν Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η παλιά πόλη έμεινε ευτυχώς σχεδόν ανέπαφη, παρόλο που κατά τη Μάχη της Κρήτης το Μάιο του 1941 το Ρέθυμνο αποτελούσε ένα από τα πολεμικά μέτωπα, καθώς μια μακριά λωρίδα γης, ανατολικά της πόλης, χρησιμοποιούνταν ως αεροδρόμιο. Από το 1970 η πόλη επεκτείνεται δυναμικά προς τα ανατολικά. Τότε ξεκίνησε και η κατασκευή του νέου λιμανιού.

Από το Αρχαιολογικό Μουσείο προχωρείτε με κατεύθυνση προς την πόλη και φτάνετε από την οδό Μελισσινού στο Μακρύ Στενό, τη σημερινή οδό Νικηφόρου Φωκά, που διασχίζει την πόλη από βορρά προς νότο. Ήταν ο κεντρικός άξονας της τουρκικής συνοικίας του Ρεθύμνου. Σ’ αυτήν μπορείτε να βρείτε πολλά παραδείγματα βενετσιάνικων σπιτιών, που τα ισόγειά τους χρησιμοποιούνταν από τους εμπόρους και τους τεχνίτες ως αποθηκευτικοί χώροι.

Στο Ρέθυμνο υπήρχαν πάρα πολλές αλλαξοπιστίες, παρόλο που την εποχή της Βενετοκρατίας η πόλη είχε διατηρήσει τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα της. Προέκυψε έτσι μια ισχυρή πλειοψηφία μουσουλμάνων, κάτι που αποτυπώνεται και στον αξιόλογο αριθμό των οχτώ τζαμιών. Όλα διατηρούνται ακόμη, εκτός από ένα, που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού το 1941. Μετά την αυτονομία της Κρήτης το 1898 και την ένωση με την Ελλάδα το 1913 φάνηκε να αρχίζει μια περίοδος ειρηνικής συνύπαρξης με τους μουσουλμάνους που είχαν παραμείνει στη χώρα. Όμως η Μεγάλη Ιδέα, που οδήγησε τα ελληνικά στρατεύματα στην καταστροφή, είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Rethymno, Max_36Rethymno, Max_15

Κατά τον Πρεβελάκη, η ανταλλαγή πληθυσμών αφορούσε περισσότερους από πενήντα χιλιάδες Τουρκοκρήτες, και μόνο ένα ελάχιστο μέρος τους ήθελε πράγματι να φύγει για το άγνωστο. Κατά την αποχώρηση των Τουρκοκρητών, όταν άρχισαν να διαλύουν τα σπίτια τους, παραλίγο να προκληθεί αναταραχή: «Βγήκαν με σκισμένα ρούχα, τα χέρια τους στάλαζαν τα αίματα, οι χανούμισες είχαν πετάξει πέρα τους φερετζέδες. Πέρασαν αραδίς, μέσα σε διπλό κορδόνι στρατιώτες, σαν κλέφτες που τους έπιασες να κλέβουν ξένο βιος, λοξοτηρώντας με κόκκινα μάτια και με το στόμα σφιγμένο μανιστικά.

Μπήκαν στις βάρκες, η εξουσία του πόρτου φόρτωνε τα πράματά τους με τάξη και τους τάστελνε στα βαπόρια, νύχτωσε και ξημέρωσε και κρατούσε ακόμα τούτη η δουλειά. Στο σταύρωμα της άλλης μέρας, ακούσαμε τα βαπόρια που σφύριξαν τρεις φορές, τους χαλκάδες από τις άγκυρες που κάμανε ναχολογήσει ο γιαλός… Κ’ ύστερα μια φωνή από χιλιάδες στόματα, από άντρες, από παιδιά και γυναίκες, μια φωνή που να μη σου οργιστεί ο Θεός να την ακούσεις ποτέ σου, αγριεμένη, παρακαλεστική, γεμάτη καημό και φοβέρα, που την έπαιρνε ο αγέρας και μας την έφερνε λουρίδια-λουρίδια… Μισέψανε το λοιπόν οι Τούρκοι».

Όταν κατηφορίζετε από τη Φορτέτσα την οδό Νικηφόρου Φωκά, συναντάτε στο δεξί σας χέρι το κάθετο σοκάκι, την οδό Κλειδή. Το ανακαινισμένο γωνιακό σπίτι στον αριθμό 13 αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα βενετσιάνικης ιδιωτικής κατοικίας. Το κτίριο έχει να επιδείξει μια από τις ωραιότερες εισόδους της πόλης, που φέρει τη λατινική επιγραφή Qui spe­rat in Deo sublevabitur: Όποιος ελπίζει στο Θεό θα ανακουφιστεί. Ποιος μπορεί να ζούσε σ’ αυτό το σπίτι;

Ένας Βενετός ευγενής ή μια Κρητική αρχοντική οικογένεια, στην οποία είχε απονεμηθεί τίτλος ευγενείας για τα επιτεύγματά της; Πάντως στα τελευταία χρόνια της Βενετοκρατίας δεν υπήρχαν μόνο ευγενείς στην πόλη, αλλά και πάνω από εκατό οικογένειες πολιτών, που είχαν το δικό τους οικόσημο και τα παιδιά τους σπούδαζαν στο σιναϊτικό μετόχι της Αγίας Αικατερίνης του Χάνδακα και στη συνέχεια στην Πάντοβα. Μετά την επιστροφή τους αποτελούσαν ως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, δάσκαλοι και αγιογράφοι την πνευματική τάξη του νησιού.

Rethymno, Max_35Rethymno, Max_32

Σ’ αυτό το πρόσφορο έδαφος συντελέστηκε η μεγάλη πολιτιστική ανάπτυξη της Κρητικής Αναγέννησης. Από το Ρέθυμνο καταγόταν ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, ο οποίος στο ποιητικό του έργο Ο Κρητικός Πόλεμος παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την εποχή εκείνη, και ο Γεώργιος Χορτάτζης, που με τις κωμωδίες του Πανώρια και Κατσούρμπος, όπως και την τραγωδία Ερωφίλη, προετοίμασε το έδαφος για την ανάπτυξη του σύγχρονου θεάτρου στην Ελλάδα.

Ο αδερφός του ποιητή, Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής, θεωρείται ως ο κύριος εκπρόσωπος της «Κρητικής Σχολής» Αγιογραφίας. Το 1561 ιδρύθηκε στο Ρέθυμνο η Ακαδημία των Vivi, η πρώτη ακαδημία λογίων, την οποία ακολούθησαν στα τέλη του 16ου αιώνα η Ακαδημία των Stravaganti στον Χάνδακα και η Ακαδημία των Sterlili στα Χανιά. Πολλοί βλέπουν στον Απόκοπο του Ρεθυμνιώτη συγγραφέα Μπεργαδή, που εκδόθηκε το 1519 στη Βενετία, την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μόνο με την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς τέθηκε ένα απότομο τέλος στην άνθηση αυτή.

Στη συμβολή των οδών Νικηφόρου Φωκά και Αραμπατζόγλου βρίσκεται η τρίκλιτη εκκλησία «Κυρία των Αγγέλων», που οικοδομήθηκε στα τελευταία χρόνια της Βενετοκρατίας και ήταν αφιερωμένη στην Αγία Μαρία Μαγδαληνή του τάγματος των Δομινικανών μοναχών. Η οδός Αραμπατζόγλου θεωρείται ο δρόμος με τα περισσότερα διατηρημένα κτίρια με σαχνισιά, σε όλο το Ρέθυμνο. Στον αριθμό 48-50 πιθανολογείται πως ζούσε κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας ο καθολικός κλήρος. Το τμήμα του κτιρίου που κάποτε χρησιμοποιούνταν για τη σίτιση των φτωχών, στεγάζει σήμερα το Μουσείο Ενάλιας Ζωής.

Rethymno, Max_6Rethymno, Max_4

Σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς εμφανίστηκαν στο Ρέθυμνο δύο τούρκικα χαμάμ˙ το ένα βρίσκεται στην οδό Ραδαμάνθυος 25 και διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Δυστυχώς το χαμάμ δεν έχει συντηρηθεί, ενώ θα μπορούσε να αποτελεί ακόμη ένα μαργαριτάρι στο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της πόλης.

Ο Παντελής Πρεβελάκης περιγράφει στο Χρονικό μιας Πολιτείας πως το 1923, την εποχή της ανταλλαγής των πληθυσμών η λουτράρισσα στο τούρκικο χαμάμ, η κυρά Φατιμέ, παρουσιάστηκε στον Γάλλο πρόξενο ως συμπατριώτισσά του. Αν και είχε προσληφθεί στο χαμάμ ως Τουρκάλα, δεν ήθελε να μεταφερθεί με το πλοίο στην Τουρκία. Η ίδια περιγράφει μια σκηνή, την οποία αργότερα στα Χανιά θα ακούσετε άλλη μια φορά, σε μια παραλλαγή, στην εκδοχή του Νίκου Καζαντζάκη, δια στόματος της γερασμένης ντίβας Μαντάμ Ορτάνς.

«Σε τούτη την ερημιά πούχαμε φτάσει, τίποτα δεν έλειπε, το χαβιάρι, να πεις, το βάνανε πάνω στο τραπέζι με το γουβά, και το κρασί το περνούσαν από τα φραντσέζικα στο ρούσικο με τη μάνικα. Όταν όλοι τους πέφταν ξεροί σπ’ το πιοτό, τα άλλα καράβια στέλναν τη βάρκα να μας γυρέψει, κ’ έβγαινε στη σκάλα να μας αποδεχτεί ο ίδιος ο αμιράλης. Ποτιέ λέγαν το δικό μας, Χάρρις γρικιόταν ο Εγγλέζος, Κανεβάρο ο Ιταλός».

Πρόκειται για την εποχή ανάμεσα στα 1897 και 1898, όταν οι μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και Ιταλία προσπαθούσαν να περιορίσουν τις αναταραχές μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων στην Κρήτη και να θέσουν το νησί υπό διεθνή κατοχή. Μετά την ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 απομακρύνθηκε και πάλι η προοπτική της Ένωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες η πρόταση για αυτονομία της Κρήτης γινόταν όλο και πιο αποδεκτή: στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφτασε στην Κρήτη ο Πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας ως Ύπατος Αρμοστής.

Rethymno, Max_14Rethymno, Max_22

Διατηρούσε ιδιαίτερη σχέση με το Ναύαρχο Ποτιέ και με τη δική του υποστήριξη ο οίκος ανοχής της έγινε σημείο συνάντησης των αξιωματικών. Λίγο πριν την άφιξη του Πρίγκιπα Γεωργίου στην Κρήτη αποσύρθηκαν οι ξένοι στρατιώτες και κλείσανε οι οίκοι ανοχής. Η Adeline Guitar παρέμεινε όμως στα Χανιά έως το 1905 και εμφανιζόταν στο London Bar ως τραγουδίστρια. Μετά την επανάσταση του Θερίσου εγκαταστάθηκε στη Σητεία με ενδιάμεσο σταθμό το Ηράκλειο, και στη συνέχεια στον Άγιο Νικόλαο, όπου άνοιξε μία ταβέρνα. Το 1910 έφτασε με το σύντροφό της στην Ιεράπετρα, όμως εκείνος μετά από σύντομο χρονικό διάστημα εξαφανίστηκε με όλες τις οικονομίες της.

Η Adeline Guitar, σαράντα εφτά χρονών πια, ξεκίνησε για άλλη μια φορά από την αρχή, άνοιξε ένα εστιατόριο και αργότερα το πρώτο ξενοδοχείο της πόλης. Μάλιστα στο τέλος έγινε και υποπρόξενος της Γαλλίας και σε μεγάλη ηλικία αφιερώθηκε σε φιλανθρωπίες. Πέθανε το 1938 σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών στην Ιεράπετρα, όπου και κηδεύτηκε στο ορθόδοξο κοιμητήριο. Σήμερα υπάρχει εκεί ένας δρόμος αφιερωμένος σ’ αυτήν.

Σε πλήρη αντίθεση με τη Μαντάμ Ορτάνς του Καζαντζάκη, η Γαλλίδα κοκέτα του Πρεβελάκη περιγράφει τους ναυάρχους των δυνάμεων κατοχής ως βίαιους τύπους, που ακόμη και έναν βιασμό τον θεωρούσανε διασκέδαση. Η ιστορική Μαντάμ Ορτάνς πρέπει να εκπροσωπούσε για την Κρητική αστική κοινωνία της εποχής εκείνης, στο πέρασμα προς τον 20ό αιώνα, την παριζιάνικη ζωή, την Μπελ Επόκ, έναν ελκυστικό και ταυτόχρονα διεφθαρμένο κόσμο. Η εισβολή των ανεκτικών ευρωπαϊκών εθίμων στην παραδοσιακή κοινωνία του νησιού έκανε την Ορτάνς για τους Κρητικούς συγγραφείς ένα σύμβολο της αλλαγής των αξιών.

Rethymno, Max_11

©Maximilian Sulpicius Stadler

Στη συμβολή των οδών Επιμενίδου και Βερνάρδου 28-30 βρίσκεται ένα από τα ομορφότερα θυρώματα της πόλης με το οικόσημο της Βενετσιάνικης οικογένειας Clodio. Η οικοδόμηση, σύμφωνα με την επιγραφή πάνω από το δοκάρι της πόρτας, χρονολογείται από το 1609. Όλο το κτιριακό συγκρότημα θεωρείται το εντυπωσιακότερο αρχοντικό της Βενετοκρατίας στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου. Για το λόγο αυτό συντηρήθηκε όχι τυχαία στη δεκαετία του 1990 και στεγάζει από το 1995 το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο.

Ο Παντελής Πρεβελάκης περιγράφει πόσο βαθιά τον εντυπωσίασε ο τεράστιος μιναρές του τζαμιού του Νερατζέ, μερικά βήματα μακριά από το μουσείο: «Μόνο άμα φύγαν οι Τούρκοι πήγα και περιεργάστηκα με τη βολή μου τα τζαμιά τους και τα ξεφοβήθηκα. Μπήκα μέσα και δοκίμασα πως αντιλαλούσαν οι θόλοι τη φωνή μου, σκαρφάλωσα πάνω στους κουμπέδες, μελέτησα με τις ώρες, τις σιδεροπλεμένες ξωπόρτες, πούναι θαρρείς καμωμένες ξεπιτούτου για να σε ζαλίσουν με τα παιχνίδια και τη σερπετιά από τις γραμμές τους».

Στην οδό Βερνάρδου βρισκόταν ένα από τα δύο μεγαλύτερα καθολικά μοναστήρια της πόλης: η εκκλησία της Αγίας Μαρίας του Τάγματος των Αυγουστίνων. Το 1657 ο Χουσεΐν Πασάς μετέτρεψε την εκκλησία στο τζαμί του Νερατζέ. Το 1890 οικοδομήθηκε ο μεγαλύτερος και λαμπρότερος μιναρές της πόλης. Στον Γιώργο Δασκαλάκη, πολιτικό μηχανικό, ανατέθηκε η κατασκευή ενός μιναρέ που θα ξεπερνούσε όλους τους άλλους μιναρέδες της Ανατολής. Τότε ο Δασκαλάκης ταξίδεψε για τρεις μήνες στην Τουρκία και στη συνέχεια υπέβαλε βάσει των εμπειριών του τρεις προτάσεις από τις οποίες τελικά υλοποιήθηκε η μία. Ο μιναρές οικοδομήθηκε, όπως τα περισσότερα αρχοντικά κτίρια της πόλης, από αλφόπετρα, που προερχόταν από το χωριό Αλφάς, 22 χιλιόμετρα μακριά. Το 1925, μετά τον εκπατρισμό των Τουρκοκρητών, το κτίριο αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο, δε λειτούργησε όμως ως εκκλησία αλλά ως ωδείο. Σήμερα δίνονται εκεί διαλέξεις και διοργανώνονται μουσικές και θεατρικές παραστάσεις.

kreta-coverΑπό την πλατεία Τίτου Πετυχάκη μπαίνετε στην οδό Αντιστάσεως και ένα τετράγωνο μακριά συναντάτε το μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Η βασιλική ανήκει στα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά μνημεία της πόλης και στο δεύτερο μεγαλύτερο καθολικό μοναστηριακό συγκρότημα στο Ρέθυμνο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η εξολοκλήρου διακοσμημένη εξώθυρα. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως πτωχοκομείο, αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί καταστήματα. Δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου βρίσκεται η γραφική εξώθυρα του τουρκικού παρθεναγωγείου, που ιδρύθηκε το 1796, και στο οποίο σήμερα στεγάζεται το 1ο Δημοτικό Σχολείο Ρεθύμνου ή «Τούρκικο».

Η οδός Αντιστάσεως, η Μεγάλη Οδός, οδηγεί από την πλατεία Τίτου Πετυχάκη, την βενετσιάνικη πλατεία, στην Πύλη Guora, τη μοναδική διατηρημένη πύλη της πόλης. Αυτός ο δρόμος και η μικρότερη οδός Σουλίου ήταν κάποτε δρόμοι της αγοράς που έσφυζαν από ζωή.

«Η δεύτερη πλατιά στράτα της πολιτείας, που κατεβαίνει από τη Μεγάλη Πόρτα στον Πλάτανο, είχε άλλη όψη, την όψη που πρέπει νάχει μια δημοσιά όταν χωριά συγκλώναρα την πλημμυρίζουν σε ώρα ξεσπιτωμού. Χρέος μου να το πω αποξαρχής πως ο δρόμος τούτος είταν το παζάρι της πολιτείας, όπου οι τέσσερεις επαρχίες του νομού τρέχανε κάθε πρωί να πουλήσουν τη σοδειά τους και ναγοράσουν τα πράματα που τους έλειπαν˙ ρύζι, ζάχαρη, νήματα, σύνεργα της γεωργικής. Μαγαζάτορες και πελάτες είταν εδώ από την ίδια ράτσα, με τα ίδια φερσίματα και τις ίδιες φωνάρες, και μονάχα από το ρούχο μπορούσες να τους ξεχωρίσεις, να πούμε από την ποδιά που φορούσαν οι παζαρίτες από τη ζώνη ίσαμε τα γόνατα, ή από τα στραβοράβδια που κρατούσαν οι ξωτάρηδες. Έβλεπες το λοιπόν εδώ αντρακλαράδες δύο μέτρα μπόι, γενιασμένους κι αγριαμάτηδες, ποδεμένους τα ψηλά στιβάνια και σφιχτοζωσμένους τη μαύρη βράκα, με την τρίχινη κάπα στη ράχη αν είτανε χειμώνας, ξεστήθωτους στην καλοκαιριά, τους περισσότερους αρματωμένους με τα μεσομάχαιρα – να λαχταρίσεις από την τρομάρα! Τούτος κουβαλούσε καβαλαριά στους ώμους του ένα μοσκάρι, εκείνος προγκούσε το μουλάρι του, ζαλωμένο τα τουλούμια το κρασί, ένας άλλος βαστούσε πανωπάλαμα δύο-τρία κεφάλια τυρί και περιχούγιαζε γυρεύοντας τον αγοραστή…».

Rethymno, Max_2

©Maximilian Sulpicius Stadler

Το τζαμί της Βαλιντέ Σουλτάνας βρίσκεται κοντά στην πύλη της πόλης, ανατολικά της Μεγάλης Οδού, και πήρε το όνομα της μητέρας του σουλτάνου Ιμπραήμ Χαν. Ουσιαστικά αποσπά την προσοχή μόνο με τον μιναρέ του. Η είσοδος βρίσκεται στην οδό Τομπάζη 17, το τζαμί όμως δεν είναι ανοικτό για το κοινό˙ χρησιμοποιείται από την αρχαιολογική υπηρεσία ως αποθηκευτικός χώρος για αρχαιολογικά ευρήματα.

Η Πύλη Guora οικοδομήθηκε κατά τη διακυβέρνηση του διοικητή της πόλης, Jacobo Guora, την περίοδο 1566-68. Αποτελεί το τέρμα της οδού Εθνικής Αντιστάσεως και οδηγεί στην Πλατεία Τεσσάρων Μαρτύρων. Όταν κατευθύνεστε δυτικά από το μνημείο του πυροτεχνουργού του Αρκαδίου, του Γιαμπουδάκη, που βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας, μπορείτε να κάνετε μια ξεκούραστη βόλτα μέσα από το πάρκο της πόλης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο αστικό πάρκο της Κρήτης με πάρα πολλά διαφορετικά είδη φυτών.

Ο Παντελής Πρεβελάκης διηγείται πώς ο δήμαρχος Τίτος Πετυχάκης, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, διαμόρφωσε στο τούρκικο νεκροταφείο το πάρκο της πόλης.

«Έριξε κάτω τα τουρκομνήματα, πήρε τα μάρμαρα, ζευγάρισε τη γης με τους νεκρούς. Τα κόκαλα ήρθανε πάνω, τάσπρισαν οι βροχές, ο κηπάρης γύρισε να ξανακυλήσει το χωράφι. Ρίξανε σπόρους, φύτεψαν καταβολάδες, συγύρισαν φυταλιές, ξελακκούδισαν τα πεύκα και τις κουκουναριές πούχανε βρει από τους Τούρκους. Να μην τα πολυλογώ, σ’ ένα-δυο χρόνια το κοιμητήρι είχε γίνει περιβόλι, η κάθε ρίζα βρήκε απόνα καύκαλο να το βυζάξει. (…) Οι φράχτες του Παράδεισου είχανε ξάφνου γκρεμιστεί και ξεχύθηκαν οι ευωδιές και τα τραγούδια του. Οι νεκροί ξεχάστηκαν από τον ένα χρόνο στον άλλο, τα κόκαλα γίνανε φύλλα κι ανθός κι ακροκλωνάρια, κι απάνω κει πιάστηκαν τα πετούμενα και κάμαν λαλούμενα τα δέντρα. Νίκησε η ζωή το θάνατο, ασημοκάπνισε το φεγγάρι τη μαυρίλα της νύχτας, γέμισαν κελαδισμό οι στράτες τουρανού…».

Απόσπασμα από: Kreta. Ein Reisebegleiter. Insel Verlag 2006. Φωτό: Maximilian Sulpicius Stadler, Ellen Katja Jaeckel. Μετάφραση: Ανέστης Παρχαρίδης. Η μετάφραση εκπονήθηκε στο πλαίσιο σεμιναρίου του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Διερμηνείας και Μετάφρασης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εικονογράφηση: Yorgos Konstantinou.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Μια σκέψη για ““Χρονικό μιας πολιτείας”

  1. Διπλή η ωφέλεια από το συγκεκριμένο κείμενο: και η γνωριμία με το βιβλίο του Πρεβελάκη αλλά και η παρουσίαση των πιο χαρακτηριστικών σημείων της πόλης ούτως ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένη εικόνα και του βιβλίου αλλά και της πόλης. Πολύ καλό!

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου