Ιερουσαλήμ, Κάιρο, Αλεξάνδρεια – Ακυβέρνητες Πολιτείες

Η τριλογία του Στρατή Τσίρκα στα γερμανικά

23/11/2015: Παρουσίαση του κλασσικού έργου «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα στο Βερολίνο. Το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα από το μνημειώδες σύγγραμμα τού Έλληνα συγγραφέα για τη δεκαετία του ’40 του περασμένου αιώνα, που εκδίδεται για πρώτη φορά σε γερμανική μετάφραση του Gerhard Blümlein στις εκδόσεις Edition Romiosini, με πρόλογο του Γιοάχιμ Σαρτόριους και με πλούσιο ιστοριογραφικό υλικό. Την πρόσκληση θα βρείτε στο τέλος της ανάρτησης. Παραγγελίες των βιβλίων στην ιστοσελίδα www.edition-romiosini.de.

Η Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και η Αλεξάνδρεια, τρεις πόλεις σε κατάσταση πολέμου, είναι το σκηνικό των τριών μυθιστορημάτων «Η Λέσχη», «Αριάγνη» και «Η Νυχτερίδα» που είναι από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Το χρονικό πλαίσιο περιλαμβάνει 23 μήνες – από τις 7 Ιουνίου 1942 (99 χρόνια μετά το θάνατο του Χέλντερλιν) μέχρι και τον Μάιο του 1944, όταν καταδικάστηκαν οι Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, ο οποίες μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ζητούσαν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας και επαναστάτησαν κατά της ελληνικής και αγγλικής βασιλόφρονης στρατιωτικής ηγεσίας. Ταυτόχρονα γίνεται αναφορά στην πολιτική και στα πολιτιστικά της εποχής.

cover club

Με το κύριο έργο του, ένα έργο σε εξέλιξη, ο Τσίρκας είχε σκοπό να υπερασπίσει την ιστορική αποτυχία της εξέγερσης του Απριλίου του 1944, για την οποία «ο ελεύθερος κόσμος δεν έχει κανέναν λόγο να είναι υπερήφανος, και την οποία οι ιστορικοί θέλησαν να συγκαλύψουν» (René Etiemble). Στο κέντρο της τριλογίας βρίσκεται ο Μάνος Σιμωνίδης, ένας Έλληνας αξιωματικός και νεαρός διανοούμενος συγγραφέας. Εν μέσω του πολέμου στο πολιτιστικό και ιδεολογικό χωνευτήρι της Μέσης Ανατολής προσπαθεί να ξεφύγει από την παρακμή του προπολεμικού κόσμου και να αποστασιοποιηθεί από την ιδεολογική ακαμψία των κομματικών του συντρόφων. Αμφιβολίες, απώλειες, φιλίες και αποστροφές καθώς και ο έρωτας δύο γυναικών τον συνοδεύουν στην πορεία του μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο.

Τα τρία μυθιστορήματα μεταφέρουν τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα βρίσκεται η τριλογία του Τσίρκα σε διακειμενικό διάλογο με την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη. Δημιουργεί ένα πολυφωνικό αφηγηματικό σύμπαν, ένα σύστημα ποικίλων φωνών και προοπτικών. Ειδικά ο πρώτος τόμος μας δίνει στην πυκνή σύνθεσή του μοντέρνες τεχνικές αφήγησης: αναδρομές και προαγγελίες που συντηρούν την ένταση της οιονεί αστυνομικής πλοκής, ή την με κομμένη την ανάσα ροή της συνείδησης της κυρίας Άννας, η οποία θυμίζει την Molly Bloom του Τζέιμς Τζόις.

Ο Στρατής Τσίρκας (πραγματικό όνομα: Γιάννης Χατζηανδρέας) σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε από το 1929 στο Κάιρο ως λογιστής σε εργοστάσια βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, αργότερα ως διευθυντής εργοστασίου επεξεργασίας δερμάτων στην Αλεξάνδρεια, όπου και γνώρισε τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ανήκε στο κομμουνιστικό κίνημα και συμμετείχε ενεργά στην αντιφασιστική αντίσταση της ελληνικής αριστεράς της Αιγύπτου. Το 1963 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1980. Το κύριο έργο του, την τριλογία Ακυβέρνητες Πολιτείες, το έγραψε εν μέρει στην Αλεξάνδρεια, εν μέρει στην Αθήνα και το τελείωσε τον Αύγουστο του 1965.

Tsirkas_2

Απόσπασμα από το Πρώτο Κεφάλαιο

Ένας ψίθυρος, μια μουρμουριστή ανοιξιάτικη ευφορία έμπαινε από το παράθυρο με τ’ αεράκι που μύριζε πεύκο. Και μια φωνή από άλλους καιρούς έλεγε πως πάνω απ’ το ποτάμι απλώνουνται τ’ αρώματα ενός χρυσού κρίνου.

Χρόνια είχε η Έμμη να αιστανθεί έτσι. Τι ευλογία! Οι αρμοί, τα νεύρα, η ψυχή της ήταν σα ν’ ανεβαίνανε μέσα από αγιασμένα νερά. Ο ύπνος που ξεκουράζει και θρέφει αποχωρούσε, και το κορμί της, ριγμένο μπρούμυτα πάνω στο σεντόνι, άραζε ηδονικά στην αμμουδιά μιας καινούργιας ζωής.

Ένα φύλλο ντουλάπας στέναξε· η κλειδαριά μιας βαλίτσας είπε προσταχτικά ένα μεταλλικό μονοσύλλαβο.

Η μύτη της ακουμπούσε μέσα σ’ ένα υγρό λεκέ. Χρόνια είχε να της τρέξουν τα σάλια μέσα στον ύπνο. Κι η σένια του μαξιλαριού ήταν από πραγματικό λινό.

Καλημέρα, πού βρισκόμαστε, Χανς;

Ο Χανς είπε πως βρίσκονται στην πανσιόν της φράου Ρόζενταλ-Φέλντμαν, μ’ ένα τόνο ουδέτερο, σάμπως κάτι να του έτρωγε το μυαλό. Της γυρνούσε και τη ράχη. Μα της Έμμης δεν της έκανε καρδιά να σαλέψει.

Α, ωραία. Μα πού;

Δε σε καταλαβαίνω, φράου Μπόμπρετσμπεργκ!

Έλα, Χανς, πε μου. Αφρική γιά Ευρώπη;

Μα… Ασία, βέβαια.

Τώρα θα στεκόταν από πάνω της: Μάγουλα βαθουλωμένα, γυαλιά μ’ ασημένιο σκελετό, μαλλιά γκρίζα, κουρεμένα σα βούρτσα. Ο τύπος του Βιεννέζου χριστιανοσοσιαλιστή.

Tsirkas_3

Φράου Έμμη Μπόμπρετσμπεργκ, της είπε σοβαρά. Με συγχωρείς που σου κάνω την παρατήρηση. Αλλά η στάση σου είναι άσεμνη. Τούτη η γερμανική συνοικία βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ- καταλαβαίνεις;

Η νυχτικιά της είχε μαζευτεί απάνω — ένα τσαλακωμένο θαλασσί τούλι στη μέση σχεδόν της ράχης. Από το νύχι του ποδιού ως ψηλά, όλα της ήταν άψογα. Μήτε τρίχα μήτε σπυράκι. Μια σάρκα σφιχτή και λεία, σαν από χρυσαφένια πορσελάνη. Οι καμπύλες της… Στο άλσος με τις καστανιές του Πράτερ, μια νύχτα, ήταν καλοκαίρι, ο Χανς είχε τολμήσει την πρώτη ερωτική χειρονομία.

Ήθελα να ξέρω, είπε. Είναι γυναίκες που μοιάζουν με αχλάδι. Εσύ είσαι μήλο…

Η Έμμη κατέβασε τη νυχτικιά, αναγύρισε μαζεύοντας με το δεξί μπράτσο τα μακριά καστανόχαλκα μαλλιά της· σκεπάστηκε με το σεντόνι· λινό, κι ο γύρος του όλο φεστόνι ψιλοδουλεμένο.

Η κάμαρα ήταν στενόμακρη και άσπρη, κι απ’ το μικρό παράθυρο του βάθους έμπαινε ένα πρασινωπό φως. Τόσο χοντρά ήταν τα ντουβάρια, που το περβάζι του έκανε για ράφι. Βαμμένα καφετιά, τα δοκάρια του ταβανιού κατεβαίνανε λοξά· ο τοίχος δεξιά ήταν πιο κοντός. «Η σκεπή, σκέφτηκε. Βρισκόμαστε πάλι κάτω από κεραμωτή στέγη.» Στη γωνιά ήταν ένα τραπεζάκι, μάλλον τάβλα, από λουστραρισμένη οξιά, που τη στήριζε ένα νικέλινο τρίποδο, κι απάνω της μια μεγάλη φυσαρμόνικα με σιντεφένια κι εβένινα πλήκτρα. Πιο πάνω, στον τοίχο, κρεμόταν μια ξυλογραφία του Ντύρερ μέσα σε μαύρο καδράκι. Στην άλλη γωνιά ήταν μια πέτσινη μοντέρνα πολυθρόνα: ένας σωλήνας από αστραφτερό χρώμιο μπλεκόταν σχηματίζοντας δυο πλαγιασμένα οχτάρια παράλληλα και, δεμένο απάνω τους με πέτσινα κορδόνια, βαθούλωνε το δέρμα, χρώμα χαβάνας, κουρασμένο κι ελκυστικό. Δυο καρέκλες από ψάθα με αψηλές ράχες και μια ντουλάπα πάλι από οξιά, με κυβιστικές φιγούρες, δίχως καθρέφτη. Κι οι βαλίτσες τους ανοιγμένες καταγής, πάνω σ’ ένα χαλί της ερήμου από κατσικότριχα, που σκέπαζε όλο το πάτωμα. Έξω, κελαηδούσαν πουλιά.

Cover Ariagni

Πόσες του Ιουνίου έχουμε, Χανς;

Μα… εφτά, Κυριακή, εφτά.

Δεν είχε φορέσει ακόμη το σκληρό κολάρο του. Ήταν αξούριστος.

Του χρόνου σαν και σήμερα θα κλείσουν εκατό χρόνια από το θάνατο του Χαίλντερλιν, είπε η Έμμη.

Μου φαίνεται πως κάνεις λάθος.

Εγώ λάθος; Πέθανε στα 1843, εφτά Ιουνίου, στις τέσσερις η ώρα το πρωί. Τον ονειρεύτηκα πάλι πως μου μιλούσε. Τόσο γλυκά κοιμήθηκα.

Ο Χανς έβγαζε προσεχτικά τα πουκάμισά του από τη βαλίτσα και τ’ ακουμπούσε σ’ ένα ράφι της ντουλάπας.

Εγώ, όχι και τόσο. Κι όμως, ύστερα από τόση κούραση, θα ‚πρεπε να τον πάρω μονορούφι. Άκουα τα τρένα. Βαγόνια φορτηγά κουτουλούσανε κι ο κρότος έτρεχε, τον άκουα, είκοσι, τριάντα φορές και χανόταν· ύστερα γύριζε· η μηχανή σφυρούσε· κάποιος φώναζε κάτι· ο μηχανικός άνοιγε τον ατμό… Τα ξημερώματα, μέσα στο μισοΰπνι, μου φάνηκε πως ήμουν σταυρωτά πάνω στις ράγιες, δεμένος…

Τον είχε πάλι κυριέψει ο πανικός.

Tsirkas_4

Χτες, στο σταθμό, όταν του παράλαβε ο άνθρωπος του ξενοδοχείου και είπε πως κράτησε δωμάτιο σε πανσιόν, γιατί στο Αστόρια οι ταξιδιώτες κοιμόντουσαν και στους διαδρόμους, και πήρε τη μεγάλη βαλίτσα και περπατούσε αδίσταχτα μες στο σκοτάδι, ενώ αυτοί παραπατούσαν πάνω σ’ άγνωστα χώματα και χαλικόπετρες και τεντώνανε το δεξί ψηλαφίζοντας τη νύχτα, «Αχ, τι δροσιά!», έκανε αναστενάζοντας εκείνη. Φυσικά, ήταν το ύψος: εφτακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα, κάνει μεγάλη διαφορά· μια αλλαγή από κείνο το μιασμένο βύθουλα των Φαραώ! Όσο μέναν στην Αλεξάντρεια, παραπονιόταν: «Ένας κόμπος έδεσε στο σβέρκο μου, Χανς, και δε φεύγει». «Φοβάσαι, αλλά πώς να τ’ ομολογήσεις;», της έλεγε. Κι ακόμη: «Κάπου στο σβέρκο είναι φυτεμένο το ένστιχτο της ζωής. Αν ακούσεις κρότο άξαφνα πίσω σου τι κάνεις;». Μα δεν ήταν αυτό. Εκείνη πεταγόταν στο μπαλκόνι μόλις ηχούσαν οι σειρήνες για να μη χάσει το θέαμα.

Ο Χανς όμως έψαχνε στα σκοτεινά: το κόκαλο των παπουτσιών, ο χαρτοφύλακας… «Αχ, τι ευωδιά! είχε πει χτες. Μυρίζει ευκαλύπτους και πεύκα.» «Και πλατάνια», πρόστεσε στα γερμανικά ο άνθρωπος του ξενοδοχείου. Τους έφεγγε τώρα μ’ ένα ηλεχτρικό φαναράκι, που ο φακός του ήταν βαμμένος μπλε, για να δουν ένα μονοπάτι ανάμεσα σε θάμνα και στοιβαγμένες ασβεστόπετρες. «Δε θα πάρουμε ταξί;», ρώτησε ο Χανς. Κι ο άλλος: «Περιττό. Διακόσια μέτρα και φτάσαμε». «Διακόσια μέτρα από το σταθμό; Μα είναι κόμβος στρατηγικός!», έκανε ο Χανς και σώπασε μονομιάς. Ύστερα ακούσανε μουσική, μια γυναίκα στρίγκλισε πίσω απ’ τα δέντρα και μια ριπή από αυτόματο την έκοψε. Ο άνθρωπος του ξενοδοχείου στάθηκε: «Έχετε και υπαίθριο κινηματογράφο στη γειτονιά. Είναι πολύ κοσμικός». Η φωνή του είχε μια οικειότητα.

Η Έμμη ανακάθησε στο στρώμα. Έξω απ’ το παράθυρο πρασίνιζε η κορφή ενός ευκαλύπτου. Τα φύλλα, νοτισμένα από την πρωινή δροσιά, στραφτάλιζαν.

Όλα μου φαίνονται σαν παραμύθι. Κάτι μου λέει πως άρχισε κιόλας το ταξίδι του γυρισμού. Μυρίζω Ευρώπη. Η κατάσταση δεν μπορεί, αδύνατο να είναι τόσο κρίσιμη.

Cover Fledermaus

Το ένστιχτό σου, Έμμη; είπε ο Χανς κοιτάζοντας αυστηρά τα λαιμά της. Και θα ξεσηκωνόταν για το τίποτα να με γυρεύει μες στο Κάιρο ο Αμερικάνος συνταγματάρχης; Οι Άγγλοι δε θέλουν να τ’ ομολογήσουν, μάλιστα πειράχτηκαν. Μα οι Γιάνκηδες δε χωρατεύουν. Είδες πόσο γρήγορα βρέθηκαν οι θέσεις στο στρατιωτικό τρένο. Βέβαια δεν μπορούσαμε ν’ απαιτήσουμε και βαγκόν-λι!

Κείνος ο Νεοζηλανδός μ’ έτρωγε με τα μάτια… Θε μου, έλεγα, κάνε να μείνει δροσερό το πρόσωπο μου… Κι εσύ να καμώνεσαι πως δεν καταλαβαίνεις τ’ αγγλικά! Δε θέλησα να σε διαψεύσω.

Ο άντρας της είπε ανυπόμονα: Δεν είναι Ευρώπη εδώ, φράου Μπόμπρετσμπεργκ, κατάλαβε το! Είναι Ανατολή. Όταν θα δεις την παλιά πόλη και μάθεις τα μίση και τις δολοπλοκίες που σπαράζουν αυτή την ακυβέρνητη πολιτεία, θα νιώσεις πόσο σοφά…

Tsirkas_5

Ο Πάπας! Είχαν φτάσει στο Βατικανό σα δυο κυνηγημένα αγρίμια. Ένα σακούλι τρυπημένο ήταν η καρδιά τους, και το μυαλό τίποτα, μια μαύρη κουρτίνα. Έντεκα μήνες κρύβονταν σ’ ένα σαλέ στο Τυρόλο, ώσπου να βρούνε τρόπο να περάσουν τα σύνορα. Δέκα λεπτά τους παραχώρησε για ακρόαση ο Πίος ο ΧΙΙ· μόλις είχε εκλεγεί. Άκουγε με κλειδωμένες μασέλες. Δέκα λεπτά. Ύστερα είπε κάτι στα λατινικά, πως, στα χρόνια της μεγάλης δοκιμασίας που έρχονται, η πρώτη χριστιανική αρετή θα είναι η σιωπή. Ήταν μια φράση όπως τα τάλαρα της Μαρίας Θηρεσίας, που τους λέγαν στο σκολειό πως έχουν πέραση σ’ όλα τα πλάτη, σ’ όλους τους καιρούς. Κι ο Χανς την πήρε. Μα δεν μπορεί να είναι τόσο αφελής.

Σαν απίθανα μου φαίνονται όλα τούτα, ξανάπε η Έμμη. Αν οι Αμερικάνοι ανησυχούν γιατί βλέπουν τον Ρόμμελ να μπαίνει κιόλας στην Αλεξάντρεια, έπρεπε να μας στείλουν στη Νότιο Αφρική ή και πιο μακριά.

Μα εγώ το ζήτησα, Έμμη! φώναξε πειραγμένος ο Χανς. Η θέση μου το απαιτεί να βρίσκουμαι κοντά στο μέτωπο. Στο Γιοχάνεσμπουργκ ή στην Ουάσιγκτον θα ‚ταν σα να μας έχουν εξορία, σαν τιμωρία.

Η θέση του! Ο τελευταίος υπουργός της Αυστρίας! Η σύγχυση, ο πανικός. Οι μπότες των ναζήδων πάνω στη Ρινγκστράσε κι οι καστανιές καταπράσινες κι ο καγκελάριος που δεν ήξερε, δε θυμόταν τι υπουργείο του είχε δώσει, της Παιδείας ή των Κοινωνικών Υποθέσεων.

Εδώ μπορώ να είμαι χρήσιμος, είπε ο Χανς. Θα διευθύνω τις εκπομπές των Ελεύθερων Αυστριακών. Κι αν σφίξουν πολύ τα πράματα, ένα ταξί, και σε δυο ώρες βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο της Λύδδας. Τώρα που έκανα επαφή με τους Αμερικάνους, όλα θα είναι βολικά.

Τα παζαρέματα πάλι, οι αναβολές, οι εξευτελισμοί…

Κι εκεί, κάτω στο δρομάκι, ακούστηκε κουδούνισμα ποδηλάτου. Ένα παιδί φώναξε μελωδικά: «Λέμπεν». Αμέσως, πίσω απ’ την πόρτα της κάμαρας τους, έτριξε ένα σανίδι. Βήματα. Κάποιος έφευγε κατεβαίνοντας βιαστικά την ξύλινη σκάλα. Ο Χανς γούρλωσε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι με σημασία, δείχνοντας την πόρτα. Εκείνη σήκωσε τους ώμους, αδιάφορη. Ο μαγικός κόσμος που την τύλιξε στο πρώτο ξύπνημα της είχε σκορπίσει. Δοκίμασε ωστόσο να τον ξαναφέρει.

Θαρρώ πως βρήκα γιατί κοιμήθηκα τόσο γλυκά, εί­πε. Τρία χρόνια έχουμε να πλαγιάσουμε στο ίδιο στρώμα. Από τη Ρώμη. Κείνα τα μονά κρεβάτια της προσφυγιάς τα μισώ! Μου γυρνούσες όλη νύχτα τη ράχη, δε λέω. Μα το δαχτυλάκι του ποδιού μου να κουνούσα, σε άγγιζα.

Σε παρακαλώ, Έμμη, παρεκτρέπεσαι!, την έκοψε ο Χανς.

(…)

TSIRKAS_DRIFTING_CITIES_2.jpg.thumb_203x306

Βάζεις το Σέπερντς Οτέλ με τούτη την Κιβωτό του Νώε; Καμιά σύγκριση! Κι ύστερα το άλλο: «Πόσο λογαριάζετε να μείνετε, Εξοχότατε;». «Μα μερικές μέρες, το πολύ βδομάδα», της λέω. «Α, μόνο; μου κάνει. Ο χερ Αντρεάνου είπε πως θα καθήσετε πάνω από μήνα και, φυσικά, του προ­πλήρωσα την ανάλογη μεσιτεία.» Φυσικά. Μπλέξαμε πάλι με τους Εβραίους μόλις φτάσαμε, αυτό ξέρω! Και ποιος είναι ο χερ Αντρεάνου, δε με ρωτάς;

Σε ρωτάω, Χανς.

Αυτός που μας παράλαβε από το σταθμό. Ο μαιτρ ντ’ οτέλ του Αστόρια. Και γείτονας μας μάλιστα! Βαστάει δωμάτιο ακριβώς από κάτω μας. Τον είδα να βγαίνει, πουδραρισμένος, σιδερωμένος του κουτιού. Να, μια υπόκλιση! Είδα και τη γυναίκα του, μια μικροκαμωμένη, όλη γατίσια νωχέλεια.

Τα δραματοποιείς, μη, σε παρακαλώ. Εμένα, δε με τρομάζει να μείνουμε καιρό εδώ πέρα. Θα έχει ατμόσφαιρα σπιτιού τέλος πάντων. Τ’ απογέματα θα παίρνουμε μαζί το τσάι, και σε μια αρρώστια…

Σε παρακαλώ, Έμμη! Σου είπα, εδώ είναι προσφυγιά!

Μα χωριστήκαμε από τον κόσμο, Χανς. Τόσα χρόνια μόνοι, άφιλοι, δίχως ζεστασιά.

Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Ο Χανς τελείωνε το ντύ­σιμο του βιαστικά.

Θα τα ξανασυζητήσουμε, είπε. Εγώ πάω τώρα. Από κει θα προσπαθήσω να βρω τα Γραφεία Διοικήσεως. Πού να συναντηθούμε κατά τις δύο για φαγητό; Ο μπελάς είναι πως ούτε τηλέφωνο δεν έχει τούτη η πανσιόν.

Απόσπασμα με την ευγενική παραχώρηση του εκδότη από: Στρατής Τσίρκας, Η Λέσχη. Αθήνα, Εκδ. Κέδρος. Φωτό: www.kedros.gr.

Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο: «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Η τριλογία μυθιστορημάτων του Στρατή Τσίρκα στις εκδόσεις Edition Romiosini

23/11/2015 | 08:00 μ.μ.

Παρουσίαση βιβλίου (στα γερμανικά)

Literaturhaus Berlin, Fasanenstraße 23, 10719 Berlin-Charlottenburg

Για οργανωτικούς λόγους σας παρακαλούμε να δηλώσετε προηγουμένως τη συμμετοχή σας.

Η τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες (1961 – 1965) του Στρατή Τσίρκα είναι ένα αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας, που χάρη στην υποστήριξη εκ μέρους του πολιτιστικού ιδρύματος A und A Kulturstiftung, θα εκδοθεί το Νοέμβριο του 2015, σχεδόν 45 χρόνια μετά την αγγλική και γαλλική μετάφραση, στα γερμανικά σε μετάφραση του Gerhard Blümlein. Στις 23 Νοεμβρίου 2015 θα συζητήσουν για το έργο του Τσίρκα και τις εκδόσεις Romiosini/CeMoG οι:

Joachim Sartorius (ποιητής), Andrea Schellinger (μεταφράστρια και επιμελήτρια του μυθιστορήματος «Η Λέσχη»), Μίλτος Πεχλιβάνος (φιλόλογος και διευθυντής του κέντρου σύγχρονης Ελλάδας CeMoG), Συντονισμός: Jörg Plath, Χαιρετισμός εκ μέρους του πολιτιστικού ιδρύματος A und A Kulturstiftung από τον Martin Vöhler.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου