West Berlin – The Trip

Η Ζέφη Κόλια περιπλανιέται στον ανατρεπτικό κόσμο των «σκουάτερ» και στην πολύπτυχη μουσική σκηνή του Δυτικού Βερολίνου στην αρχή των ’80s

Στη συλλογή διηγημάτων «Passengers» δώδεκα Έλληνες και ένας Σύρος συγγραφείς, που ζουν στην ΕΕ, καταγράφουν τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τις ελπίδες τους για την Ευρώπη. Η Ζέφη Κόλια μας ταξιδεύει στο Βερολίνο του Τείχους.

I am a passenger
And I ride and I ride
I ride through the city’s backside
I see the stars come out of the sky
Yeah, they´re bright in a hollow sky
You know it looks so good tonight…

Iggy Pop, Lust for Life, West-Berlin 1977

Checkpoint Charlie

Τη στένευε λίγο το παντελόνι και πεινούσε και κατουριόταν και είχε βαρεθεί πια να ταξιδεύει απ’ τα χαράματα· ευχό­ταν να πιεί επιτέλους καμιά μπύρα και να αράξει κάπου μαλακά τον πισινό της που είχε μουδιάσει απ’ τα άβολα καθίσματα. Δίπλα της ο Παύλος ροχάλιζε φυσώντας απα­λά τις καστανές μπούκλες της φράντζας του κι έμοιαζε με υπερφυσικό μωρό έτσι όπως είχε κουλουριαστεί δί­πλα της, τυλιγμένος σ’ ένα μωβ παρεό με σχέδια του θεού Σίβα. Κι εκείνη νύσταζε αφού είχαν ξυπνήσει απ’ τις πέ­ντε για να είναι τέσσερις ώρες πριν την πτήση τους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, αλλά δεν είχε κλείσει βλέφαρο· ήταν το πρώτο της ταξίδι με αεροπλάνο, το πρώτο της τα­ξίδι στην Ευρώπη και το πρώτο μαζί με τον Παύλο. Σιγά μην κοιμηθεί. Ένιωθε σαν την Αλίκη μόλις γλίστρησε στην κουνελότρυπα.

plakat der fluglinie malev

Το ταξίδι είχε κυλήσει σχεδόν ευχάριστα, αν εξαιρέσεις την κυρία που καθόταν δίπλα τους και σταυροκοπιόταν σ’ όλη την πτήση. Μάλιστα στην απογείωση τής είχε αρπάξει το χέρι και το έσφιξε τόσο δυνατά που κόντεψαν να στραβώσουν τα δαχτυλίδια της· ειδικά εκείνο με το φίδι χώθηκε στο νύχι της κι έβγαλε μια κραυγή που τρόμαξε ακόμα περισσότερο την μεσόκοπη κυρία, η οποία έσπευσε να ζητήσει συγνώμη κι αμέσως μετά να κλείσει στην παλάμη της ένα φυλαχτό που έβγαλε από τον κόρφο της. Χήρα ήταν και πήγαινε να δει τη φαμίλια του γιου της που δούλευε σ ένα εργοστάσιο μπύρας, όπως τους είπε, χωρίς βεβαίως να την ρωτήσουν. Είχε πάρει κι εκείνη την φθηνή πτήση της Ουγγρικής αεροπορικής εταιρείας «Malev» για Ανατολικό Βερολίνο, όπως κι οι υπόλοιποι επιβάτες που είχαν γεμίσει ασφυκτικά το αεροσκάφος. Ήταν Αύγουστος και οι περισσότεροι ήταν Γερμανοί τουρίστες που επέστρεφαν από τις διακοπές τους στα ελληνικά νησιά, ηλιοκαμένοι σα χταπόδια στα κάρβουνα. Κουβαλούσαν σκηνές δεμένες στα σαμάρια τους απ’ όπου κρέμονταν μποτάκια, ελβετικοί σουγιάδες, κατσαρολικά και άλλα συμπράγκαλα. Ένα ελληνικό γκρουπ με μέλη του ΚΚΕ που ταξίδευε στο Ανατολικό Βερολίνο, φορτώθηκε σακούλες με ψώνια στο duty free. Ύστερα κάθισαν να πιουν καφέδες φουμάροντας και φωνασκώντας.

Ευτυχώς που είχαν προλάβει να κλείσουν θέση στους καπνίζοντες. Ο Παύλος, αντίθετα απ’ τη Ζωή, είχε ξαναμπεί σε αεροπλάνο αλλά σε εσωτερική πτήση· είχε πάει με τους γονείς του στην Κρήτη. Κι έτσι τής έκανε λίγο τον έξυπνο. Διάλεξε τις σωστές θέσεις και ζήτησε κρασί με το φαγητό τους· επίσης τη συμβούλευσε να μην φοβάται τα αεροπορικά δυστυχήματα, επειδή στατιστικά πιο πιθανό είναι να σε πατήσει αφρικανικός ελέφαντας παρά να πέσει το αεροπλάνο σου. Η Ζωή αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να την πατήσει αφρικανικός ελέφαντας αφού δεν είχε πάει ποτέ στην Αφρική.

«Κοντεύουμε;»

«Πού να ξέρω ρε Παύλο; Έχω ξανάρθει;»

Άνοιξε το μάτι του, τη ρώτησε και το ξανάκλεισε. Κοιμόταν στο αεροπλάνο, κοιμήθηκε και στο λεωφορείο. Εκείνη μάτι γαρίδα. Όλα τής φαίνονταν περίεργα, ήταν ενθουσιασμένη αλλά και λίγο φοβισμένη. Η προσγείωση ήταν κάπως ανώμαλη και έσφιξε το χέρι του Παύλου τόσο δυνατά, που κόντεψαν να στραβώσουν τα δαχτυλίδια του. Στο αεροδρόμιο «Μπερλίν Σένεφελντ» έπαθε ανθρωποφοβία και ήθελε τη μαμά της, αλλά έκανε τη γενναία για τον Παύλο που δε φαινόταν σε καλύτερη κατάσταση. Είχαν έρθει μόνοι τους σε μια χώρα όπου δε μιλούσαν τη γλώσσα, ψάχνοντας κάτι φίλους τους που έμεναν σ’ αυτή τη χώρα, σ’ αυτή την πόλη, αλλά σε άλλο κράτος. Μπέρδεμα. Αφού παρέλαβαν τις αποσκευές τους, κάτι μουτρωμένοι αστυνομικοί τους ρώτησαν αν ήταν τράνζιτ για Δυτικό Βερολίνο, τσεκάρισαν φάτσες και διαβατήρια και τους έδειξαν τον δρόμο για το μπους. Μόλις η Ζωή μπήκε στο λεωφορείο με την ταμπέλα «Checkpoint Charlie», μεταμορφώθηκε σε ηρωίδα μυθιστορήματος. Σιγά μην κοιμηθεί.

Το «Φυλάκιο Ελέγχου Τσάρλι» ήταν το πιο αγαπημένο τους απ τα βίπερ «SAS» του Ζεράρ ντε Βιλλιέ, τα οποία διάβαζαν μανιωδώς: η Αυτού Γαληνότης πρίγκηψ Μάλκο Λίνγκε, ο κατάσκοπος με τα χρυσά μάτια, αφήνει τον πύργο του στην Αυστρία και τη φλογερή αρραβωνιαστικιά του κόμισσα Αλεξάνδρα για να υπηρετήσει άλλη μια φορά —με υψηλή αμοιβή— τον ελεύθερο κόσμο και τις μυστικές υπηρεσίες της CIA. Αποστολή του είναι να περάσει από την Ανατολική Γερμανία στο ελεύθερο Δυτικό Βερολίνο έναν νομπελίστα φυσικό επιστήμονα ο οποίος υπηρετεί τους Δυτικούς, κατασκοπεύοντας απόρρητα στοιχεία ερευνών για στρατιωτικά προγράμματα που διεξάγουν οι Σοβιετικοί. Το αυστηρά φυλασσόμενο Τείχος του Βερολίνου καθώς και το περίφημο Φυλάκιο Ελέγχου Τσάρλι, από το οποίο δεν περνάει ούτε μύγα χωρίς να ελεγχθεί ο λόγος που θέλει να πετάξει από τον σοσιαλισμό προς τον βάρβαρο καπιταλισμό, είναι μια πρόκληση που θα αποδεχθεί ο Αυστριακός πράκτορας, αφού με τα χρήματα της αμοιβής του θα μπορέσει να συνεχίσει την ανακαίνιση του πύργου του στο Λήζεν. Ο Μάλκο θα διεκπεραιώσει την επιχείρηση φυγαδεύοντας τον ημιθανή επιστήμονα με εναέριο τρόπο ενώ ο ίδιος θα περάσει μέσω του φυλακίου, αφού όμως έχει κυλήσει άφθονο αίμα (και σπέρμα) στις σελίδες.

Από τα μυθιστορήματα του Ζεράρ ντε Βιλλιέ είχαν μάθει την ανθρωπογεωγραφία διάφορων χωρών κυρίως όμως είχαν εντρυφήσει στις μυστικές τους υπηρεσίες. Στην προκειμένη περίπτωση η Στάζι χρησιμοποιούσε έναν πράκτορα για κάθε έξι Ανατολικογερμανούς και παρακολουθούσε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής τους. Σε πολλές περιπτώσεις πολίτες ανακάλυπταν ότι μέλη της οικογένειας τους. στενοί φίλοι, γείτονες και συνάδελφοι που τους θεωρούσαν αξιόπιστους, εργάζονταν ως πληροφοριοδότες για τη Στάζι. Η κοινωνία ελεγχόταν ενδελεχώς από τη μυστική αστυνομία της DDR (Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας) για την πρόληψη της επαφής με τον δυτικό κόσμο. Επρόκειτο για το πιο αποτελεσματικό αστυνομικό κράτος στην ιστορία – όπως έμαθαν τουλάχιστον μέσα απ’ τα χρυσά μάτια του Αυστριακού πράκτορα.

frau an fluss bei bruecke

Ο συνοριακός έλεγχος στο θρυλικό φυλάκιο αποδείχθηκε πιο βαρετός απ’ ό,τι περίμεναν. Ούτε κατάσκοποι, ούτε Ανατολικογερμανίδες πόρνες-πράκτορες που ποθούν να διαφύγουν στη Δύση· μόνο κουρασμένοι ταξιδιώτες που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους να υποστούν την έρευνα των βλοσυρών συνοριοφυλάκων. Φαντάροι με ρώσικες στολές και όπλα τούς κοιτούσαν ανέκφραστοι, ενώ μια ομάδα αστυνομικών ερεύνησε συστηματικά το λεωφορείο και τα μπαγκάζια τους. Τον Παύλο τον έκλεισαν σ ένα δωματιάκι και του ζήτησαν να μείνει με το σώβρακο· της Ζωής της φάνηκε γελοίο να θεωρεί κάποιος ύποπτο αυτό το αγουροξυπνημένο αγόρι με τα ρόδινα μάγουλα και τις μπούκλες. Η ίδια ήταν πολύ σκληρότερη φάτσα με το κοντό νιού γουέιβ κούρεμα της· για περίπου πέντε λεπτά κοίταζαν μια την ίδια και μια τη φωτογραφία του διαβατηρίου της, όπου είχε μακριά μαλλιά με περμανάντ. Το είχε βγάλει πριν ενάμιση χρόνο που είχε πάει με τους γονείς της στη Βουλγαρία. Η φάση γενικά ήταν κάπως αλλόκοτη σ’ εκείνο το μέρος, αφού επρόκειτο για σύνορα πάνω στον κανονικό στο δρόμο της πόλης και η Ζωή θα ήθελε πολύ να βγάλει μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες με την Kodak instamatic της, δίπλα στη γερμανική σημαία με το σύμβολο που θύμιζε σφυροδρέπανο και τα παραταγμένα τανκς, αλλά ο Μάλκο Λίνγκε μέσα της την προειδοποίησε ότι πιθανόν επόμενη στάση της να ήταν τα γραφεία της Στάζι. Ξαναμπήκαν στο λεωφορείο και πέρασαν στο ρελαντί τη νεκρή ζώνη με τα συρματοπλέγματα και τα αντιαρματικά. Έπειτα η μπάρα του Τείχους σηκώθηκε και τους υποδέχτηκαν άλλοι φαντάροι με στολές αμερικάνικες. Και η ταμπέλα: Αμέρικαν Ζέκτορ.

Η Ζωή σημαιοστολίστηκε για την απόβαση στην ελεύθερη Ευρώπη, περνώντας τα χείλη της μια παχιά στρώση μωβ κραγιόν. Σ’ αυτή τη πλευρά του Βερολίνου τούς περίμενε ο Μάκης.

Ο Μάκης ήταν ο κολλητός του Παύλου απ’ το σχολείο. Πριν δυο καλοκαίρια είχαν πάει όλοι μαζί διακοπές με σκηνές στην Σαντορίνη. Αύγουστο, μόλις είχαν τελειώσει με το σχολείο και τις πανελλήνιες. Έστησαν στην παραλία της Περίσσας – στη μια σκηνή εκείνη και ο Παύλος, στην άλλη ο Μάκης. Παραδίπλα άλλες σκηνές, σε μια απ’ αυτές έμεναν η Μαριάννε με την Ίνγκε. Ο Μάκης τα έφτιαξε με την Μαριάννε, αν και στην αρχή νόμιζαν ότι η Μαριάννε και η Ίνγκε ήταν λεσβίες· γενικά είχε γίνει ένα ψιλομπέρδεμα ανάμεσα στις πολλές μπύρες και τα τζόιντ, αφού μάλλον κι ο Παύλος πήδηξε την Ίνγκε, αλλά δεν το παραδέχθηκε ποτέ. Ο Μάκης το παραδέχθηκε και όχι μόνο· έπεσε αίσθημα τρελό κι εκείνη έμεινε στην Ελλάδα τον χειμώνα, σ’ ένα δωματιάκι-πλυσταριό στην ταράτσα του Παύλου· μετά έμεινε και έγκυος. Τελικά: ο Μάκης δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο και έφυγε για το Δυτικό Βερολίνο όπου έμενε πλέον με την Μαριάννε και το μωρό Μαργαρίτα, με ένα καλό κοινωνικό επίδομα και την ελληνο-γερμανική αγάπη τους. Ζούσαν στο Κρόιτσμπεργκ.

Kreuzberg

Το σπίτι βρίσκεται στην οδό Μαντόιφελστράσε κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού (U-Bahn το λένε εδώ) «Γκέρλιτσερ Μπάνχοφ» της γραμμής U1. (Μόλις το είδα μου κόλλησε το τραγούδι των Madness «Our house in the middle of the street». Γενικά νιώθω σαν να έχω μπουκάρει σ’ ένα τραγούδι)

Αυτές ήταν οι πρώτες πληροφορίες που σημείωσε η Ζωή στο τετράδιο όπου θα έγραφε ημερολόγιο, ώστε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του σε ένα ταξιδιωτικό ρεπορτάζ για το Εργαστήρι Δημοσιογραφίας όπου σπούδαζε. Το διαμέρισμα βρισκόταν στον τρίτο όροφο μιας ορθογώνιας πολυκατοικίας με εσωτερική αυλή απ’ όπου ξεχυνόταν μια γαργαλιστική μυρωδιά από μελιτζάνες ιμάμ μπαϊλντί που της θύμισε τη γιαγιά της. Οι περισσότεροι ένοικοι ήταν Τούρκοι, όπως τους πληροφόρησε η Μαριάννε, η οποία τους υποδέχθηκε με αγκαλιές κι ένα άνοστο γεύμα με κρύα πατατοσαλάτα, τουρσιά και βραστό μπακαλιάρο. Οι μπύρες όμως ήταν παγωμένες και το μωρό Μαργαρίτα κοιμήθηκε γρήγορα, κουρασμένο απ τη συμπεριφορά των άγνωστων ανθρώπων που το αντιμετώπισαν σαν λούτρινο αρκούδι. Άραξαν στους παλιομοδίτικους καναπέδες, άπλωσαν την αρίδα τους στις ινδικές μαξιλάρες, άναψαν τσιγάρα άφιλτρα απ’ τις κούτες του duty free και ονειρεύτηκαν ξύπνιοι ότι ζούσαν σε μια κοινωνία σχεδόν τέλεια.

grafitti über hauseingang

Το πρωινό ήταν πολύ καλύτερο, με αχνιστό καφέ φίλτρου, αυγά και άσπρα βραστά λουκάνικα που τα συνόδευαν με μια στυφή μαρμελάδα, συνδυασμός οπτικά αηδιαστικός, αλλά γευστικά ακαταμάχητος. Η κουζίνα ήταν απίθανη, με τα παλιά έπιπλα βαμμένα σε ροζ και λαχανί χρώματα, και το σκηνικό θύμιζε εξώφυλλο δίσκου. 0 Μάκης πρότεινε να βγουν όλοι μαζί βόλτα για ψώνια και η Μαριάννε έβαλε στο καρότσι το μωρό Μαργαρίτα που αγωνιζόταν να μασήσει ένα μαύρο παξιμάδι πιο μεγάλο απ’ το κεφάλι του. Η Ζωή έχωσε στην τσάντα της το ημερολόγιο και την Kodak instamatic. Η μέρα ήταν υπέρλαμπρη και η εξερεύνηση μόλις άρχιζε.

Ο δρόμος μας διασταυρώνεται με την λεωφόρο Οράνιενστράσε και η περιοχή ονομάζεται SΟ36 (ΝΑ τομέας 36), από τον ταχυδρομικό κωδικό της. Μερικά κτήρια – όλα φθαρμένα προπολεμικά κτίσματα που έχουν γλιτώσει από τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου – έχουν κρεμασμένες κόκκινες σημαίες με το σύνθημα BESETZT, «κατάληψη», και ένα μαύρο κεραυνό σε κύκλο. Ψυχεδελικά γκράφιτι και χρωματιστά παραθυρόφυλλα διακοσμούν τις προσόψεις τους. Πρόκειται για καταλήψεις κτηρίων από ομάδες ακτιβιστών που έχουν φτιάξει κοινόβια και μένουν εκεί, εμποδίζοντας τις τοπικές αρχές να τα κατεδαφίσουν. Φανταστικό μού ακούγεται και τα παιδιά είπαν ότι θα πάμε να γνωρίσουμε φίλους τους που ζουν σε κάτι τέτοια. Γενικά θα πω (και αργότερα θα τα αναλύσω στην εργασία μου) ότι μαγαζιά, άνθρωποι και κτήρια εδώ γύρω είναι τόσο πολύχρωμα, ελεύθερα και φιλικά, λες και βγάζουν τη γλώσσα τους στην γκρίζα, στρατιωτική ψυχρότητα της άλλης πλευράς του Τείχους. Επίτηδες το κάνουν;

Είχαν ψωνίσει τρόφιμα από τούρκικο μπακάλικο, ψωμί από τούρκικο φούρνο και λαχανικά από τούρκικο μανάβικο. Οι μουστακαλήδες μαγαζάτορες με τις λευκές ποδιές έμοιαζαν με τους μπακάληδες στην Ελλάδα πριν γίνουν της μόδας τα σούπερ μάρκετ, ενώ οι γυναίκες φορούσαν κεφαλομάντηλα και κλαρωτές φούστες, σαν κάτι θειάδες της Ζωής από το χωριό του μπαμπά της. Εντύπωση της έκανε ένα κοριτσάκι που ζύγιζε φρούτα· δεν θα ήταν πάνω από δώδεκα χρονών αλλά είχε τυλιγμένο ένα σφιχτό μαντήλι γύρω απ’ το παιδικό της πρόσωπο. Έμαθε ότι κάποιες οικογένειες αυστηρών μουσουλμάνων αναγκάζουν τα κορίτσια να φορούν χιτζάμπ, τη μαντήλα που επιβάλει η ισλαμική θρησκεία τους. Της Ζωής της φάνηκε πολύ άδικο αυτό· ταράχτηκε πραγματικά στη σκέψη ότι ένα κορίτσι δεν μπορούσε να ανεμίσει ελεύθερα τα μαλλιά του. Η ίδια τα θεωρούσε το πολυτιμότερο στολίδι της και τους άλλαζε κάθε τόσο κουρέματα, χρώματα και στυλ. Αν της στερούσε κάποιος αυτό το δικαίωμα θα μαράζωνε. Ή θα επαναστατούσε. Παρηγορήθηκε στη σκέψη ότι κι αυτά τα κορίτσια σύντομα θα εξεγείρονταν και θα καταργούσαν αυτό το φρικτό έθιμο, όπως κι εκείνες κάποτε με αγώνες κατάργησαν τις κορδέλες και τις ποδιές στο σχολείο. Άλλωστε εδώ ήταν το Δυτικό Βερολίνο, η πιο ελεύθερη κοινωνία της Δυτικής Ευρώπης κι όχι κάποιο χωριό της βαθειάς Ανατολίας. Ήταν αναπόφευκτο να εξελιχθούν.

flohmarkt und mann in rotem t-shirt

Διέσχισαν την υπαίθρια αγορά που απλωνόταν σαν μισοφέγγαρο γύρω απ’ την Κοτμπούσερ Toρ και η Ζωή τράβηξε φωτογραφίες κάτι πανκ με χρωματιστά λοφία, παραμάνες κι αρβύλες που έτρωγαν κεμπάπ σ’ ένα τουρκικό σουβλατζίδικο. Άφησαν πίσω τους τις μυρωδιές της τσίκνας και τον θόρυβο των μικροπωλητών και προχώρησαν προς το ανατολικότερο σημείο της πόλης που περικλειόταν και στις τρεις πλευρές του από το Τείχος. Περπάτησαν παράλληλα με το συνοριακό ντουβάρι που, αν και είχε συνθήματα και γκράφιτι, προκαλούσε μια αλλόκοτη αίσθηση παγίδας σ’ όσους βρίσκονταν πλάι του. Κατέληξαν σε μια μπυραρία. Στην είσοδο της προπολεμικής πολυκατοικίας είχε σφηνωμένη μια μάσκα αυτοκινήτου. Η εσωτερική αυλή ήταν διαμορφωμένη σε μπαρ με συνεχόμενο παιδότοπο. Στη μια πλευρά της κείτονταν, ακόμα σωριασμένα, κάποια γκρεμίδια από τους βομβαρδισμούς. Μπορεί να τα είχαν κρατήσει για ντεκόρ. Η Μαριάννε πήγε τη μικρή να παίξει σε μια φουσκωτή πισίνα και ο Παύλος με τον Μάκη θυμήθηκαν ιστορίες απ’ το σχολείο. Η Ζωή τράβηξε κάνα δυο φωτογραφίες τον μπάρμαν καθώς σερβίριζε βαρελίσια μπύρα σε υπερμεγέθη ποτήρια. Είχε κουραστεί να μιλάει αγγλικά για να επικοινωνεί με τους άλλους· άραξε στη μπάρα μ’ ένα μισόλιτρο ποτήρι βάισμπιρ, έβγαλε το τετράδιο και συνέχισε το γράψιμό της. Ήταν άλλωστε μια μέλλουσα δημοσιογράφος.

The city’s backside

Είμαστε σχεδόν μια εβδομάδα στο «Βεστ Μπερλίν». Να, δυο τρία πράγματα που έχω μάθει για αυτό: η γερμανική κυβέρνηση δίνει αβάντες για να έρθει ο κόσμος να μείνει εδώ. Μετά το χτίσιμο του Τείχους η πόλη αποκλείστηκε, δεν μπορούσε να βγει κανείς· απ’ έξω ήταν οι Ρώσοι με τα τανκς. Ο κόσμος ζορίστηκε, πέρασαν τον χειμώνα με τρόφιμα και καύσιμα που τους έστελναν οι Αμερικανοί με αερογέφυρες. Μόλις άνοιξαν οι διάδρομοι προς την υπόλοιπη Δυτική Γερμανία, όσοι μπορούσαν έφευγαν άρον άρον. Η πόλη άδειαζε. Τότε η γερμανική κυβέρνηση έδωσε κάποια προνόμια σε όσους επέλεγαν να μείνουν ή σε όσους ήθελαν να μετοικήσουν σε αυτή. Παράλληλα δημιούργησαν μια ελκυστική μητρόπολη για πολλούς νέους από όλη την Ευρώπη.  Μερικά από αυτά τα προνόμια: λιγότεροι φόροι, έξτρα επιδόματα, απαλλαγή από το στρατό. (Έτσι η Μαριάννε με τον Μάκη έχουν λύσει σχεδόν όλα τους τα προβλήματα) Ειδικά στο Κρόιτσμπεργκ, στο οποίο οι Τούρκοι είναι πάνω από εκατό χιλιάδες, όλα είναι πιο φτηνά· τα ενοίκια, το φαγητό, η διασκέδαση. Αυτή η ανατολική δυτικοβερολινέζικη γωνιά, είναι η γειτονιά των μεταναστών αλλά και των φοιτητών, των καλλιτεχνών, των πανκ, των διανοούμενων, των αντιεξουσιαστών. Οι δυναμικές καταλήψεις των παλιών κτηρίων έχουν δημιουργήσει ένα τοπικό εναλλακτικό κοινωνικό δίκτυο από μαγαζιά ανταλλαγής προϊόντων, παιδικούς σταθμούς, πειραματικά κοινόβια τεχνιτών, κοινούς κήπους με καλλιέργειες και πολλά άλλα φοβερά στέκια που κάνουν ευκολότερη τη ζωή των ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι νέοι. Για παράδειγμα, η Μαριάννε δεν είχε αγοράσει σχεδόν τίποτα για το μωρό Μαργαρίτα: κούνια, καροτσάκι, κουβερτάκια και τα τοιαύτα τα έχει πάρει τσάμπα από το ανταλλακτικό κατάστημα παιδικών ειδών. Επίσης εδώ γύρω έχει πολλά παζάρια και ανοιχτές αγορές όπου βρίσκεις τα πάντα: πράγματα για το σπίτι (πήραμε τις προάλλες ένα μωβ λαμπατέρ, τέσσερα κρασοπότηρα από κρύσταλλο Βαυαρίας και μια κόκκινη τσαγιέρα για το γκάζι), μηχανήματα, ποδήλατα και μοτοσυκλέτες, φυτικά καλλυντικά, ρούχα και φαγητό του δρόμου, δηλαδή πιτόγυρο ή λουκάνικα με πατάτες τηγανιτές, τα συγκλονιστικά «βουρστ μιτ πόμες» που εγώ κι ο Παύλος έχουμε τσακίσει. Κι αυτή τη στιγμή τέτοιο τρώω, ένα ζουμερό «κάρι βουρστ». Μόλις έσταξε μια σταγόνα κέτσαπ στη σελίδα. Χα! Έχουμε έρθει εδώ διακοπές για τρεις βδομάδες, αλλά αν μας φτάσουν τα φράγκα —τα μάρκα για την ακρίβεια— λέμε να μείνουμε όλο το μήνα. Κι αν δεν μας φτάσουν, σκασίλα μας, θα τρώμε στα Besetzt.

Είχαν πάει με τα ποδήλατα για πικ νικ σ’ ένα πάρκο κοντά στο ποτάμι. Ποτάμι, κανάλια, γεφύρια, λίμνες, νερό μπόλικο. Πέρασαν κι από μια δημόσια πισίνα όπου είχαν μαζευτεί κάτω απ’ τον ήλιο καμιά εκατοστή άτομα και περίμεναν την σειρά τους να κολυμπήσουν. Γι΄ αυτό λύσσαγαν για τα ελληνικά νησιά, λογικό. Το πάρκο ήταν γεμάτο κόσμο, οικογένειες με ψησταριές έκαναν μπάρμπεκιου, παιδιά έπαιζαν φρίσμπι, πλανόδιοι μουσικοί αυτοσχεδίαζαν, φρικιά άραζαν παρέα με τα σκυλιά τους. Η μέρα ήταν υγρή, ζεστή και νωχελική, μαούνες γλιστρούσαν αργά πάνω στο νερό μαζί με πάπιες και κύκνους κι η Ζωή ένιωθε κάπως σαν την Κάντυ-Κάντυ, την ηρωίδα γιαπωνέζικης τηλεοπτικής σειράς μάνγκα-άνιμε, αλλά σε στυλ πανκ: μόλις είχε βάψει τα μαλλιά της με σπρέι σε χρώμα πράσινο του λιβαδιού. Βολεύτηκαν όλοι πάνω στις κουβερτούλες για τη χλόη που είχαν κουβαλήσει μαζί με μπύρες, φαγιά και βιβλία· η Ζωή έγραφε, οι άλλοι διάβαζαν και το μωρό Μαργαρίτα έτρωγε χώματα.

zwei frauen und ein mann auf picknickdecke

Οι μέρες στο Βερολίνο ήταν μεγάλες και οι νύχτες μικρές, το φως δε χανόταν ποτέ εντελώς απ’ τον ορίζοντα. Τα βράδια στα νερά τού Σπρέε καθρεφτιζόταν το κίτρινο φως των φαναριών του Τείχους. Οι καλλιτέχνες της περιοχής είχαν διακοσμήσει φουτουριστικά τα προπολεμικά κτήρια και τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Η βομβαρδισμένη, διχοτομημένη πόλη έμοιαζε με έργο Τέχνης σε εξέλιξη. Πριν λίγα χρόνια σύχναζαν εκεί ο Νταίηβιντ Μπόουι και ο Ίγκι Ποπ· έμεναν μαζί σ ένα διαμέρισμα στο Σένεμπεργκ, όπου σκάρωσαν κάτι δισκάρες. Η Μαριάννε ισχυρίστηκε, μάλιστα, ότι μια φίλη της είχε κάνει σεξ με τον Ίγκι.

Αυτή η φίλη της, η Σίλκε, ένα βράδυ τούς έβγαλε έξω. Την γνώρισαν στο μπαρ που σύχναζαν, το Kuckucksei, όπου με δυο μάρκα έπιναν καφέ μαζί με ένα παχύ κομμάτι ζάχερτόρτε, το γνωστό αυστριακό γλυκό, τύπου κέικ με κρέμα. Η Σίλκε εισέβαλε στο μαγαζί σαν μαύρος σίφουνας: κραγιόν, μαλλιά, ρούχα, νύχια, όλα μαύρα. Άρπαξε τη Ζωή και τη φίλησε στο στόμα· το ίδιο και τον Παύλο. Ήταν μαζί με έναν Γιουγκοσλάβο φίλο της· αμφότεροι εντυπωσιακοί σαν μέλη συγκροτήματος. Η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε μετά από μερικά λίτρα μπύρας· γέλασαν, χόρεψαν, βράδιασε. Είπαν να ξαναβρεθούν και η Σίλκε τούς κάλεσε το επόμενο βράδυ στο κλαμπ «SO36», όπου θα έπαιζαν λάιβ κάτι φίλοι της: εκεί που είχε γνωρίσει τον Ίγκι. Η Μαριάννε και ο Μάκης πολύ θα το ήθελαν, αλλά είχαν το μωρό. Η Ζωή και ο Παύλος έπρεπε μέσα σε ένα λεπτό να αποφασίσουν αν γούσταραν να πάνε εκείνοι. Ευκαιρία ήταν. Και είπαν «ok».

Έδωσαν ραντεβού νωρίς το επόμενο βράδυ στην Μαριάνενπλατς. Ακόμα έφεγγε το φως της μέρας. Η Ζωή με μίνι φόρεμα μισό μαύρο-μισό άσπρο και φραουλί μαλλί, ο Παύλος με ριγέ παντελόνι και ψαλιδισμένο Τ-Shirt με στάμπα «Sex Pistols». Έφτασαν πρώτοι στην πλατεία και προχώρησαν κατά μήκος ενός πλακόστρωτου δρόμου που οδηγούσε σ ένα παλιό κτήριο σαν γοτθικό κάστρο, σχεδόν εφαπτόμενο στο Τείχος. Μπροστά του κι ανάμεσα στα δέντρα υπήρχαν δεκάδες σκηνές, τροχόσπιτα, παλιά στρατιωτικά οχήματα και κάθε είδους αυτοσχέδιες κατασκευές απ’ όπου μπαινόβγαιναν άτομα. Επρόκειτο για ένα χίπικο, σουρεαλιστικό σκηνικό και η Ζωή έβγαλε ανυπόμονα την Kodak απ’ τη τσάντα της κι άρχισε να φωτογραφίζει ανθρώπους που έπλεναν ρούχα, μαγείρευαν ή κάπνιζαν ειρηνικά τζόιντ μαριχουάνας. Πριν προλάβει ο Παύλος να της πει ότι μάλλον κάνει μαλακία, ένας γεροδεμένος Βίκινγκ με ξυρισμένο κρανίο άρχισε να κινείται απειλητικά προς το μέρος τους, χειρονομώντας και βρίζοντας στα γερμανικά. Μπορεί και να λιποθυμούσαν απ’ την τρομάρα τους αν δεν έβγαινε εκείνη τη στιγμή ως από μηχανής θεός από ένα Όπελ Καντέτ η Σίλκε, με δερμάτινα ρούχα και καρφιά, τρέχοντας με ανοιχτή αγκαλιά προς τον Βίκινγκ. Κάτι του είπε στ’ αυτί και κατόπιν μπήκε μαζί του σε μια σκηνή. Ύστερα βγήκε αγέρωχη και αφού τους έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα, μπήκαν κι οι τρεις στο αυτοκίνητο. Μόλις έκλεισε την πόρτα άρχισε να τους φιλάει στο στόμα.

bäume und stand mit plane

Έχουν περάσει δυο μέρες από την επεισοδιακή βραδιά μας στο S036, αλλά τώρα βρήκα το κουράγιο να γράψω. Από πού ν’ αρχίσω. Ν’ αρχίσω απ’ το κτήριο «Bethanien», το πρώην νοσοκομείο στην Μαριάνενπλατς το οποίο έσωσε από κατεδάφιση μια καλλιτεχνική κολεκτίβα που το κατέλαβε και έκτοτε λειτουργεί ως εναλλακτική κοινότητα. Λόγω του ότι βρίσκεται στη «νεκρή ζώνη» του Τείχους είναι ουδέτερο έδαφος που σημαίνει ότι οι νόμοι δεν το αγγίζουν, εξ ου και γίνονται εκεί τα μεγαλύτερα ντηλ ναρκωτικών. Πού να τα ξέραμε εμείς αυτά, που ήθελα και φωτογραφίες. (Απ’ την άλλη όμως έχω ένα αποκλειστικό φωτορεπορτάζ) Τέλος πάντων, μας έσωσε η Σίλκε απ’ τον καυγά αλλά μας έριξε στο χάος, απ’ όπου άγνωστο πώς επιστρέψαμε. Θα γράψω όσα θυμάμαι, που δεν είναι και πολλά. Το κλαμπ ήταν στην Οριάνενστράσε – δημιουργήθηκε κι αυτό από έναν καλτ καλλιτέχνη μετά από καταλήψεις και συγκρούσεις με την αστυνομία, όπως έμαθα χθες από την Μαριάννε. Απ’ έξω δε φαινόταν σπουδαίο μαγαζί, αλλά ο κόσμος περίμενε ουρά για να μπει. Η Σίλκε αγνόησε τους πάντες και μας έσυρε από το χέρι στην είσοδο, όπου φίλησε στο στόμα τον πορτιέρη και μας έμπασε απευθείας. Μόλις πατήσαμε μέσα κομπλάραμε λίγο από τον αλλόκοτο κόσμο, αλλά πιο πολύ απ τις αφίσες με παλιότερες συναυλίες τους: Bauhaus, Dead Kennedys, Joy Division, Iggy Pop, David Bowie. Πάθαμε την πλάκα μας, πού είχαμε μπει ρε φίλε! Μπήκαμε σε trip πολύ πριν μας κεράσουν εκείνα τα μικρά χαρτάκια με τον Γκούφι, τα τριπάκια. Πήραμε ποτά και περιμέναμε να βγει το γκρουπ, οι Die Haut, ένα post punk συγκρότημα. Στο μεταξύ βρήκαμε και τον Γιουγκοσλάβο, μας κέρασε ένα τσιγάρο μαύρο, κάναμε κεφάλι έτοιμο για πάρτι. Η είσοδος του γκρουπ ξεσήκωσε τα πλήθη, να σείεται η αίθουσα, χαμός. Εγώ κι ο Παύλος σε έκσταση. Και μετά από μερικά τραγούδια, ποιος ανεβαίνει να τραγουδήσει μαζί τους; Ο Nick Cave, ρε φίλε, ο τραγουδιστής των Birthday Party! Μόλις το καταλαβαίνουμε αρχίζουμε να ουρλιάζουμε «για! για!», μαζί με τους Γερμανούς. Η Σίλκε φέρνει κι άλλα ποτά και μας προσφέρει να πιπιλίσουμε από ένα χαρτάκι με τη φάτσα του Γκούφι. Λέμε ok. Μετά θυμάμαι μόνο χρωματιστά πράγματα να με καταδιώκουν και τον χώρο να διαστέλλεται όπως στη Χώρα των Θαυμάτων. Επίσης νόμιζα πως έρχεται καταπάνω μου εκείνος ο ελέφαντας που είδα την πριν κάτι μέρες στο Zoo και σκέφτηκα πόσο δίκιο είχε ο Παύλος για τα αεροπορικά δυστυχήματα. Τελικά εντάξει, επιζήσαμε. Alles klar, όλα καλά. (Αυτά με τα ναρκωτικά να μην μπουν στο άρθρο)

Reichstag concert

Είχαν οργώσει το Βερολίνο με ποδήλατα, τρένο, τραμ και ποδαρόδρομο. Όχι όλο, μέχρι το Σαρλότενμπουργκ έφτασαν, από κει και πέρα δεν είχε και πολύ ενδιαφέρον.

säulen und menschen mit fahrrädern

Πήγαν μια μέρα Κουρφιρστεντάμ, τη μεγάλη λεωφόρο με τις μπουτίκ στα δυτικά της πόλης, που οι Βερολινέζοι την έλεγαν Κούνταμ. Ωραία, αλλά βαρέθηκαν. Το πιο ενδιαφέρον ήταν η διαδρομή: το τρένο πέρασε με μεγάλη ταχύτητα και σβηστά φώτα από την έρημη πλατφόρμα του σταθμού «Αλεξάντερπλατς», δίχως να σταματήσει. Είχαν διασχίσει το Δυτικό Βερολίνο μέσω Ανατολικού· επρόκειτο για έναν σταθμό-φάντασμα. Τους σηκώθηκε η τρίχα, αυτή η πόλη ήταν μια σκέτη γεωγραφική ανωμαλία.

Στις 9 Αυγούστου έγινε μεγάλη υπαίθρια συναυλία για την επέτειο της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι. Για την παγκόσμια ειρήνη. Μπροστά στο Reichstag, τη Βουλή της παλιάς πρωτεύουσας της τέως ενωμένης Γερμανίας. Εκεί που κάποτε ο Χίτλερ ντοπάριζε τις μάζες με πύρινους λόγους για τον ναζισμό και την εκλεκτή φυλή των Αρίων. Εκείνη τη μέρα τίποτα δε θύμιζε το φρικτό παρελθόν, αντίθετα· φυλές και ομάδες ανθρώπων ανακατεμένοι κάτω από πανό με συνθήματα για τη ειρήνη, με ένα κοινό πάθος: τη μουσική. Γερμανοί, Σλάβοι, Τούρκοι, Αφρικανοί, λεσβίες και γκέι, μικροί και μεγάλοι, ένα ουράνιο τόξο ανθρώπου, μια πολύχρωμη πλημμυρίδα αγάπης και συναδέλφωσης των λαών, χωρίς πομπώδεις λόγους και μεγαλόστομες διακηρύξεις. Και λίγο πιο πέρα, πίσω απ την Πύλη του Βρανδεμβούργου, εκατοντάδες νεαροί Ανατολικογερμανοί, αγνοώντας τις απαγορεύσεις της αστυνομίας, είχαν πλησιάσει όσο μπορούσαν το Τείχος για να συμμετέχουν και αυτοί με τον τρόπο τους στη μεγάλη συναυλία της ειρήνης. Όλη η κραυγή της ακρωτηριασμένης πόλης σε μια εικόνα. Η Kodak της Ζωής είχε πάρει φωτιά. Οι λέξεις ήταν περιττές. Καθώς βράδιαζε και τα συγκροτήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο φαντασμαγορική – σχεδόν διαστημική. Κι όταν η πανκ ιέρεια Nina Hagen πήδηξε στη σκηνή φλεγόμενη, ανάμεσα σε καπνούς και κόκκινες λάμψεις, ζήτησε από το κοινό να κάνει ησυχία για να ακουστούν τα χειροκροτήματα των Βερολινέζων της άλλης πλευράς. Αφιέρωσε το πρώτο τραγούδι στους παλιούς της φίλους, πίσω απ το Τείχος. Wir Leben Immer Noch: Είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Epilogue

Έμειναν στο Βερολίνο έναν μήνα παρά κάτι μέρες. Όποτε θυμόντουσαν έπαιρναν τηλέφωνο τους γονείς τους από καρτοτηλέφωνα· εκείνοι είχαν ανησυχήσει, σχεδόν τους παρακαλούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Η αλήθεια είναι ότι είχαν μείνει ταπί· το συνάλλαγμα είχε τελειώσει και δεν υπήρχε τρόπος να τους στείλουν λεφτά από Ελλάδα· μερικές φορές, για να μην επιβαρύνουν τους φίλους τους, έτρωγαν τα υπολείμματα από τις κρέμες του μωρού Μαργαρίτα. Αλλά είχαν χορτάσει εμπειρίες.

Στο αεροπλάνο της επιστροφής η Ζωή έγραψε στο ημερολόγιο της τον επίλογο.

Χθες το βράδυ κάναμε πάρτι αποχαιρετισμού στο σπίτι των παιδιών. Ο Μάκης είναι αμφίβολο αν θα ξανάρθει Ελλάδα· πρέπει να γίνει σαράντα χρονών ή να αλλάξουν οι νόμοι για τη στράτευση, αλλιώς θα τον βουτήξουν φαντάρο. Η Μαριάννε θα έρχεται με το μωρό στα πεθερικά· είναι κρίμα να μη γνωρίσει η μικρή τα ελληνικά καλοκαίρια. Σε γενικές γραμμές, άγνωστο πότε θα ξανασυναντηθούμε. Ήταν συγκινητικά. Από νωρίς μαγειρέψαμε καρτόφελσούπε, δηλαδή πατατόσουπα, και κεφτέδες, φτιάξαμε και μια τάρτα με φρούτα για γλυκό. Ανάψαμε κεριά και αρωματικά στικ, βάλαμε στο πικάπ μουσική, ήρθαν κι άλλοι φίλοι. Μας έφεραν και δώρα: σηματάκια Besetzt, ένα δίσκο των Ideal, μια αφίσα με την Ουλρίκε Μάινχοφ, ηγετικό στέλεχος της ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης RAF. Όταν κοιμήθηκε το μωρό, αράξαμε στις μαξιλάρες κι αρχίσαμε την ονειροπόληση. Βοήθησαν κι οι μπύρες μαζί με τα τσιγάρα, βέβαια. Αναρωτηθήκαμε τι θα θέλαμε ν’ αλλάξει στον κόσμο ως το τέλος του αιώνα. Ο Μάκης είπε «να καταργηθούν όλοι οι στρατοί· ποιος χέστηκε για τους πολέμους τους». «Και τα στρατόκαυλα καθεστώτα. Δυτικοί ιμπεριαλιστές και Ανατολικά γουρούνια, να βράσουνε τα άντερα σας στην κόλαση!», ευχήθηκε η Ίνγκε, που η μισή της οικογένεια είχε ξεμείνει στην άλλη πλευρά του Τείχους. «Να είμαστε ελεύθεροι να καπνίζουμε μαριχουάνα, να ακούμε συναυλίες και να ταξιδεύουμε παντού με ανοιχτά τα σύνορα!», είπε χαζογελώντας ο Παύλος, που τον είχε πιάσει ευθυμία απ’ το τσιγάρο. «Να πέσει το Τείχος! Prost, εβίβα!», είπα κι εγώ υψώνοντας το ποτήρι της μπύρας μου. «Η Νίνα Χάγκεν δήλωσε σε μια συνέντευξή της ότι το Τείχος θα πέσει οπωσδήποτε· της το είπαν εμπιστευτικά κάτι UFO», πρόσθεσε θεατρικά η Μαριάννε, κι όλοι τσουγκρίσαμε μέσα σε τρανταχτά γέλια.

Πάντως εγώ είμαι αισιόδοξη. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα πριν δέκα χρόνια είχαμε χούντα και τώρα ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη να εξελιχθεί. Τέλος.

siegessäule berlin

Σύντομο βιογραφικό

Η Ζέφη Κόλια γεννήθηκε στον Πειραιά  και σπούδασε δημοσιογραφία. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα και ένα παιδικό βιβλίο και έχει μεταφράσει Έντγκαρ Άλαν Πόε. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πέντε ανθολογίες, καθώς και σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστότοπους. Η Ζέφη Κόλια, που ανήκει στα ιδρυτικά μέλη του οικολογικού κινήματος στην Ελλάδα, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Κείμενο και φωτογραφίες: Ζέφη Κόλια. Το διήγημα δεν βασίζεται μόνο σε πραγματικά γεγονότα, αλλά τα άτομα που εμπλέκονται είναι ιστορικά τεκμηριωμένα. Από την τρίγλωσση (αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά) συλλογή διηγημάτων «Passengers», Εκδοτικός Οίκος Ανοχής-Free Thinking Zone, Αθήνα 2018. Σύνταξη: Α. Τσίγκας.

buchcover mit autolenker

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου