Ούτε ένας έξω απ’ τη θάλασσα

Ένα οδοιπορικό από την ΄Ανδρο του Hans W. Korfmann

Η Άνδρος είναι αλλιώτικη. Το ίδιο το λιμάνι – που συναντά το Εξπρές Πηνελόπη μετά από δύο ώρες ταξίδι – παραείναι πράσινο για ελληνικό νησί. Οι παραλίες στο δρόμο για τη Χώρα, οι μικροί κολπίσκοι με παρατεταγμένες τις μπλε ξαπλώστρες τους, οι επιμελώς τοποθετημένες ομπρέλες, οι αντιανεμικές κατασκευές από μπαμπού, οι καλοσκεπασμένοι λουόμενοι – όλα παραείναι τέλεια. Ακόμη και τα βουνά ή οι παλιές, χέρσες πεζούλες στα χωράφια που κάποτε είχαν κριθάρια και σιτάρια δίνουν την εντύπωση ότι έχει περάσει από το νησί σκούπα.

Σαν φλέβες που φουσκώνουν μετά από σκληρή δουλειά, τοιχώματα γραμμώνουν όλο το νησί μέχρι τα ψηλότερα υψώματά του, χωρίζουν τον αγριότοπο σε ξεχωριστά αγροτεμάχια, σε βοσκοτόπια για τα πρόβατα, σε χωράφια για τα σιτηρά. Είναι οι ξερολιθιές για τα σύνορα των Ανδριωτών, χτισμένες με ακρίβεια από επίπεδες πέτρες, που οι μακριές γραμμές τους μετά από μερικά μέτρα απαρέγκλιτης ευθύτητας διακόπτονται ξαφνικά από κάθετα τοποθετημένες πλάκες σχιστόλιθου∙ από μακριά, όταν ο ήλιος πέφτει πάνω τους με τη σωστή γωνία, μοιάζουν κάποιες φορές με γιγαντιαίες επάλξεις.

Ακόμη και η ομώνυμη πρωτεύουσα είναι πιο εκλεπτυσμένη από τους άλλους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας. Στις λιγοστές ταβέρνες κάτω στη θάλασσα, ιδρωμένοι σερβιτόροι με λευκά πουκάμισα τρέχουν πέρα δώθε για να φέρουν ένα πιάτο με θαλασσινά σε κυρίες με μαύρες βεντάλιες στα χέρια και λευκούς φιόγκους στα μαλλιά ή μια μισοψημένη μπριζόλα στους παπάδες με τα μαύρα καλοσιδερωμένα τους άμφια. Παντού στο λόφο πάνω από τη θάλασσα υψώνονται νεοκλασικές βίλες, σπίτια μεγάλα σαν θέατρα με μπαλκόνια προς την πλατεία, απ’ όπου θα μπορούσαν να εκφωνηθούν λόγοι προς το λαό. Πολλές είναι σήμερα εγκαταλελειμμένες, μνημεία μιας ανάπτυξης δίχως προηγούμενο, με τον σοβά τους να ξεφλουδίζεται σιγά σιγά. Μόνο τον Αύγουστο αερίζονται μερικές, οπότε και τις χρησιμοποιούν ως παραθεριστικές κατοικίες οι ιδιοκτήτες τους.

Mikra Agglia, Film-4

Με το γυρισμό τους έφερναν μαζί τους στην πατρίδα χρήμα και τον μεγάλο, μακρινό κόσμο

Είναι οι αλλοτινές επαύλεις των ανδριωτών ναυτικών και πλοιοκτητών που στις αρχές του περασμένου αιώνα έστειλαν μια αρμάδα από ατμόπλοια στις θάλασσες του κόσμου. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες των φορτηγών πλοίων τους σήμερα κρέμονται στο καφενεία και τα ξύλινα ομοιώματά τους βρίσκονται στο Ναυτικό Μουσείο της Άνδρου, δίπλα σε εξάντες, σκούφιες καπετάνιων και έναν γαλάζιο παγκόσμιο χάρτη στο ύψος ενός παιδιού. Τα πλοία του εμπορικού στόλου της Άνδρου στολίζουν πετσέτες θαλάσσης με φάρους και γοργόνες στα μαγαζιά με σουβενίρ, κρατούν συντροφιά σε κακόγουστα κοχυλένια τρικάταρτα των έξι ευρώ και σε ρολόγια καδρωμένα σε σωσίβια: με άλλα λόγια, έχουν βρει το τελευταίο τους αγκυροβόλι σε βιτρίνες γεμάτες με καραβόσκοινα και δίχτυα ψαράδων.

Η Άνδρος με τα πλοία της, με το μνημείο του αφανούς ναύτη που μοιάζει με σοσιαλιστικό ήρωα της δουλειάς και με τους ηλικιωμένους άντρες να βαστούν γερά το τιμόνι σαν πηδάλιο και να οδηγούν στο δρόμο το Φορντ ή το Όπελ τους, μοντέλο του ’68 ή του ’72, τόσο αργά και προσεκτικά σαν να βρίσκονται εν μέσω καταιγίδας στο Τρίγωνο των Βερμούδων. Η Άνδρος δεν μοιάζει με την Κρήτη ή τη Μύκονο. Η Άνδρος είναι το νησί των ναυτικών.

«Οι καινούριοι μαντρότοιχοι γύρω από τα καινούρια σπίτια», λέει κάποιος στο καφενείο Γαλιάσος, «δεν ταιριάζουν εδώ.» Μιλάει για τις γκρίζες λωρίδες από τσιμέντο, που εδώ και λίγο καιρό έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στο βουνό και περιφράσσουν την περιουσία των ιδιοκτητών των νέων εξοχικών. «Οι παλιοί», λέει, εννοώντας τους μακρινούς προγόνους που δεν ήταν ακόμη ναυτικοί αλλά αγρότες και για τους οποίους έχει ακούσει μόνο από τις διηγήσεις άλλων, «χτίσανε τέτοιες εκπληκτικές ξερολιθιές που σήμερα οι ξένοι ρωτάνε αν πρόκειται για κάποια παλιά θρησκευτικά κτίσματα ή σύγχρονα έργα τέχνης. Έχω γυρίσει πολύ στον κόσμο, αλλά πουθενά δεν είδα τέτοιες ξερολιθιές. Στην αρχή στρώνανε τις πέτρες οριζόντια τη μία πάνω στην άλλη, μετά ξαφνικά κάθετα και μερικές φορές μάλιστα λοξά, με γωνία ακριβώς 45 μοιρών. Και μετά, κάθε δέκα μέτρα, ανάμεσά τους αυτές οι μεγάλες πλάκες! Είναι έργο τέχνης!» «Είχανε πολλές πέτρες», λέει κάποιος από το καφενείο. «Πολύ καιρό!», λέει ένας άλλος.

Mikra Agglia, Film-8

Οι γέροι της Άνδρου έρχονται κάθε απόγευμα στον Γαλιάσο, κρεμούν τα μπαστούνια τους στον τοίχο και σχολιάζουν τα παλιά και τα τωρινά. Όλοι τους έχουν μύτη σαν του Ωνάση και όλοι τους πίνουν καφέ. «Δε μου λέτε, είναι κανένας που να μπορεί να το διαβάσει; Εσείς είσαστε όλοι σας κοσμογυρισμένοι!» Ο Γιώργος Παπαθανασίου κρατάει σηκωμένο ένα γράμμα, ένα επίσημο έγγραφο σε μια ξένη γλώσσα. «Πέθανε ο θείος μου. Στη Γερμανία. Και δε μπορώ να το διαβάσω.» Ο θείος κάποια μέρα δε γύρισε από τη θάλασσα. Σε κάποιο λιμάνι, ο Γιώργος δε θυμάται πια σε ποιο, «αλλά ήτανε το 1947, αμέσως μετά τον πόλεμο», ο θείος είχε γνωρίσει κάποια Όλγα. Κι έμεινε εκεί. Για πάντα.

Τώρα πέθανε. Στα ξένα. Όπως και τόσοι άλλοι άντρες της Άνδρου. Εδώ ερχόταν κάποια στιγμή που όλοι πήγαιναν στη θάλασσα, «αμέσως μετά το σχολείο. Όλοι φεύγανε μετά το σχολείο. Όποιος δεν έφευγε, δεν ήταν άντρας!» Μόνο ο Γιώργος γύρισε στη στεριά μετά από δύο χρόνια, παντρεύτηκε κι άνοιξε ένα καφενείο. «Έπρεπε να μείνει κι ένας εδώ για να προσέχει τις γυναίκες!» λέει κάποιος από τους ναυτικούς κι όλοι ξεσπάνε σε γέλια.

Οι γυναίκες της Άνδρου έμεναν συχνά μήνες ολόκληρους μόνες, ενόσω οι άντρες τους αποκτούσαν δόξα και πλούτη! Όπως εκείνος ο Εμπειρίκος με τα 30 καράβια του, που τ’ όνομά του το συναντάει κανείς σε κάθε γωνιά του δρόμου. Δώρισε στην Άνδρο ένα σχολείο, ένα γηροκομείο κι ένα νοσοκομείο κι ο μνημειακός τάφος του ξεπροβάλλει στο μαρμάρινο νεκροταφείο πάνω από καθετί άλλο. Οι ναυτικοί έφεραν τον μεγάλο, μακρινό κόσμο στο μικρό νησί τους, έχτισαν θέατρο, παιδικές χαρές, την Καΐρειο Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που παρουσιάζει στους σημερινούς Ανδριώτες πίνακες του Πικάσο, του Ματίς, του Κλέε και του Σαγκάλ. Στο τέλος, οι ταξιδιώτες έφεραν κύκνους κι ένα τσούρμο από κάτασπρες πάπιες που κολυμπούν τώρα στη μικρή λιμνούλα της Άνδρου σαν να βρίσκονται στον Αγγλικό Κήπο του Μονάχου.

Mikra Agglia, Film-3

Ψηλά, στις Στενιές, το χωριό των καπετάνιων, με τα ψηλά πλατάνια τους και την πηγή που το νερό της τρέχει σε μικρά κανάλια ανάμεσα στα σπίτια, οι άντρες στο καφενείο μιλάνε για την καινούρια μάντρα στη στάση των ΚΤΕΛ που έχει να δει λεωφορείο οχτώ χρόνια. Ο Γιάννης Μπεγλέρης, με 28 χρόνια στη θάλασσα, 16 εκ των οποίων ως καπετάνιος, που ο παππούς του ψάρευε σολομούς στην Αμερική και ο αδελφός του βυθίστηκε μαζί με το πλοίο του στον πόλεμο, είναι τώρα ο καπετάνιος του χωριού, δήμαρχος. Είναι περήφανος για τις Στενιές, εδώ ήτανε καπετάνιοι και κυβερνήτες, κάτω στην Άνδρο ήτανε μάγειρες και ναύτες. Δε θέλει να πει ότι οι άνθρωποι στις Στενιές είναι καλύτεροι, αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτό λέει. «Γύρω στα 1880», λέει ο κοσμοταξιδεμένος δήμαρχος, μιλώντας με διδακτικό τόνο στα αγγλικά, «έφυγαν οι πρώτοι άντρες από το χωριό για να πάρουνε το δίπλωμα του καπετάνιου. Έγινε παράδοση και ξαφνικά όλοι ήθελαν να γίνουν καπετάνιοι.»

Ο Παναγιώτης Κουρτέσης, ο κοντός καφετζής με τα μεγάλα, σκούρα γυαλιά, βρέθηκε κι αυτός στη θάλασσα μετά τον πόλεμο. «Υπέροχες εποχές, Αμβούργο, Άμστερνταμ, Σιγκαπούρη, οι γυναίκες ανέβαιναν στο πλοίο για ένα κομμάτι ψωμί.» «Άντε πάλι μ’ αυτές τις ιστορίες!», λέει η γυναίκα του κι ανοίγει την τηλεόραση. «Μια φορά χρειαστήκαμε έξι μήνες για να ξεφορτώσουμε. Τόσο καλές ήταν οι γυναίκες.» Όλα αυτά όμως έχουν περάσει και αρκετά τα κάνει να μοιάζουν όμορφα η ανάμνηση. Ένα είναι σίγουρο: οι άντρες στη θάλασσα έβγαζαν λεφτά και το χωριό τους μεγάλωνε.

Κάποτε στις Στενιές υπήρχαν πέντε καφενεία, τέσσερις φούρνοι, ένας κουρέας, ένας οδοντίατρος, αρκετά μαγαζιά, ένας μαραγκός και κάτω στο ποτάμι γύριζε και άλεθε τα σιτηρά ο μεγαλύτερος νερόμυλος των Βαλκανίων. Και καθώς οι καπετάνιοι έκλειναν πολλές δουλειές με τους Εγγλέζους, οι γυναίκες στις Στενιές είχαν αγγλικά υφάσματα, αγγλικό τσάι, αγγλικά παπούτσια, αγγλικά βιβλία. Ακόμη και σήμερα φοράνε τα παλιά χρυσαφικά τους, σκουλαρίκια φιλιγκράν, μεγάλες καρφίτσες από χρυσό, δαχτυλίδια με λαμπερές πέτρες, δώρα για τις γυναίκες του νησιού που στην Ελλάδα τότε το έλεγαν – πότε κοροϊδευτικά και πότε με ζήλεια – Μικρά Αγγλία.

Mikra Agglia, Film-7

«Άκου εκεί, τι θα πει Αγγλία; Παρίσι ήτανε εδώ, Παρίσι!» – Ο Παναγιώτης, ο ιδιοκτήτης του τελευταίου καφενείου στις Στενιές, δείχνει προς το παλιό ραδιόφωνο και το πικάπ. «Το 1955 ήτανε! Το πικάπ γύριζε μέρα-νύχτα και οι άνθρωποι χόρευαν μέρα-νύχτα! 250 καρέκλες είχαμε και δεν έφταναν!» Από αυτές έχουν απομείνει το ένα τέταρτο, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη σε μια γωνία μέχρι το ταβάνι και πέντε μικρά, πράσινα τραπέζια. Αφού ξαφνικά έγινε τόσος χώρος, έφεραν στο καφενείο τον καναπέ από το καθιστικό τους. Και εκεί κάθονται το χειμώνα η Άννα και ο Παναγιώτης, δίπλα στο εικόνισμα που κρέμεται στον τοίχο και στη διαφήμιση της δεκαετίας του εξήντα με το ελαφροντυμένο κορίτσι που διαφημίζει μια αντηλιακή κρέμα, και βλέπουν τις ειδήσεις.

Στους τοίχους, οι φωτογραφίες των πνιγμένων συζύγων, πατέρων, αδελφών

Μερικές φορές περνάει η γειτόνισσα. Κουτσομπολεύουν κάποια που πέθανε αλλά, όσο ζούσε, έλπιζε να μη γυρίσει ποτέ ο άντρας της από τη θάλασσα –και ξαφνικά, μια μέρα τον είδαν να στέκεται στην πόρτα. Ή την τεμπέλα που «δε βάζει κατσαρόλα στη φωτιά» και «δεν πιάνει βελόνα στο χέρι της». Ή την παράξενη λιτανεία: κάποια μέρα ανέβηκε στο βουνό ένας ξένος, που ήταν ο φωτογράφος της Άνδρου, έπρεπε να φωτογραφήσει τη μητέρα του γέρου Μπεγλέρη που χρειαζόταν μια φωτογραφία για το διαβατήριό της. Καθώς ξένος άντρας απαγορευόταν να πάει μόνος του στο χωριό με τις πολλές μόνες γυναίκες, μητέρα, πεθερά και γαμπρός παρακολουθούσαν – προστατεύοντας την καπετάνισσα και τον ξένο – τον άντρα με το γάιδαρο και τη φωτογραφική μηχανή με τη φυσούνα.

Mikra Agglia, Film-6

Σήμερα οι γυναίκες γελάνε μ’ όλα αυτά. Σχεδόν κανένας δεν πάει πια στη θάλασσα. Από κάποιο σημείο κι έπειτα δεν άξιζε τον κόπο. Οι γιοι των καπετάνιων σπούδασαν, έγιναν γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές. «Τα σημερινά κορίτσια δε θέλουν πια ναυτικούς αλλά καθηγητές!», λέει ο Παναγιώτης. Αλλά τότε ακόμη περίμεναν εκείνες, οι γυναίκες της Άνδρου, με μια φλογερή υπομονή, πριν τον πόλεμο, στον πόλεμο, μετά τον πόλεμο, κάποιες φορές άδικα. «Ο πόλεμος είχε πλήξει καίρια το ναυτονήσι, οι Αθηναίοι πέθαιναν από την πείνα, οι Αντριώτες πνίγονταν στις ναυμαχίες. Στο κάτασπρο νησί με τα χιόνια να φτάνουν ως τη θάλασσα, σπάνιο γεγονός και θέαμα, άνθρωποι στα μαύρα έσκαβαν και ξεχιόνιζαν για κανα ραδικάκι.»

Ήταν οι γυναίκες της Άνδρου με τα ρούχα του πένθους. «Βάζανε και βγάζανε τα μαύρα, έμπαινε μέσα τους το σκούρο, σκούραινε το αίμα τους και τραβιόντουσαν κατόπιν στα μνημόσυνα γνωστών και αγνώστων, λάστιχο στις δουλειές όλη την εβδομάδα και την Κυριακή, πρωί πρωί, μαύρο ταγέρ και στην ουρά για τα συλλυπητήρια», έγραφε η Ιωάννα Καρυστιάνη, όταν με το βιβλίο της Μικρά Αγγλία έστησε επιτέλους και για εκείνες ένα μνημείο.

Mikra Agglia, Film-2

Η Ιωάννα Καρυστιάνη στέκεται στο παράθυρο του καφενείου και βλέπει πέρα από την κοιλάδα των Στενιών, κοιτάζει τους κήπους που κρέμονται στο βουνό, τα κεράσια, τα βερίκοκα, τα μήλα, τους φοίνικες, τους ευκαλύπτους, τα δασάκια με τα κυπαρίσσια, τα περιποιημένα σπίτια με τις κόκκινες κεραμιδένιες σκεπές τους μέσα σε ένα όργιο πρασινάδας, τις παλιές, ζεστές ξερολιθιές, την αειθαλή κάππαρη να σκαρφαλώνει στις πλαγιές. «Η Άνδρος είναι αλλιώτικη!» λέει. Ίσως γι’ αυτό να ήθελε αμέσως να γυρίσει πίσω την πρώτη φορά που πάτησε στο νησί.

Το νησί δεν της άρεσε. «Μετά όμως μπήκα σε ένα από τα σπίτια και είδα τις εικόνες των πνιγμένων συζύγων, πατέρων και αδελφών στον τοίχο, τα βαθιά βαθουλώματα στη μία πλευρά των συζυγικών κρεβατιών.» Ή αυτά τα μπαούλα «παραγεμισμένα μέχρι πάνω με τσουπωμένα, πυκνοκεντημένα τραπεζομάντηλα, μαξιλαροθήκες, κουρτίνες», οι γυναίκες είχαν «ξηλώσει όλα τα παπάκια, τα δελφινάκια, τα λουλουδάκια και είχαν κεντήσει από πάνω τις ναυτικές τραγωδίες του νησιού, τη μία μετά την άλλη, την πάλη με τα κύματα του θανάτου, μπαταρισμένες σωτήριες λέμβους, άδεια σωσίβια γιλέκα…»

Αυτά τα ίχνη άγγιξαν τη νομικό και συγγραφέα. Αναρωτήθηκε πώς μπόρεσε αυτό το νησί, πώς μπόρεσαν αυτές οι γυναίκες να αντέξουν τέτοιο κακό. «Και μέσα σε δύο μήνες ήρθα εδώ οχτώ φορές.» Και αυτό γιατί οι κάτοικοι της Άνδρου άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών τους στην ξένη Αθηναία με μεγάλη δυσκολία και όταν έμαθαν ότι η Ιωάννα Καρυστιάνη έγραφε ένα μυθιστόρημα για τους ναυτικούς, βουβάθηκαν ακόμα και οι άντρες με τις ροζ ιστορίες τους. Αλλά σήμερα οι πόρτες είναι ανοιχτές για τη συγγραφέα, μένει στην Άνδρο, έχει ένα από τα παλιά καπετανόσπιτα με θέα στη θάλασσα και όταν η γυναίκα στο καφενείο την αγκαλιάζει για να την χαιρετήσει φαίνεται σαν να θέλει να της πει ευχαριστώ.

Mikra Agglia, Buchcover

Σκούρο μπλε στο χωριό πάνω από την πράσινη κοιλάδα. Στη λευκή Χώρα, ο φάρος ισορροπεί στη μέση του κόλπου πάνω σε έναν βράχο. Γλυκό άρωμα γιασεμιού κυλάει το βράδυ μέσα στα ζεσταμένα σοκάκια της πόλης της Άνδρου. Στις πλατείες, ανάμεσα στα πυκνοχτισμένα σπίτια παίζουν μέχρι τη νύχτα τα παιδιά, νεαρές μητέρες και γέροι κάθονται στα παγκάκια, παραθεριστές κάνουν βόλτες μπροστά από τις μπουτίκ και τις γκαλερί. Και απέναντι από το επιβλητικό γηροκομείο εκείνου του Εμπειρίκου, δίπλα στη βιβλιοθήκη με τους φθαρμένους θησαυρούς, στέκει στη Λέσχη Ανδριωτών κάτω από έναν μεγάλο καθρέφτη τοίχου ένα πιάνο που κανένας δεν παίζει πια: η μεγάλη αίθουσα είναι άδεια.

Στο διπλανό δωμάτιο κάθονται γύρω από το τραπέζι έξι ηλικιωμένες κυρίες, με τα χρυσά δαχτυλίδια τους στα δάχτυλα και τις χρυσές αλυσίδες τους πάνω στο ζαρωμένο ντεκολτέ. Παίζουν ραμί και περνούν την ώρα τους. Όπως συνήθιζαν να κάνουν οι γυναίκες της Άνδρου. Ίσως είναι τα νέα εκείνα κορίτσια της «Μικράς Αγγλίας» που περιέγραψε η Ιωάννα Καρυστιάνη, οι νέες εκείνες γυναίκες που με τόση νοσταλγία ονειρεύονταν τη «Μεγάλη [Αγγλία], την αυθεντική, τσάγια, κέικ και μακροσκελείς συζυγικούς διαλόγους.» Έτσι, ένα κομμάτι από το όνειρό τους θα είχε γίνει πραγματικότητα.

Εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit – 14/08/2014, © Hans W. Korfmann. Φωτό από: www.mikraaggliafilm.gr, βλέπε και το τρέιλερ της ταινίας. Μετάφραση: Βασίλης Μποζονέλος. Η μετάφραση εκπονήθηκε στο πλαίσιο σεμιναρίου του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Διερμηνείας και Μετάφρασης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα γερμανικά από τον Norbert Hauser με τίτλο „Die Frauen von Andros” στον εκδοτικό οίκο Suhrkamp/Insel.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου