Έφηβοι ήρωες διεκδικώντας το μέλλον τους

Συνέντευξη με τον Φίλιππο Μανδηλαρά, συγγραφέα

Ο Φίλιππος Μανδηλαράς είναι ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς παιδικών και εφηβικών βιβλίων της Ελλάδας. Φέτος το βιβλίο του «Ζωή σαν ασανσέρ» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου. Η Γερμανίδα μεταφράστριά του Doris Wille μίλησε μαζί του στα πλαίσια του literaturfestival berlin για την τριλογία «του Δρόμου» και ιδίως για το μυθιστόρημά του «Ύαινες».

Πολύ εντυπωσιακά ήταν τα αποσπάσματα από το βιβλίο σου «Ύαινες», ενός δυστοπικού μυθιστορήματος για νέους. Ξεκινάει την ημέρα X, την οποία όλοι στην Ελλάδα φοβόντουσαν ή ακόμα φοβούνται, την ημέρα της χρεοκοπίας της χώρας. Την Αθήνα την έχουν εγκαταλείψει όλοι όσοι μπορούσαν. Πίσω έμειναν οι γέροι, οι φτωχοί και αρκετοί νέοι. Όλοι πρέπει να τα βγάλουν πέρα μέσα σε μια πόλη-ζούγκλα, όπου επικρατούν το χάος, οι λεηλασίες, οι εμπρησμοί και η βία. Τι εντύπωση έκαναν αυτές οι σκοτεινές εικόνες στο νεανικό κοινό του Βερολίνου;

Το κοινό που παρακολούθησε την εκδήλωση των «Υαινών» ήταν μεικτό. Αποτελούνταν δηλαδή κατά κύριο λόγο από γερμανόφωνους μαθητές αλλά και από ελληνόφωνους. Κάποιοι από τους ελληνόφωνους, οι οποίοι έτυχε να ζουν στην καρδιά της Κρίσης στην Ελλάδα, αναγκάστηκαν να θυμηθούν πολύ σκοτεινές στιγμές της ζωής τους, οι οποίες, τελικά, οδήγησαν την οικογένειά τους στη μετανάστευση. Οι υπόλοιποι κατάλαβα ότι αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα της κατάστασης και την κρισιμότητα των επιλογών που θα έπρεπε να κάνει ένας συνομήλικος τους σε μία τέτοια περίσταση. Ήταν σαν να μπήκαν για κάποιες στιγμές στη δυστοπία που ζούσε η ηρωίδα κι είμαι σίγουρος ότι δεν τους άρεσε καθόλου, μα καθόλου, το αίσθημα της αδυναμίας που νιώθει καθώς παρασύρεται αβοήθητη στη δίνη των γεγονότων.

ilb_18

Κεντρική ηρωίδα είναι η Μάρθα, ένα 16χρονο κορίτσι, που μεγάλωσε στα πούπουλα. Από την μια στιγμή στην άλλη πρέπει μόνη της να παλέψει για την επιβίωσή της. Οι γονείς της την έχουν εγκαταλείψει. Παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα στην Ελλάδα της κρίσης; Μιλάμε για μια χώρα όπου οι οικογένειες ήταν πάντα πολύ δεμένες.

Απ’ ότι γνωρίζω, όχι. Η οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται διαρκώς τα μέλη της, όσο κι αν έχουν μεγαλώσει και ενηλικιωθεί. Μπορεί αυτό να έχει τα θετικά του, ειδικά σε περιόδους εξωτερικών επιθέσεων στο οικοδόμημα της κοινωνίας, αλλά αποτελεί και πολύ σημαντική τροχοπέδη για την υγιή ανάπτυξη των νεώτερων μελών κάθε οικογένειας. Από τη στιγμή όμως που οι οικογένειες χάνουν την οικονομική τους αυτοτέλεια κι η κοινωνία αναγκάζεται να αναπροσαρμοστεί σε ένα πιο συνεργατικό και συνεταιριστικό μοντέλο, ελπίζω και εύχομαι ο άξονας αυτός να χάσει μέρος από την ισχύ του ώστε να υπάρξει περιθώριο στους έφηβους και στους νέους να αυτοσχεδιάσουν και να δημιουργήσουν τον δικό τους άξονα ή μονοπάτι.

Έχεις πει ότι η Μάρθα μοιάζει με σύγχρονη Κοκκινοσκουφίτσα. Μπορείς να μας το εξηγήσεις;

Ναι, αν διαβάσει κάποιος τις «Ύαινες» σαν μια αλληγορία για το πέρασμα από την εφηβική ηλικία στην ενηλικίωση, η Μάρθα είναι μια σύγχρονη Κοκκινοσκουφίτσα την οποία στέλνουν οι γονείς της στο θεοσκότεινο δάσος-πόλη δίχως καν να της μιλήσουν για λύκους και ύαινες. Εκεί η Κοκκινοσκουφίτσα χρειάζεται να αυτοσχεδιάσει ώστε να επιβιώσει τόσο από τους λύκους, όσο και από τις ύαινες που παραμονεύουν, όπως χρειάζεται να αυτοσχεδιάσει για να βρει και τον προορισμό της γιατί εδώ, στη μοντέρνα αυτή εκδοχή του μύθου, δεν υπάρχει ούτε γιαγιά ούτε κυνηγός.

Mandilaras_Interview

Σίγουρα δεν υπάρχει νέος στη Γερμανία που να μην έχει ακούσει για την κρίση στη Ελλάδα. Από τη σύντομη επαφή σου με τη νεολαία στο φεστιβάλ, μπόρεσες να διαπιστώσεις αν οι νέοι υιοθετούν τις κλισέ- προκατειλημμένες εικόνες που αναμεταδίδει ο κίτρινος τύπος ή έμοιαζαν να έχουν προβληματιστεί βαθύτερα για την κρίση;

Οι Γερμανοί συνομήλικοι της Μάρθας μου φάνηκε ότι γνώριζαν για την κρίση με τον ίδιο τρόπο που γνωρίζουν για τα ελληνικά νησιά και το τζατζίκι. Σαν η κρίση να αποτελεί ένα σκέλος της εικόνας που έχουν για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Αυτό που τους άγγιξε, είναι η περίπτωση της Μάρθας, μιας συνομήλικής τους που πέφτει θύμα αυτής της οικονομικής, κοινωνικής και ηθικής κατάρρευσης.

Το βιβλίο «Ύαινες» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας «του Δρόμου». Ξεκινάει με το «Κάπου ν΄ ανήκεις», ένα βιβλίο που αναφέρεται έμμεσα στη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Το τρίτο βιβλίο «Ζωή σαν ασανσέρ», για το οποίο βραβεύτηκες με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου 2014, ξεπερνάει τα σκοτεινά οράματα του χάους. Περιγράφει πώς μέσα στην κρίση και μέσω της κρίσης δημιουργούνται πρωτοβουλίες όπως κολεκτίβες και ανταλλακτήρια αγαθών. Μήπως έχει αυτή η κρίση για την ελληνική κοινωνία και θετικές πλευρές; Ειδικά για νέους ανθρώπους;

Mandilaras_interview_2

Σίγουρα έχει θετικές πλευρές και είναι πολύ πιθανό μακροπρόθεσμα να τη θεωρούμε ως την αφετηρία μιας «αναγέννησης», μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί χρειάστηκε να μας πετάξουν από τον γκρεμό για να ανακαλύψουμε τα φτερά που είχαν μουχλιάσει στις πλάτες μας. Όπως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το σύστημα αποφάσισε τώρα να επιτρέψει και, σε μερικές περιπτώσεις, να προωθήσει συνεργατικές και ανταλλακτικές πρακτικές που παλιότερα θεωρούνταν ανώριμες, περιθωριακές και ύποπτες. Οι νέοι πάντως, παρά την τρομακτική ανεργία, έχουν για πρώτη φορά μετά από την μεταπολίτευση όλο το πεδίο να δημιουργήσουν το δικό τους τρόπο ζωής που θα έρχεται σε ρήξη με οτιδήποτε παλιό. Κι αυτό κάνουν, νομίζω.

Τα βιβλία της τριλογίας τα οποία έγραψες με γρήγορο ρυθμό ένα το χρόνο (το 2009, 2010 και 2011) είναι πολύ κοντά στις εξελίξεις και εξαιρετικά επίκαιρα. Μήπως στόχευες να γράψεις κάτι σαν το χρονικό της κρίσης, ένα είδος ντοκουμέντου;

Κάθε λογοτεχνικό έργο μυθοπλασίας, εκτός από την καρδιά του που το νοηματοδοτεί, διαθέτει ένα σώμα που συντίθεται από το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται. Υπό αυτή την έννοια, κι επειδή και τα τρία μυθιστορήματα της τριλογίας «του Δρόμου» γράφτηκαν ακολουθώντας, προβλέποντας ή αντιδρώντας στα καθημερινά γεγονότα της εποχής (2008-2011), ναι, αποτελούν ένα είδος ντοκουμέντου. Φαντάζομαι ότι κάποια χρόνια μετά θα έχουν και τέτοια χρήση από τους έφηβους εκείνης της εποχής. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να αποτελούν προϊόντα μυθοπλασίας.

Το καινούργιο σου βιβλίο, το οποίο δουλεύεις ακόμα, είναι και πάλι ένα μυθιστόρημα για έφηβους. Έχει ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Ασχολείται με το «σώμα» των εφήβων και έχει ως προσωρινό τίτλο «Πάρτι στην ταράτσα». Πέρασαν τα δύσκολα; Είναι ώρα για πάρτι δηλαδή;

Mandilaras_interview_3

Μπορεί να ακουστεί παράδοξο, αλλά πιστεύω πως ναι, τα δύσκολα πέρασαν για τους έφηβους. Κι εξηγούμαι: Τα παιδιά που ήταν έφηβοι ή έμπαιναν στην εφηβεία το 2008 βίωσαν κάποια εφιαλτικά χρόνια ως τουλάχιστον το 2011, όταν, στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, προστέθηκε η αγωνία της χρεοκοπίας, η κρίση κι η ανεργία των ενηλίκων. Η κοινωνία της αφθονίας, μέσα στην οποία είχαν μεγαλώσει, κατέρρευσε κι αυτοί, από τους οποίους ένα όργανο του κράτους είχε στερήσει το δικαίωμα στην αθανασία δολοφονώντας χωρίς κανένα λόγο έναν συνομήλικό τους (και φαντασιακά τον καθένα απ’ αυτούς), στερήθηκαν το δικαίωμα στο όνειρο και προχώρησαν φοβισμένοι, οργισμένοι κι αγανακτισμένοι σε μια βιαστική και άτσαλη ενηλικίωση.

Οι σημερινοί έφηβοι δεν έχουν καμία σχέση με αυτή τη γενιά. Η οικονομική κρίση και η κοινωνική αναταραχή έχει «γράψει» επάνω τους, αλλά οι ίδιοι έχουν ξαναβρεί την άγνοια του κινδύνου, έχουν επιστρέψει στις πρωταρχικές ανάγκες κάθε έφηβου (γνωρίζω το σώμα μου και, στη συνέχεια, το σώμα του διπλανού μου-άλλου) δίχως να φοβούνται ότι κάποιος θα κόψει απότομα το νήμα της εξέλιξής τους. Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου είναι κάτι φοβερό, τρομακτικό αλλά παλιό. Ανήκει στη ιστορία, όπως κι όλη η συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση που ξεφούσκωσε το καλοκαίρι του 2012.

Οι έφηβοι σήμερα είναι μεγαλωμένοι με τον φόβο της οικονομικής κατάρρευσης αλλά αυτό αποτελεί ένα επιπλέον κίνητρο γι αυτούς ώστε να γίνουν περισσότερο δημιουργικοί, ρηξικέλευθοι, ανιδιοτελείς και συνεργατικοί. Έχουν κάθε δικαίωμα να γιορτάζουν και να στήνουν πάρτι με κάθε ευκαιρία επειδή ο κόσμος (μπορεί να) είναι και πάλι δικός τους. Κι ο κόσμος αυτός περιμένει να οριστεί απ’ αυτούς! Τουλάχιστον έτσι θέλω να ελπίζω εγώ κι έτσι πιστεύω ότι βλέπω στις συναντήσεις μου μαζί τους. Κάτι γεννιέται εκεί, έξω από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, κι είναι ολοζώντανο και πρωτόγνωρο. Ας το αφουγκραστούμε!

Φωτό: Doris Wille, M. Prinzinger (από την έκθεση «No respect«, Graffiti και Street Art, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Αθήνα, 11 Απριλίου – 13 Ιουλίου 2014). Βλέπε και την ωραία ιστοσελίδα των εκδόσεων Πατάκη που απευθύνεται σε νέους αναγνώστες: https://www.i-read.i-teen.gr.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου