Φλοκάτες να τις σιγοτραγουδάς

Δοκίμιο του Γιάν Φέντερσεν, δημοσιογράφου

Με τη σημερινή 41η επέτειο του Πολυτεχνείου μας δίνεται η ευκαιρία μιας αναδρομής στα γερμανικά σέβεντις παρουσιάζοντας τις ελληνικές επιρροές στη γερμανική μαζική κουλτούρα της εποχής εκείνης. Ο Ντέμης Ρούσσος, η Νάνα Μούσχουρη, η Βίκυ Λέανδρος και ο Κώστας Κορδάλης συνέβαλαν πολύ ιδιαίτερα στην «μεσογειοποίηση» της γερμανικής καθημερινότητας. Ήρθε η ώρα να γιορτάσουμε τα ποτισμένα ρετσίνα σέβεντις και να ευχαριστήσουμε τους Έλληνες. Κάντε κλικ στο εξώφυλλο του άλμπουμ, ακούστε τα τραγούδια και μεταφερθείτε στο παρελθόν, στην αισθητική και στο αποκορύφωμα της νοσταλγίας και του πόθου των γερμανικών ελαφρών επιτυχιών για την Ελλάδα.

Σε αυτήν έμελλε να προετοιμάσει το πεδίο, με άλλα λόγια να στρώσει αντί για το κόκκινο χαλί τη φλοκάτη για να ξαπλώσει αναπαυτικά ένα κεντροευρωπαϊκό κοινό – στο χέρι ένα ποτήρι (του ρητινώδους αυτού και χρήσιμου μόνο ως καθαριστικό επίπλων) κρασιού, της ρετσίνας, ενώ τα ηχεία ή τα τρανζιστοράκια έτριζαν στενάζοντας κάτω από τα (πάντα κάπως) υστερικά ηχοτοπία του μπουζουκιού. Τελικά έγινε διάσημη χάρη σε ένα αξεσουάρ – Νάνα Μούσχουρη είναι το όνομά της, κι εξακολουθεί να κάνει περιοδείες, πρόσφατα μάλιστα έδωσε μία συναυλία στην Φιλαρμονική του Βερολίνου. Και κάθε φορά ξεσπάνε θυελλώδη χειροκροτήματα μόλις ακουστούν οι πρώτες νότες της επιτυχίας εκείνης, που έμελλε κάποια μέρα να την κάνει διάσημη: Τα «Λευκά τριαντάφυλλα από την Αθήνα» (το «Σαν σφυρίξεις τρεις φορές» του Χατζιδάκι με γερμανικούς στίχους).

Ερμηνευμένο από τη γυναίκα με τα γυαλιά, για τα οποία, όπως λέει η ίδια, εισέπραξε πολλά ειρωνικά χαμόγελα και χλευαστικά σχόλια. Κι όμως έγιναν το σήμα κατατεθέν της – ένας σκούρος κοκάλινος σκελετός, παρόμοιος με αυτούς που φοριούνται στις μέρες μας κατά κόρον στα μποέμικου πνεύματος γραφεία των απανταχού τρέντυ συνοικιών. Σχεδόν μπορεί να πει κανείς: το look της Μούσχουρη και του Μισέλ Φουκώ ήταν υφολογικό – τα γυαλιά ως έκφραση της μελαγχολίας.

nana-mouskouri_wei_e-rosen-aus-athen_22871

Το πως ακριβώς λανσαρίστηκε το τραγούδι «Λευκά τριαντάφυλλα από την Αθήνα» δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα διεξοδικά. Όπως φαίνεται στις –καθολικά αποδεκτές– καταχωρήσεις στο διαδίκτυο, το 1961 η επιτυχία αυτή ενσταλάχτηκε στον γερμανικό ψυχικό κόσμο. Αυτό ήταν πρωτόγνωρο και πρέπει να το εξηγήσουμε στους νεότερους, να εκθέσουμε τη φύση της γερμανικής ψυχαγωγίας στον μουσικό τομέα. Αποφεύγοντας τις λεπτομέρειες μπορούμε να πούμε: Η τότε νέα ακόμα δισκογραφική αγορά σε συνδυασμό με την νεοεμφανιζόμενη τηλεόραση διψούσε για πρόσωπα που θα μπορούσαν να γίνουν προσφιλή στο ευρύ κοινό. Το πρόβλημα ήταν, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των τότε δημοφιλών καλλιτεχνών και τραγουδιστών ήταν για κάποιον λόγο παρωχημένη και ξεπερασμένη – ορισμένοι, όπως η άλλοτε σταρ της γερμανικής κινηματογραφικής εταιρείας Ufa και αργότερα δοσμένη στο σουίνγκ Μάργκοτ Χίλσερ, γιατί είχαν την κηλίδα της επιτυχίας στο Τρίτο Ράιχ.

Demis Roussos_3Στον μοντέρνο κόσμο της πρώιμης ποπ ραδιοφωνίας και τηλεόρασης οι περιπτώσεις αυτές δεν είχαν πραγματικό μέλλον. Το ζητούμενο ήταν λοιπόν ξενικοί ήχοι ικανοί να δημιουργήσουν εξωτική ατμόσφαιρα. Απώτερος στόχος ήταν να δοθεί στους Γερμανούς το δικαίωμα στην ονειροπόληση – και πραγματικά απολάμβαναν βαθιά τις φαντασιώσεις τους, όπως έμελλε να αποδειχθεί στη διάρκεια των ακόλουθων δεκαετιών. Οι σκανδιναβικές καλλιτέχνιδες Σιβ Μάλμκβιστ, Βένκε Μἰρε ή Γκίτε Χένινγκ δεν διέθεταν τη ζητούμενη «μελαχρινή» αύρα, λόγος για τον οποίο, και παρ΄ όλη τους την φρεσκάδα, δεν στέφτηκαν με επιτυχία. Τελικά αποδόθηκε σε μια συγκεκριμένη χώρα μια ειδική «λειτουργική θέση» εισαγωγής εξωτισμού – και αυτή ήταν η Ελλάδα.

Για να πάρουμε και πάλι στα χέρια μας το νήμα του μύθου σχετικά με τα «Λευκά τριαντάφυλλα από την Αθήνα»: Σε μια έκθεση τουρισμού στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα μοιραζόταν στο περίπτερο του ΕΟΤ το τραγούδι αυτό –χωρίς καν εκλεπτυσμένο στίχο– ως δίσκος βινυλίου για διαφημιστικούς λόγους στους Γερμανούς ταξιδιωτικούς πράκτορες. Ήταν ένας δίσκος με καλοζυγισμένους νοσταλγικούς ήχους. Πάνω στη μελωδία του «Σαν σφυρίξεις τρεις φορές» του Χατζιδάκι ακουγόταν μια ελληνική φωνή που εκτελούσε ένα στιχουργικά ανεξιχνίαστο βοκαλιζάρισμα. Ήταν η φωνή της Νάνας Μούσχουρη, κόρης χειριστή μηχανημάτων προβολής ταινιών, σωματικά κάπως γεροδεμένης – αλλά οπωσδήποτε φιλόδοξης. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, μία ιστορία θριάμβου και επιμονής.
Η Μούσχουρη προετοίμασε το κόκκινο χαλί υποδοχής για όλους εκείνους που ήταν να την ακολουθήσουν από την ελληνική της πατρίδα. Και αυτοί έφεραν μαζί τους ανεξαιρέτως μουσική και ήχους που εξυπηρετούσαν αμετάκλητα στερεότυπα.

Vicky Leandros_1Τέτοια όπως ερημικές παραλίες, καλό κι λιτό φαγητό, σαλάτα χωριάτικη με συνοδεία κρασιού – κατά προτίμηση Νάουσα ή ρετσίνα. Και χωρίς καημό ουδέν – με εξαίρεση τον –μόνο στη Γερμανία δημοφιλή– Κώστα Κορδάλη. Αλλά κι αυτός, που έγινε μεγάλος (και τρανός) στη δεκαετία του εβδομήντα με τα περίφημα χιτ-παρέιντ του γερμανικού δευτέρου προγράμματος τηλεόρασης ZDF, ένα παιδί των λουλουδιών από την πρώτη γενιά των μεταναστών, ήταν αναγκασμένος να υπομείνει, όλα του τα τραγούδια να παράγονται με μια κάποια δόση από μπουζούκι και συρτάκι: τύπου «Ανίτα» και «Κατέβηκε ένας άγγελος από τον Όλυμπο». Ο Κορδάλης, για να τελειώνουμε εξαρχής με την ιστορία αυτή, ανακαλύφθηκε όπως φημολογείται, σε κάποια γωνιά του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού του Μονάχου ή της Φρανκφούρτης – και «κλείστηκε» σχεδόν επί τόπου αφού απόφαγε, σε κρίση νοσταλγίας, το σουβλάκι του. Μοσχοπούλησε εαυτόν, μια και ήταν άτομο που ήξερε να παίζει καλά με τις θηλυκές (και ανδρικές) ερωτικές φαντασιώσεις.

Caterina Valente

Στον Κορδάλη, όπως και σε όλους τους άλλους του είδους του, ανατέθηκε η αποστολή να παρέχει ως Έλληνας την απαραίτητη ακουστική τροφή στους Γερμανούς για την περιβόητη ταξιδιωτική τους νοσταλγία. Η Ελλάδα, είπε κάποτε ο μουσικοπαραγωγός Χάνς Ρ. Μπάιερλαϊν, ήταν στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα για τους Γερμανούς μια χώρα τόσο μακρινή, όσο είναι για μας σήμερα το αρχιπέλαγος μεταξύ των Νήσων του Πάσχα και της Ιαπωνίας. Η Ελλάδα, κατά τον Μπάιερλαϊν, αποτελούσε για την μουσική βιομηχανία μια ονειρική επιφάνεια προβολής, που τελικά δεν απείχε και τόσο μακριά. Η διαφορά της Ελλάδας ως προς κάποια μακρινή χώρα είναι, ότι για τους μορφωμένους Γερμανούς αστούς ήταν ανέκαθεν το λεγόμενο λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Ελλάδα σήμαινε Ολυμπιακοί Αγώνες, Σπάρτη, Αθήνα, Ακρόπολη, Κολοσσός της Ρόδου, Ηρακλής, Οδυσσέας και Κίρκη. Ήταν το δίπλωμα των αρχαίων ελληνικών του κοινωνικού στρώματος των αποφοίτων των ουμανιστικών λυκείων, συμπύκνωμα του «333 – στην Ισσό φιλονικία».

Rex Gildo

Αλλά για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αυτοί οι ταξιδιώτες με μορφωτικούς στόχους είχαν μικρή μόνο σημασία. Μια χούφτα καθηγητές και δάσκαλοι των ελληνικών που ακολουθώντας τα χνάρια των αρχαιολόγων μάζευαν μερικά ψιχία χαλασμάτων, δεν ήταν επαρκείς για την εκμετάλλευση των πολυτιμότερων αγαθών της χώρας: τον ήλιο και το καλοκαίρι, τις παραλίες και τις διακοπές. Πρωτοπόροι δεν ήταν οι εργάτες και οι υπάλληλοι που με τα τροχόσπιτά τους ταξίδευαν αρχικά περισσότερο στην Ιταλία και στην Ισπανία, για να αφοσιωθούν αργότερα ως γνήσιοι Γερμανοί στη «μεσογειοποίηση» του τρόπου ζωής τους – υπαίθρια ζωή, ηλιοθεραπεία, μαύρισμα. Η Ελλάδα ήταν περισσότερο το Ελντοράντο των πρώτων χίπις, των πρώτων – μόνο που τότε δεν τους έλεγαν ακόμα έτσι– οικολόγων.

Οι «αργόσχολοι, καφενόβιοι, μπούφοι» – που ο συντηρητικός καγκελάριος της δεκαετίας του εξήντα Λούντβιχ Έρχαρντ ευχαρίστως θα τους είχε αποβάλει από τη νέα γερμανική δημοκρατική κοινότητα– ήταν εκείνοι που έκαναν συχνά στάση στην Ελλάδα στο δρόμο τους προς το Αφγανιστάν, τις Ινδίες ή την Περσία. Και όχι από αγάπη για την ίδια τη χώρα, αλλά επειδή ήταν φτηνή. Ελλάδα σήμαινε φτηνές ελιές, λευκό ψωμί, τυρί και κρασί. Κόστος σχεδόν μηδενικό. Αθήνα, Πειραιάς και Κρήτη – αυτά ήταν τα κέντρα διακίνησης της νέας στάσης ζωής, και μάλλον δεν ήταν τυχαίο ότι αποτελούσαν και τα κύρια σημεία διέλευσης ναρκωτικών στον χάρτη των κέντρων διακίνησής τους από την Ασία στην κεντρική Ευρώπη. Αρμόζουσα ταινία για το θέμα αυτό ήταν ο «Αλέξης Ζορμπάς», που γυρίστηκε (ασπρόμαυρα) στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα: η ιστορία ενός Βρετανού που συναντά έναν Έλληνα ερημίτη, με τον οποίο προσπαθεί να φέρει σε τάξη ένα νησί.

Lale Andersen

Στην ταινία αυτή συναπαντώνται όλα τα μοτίβα της κοσμοθεωρίας των οικολόγων, όπως αυτά εμφανίστηκαν αργότερα. Ο ιθαγενής Έλληνας, που σύμφωνα με την γερμανική πεποίθηση τίποτα δεν αποτελειώνει, κάνει με τον τρόπο του –διαθέτει βαθιά χαλάρωση, είναι επιβραδυμένος και χορεύει ανήμερα συρτάκι– τον ξένο να αποχαιρετήσει το καπιταλιστικό μεροδούλι-μεροφάι. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη συνέβαλε με τον δικό της τρόπο στην προσέγγιση της Ελλάδας από το κίνημα του ΄68: Εκεί πρέπει να πάει κανείς, να γίνει ένα με τους φτωχούς, καλούς, δίκαιους ανθρώπους που –στο πνεύμα εκείνου που ταξίδευε με πνευματικές αποσκευές τον Αντόρνο και τον Σπρένγκλερ– δεν ζούσαν αποξενωμένοι. Πέραν αυτού θα αποτελούσε ωστόσο ένα ξεχωριστό κεφάλαιο η προσπάθεια να ξεκαθαριστεί, γιατί τότε δεν προβληματίστηκε κανείς με τον φρικτό φόνο της χήρας του χωριού που τόλμησε να ποθήσει τον Ζορμπά (που έπαιζε ο Άντονι Κουίν). Ήταν άραγε οι υποτιθέμενα αρχέγονες παραδόσεις των Ελλήνων άξιες επαίνου;

Η δεύτερη γυναίκα που έκανε καριέρα στη Γερμανία μετά τη Μούσχουρη, αν και μέσω κινηματογραφικής ταινίας, ήταν η μετέπειτα σοσιαλιστική υπουργός πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη. Η ηρωίδα της ταινίας του Ζυλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» είχε, ως καλόκαρδη πόρνη Ίλια, τρομερή επιτυχία στη Γερμανία με το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», που στα γερμανικά έχει τον τίτλο «Ένα πλοίο θα έρθει». Έγιναν πολλές διασκευές αυτού του κομματιού, στα γερμανικά το τραγούδησε η Κατερίνα Βαλέντε, στη Μεγάλη Βρετανία η Πετούλα Κλαρκ. Ο Πειραιάς κατέκτησε με την ταινία αυτή μια θέση στο Πάνθεον των γεωγραφικών σημείων που πρέπει να επισκεφθούν απαξάπαντες ακολουθώντας τον προσωπικό τους δρόμο προς την ελευθερία και την περιπέτεια.

Demis Roussos_1

Η τρίτη που έγινε δημοφιλής στη Γερμανία ήταν τελικά η Βίκυ Λέανδρος, που, αν και ποτέ δεν διέκοψε τους δεσμούς της με την Ελλάδα, ζούσε στο Αμβούργο από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Η Βίκυ Λέανδρος – ένα είδος Μπρίτνεϊ Σπίαρς της εποχής της, «προϊόν» που λάνσαρε ο πατέρας της Λεό Λέανδρος – περιέφερε την ελληνική της καταγωγή σαν απαλή αύρα, χωρίς να δώσει ωστόσο ποτέ το δικαίωμα ισχυρισμού ότι είναι ιδιαίτερα καταδεκτική στις πενιές του μπουζουκιού. Γιατί η Λέανδρος θεωρούσε τον εαυτό της κοσμοπολίτικο: Το γεγονός ότι στη Γερμανία την θεωρούσαν Ελληνίδα και το ότι το μιξάζ των περισσοτέρων επιτυχιών της («Αγαπώ τη ζωή», «Το μπουζούκι ακουγόταν στη νύχτα του καλοκαιριού» ή «Οι φίλοι μου είναι τα όνειρα», όλες ερμηνευμένες στη δεκαετία του εβδομήντα) «ελληνόφερνε», ήταν σίγουρα προς όφελός της.

Όταν όμως η Βίκυ Λέανδρος είχε τις προοπτικές να γίνει η μεγαλύτερη Γερμανίδα σαντέζα της ποπ, φάνηκε, ότι το πεδίο τής μελλοντικής της δράσης ήταν ήδη κατειλημμένο: κάθε τι το ελληνικό ήταν –και όχι μόνο στους «σκληροπυρηνικούς» κουλτουριάρικους κύκλους– τόσο πολύ της μόδας, που θα ήταν για τον καθένα ασυγχώρητο να μην επωφεληθεί από την ευκαιρία αυτή. Η ελληνικής χροιάς ποπ (αγγλικός όρος για την ελαφρά μουσική) ήταν κάτι σαν ακουστική φλοκάτη. Για όποιον γνωρίζει εκείνη την εποχή μόνο από τις διηγήσεις γονιών και παππούδων: η φλοκάτη είναι ένα ποιμενικό χαλί που υπήρχε τότε σε σχεδόν κάθε τρίτο γερμανικό καθιστικό (συμπεριλαμβάνοντας και τα κοινόβια).

Υπόλευκο και χνουδωτό – ένα κομμάτι δαπέδου, που καμιά συνηθισμένη ηλεκτρική σκούπα δεν μπορούσε να δαμάσει. Φωτογραφίες εκείνων των χρόνων αποδεικνύουν ότι τότε οι φλοκάτες ήταν τόσο αναπόσπαστο αξεσουάρ των σπιτιών, όσο έγιναν αργότερα τα ράφια Billy της Ikea. Το χαλί αυτό αποτέλεσε με άλλα λόγια την υλοποιημένη αντίστιξη των Ελλήνων μεταναστών που είχαν έρθει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Από αυτούς που τραγούδησαν τη μακαριότητα της μακρινής πατρίδας δεν ήταν κανένας άλλος τόσο επιτυχής όσο ο Ούντο Γιούργκενς το 1974: το τραγούδι του «Ελληνικό κρασί» θεωρείται η δημοφιλέστερη μελοποίηση τής –αρχικά μόνο– γερμανικής «κιτσοποίησης» της υποτιθέμενης ευδαιμονίας των «γκασταρμπάιτερ». Τόσο που έγινε μουσική υπόκρουση σε κάποια επεισόδια της επιτυχέστατης γερμανικής σαπουνόπερας «Λίντενστρασε».

Katja EbsteinΑπαραίτητα πρέπει να αναφερθούν μερικά ονόματα ακόμα, γιατί διαφορετικά αυτό το καλειδοσκόπιο μιας από καιρό ξεχασμένης εποχής δεν θα ήταν ούτε κατά προσέγγιση ολοκληρωμένο. Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, στη χρυσή εποχή των γερμανικών ελαφρών επιτυχιών που δεν περιορίζονταν ακόμα μόνο στους ρυθμούς του μαρς, εμφανίστηκε ένα άτομο στη γερμανική τηλεόραση που ζωντάνεψε όσο κανένα άλλο τις φαντασιώσεις που ξύπνησε η ταινία «Αλέξης Ζορμπάς», ένα άτομο που διάγει σήμερα τα τελευταία χρόνια της έβδομης δεκαετίας της ζωής του. Με το συγκρότημά του «Παιδιά της Αφροδίτης» περιόδευσε αρχικά στις χώρες της Μπενελούξ και στη Γαλλία πριν έρθει στη Γερμανία. «Good bye, my love, good bye» ήταν το σημαντικότερό του τραγούδι, αλλά ας αναφερθεί και το «Όμορφο αρκαδικό κορίτσι» ή και το «Forever and ever»: τόση λευκοντυμένη μελαγχολία όσο αυτή του Ρούσσου, η μετενσάρκωση Έλληνα ερωτύλου καρδιοκατακτητή, δεν ξανάγινε.

Ο Ρούσσος ήταν ο γενειοφόρος αρκούδος ανάμεσα στους σινιαρισμένους τραγουδιστές της ελαφράς μουσικής. Έκανε τον μεγάλο, κοσμογυρισμένο αδελφό, που κανείς δεν μπορούσε να τον βγάλει πια από το βαρέλι του, σαν να ήταν ο ίδιος ο Διογένης. Είχε κανείς βέβαια πάντα την εντύπωση ότι τα γένια του μπορεί και να είχαν ακόμα τρίμματα φέτας – αλλά τότε φάνταζε εξαιρετικά και ανόθευτα ανήμερος. Έκανε τον ευγενή άγριο για το κοινό, τον άντρα που –ακόμα ανέγγιχτος από τις νοσηρά δημοκρατικές θεωρήσεις μεταξύ των φύλων– έμελλε να προβάλει τον τραχύ πόθο – κι αυτό αποκλειστικά με τη δύναμη της πραότητας των ματιών του.

Costa Cordalis_2Παρεμπιπτόντως: Ήδη από τότε η αριστερά εναντιωνόταν σύσσωμη σε κάθε μορφή μαζικής ψυχαγωγίας και περισσότερο στις ελαφρές επιτυχίες. Αλλά αυτοί οι ίδιοι λάτρευαν εξίσου καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες που μπορούν να χαρακτηριστούν αβίαστα ως «πετυχημένοι τραγουδιστάδες με διεθνιστική ηθική». Η αριστερά γελούσε ούτως ή άλλως με τη μουσική του «Αλέξη Ζορμπά» και γενικά με αυτό το είδος της τέχνης, μια και το συρτάκι το είχε «εφεύρει» ο Θεοδωράκης, ανέκαθεν μέγας συνθέτης συμφωνιών, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να κάνει την ελληνική μουσική πιο «εύπεπτη» στο εξωτερικό. Η πομπώδης σύνθεσή του πάνω στα κείμενα του Πάμπλο Νερούδα «Κάντο Χενεράλ» μπορεί να χαρακτηριστεί εύλογα ως βαγκνερική άσκηση χορωδίας για αριστερούς λάτρεις του στομφώδους. Η τραγουδίστρια εκείνη που θεωρείται για το έργο αυτό προσδιοριστική, η Μαρία Φαραντούρη, λατρεύτηκε στους αριστερούς κύκλους στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα όπως λατρευόταν στους περισσότερους άλλους κύκλους η Βίκυ Λέανδρος: δραματική μέχρι το κόκκαλο, συνεχώς άδουσα, λες και οι νότες που γεννούσε ήταν συγκλονιστικής σπουδαιότητας.

Mireille MathieuΦυσικά πολλοί μη-Έλληνες επιβιβάστηκαν σε αυτόν τον «ελληνικό συρμό», αλλά μόνο μετά το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αθήνα. Νωρίτερα αυτό δεν θα ήταν, στην ήδη από τότε πολιτικά ορθή Γερμανία, αξιοπρεπές. «Το τελευταίο συρτάκι» (Ρέξ Γκίλντο), «Ακρόπολη αντίο» (Μιρέιγ Ματιέ) ή «Το αστέρι της Μυκόνου» (Κάτια Έμπσταιν) – τρεις τίτλοι από την πληθώρα των ελληνικών αναφορών. Οι λέξεις-κλειδί είναι πάντα εύγλωττες: Συρτάκι ως χορός των διακοπών, η Ακρόπολη ως VIP χάλασμα στην Αθήνα, η Μύκονος ως ονειρικός τόπος που από τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα έγινε η Μέκκα διακοπών για τους γκέι. Αυτό είχε κατά συνέπεια και αντίκτυπο στις προτιμήσεις αγοράς ακινήτων των γερμανικών αστέρων. Ο Χορστ Ρίπερτ, που το γερμανικό κοινό τον γνώριζε ως (Ρώσο) Ιβάν Ρέμπροφ, αρεσκόταν να φωτογραφίζεται στο σπίτι του στις Κυκλάδες, ο δε δημοφιλής παρουσιαστής και τηλεοπτικός παραγωγός Άλφρεντ Μπίολεκ δεν απέκρυψε ποτέ ότι τον μάγεψε το γαλανό της θάλασσας και του ουρανού της Σαντορίνης – και ότι του αρέσει να περνά πολύ χρόνο στο εκεί εξοχικό του.

Vicky Leandros_3

Αλλά η μεγάλη εποχή της λατρείας του ελληνικού ονείρου πέρασε πια. Η παρακμή του άρχισε όταν η Τουρκία αποδείχτηκε για τους περισσότερους παραθεριστές πιο φτηνή και πιο άνετη. Αυτό έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, και από τότε η Ελλάδα δεν συνεισέφερε πια κάτι το σημαντικό για την επετηρίδα της γερμανικής ελαφράς μουσικής. Η Ελλάδα στη γερμανική ποπ – αυτό ήταν κάποτε. Σε τελική ανάλυση απέμεινε μόνο η κατ’ εξοχήν διεθνής, κάτοικος Γενεύης, Νάνα Μούσχουρη. Σε αυτήν χρωστάμε την κυκλοφορία κάποιων πραγματικά υπέροχων κομματιών: Το μόνο που είχαν ανάγκη ήταν κάτι από τον ήχο της Ελλάδας.

Ο Γιάν Φέντερσεν (γενν. το 1957) είναι συντάκτης της εφημερίδας «Taz» και μεγάλωσε στο Αμβούργο υπό τους ήχους γερμανικών ελαφρών επιτυχιών που ακούγονταν από τα απανταχού τρανζιστοράκια. Η πλέον αγαπημένη του Ελληνίδα είναι η Νάνα Μούσχουρη εξαιτίας της επιτυχίας της «Λευκά τριαντάφυλλα από την Αθήνα» – και αμέσως μετά ακολουθεί η Μαρίζα Κωχ και εκείνη η συγκεκριμένη Βίκυ Λέανδρος που τραγούδησε το «Λε λακ μαζέρ» του Μορτ Σούμαν. Κατά τα άλλα προτιμά μάλλον την αγγλοσαξονική ποπ, για παράδειγμα τον πρώιμο Τομ Τζόουνς, την Άλμα Κόγκαν και τη Λένα Ζαβαρόνι. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο www.jungle-world.com. Μετάφραση: Α. Τσίγκας.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Μια σκέψη για “Φλοκάτες να τις σιγοτραγουδάς

  1. Εξαιρετικό το αφιέρωμα του Γιαν Φεντερσεν. Δύο μόνο παρατηρήσεις:
    1) Η τότε εντυπωσιακή διείσδυση του ελληνικού τραγουδιού στην Γερμανία και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου είναι εντελώς άσχετα μεταξύ τους.
    2) Η χήρα του χωριού (Ειρήνη Παππά) στο φιλμ «Αλέξης Ζορμπάς» δεν ερωτεύθηκε τον ομώνυμο ήρωα (Άντονυ Κουίν) αλλά τον άγγλο συγγραφέα (Άλαν Μπέιτς).

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου