Θυγατέρες

Απόσπασμα από μυθιστόρημα της Lucy Fricke

Στο πλαίσιο του 1ου Ελληνογερμανικού εργαστηρίου μετάφρασης που πραγματοποιήθηκε από τις 5-12 Μαΐου 2019 στη Θεσσαλονίκη, ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος «Θυγατέρες» της Λούσι Φρίκε μεταφράστηκε στα ελληνικά. Η μετάφραση προέκυψε από τη συνεργασία των Χριστίνα Παπαντώνη και Βασιλική Κατσανίκου, συμμετέχοντες στο εργαστήρι, και του Τέο Βότσου, ενός εκ των δυο συντονιστών του εργαστηρίου. Διαβάστε στο diablog.eu το συγκεκριμένο απόσπασμα και στις δυο γλώσσες!

Με συναρπαστικό, κοφτερό χιούμορ και μια τέλεια ισορροπία ελαφρότητας και βαθύνοιας η Lucy Fricke μιλάει στο 4ο μυθιστόρημά της για γυναίκες στο μέσο της ζωής τους, για αποχωρισμούς, που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, και για πατέρες που εξαφανίζονται πολύ πρόωρα. Οι Μάρθα και Μπέτι, φίλες από το Βερολίνο, ξεκινούν για ένα ταξίδι στην Ελβετία. Στο πίσω κάθισμα ένας βαριά άρρωστος πατέρας που βαρέθηκε τη ζωή. Αλλά η ζωή δεν αποτινάζεται έτσι απλά. Μερικές φορές πρέπει να συνεχίσεις το ταξίδι, μέχρι την Ελλάδα, όλο και πιο βαθιά στις αβύσσους της ιστορίας σου.

Οι «Θυγατέρες» είναι ένα εξαίσιο road movie σε μορφή βιβλίου, ένα ιλιγγιώδες και συναρπαστικό μυθιστόρημα, αλλόκοτο και συνάμα βαθυστόχαστο, «τόσο κωμικό και τόσο υπέροχα ωραίο που ξεσπάς σε γέλια και κλάματα ταυτόχρονα» (Spiegel online).

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ της Lucy Fricke

Η Ιταλία δε μου πρόσφερε αυτό που θα ονόμαζα ευτυχία. Όχι, ότι το περίμενα. Η αλήθεια είναι ότι λίγοι βρήκαν την ευτυχία τους στην Ιταλία, βέβαια πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που την αναζήτησαν εκεί. Στην Ιταλία οι Γερμανοί δεν κατέκτησαν την ευτυχία, απέκτησαν σπίτια.

Τώρα βρισκόμουν πάνω σε ένα σχεδόν άδειο πλοίο που διέσχιζε το νότιο Αιγαίο. Υπήρχαν κάποια ταξίδια που δεν σήκωναν καμία παρέα, αλλά διαδραματίζονταν τόσο βαθιά στη ψυχή σου που θα ‘πρεπε να χαίρεσαι αν αντάμωνες εκεί τον ίδιο σου τον εαυτό.

Ήταν η πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό που ταξίδευα χωρίς αποστολή, χωρίς την ασφάλεια κάποιας δουλειάς. Επειδή δεν αναχωρούσαν πλοία από τον Πειραιά αναγκάστηκα να μείνω μερικές μέρες στην Αθήνα, την πόλη που είχε γίνει συνώνυμο της κρίσης, σε μια χώρα για την οποία δεν γινόταν πια λόγος χωρίς την προσθήκη κρίση. Περπάτησα σε άδειους εμπορικούς δρόμους, στάθηκα μπροστά στη Βουλή, αφουγκράστηκα την απόκοσμη ησυχία στην Πλατεία Συντάγματος, επισκέφτηκα τα κατειλημμένα κτίρια του πανεπιστημίου, κάθισα σε καφέ και άκουσα να μού διηγούνται ιστορίες. Είχα στείλει κείμενα και ιδέες σε αρχισυντάκτες εφημερίδων και περιοδικών, επειδή άρχισαν να τελειώνουν τα λεφτά, και κανείς δεν μου είχε απαντήσει. Ακόμα και σε μια κρίση μπορούσες να φτάσεις αργοπορημένα.

Αμοργός, Lucy Fricke

Στο λιμάνι πέρασα πάνω από αμέτρητους υπνόσακους και ανέβηκα σε ένα πλοίο, στο οποίο, εκτός από μένα, δεν επιβιβάστηκε ή δεν επιτρεπόταν να επιβιβαστεί σχεδόν κανείς. Για τους περισσότερους ο Πειραιάς ήταν ένας τερματικός σταθμός. Η θάλασσα είχε πάψει προ πολλού να υπόσχεται ελευθερία.

Ήταν δύο η ώρα τη νύχτα, μια οκτάωρη διαδρομή στο Αιγαίο είχε φτάσει στο τέλος της, και εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς ήταν το μέρος, στο οποίο μόλις έφτανα. Αυτό που έκανα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράλογο, απόρροια αφθονίας χρόνου και απελπισίας. Είχα φτάσει σε μια ηλικία που τα πράγματα μού γίνονταν όλο και πιο ακατανόητα, όπου η ζωή μου είχε καταντήσει ένα επαναλαμβανόμενο καλαμπούρι, κάτι που άλλοι ονόμαζαν τραύμα. Τα ίδια βιώματα επέστρεφαν ξανά και ξανά, σε εναλλασσόμενους ρόλους, σε άλλο σκηνικό. Υπέφερα από την εγκατάλειψη, τις ναυαγισμένες σχέσεις ή ακόμα κι απ’ αυτές που δεν είχα αποτολμήσει καν‧ υπέφερα από τη μοναξιά, από εμένα την ίδια, αισθανόμουν γελοία και πίστευα ότι αν γύριζα πίσω στην πρωταρχική απώλεια, αν ξαναπατούσα πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο της μνήμης ή τουλάχιστον έβρισκα ίχνη της, θα μπορούσα να τα ξορκίσω όλα αυτά σαν μια κατάρα. Ένας εξορκισμός ήταν το λιγότερο που σκόπευα να κάνω.

Το πλοίο άραξε, η μπουκαπόρτα του άνοιξε, από τα μεγάφωνα ακουγόταν μουσική φλογέρας και εγώ στεκόμουν στην πλώρη· αυθόρμητα ο νους μου πήγε στην πύλη του παραδείσου, στην ύπαρξη του οποίου δεν πίστευα καν. Η υπόσχεση μιας νέας αρχής ανοιγόταν μπροστά μου. Δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα νησί, όμως πάτησα το πόδι μου με τόσο μεγάλη δρασκελιά, λες και ήθελα να πηδήξω πάνω από έναν γκρεμό. Για να το πω αλλιώς: Βγήκα παραπατώντας από το πλοίο, ένα μάτσο χάλια.

Μια αμυδρά φωτισμένη αποβάθρα, όπου περίμεναν μόνο δυο άντρες ακουμπισμένοι σε αυτοκίνητα και κρατώντας ψηλά τις πινακίδες τους. Έμοιαζαν και οι δυο με γιους που είχαν παρατήσει από καιρό τη δική τους ζωή και τώρα απλά συνέχιζαν ό,τι είχαν κληρονομήσει από τους πατέρες τους. Ο ένας ήταν ένας καλογυμνασμένος φιγουρατζής, που φώναζε προς το μέρος μου το όνομα του καταλύματός του, με θέα στη θάλασσα και πρωινό. Ο άλλος φαινόταν χαμένος· ή είχε σηκωθεί μόλις από το κρεβάτι του ή τον είχαν διώξει από κάποιο καφενείο, ατένιζε τη θάλασσα και ρουφούσε το στριφτό του τσιγάρο. Ήταν αυτονόητο, ότι θα επέλεγα αυτόν. Πήρε την τσάντα μου και την πέταξε στο πορτ-μπαγκάζ. Μετά έριξε ακόμα μια ματιά γύρω του, αλλά ήμουν και παρέμεινα η μοναδική τουρίστρια που είχε αποβιβαστεί από το πλοίο εκείνη την απριλιάτικη νύχτα.

Αμοργός, Lucy Fricke

Πηγαίναμε μέσα στο σκοτάδι, τα πάντα στο μικρό, λερωμένο αυτοκίνητο έμοιαζαν να τρίζουν και να τραντάζονται. Δεν έβλεπα κανένα σπίτι, κανένα βουνό, καμία παραλία, τον εμπιστευόμουν τυφλά. Ήμουν μια ξένη δίχως όνομα και με ελαφριές αποσκευές, τίποτα πάνω μου δεν ήταν γνώριμο και τίποτα δεν προκαλούσε ενδιαφέρον. Πάντα με γοήτευε αυτή η δυνατότητα της εξαφάνισης όταν ταξίδευα μόνη μου. Το να εξαφανιστώ από το λεγόμενο προσκήνιο ίσως και να ήταν το μεγαλύτερο ερέθισμα. Ποιος ξέρει, μπορεί κι αυτό να το κληρονόμησα, από κάποιον, με τον οποίον δεν είχα ποτέ συγγενική σχέση.

Ότι τον λένε Γιάννη, είπε ο οδηγός και αυτό ήταν όλο κι όλο που είπε. Καμία από τις συνηθισμένες ερωτήσεις, από πού είμαι, πόσο σκοπεύω να μείνω· άλλωστε σε τίποτα απ’ αυτά δεν θα είχα κάτι να απαντήσω. Ήμουν εδώ και στο ψάξιμο, όλα τα άλλα τα είχα ξεχάσει εδώ και καιρό, η Μάρτα και ο Κουρτ και η Ιταλία ήταν πια πολύ μακριά. Ο Γιάννης έπαιρνε τις στροφές μεθυσμένος, η ανάσα του έζεχνε αλκοόλ, τώρα το μύριζα ξεκάθαρα, ήταν η μυρωδιά γλυκάνισου που διαχεόταν στο αυτοκίνητο. Πίσω από μια απότομη αριστερή στροφή πάρκαρε το αμάξι και κατεβήκαμε. Μικρά φωτάκια έδειχναν ένα μονοπάτι μέσα στον αγριοχορταριασμένο κήπο, ένα άσπρο σπίτι με γαλάζιες ξύλινες πόρτες, η βεράντα κοιτούσε προς τη θάλασσα, την οποία μόνο άκουγα και δεν έβλεπα, τα πάντα μπροστά μου ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι, μήτε το φεγγάρι φαινόταν.

Όταν το επόμενο πρωί άνοιξα τα ξύλινα παντζούρια, απλωνόταν μπροστά μου, εκεί ανάμεσα στους βράχους και τη θάλασσα, μια ομορφιά που δεν περίμενα να ήταν τόσο συναρπαστική. Η θέα μού φαινόταν εξωπραγματική, μια τελειότητα, σαν να είχε κάποιος επεξεργαστεί το νησί στο Photoshop. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα αντικρίσει κάτι παρόμοιο μετά το πρωινό ξύπνημα, ήμουν συνηθισμένη να ξυπνάω σε πόλεις, επειδή πίστευα πως τις είχα ανάγκη. Αντιμετώπιζα τη φύση σαν μια ξένη, δεν με άγγιζε, η ησυχία με απωθούσε. Πάντα ήμουν ο τύπος που απέφευγε την εξοχή και στα βιβλία προσπερνούσε όλες τις περιγραφές της φύσης, όμως τώρα βρισκόμουν εδώ. Ο Γιάννης μου έφερε ελληνικό καφέ και κρουασάν στη βεράντα και εξαφανίστηκε πάλι αμέσως.

Κοιτώντας αυτό το σκηνικό, άδειασα τελείως. H μία σκέψη μετά την άλλη κατέρρεε, μόνο μία απέμεινε: Αυτό εδώ ήταν το ιδανικό μέρος για να εξαφανιστεί, ίσως και να πεθάνει κανείς. Ο Ερνέστο το ήξερε. Πρέπει να ήταν ευτυχισμένος εδώ, και ίσως αυτό να ήταν όντως το πιο σημαντικό. Ήλπιζα τουλάχιστον πως θα γινόταν τελικά το πιο σημαντικό για μένα. Όποιος με παρατούσε θα έπρεπε τουλάχιστον να έβρισκε την ευτυχία του.

Ατένιζα τη θάλασσα που περιέκλειε τα πάντα, τα πάντα περιέκλειαν εμένα, κι εγώ ευγνωμονούσα τον άνθρωπο που με το φευγιό του με οδήγησε σε τούτο το τόπο. Ένας τελευταίος χαιρετισμός από το επέκεινα, κι εγώ τον είχα ακούσει. Χαμογέλασα, γιατί σχεδόν αδυνατούσα να πιστέψω ότι σκεφτόμουν τέτοιες ανοησίες, αλλά έτσι ήταν. Ήμουν συγχρόνως και τα δύο, η σκέψη και το γέλιο μ’ αυτή τη σκέψη, το πρώιμα ωριμασμένο παιδί και η γκριζαρισμένη γυναίκα.

Ώρες ολόκληρες καθόμουν έτσι, με τον ήλιο να με χτυπάει στο πρόσωπο, ώσπου ο Γιάννης μού έφερε ένα ψητό ψάρι στο τραπέζι και είπε: «Ίσως πεινάς».

drei sitzende Frauen im Gespräch

Η Lucy Fricke με την Έλενα Παλλαντζά, 1ο ViceVersa Ελληνογερμανικό Εργαστήρι Μετάφρασης

Το ότι ήταν τόσο ήσυχα τα πράγματα στο μέρος αυτό μπορεί να οφειλόταν στο ότι η σεζόν δεν είχε ακόμα ξεκινήσει, πιθανώς όμως να βοηθούσε και το γεγονός ότι ήμουν μόνη, ότι εδώ φρόντιζαν τους ανθρώπους που ήταν μόνοι και όταν αυτοί οι άνθρωποι ήταν γυναίκες τις φρόντιζαν ίσως ακόμα περισσότερο. Ο ίδιος είχε μετακομίσει εδώ μόλις πέρυσι το καλοκαίρι, είπε ο Γιάννης. Πριν σπούδαζε Φυσική στο Λονδίνο, αλλά τώρα τον χρειάζονταν εδώ οι γονείς του. Καθίσαμε μαζί στη βεράντα, κοιτούσαμε πέρα από τον όρμο, ο ουρανός ανοιχτογάλανος, τα βράχια σκουροπράσινα, η θάλασσα τουρκουάζ, και παντού μοσχοβολούσε ρίγανη, θυμάρι, λεβάντα. Καπνίζαμε σιωπηλοί.

«Η ζωή μου είναι πολύ καλύτερη από τότε που είμαι εδώ», είπε κάποια στιγμή ο Γιάννης. «Δεν το συμπαθούσα το Λονδίνο.»

Σκέφτηκα το ενδεχόμενο να αναλάβω τη διαχείριση μιας πανσιόν στο νησί, να φτιάχνω μαρμελάδα, να βγάζω ελαιόλαδο, για λίγο σκέφτηκα και το ενδεχόμενο να ερωτευτώ, φυσικά μόνο για πολύ λίγο.

Μετάφραση των Βασιλική Κατσανίκου, Χριστίνα Παπαντώνη και Τέο Βότσου από το μυθιστόρημα της Lucy Fricke, Töchter, Rowohlt 2018, σ. 161-165. Φωτογραφίες: Lucy Fricke και diablog.eu.

Για τη συγγραφέα:

Γεννημένη το 1974 στο Αμβούργο, η Lucy Fricke έχει διακριθεί επανειλημμένα για το λογοτεχνικό της έργο. Μεταξύ των άλλων ήταν υπότροφος της Γερμανικής Ακαδημίας στη Ρώμη και στο Art Omi (πρώην Ledig House) στην Νέα Υόρκη. Μετά από τα Η δίψα είναι χειρότερη από το νόστο για την πατρίδα, Έφερα φίλο και Το δέρμα του Τακέσι, οι Θυγατέρες είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της, για το οποίο τιμήθηκε με το Βαυαρικό βραβείο βιβλίου το 2018. Από το 2010 η Lucy Fricke διοργανώνει το HAM.LIT, το πρώτο Φεστιβάλ λογοτεχνίας και μουσικής νέων. Ζει στο Βερολίνο.

Στα πλαίσια της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη η Lucy Fricke παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μπροστά σε ελληνικό κοινό, διαβάζοντας από το επιτυχημένο μυθιστόρημά της, μέρος του οποίου διαδραματίζεται στην Ελλάδα.

Με το βιβλίο της Lucy Fricke και τη μετάφρασή του στα ελληνικά ασχολήθηκαν επίσης οι συμμετέχοντες στο 1ο Ελληνογερμανικό Εργαστήρι Μετάφρασης ViceVersa, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε στη Θεσσαλονίκη από τις 5 έως τις 12 Μαϊου 2019.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου