Αθέριστος Ιούνης

Βιβλίο της Καίτης Μανωλοπούλου

10η Ιουνίου 1944: Με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου της Καίτης Μανωλοπούλου «O αθέριστος Ιούνης», που διοργανώθηκε από τη Γερμανική Πρεσβεία στην Αθήνα και την Griechenland Zeitung στις 22 Σεπτεμβρίου 2016 στο Μέγαρο Μουσικής, διαβάστε στο diablog.eu την εισήγηση της μεταφράστριας Μιχαέλα Πρίντσιγκερ.

cover-atheristos-iounis

Υπάρχουν ημερομηνίες που είναι βαθιά χαραγμένες στη μνήμη. Μια τέτοια είναι και η 10η Ιουνίου 1944 που θα ρίχνει για πάντα τη σκιά της στο Δίστομο της Βοιωτίας και στους κατοίκους του. Το Δίστομο έζησε πολλές ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της μακράς του ιστορίας, αλλά οι πράξεις της Βέρμαχτ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κάτι το τόσο εξωπραγματικό, που κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη των κατοίκων του.

Τα γεγονότα, που τεκμηριώνονται στο βιβλίο «Ο αθέριστος Ιούνης» με ιστορικές μελέτες και ντοκουμέντα, έχουν ως εξής: Την ημέρα εκείνη μέλη της 4ης Αστυνομικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Γρεναδιέρων των Ες Ες εκτέλεσαν στη διάρκεια «αντιποίνων» 223  των περίπου 1800 κατοίκων –αμέτοχων στο αντάρτικο– και ακόλουθα πυρπόλησαν την κωμόπολη. Τα θύματα ήταν κυρίως ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και βρέφη. H ιστοριογραφία χαρακτηρίζει τα γεγονότα του Διστόμου ως «σφαγή».

Πώς να εκφράσεις φρίκη και απελπισία με λόγια; Αυτό το ερώτημα δεν φοβήθηκε να το αντιμετωπίσει η Καίτη Μανωλοπούλου στο βιβλίο της. Η απάντηση που δίνει είναι: Μέσα από μια προσέγγιση που την χαρακτηρίζει η ταπεινότητα και ο σεβασμός. Τον Ιούνιο του 1944 η σοδειά μαράθηκε, γιατί στον απόηχο των τραγικών γεγονότων ο πληθυσμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό. Έτσι επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο η τραγική κατάσταση και οι άνθρωποι που είχαν χάσει τους αγαπημένους τους υπέστησαν και την πείνα.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η συγγραφέας μίλησε με αυτόπτες μάρτυρες ή τους απογόνους τους και κατέγραψε τις αναμνήσεις τους. Η Καίτη Μανωλοπούλου έχει μια βαθιά συναισθηματική σύνδεση με το Δίστομο, που το είχε επισκεφτεί επανειλημμένα στην παιδική της ηλικία. Με την καλοσύνη και την κατανόηση που την διακρίνει ενστάλαξε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους – που της άνοιξαν την καρδιά τους. Παρότι και η ίδια συγγραφέας άφησε τις διηγήσεις σε μια αυθεντική μορφή, η οποία παραμένει, αν και επεξεργασμένη, κοντά στο χαρακτηριστικό ύφος του κάθε αφηγητή. Την ενδιαφέρει να ακουστούν οι ιστορίες της 10ης Ιουνίου 1944 και να δουν τη δημοσιότητα.

Εγώ στη μετάφρασή μου έριξα το βάρος στο να μεταδώσω τις αναμνήσεις αυτές σε μια προσιτή «γερμανική» μορφή, που να ανταποκρίνεται συναισθηματικά στα γεγονότα και που παράλληλα να αντιμετωπίζει εύλογα το θέμα του «χρέους». Ως μεταφράστρια μπορώ ήδη με την επιλογή των λέξεων να επηρεάσω τη συναίσθηση του γερμανόφωνου αναγνώστη. Το ελληνικό κείμενο με έκανε να νοιώσω τον «ποιητικό χαρακτήρα του τρόμου». Δεν εννοώ τον ποιητικό λόγο ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέσο που κάνει το άκουσμα και το ανάγνωσμα των διηγήσεων υποφερτό. Είναι μια ποίηση που ανοίγει την καρδιά, μια ποίηση, που καθιστά τα ιστορικά γεγονότα και τις ανθρώπινες αντιδράσεις κατανοητές.

Τα κείμενα θύμησης καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Η Καίτη Μανωλοπούλου πηγαίνει ωστόσο ακόμη πιο πέρα: Μας οδηγεί απαλά στα περιστατικά, περιγράφοντας αρχικά το Δίστομο ΠΡΙΝ την 10η Ιουνίου 1944. Αυτό το κάνει με μια πολύ προσωπική σκοπιά, γιατί γράφει για το Δίστομο όχι ως ιστορικός, που συγκρατείται λόγω της αντικειμενικότητας που πρέπει να δείξει, αλλά ως αναμεμειγμένη, συμμετάσχουσα, παθούσα – και ως συγγραφέας. Έτσι αναβιώνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη η πολίχνη με τις παραδόσεις και τα έθιμά της, με ιστορία χιλιετηρίδων πίσω της, με τους ανθρώπους και τις ιδιαιτερότητές τους. Μαθαίνουμε για την καθημερινή ζωή των κατοίκων σε καιρό ειρήνης, για το φούρνισμα του ψωμιού, για το γνέσιμο και την ύφανση, για τα παιχνίδια των παιδιών.

Αντιστάθμισμα αυτής της περιγραφής αποτελεί το δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου παρουσιάζονται τα ιστορικά γεγονότα καθώς και οι πρωτοβουλίες που ασχολούνται σήμερα με την ιστορική μνήμη. Τα δύο μέρη του βιβλίου αλληλοεξαρτώνται. Οι διηγήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τις ιστορικές μαρτυρίες, η ιστορική έρευνα και νομική αναθεώρηση είναι οι συνέπειες που απορρέουν από τις προσωπικές αφηγήσεις. Η αξία της προσέγγισης της Καίτης Μανωλοπούλου έγκειται σε ακριβώς αυτόν τον συνδυασμό. Το Δίστομο έχει βρει τη θέση του στο ιστορικό πλαίσιο των αδελφοποιημένων πόλεων όπως είναι το Κομμένο Άρτας, το Οραντούρ στη Γαλλία και το Λίντιτσε στην Τσεχία, και διηγείται την ιστορία τους.

Ανάμεσα στα κείμενα συναντάμε ποιήματα. Αφενός δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στα γεγονότα της 10ης Ιουνίου 1944, αφετέρου προσωπικές ερμηνείες της συγγραφέας, που γεφυρώνουν την ημέρα εκείνη με άλλα παγκόσμια γεγονότα. Μας προσφέρουν μια ανάπαυλα στη ροή των διηγήσεων. Πρόκειται για μια καλλιτεχνική αφομοίωση της πραγματικότητας. Δομή δίνει στο κείμενο και η βαθειά σχέση της συγγραφέως με τις αγαπημένες της θείες που κατάγονται από το Δίστομο.  Αυτές ήταν και το έναυσμα για το ενδιαφέρον της Καίτης Μανωλοπούλου να αξιολογήσει, να επεξεργαστεί, να διαμορφώσει και να δημοσιεύσει αυτές τις αναμνήσεις. Κάθε επεξεργασία εμπεριέχει και μια ερμηνεία, γιατί η καταγραφή των λεχθέντων αλλάζει τη μορφή και το περιεχόμενο του προφορικού λόγου. Όπως και από κάθε μετάφραση προκύπτει, επιλέγοντας συγκεκριμένες λέξεις και απορρίπτοντας άλλες, μια ερμηνεία. Έτσι, αγαπητοί ακροατές και αναγνώστες, οι ιστορίες αυτού του βιβλίου σας σιμώνουν σε μια πολλαπλά επεξεργασμένη και μελετημένη μορφή. Αυτό σας το υπενθυμίζω, μια και συνήθως δεν έχουμε συνείδηση αυτών των διεργασιών.

Οι διηγήσεις, η περιγραφή της καθημερινότητας, τα ήθη και έθιμα καθώς και το ιστορικό υπόβαθρο διευκολύνουν το γερμανόφωνο κοινό στην πρόσβαση της νοοτροπίας των ντόπιων. Εξηγούν γιατί οι κάτοικοι του Διστόμου αντιμετωπίζουν αυτές τις μνήμες με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Με αυτό εννοώ π.χ. τη μεταφορά των οστών των νεκρών στο μαυσωλείο και το ετήσιο μνημόσυνο με ανάγνωση των ονομάτων όλων τους. Επιπλέον, το βιβλίο αυτό κάνει πιο κατανοητό το νομικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς στο θέμα των αποζημιώσεων. Είναι σημαντικό ότι οι άνθρωποι μιλούν για συναισθήματα που τους κυριεύουν, την απελπισία, το μίσος, την αηδία, την απογοήτευση. Σημαντικό όπως και το γεγονός, ότι ακόμη και από αρνητικά συναισθήματα μπορεί να προκύψει κάτι τι θετικό, δηλαδή φιλία και κατανόηση μεταξύ Γερμανών, Αυστριακών και Ελλήνων.

Πάνω στα χρήματα χαλάει η φιλία, λέει και λαϊκή θυμοσοφία. Πιστεύω ότι εν προκειμένω το χρέος έχει να κάνει μόνο επιφανειακά με το χρήμα, επειδή αυτό είναι μόνο ένα συμβολικό μέσο πληρωμής, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών, την αγορά και την πώληση. Tο χρέος δεν μπορεί να εξαγοραστεί, ούτε και να αρθεί. Μιλάμε όμως για μιαν ελάφρυνση του χρέους, τόσο για την ελληνική όσο και για τη γερμανική πλευρά. Όλοι γνωρίζουμε ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Γερμανία είναι σε θέση να ξεπληρώσουν το πολυκαιρινά συσσωρευμένο πραγματικό ή ηθικό χρέος.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο, να ακούσουμε με σεβασμό ο ένας τον άλλο. Πρέπει να διαβάσουμε, να νοιώσουμε και να κατανοήσουμε κείμενα όπως αυτά της Καίτης Μανωλοπούλου. Αυτό και μόνο δεν θα φέρει βέβαια τη λύση στα πάμπολλα αναπάντητα ερωτηματικά, αποτελεί ωστόσο ένα πρώτο, σημαντικό βήμα. Αυτόν τον διάλογο επιζητούμε εμείς οι μεταφραστές λογοτεχνικών έργων και προσφέρουμε για τον σκοπό αυτό τις βαθιές μας γλωσσικές γνώσεις. Στο πνεύμα αυτό επιθυμώ να διαβάσετε το βιβλίο της Καίτης Μανωλοπούλου με μάτια κι αυτιά ανοιχτά, να διαβάσετε και να ακούσετε το κείμενο όχι μόνο με τον νου, αλλά και με την καρδιά σας.

Κείμενο: Μιχαέλα Πρίντσιγκερ. Μετάφραση: Α. Τσίγκας. Φωτό: Γερμανική Πρεσβεία Αθηνών, diablog.eu

einladung-entwurf-gr

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου