Θηρασιά: Γεννήματα τέφρας

Άρθρο του Μπούρκχαρτ Μάιζε

Η Θηρασιά, η μικρή αδελφή της Σαντορίνης, έγινε ευρύτερα γνωστή στις γερμανόφωνες χώρες από τα γυρίσματα της ταινίας του Χρήστου Γεωργίου «Μικρό Έγκλημα» (2008). Εκεί συνοδεύουμε τον Μπούρκχαρντ Μάιζε σε ένα πολύ προσωπικό ταξίδι ανακάλυψης.

Σε λίγο χαράζει στον Μανωλά, το μοναδικό χωριό του κυκλαδίτικου νησιού Θηρασιά. Το φως είναι πιο αχνό απ’ ότι συνήθως. Για ακόμη μια φορά έχει γίνει διακοπή ρεύματος. Οι φανοστάτες του δρόμου δεν λειτουργούν. Κατά τ’ άλλα, η ζωή κυλά όπως πάντα. Τίποτα δεν ακούγεται. Ούτε καν μια γεννήτρια σε λειτουργία. Τίποτα δεν διαταράσσει τη βαθιά σιγή. Μόνο κάποιες φορές ο αέρας. Ούτε ο φούρναρης ενοχλείται που κόπηκε το ρεύμα. Ο πλινθόκτιστος φούρνος του καίει ξύλα.

Ο φούρναρης είναι ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, με απαλή φωνή και πυκνά, κατακόκκινα μαλλιά, λες και βγήκε κατευθείαν από διαφήμιση ιρλανδέζικου ουίσκι. Ο φούρνος του βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το σχολείο και η δουλειά του δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Φτιάχνει ψωμί για τους περίπου 150 κατοίκους του νησιού –που στην πλειοψηφία τους είναι ηλικιωμένοι– καθώς και για τις λιγοστές ταβέρνες που υπάρχουν. Κάποιες μέρες φτιάχνει και τον εκκλησιαστικό άρτο. Τις ημέρες λειτουργίας του σχολείου ο φούρνος ψήνει και διάφορες πίτες, όπως σπανακόπιτες, τυρόπιτες, λουκανόπιτες, μηλόπιτες και μπουγάτσες.

Θηρασιά, ©Κώστας Κωνσταντινίδης

Στο σχολείο του νησιού φοιτούν είκοσι μαθητές και διδάσκουν πέντε δάσκαλοι. Όταν τα παράθυρα είναι ανοιχτά, μπορείς να διακρίνεις σε κάθε αίθουσα μικρές ομάδες μαθητών να κάθονται όλοι μαζί, γύρω από ένα τραπέζι. Ακόμη και τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία θα ζήλευαν αυτές τις συνθήκες μαθήματος. Σε περίπτωση όμως που οι μαθητές θελήσουν να σπουδάσουν ή να μάθουν κάποιο επάγγελμα, θα πρέπει να αφήσουν το νησί τους· και όσοι έφυγαν για άλλους τόπους, δεν επέστρεψαν ξανά. Στη Θηρασιά το μόνο επάγγελμα που θα μπορούσε να μάθει κανείς είναι αυτό του φούρναρη. Και πάλι είναι ανώφελο, αφού το νησί δεν πρόκειται να χρειαστεί ποτέ παραπάνω από έναν φούρνο. Το πρώτο διάλειμμα είναι γύρω στις δέκα. Τότε οι είκοσι μαθητές ορμάνε στον φούρνο για ένα κομμάτι πίτα. Ανάμεσα στους μικρότερους είναι και δύο με κατακόκκινα μαλλιά.

Τον Σεπτέμβριο, όποιος επισκέπτεται τη Θηρασιά μπορεί να αντικρίσει, λίγο μετά τις επτά, τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από τα Φηρά. Τα Φηρά είναι ο μεγαλύτερος οικισμός της Σαντορίνης, σχεδόν μια μικρή πόλη, χτισμένη στο φρύδι της Καλντέρας του φημισμένου νησιού. Εκεί φτάνουν καθημερινά τακτικές πτήσεις και πτήσεις τσάρτερ, και –ιδίως τα Σαββατοκύριακα– ένα πλήθος από ιδιωτικά τζετ. Η Σαντορίνη είναι το νησί που σε κάνει να αναλογιστείς αν όντως η αισθητική είναι υποκειμενική, όπως τόσο επιπόλαια ισχυρίζονται μερικοί· είναι το νησί που προσελκύει τους πάντες, πλούσιους και μη, παρόλο που μπορούν να την απολαύσουν μόνο όσοι έχουν οικονομική άνεση. Όμως πάνω απ’ όλα, είναι το νησί με τις κάτασπρες εκκλησιές με τους μπλε τρούλους που βλέπεις να ξεχωρίζουν στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού και την αστραφτερή θάλασσα.

Αυτά είναι τα Φηρά. Ίδια ακριβώς με τις εικόνες που αναπαράγουν οι χιλιάδες φωτογραφίες, τα ημερολόγια και οι καρτ-ποστάλ. Ακόμη πιο φωτογενής από τα Φηρά είναι η Οία, ο δεύτερος σπουδαιότερος οικισμός που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του μισοφέγγαρου που σχηματίζει το νησί. Η Οία μοιάζει να βγήκε από πίνακα ζωγραφικής, και όχι άδικα, καθώς αποτελεί τόπο κατοικίας πολλών ζωγράφων. Τους καλοκαιρινούς μήνες οι ζωγράφοι πουλάνε στους τουρίστες τα έργα τους, τα οποία έχουν ως κύριο θέμα την Οία. Λίγοι είναι οι μήνες που η Σαντορίνη δεν αποτελεί τουριστικό προορισμό. Το νησί ηρεμεί λίγο από τον Νοέμβριο ως τον Ιανουάριο – με εξαίρεση ίσως τις διακοπές των Χριστουγέννων. Από τον Φλεβάρη επιστρέφει πάλι σε ρυθμούς τουριστικούς. Οι τιμές στα εστιατόρια και κυρίως στα ξενοδοχεία της Οίας και των Φηρών κυμαίνονται σε ύψη δυσθεώρητα. Δεν μπορείς να πεις, βέβαια, ότι αυτό οφείλεται στην ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν· αντίθετα, είναι η θέα της Καλντέρας που κοστολογείται ακριβά.

Πριν από 3.500 χρόνια μια ηφαιστειακή έκρηξη χώρισε το νησί της Θήρας στα δύο. Στην ανατολική μεριά της Καλντέρας ορθώνονται οι βράχοι του μεγαλύτερου κομματιού που απέμεινε από τη Θήρα, της σημερινής Σαντορίνης με τους 8.000 κατοίκους· στη δυτική, οι βράχοι της μικρής Θηρασιάς. Στη μέση το ηφαίστειο. Σε αυτήν ακριβώς τη θέση, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, καταποντίστηκε η μυθική Ατλαντίδα. Σ’ αυτή τη θέα από την Οία και τα Φηρά, που απλώνεται πέρα από το ηφαίστειο προς τη μεριά της Θηρασιάς, πρέπει να χρωστάει η Σαντορίνη το γεγονός ότι υπήρξε ανέκαθεν τόσο δημοφιλής.

Ωστόσο και η θέα της εντυπωσιακής Σαντορίνης από τη Θηρασιά δεν είναι λιγότερο μαγευτική. Η βραχώδης ακτογραμμή της Σαντορίνης είναι τόσο τραχιά και ανομοιόμορφη που με την παραμικρή αλλαγή της θέσης του ήλιου αλλάζουν οι αντανακλάσεις του φωτός, τα χρώματα που παίρνουν τα βράχια και οι σκιές που ρίχνουν. Αντίθετα, η εικόνα της Θηρασιάς από την Σαντορίνη φαίνεται γκρίζα και θαμπή μετά το μεσημέρι, καθώς το νησάκι έχει τον ήλιο από πίσω του.

Μπορεί τα δύο νησιά να γεννήθηκαν από την ίδια ηφαιστειακή τέφρα, ωστόσο σήμερα αποτελούν δύο διαφορετικούς κόσμους. Κοινά σημεία τους είναι αφενός η αδιαφορία για το απέναντι νησί και αφετέρου τα σπίτια που θυμίζουν σπηλιές. Όπως στην Οία, έτσι και στον Μανωλά τα σπίτια είναι λαξευμένα μέσα στα ηφαιστειακά πετρώματα. Έχουν θολωτές οροφές, για στατικούς λόγους, και φωτίζονται μόνο από δύο παράθυρα, αριστερά και δεξιά της εισόδου. Αυτός ο τρόπος κατασκευής που προστατεύει το σπίτι από το κρύο του χειμώνα και τη ζέστη του καλοκαιριού, κάνει φανερή την παρουσία του και στην επιφάνεια των δρόμων. Αρχικά οι επισκέπτες απορούν με τους ανομοιόμορφους δρόμους του νησιού, μέχρι που συνειδητοποιούν ότι στην πραγματικότητα περπατούν πάνω στις στέγες των σπιτιών. Στον Μανωλά τα σπίτια είναι χτισμένα με αυτόν τον τρόπο· μοναδική εξαίρεση αποτελούν η εκκλησία και τα σπίτια που βρίσκονται στην κορυφή του χωριού.

Στη Θηρασιά δεν νοικιάζονται δωμάτια σε παραθεριστές, παρόλο που σχεδόν τα δύο τρίτα των σπιτιών είναι ακατοίκητα. Οι ένοικοί τους έχουν φύγει… άλλοι προσωρινά, άλλοι μόνιμα, και άλλοι για τον άλλο κόσμο. Μόνο το τελευταίο καλοκαίρι πέθαναν δεκαπέντε άτομα μεγάλης ηλικίας, δηλαδή περίπου το ένα δέκατο του συνολικού πληθυσμού του νησιού. Το ότι βρήκαμε μέρος να μείνουμε, το οφείλουμε στον ηλικιωμένο κύριο Βασίλη που μας σύστησε στον Δημήτρη Ν., γνωστό στους ντόπιους ως «κύριο Τζίμη». Ο κύριος Τζίμης δεν είναι από το νησί, αλλά από τη Σύρο. Μετά από μια εικοσαετία στην Αμερική, αυτός και η γυναίκα του έψαχναν για έναν ήσυχο μέρος στην πατρίδα τους και το βρήκαν στη Θηρασιά. Εκεί έχτισαν το σπίτι τους και άλλα δέκα δωμάτια. Όπως παραδέχεται ο ίδιος, ήλπιζε σ’ ένα λαμπρό μέλλον, δυστυχώς όμως οι επισκέπτες είναι λίγοι. Νοικιάζει τρία από τα δωμάτιά του στους δασκάλους του νησιού, οι οποίοι ωστόσο δεν μένουν παραπάνω από δύο-τρία χρόνια. Επιπλέον, που και που έρχονται για λίγες ημέρες φοιτητές Γεωλογίας –οι οποίοι συλλέγουν δείγματα πετρωμάτων– ή παρέες με ιστιοπλοϊκά που καταφτάνουν εδώ θέλοντας να ανακαλύψουν αυτόν τον μυστικό προορισμό που τους έχουν συστήσει. Τα δωμάτια του κυρίου Τζίμη γεμίζουν, επίσης, για μια-δυο νύχτες όταν γιορτάζει κάποια από τις πολλές εκκλησίες του νησιού ή όταν έρχονται, κάπου κάπου, οι αστυνομικοί από τη Σαντορίνη για να ελέγξουν αν όλα βαίνουν καλώς, καθώς το νησί δεν έχει αστυνομικό τμήμα.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Οι ντόπιοι όχι μόνο δεν νοικιάζουν δωμάτια, αλλά δεν είναι και ιδιαίτερα ομιλητικοί. Αν τους ρωτήσεις κάτι, θα απαντήσουν μονολεκτικά, αφού πρώτα σου ρίξουν ένα έντονο βλέμμα που θα μπορούσε εύκολα να το εκλάβει κανείς και ως αποδοκιμασία. Όσα πράγματα γνωρίζουμε, λοιπόν, για τη Θηρασιά, τα γνωρίζουμε χάρη στον κύριο Τζίμη, o οποίος είναι και ο μοναδικός κάτοικος που παρέχει πληροφορίες. Αυτό, φυσικά, έχει ως αποτέλεσμα να γνωρίζουμε ακριβώς τα ίδια που γνωρίζουν και οι υπόλοιποι ταξιδιώτες. Ο κύριος Τζίμης λέει πως, αν και ζει ήδη πάνω από είκοσι χρόνια στο νησί, δεν έχει καμία επαφή με τους υπόλοιπους κατοίκους.

Η Θηρασιά αντιπροσωπεύει την παλιά και ήδη ξεχασμένη –σε πολλά μέρη– Ελλάδα· μια Ελλάδα που ακόμη δεν έχει ανακαλύψει κανείς· μια Ελλάδα που έχει αφεθεί στην ησυχία της, αφού οι τουρίστες σπάνια κάνουν αισθητή την παρουσία τους, και αυτό μόνο για τρεις με τέσσερις ώρες την ημέρα. Τα μεσημέρια, γύρω στη μία με μιάμιση, φτάνουν στο λιμάνι μερικά εκδρομικά σκάφη από απέναντι. Αφήνουν τους εκδρομείς, και επιστρέφουν αργά το απόγευμα. Οι περισσότεροι επιλέγουν μία από τις πέντε ταβέρνες στο λιμάνι για να απολαύσουν το γεύμα τους. Λίγοι είναι αυτοί που ενδιαφέρονται για την κορυφή του χωριού και αποφασίζουν να βαδίσουν τον κουραστικό καρόδρομο ή να τον ανέβουν καβάλα σε γαϊδουράκι ή μουλάρι – πράγμα διόλου εύκολο! Όσοι, λοιπόν, φτάνουν εκεί, στην κορυφή, θα δουν τον μοναδικό ταβερνιάρη του χωριού να τους περιμένει με μεγάλη λαχτάρα, καθώς τα χρήματα που βγάζει το καλοκαίρι θα πρέπει να του φτάσουν και για τον χειμώνα.

Η θέα από ψηλά είναι εντυπωσιακή, καθώς αντικρίζεις το –σχεδόν κατά τα δυο τρίτα– εγκαταλελειμμένο χωριό· το βλέμμα, ωστόσο, αγκαλιάζει ολόκληρο το νησί, όπου μπορείς να παρατηρήσεις ότι δεν φυτρώνει ούτε ένα δέντρο. Η φύση αφενός δεν προσφέρει κανενός είδους σκιά και αφετέρου σε προστατεύει ελάχιστα από τους θυελλώδεις ανέμους. Τα γαϊδούρια και τα μουλάρια που θα δεις να στέκουν ακίνητα σε όλο το νησί αποτελούν το φυσικό μέσο μεταφοράς. Υπάρχουν, βέβαια, μερικοί δρόμοι στο νησί που είναι προσβάσιμοι με αυτοκίνητο, ωστόσο αυτό δεν ισχύει και για το χωριό. Και όμως, στον Μανωλά θα δεις διάσπαρτα σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα. Ό,τι χάλασε, χάλασε, και κανείς δεν ενδιαφέρεται πια να το πετάξει.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως ήμουν λιγάκι υπερβολικός λέγοντας ότι δεν φυτρώνει τίποτα εδώ. Υπάρχουν, για παράδειγμα, αρκετές φραγκοσυκιές και κάποιες κληματαριές σε ταράτσες. Τα παλαιότερα χρόνια, όταν οι κάτοικοι ήταν περισσότεροι, πρέπει να παράγονταν μεγάλες ποσότητες κρασιού. Αυτό δείχνουν άλλωστε οι πεζούλες που είναι φτιαγμένες με τις πέτρες του ηφαιστείου. Βέβαια, κάθε είδους καλλιέργεια σε αυτό το έδαφος και σε αυτό το κλίμα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το θυμάρι, ωστόσο, φυτρώνει από μόνο του και φτάνει σε ύψος μέχρι και τα 10 εκατοστά· τον Σεπτέμβριο, το έντονο, σχεδόν πιπεράτο άρωμά του ταξιδεύει με τον αέρα και μας καίει τη μύτη.

Θα αναρωτιέται τώρα κανείς με ποιον τρόπο επιβιώνουν οι άνθρωποι στο νησί. Οι περισσότεροι, φυσικά, από τη σύνταξή τους, μας λέει ο κύριος Τζίμης. Κάποιοι άντρες εργάζονται στο λιμάνι του Πειραιά και στέλνουν χρήματα στο σπίτι, άλλοι δουλεύουν στα εκδρομικά σκάφη, και μερικές οικογένειες ζουν από τις λιγοστές ταβέρνες του νησιού. Στις πέντε το απόγευμα, όταν και το τελευταίο πλοίο αναχωρήσει από τη Θηρασιά, οι ταβέρνες κλείνουν –τόσο αυτές στο λιμάνι όσο και η μοναδική ταβέρνα ψηλά στο χωριό. Στις πέντε το χωριό κατεβάζει ρολά, με μοναδική εξαίρεση τον γερο-Μανώλη που εξακολουθεί να κάθεται μπροστά από την πόρτα του παντοπωλείου του, όπου μπορεί να βρει κανείς τα πάντα· από καφέ, μπίρα, τυρί και σαρδέλα σε κονσέρβα, μέχρι βίδες, κλωστές πλεξίματος και χαρτί υγείας. Το μαγαζί αυτό αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο του νησιού που μας θυμίζει την παλιά, σχεδόν ξεχασμένη, Ελλάδα. Αν μένεις στα ενοικιαζόμενα δωμάτια του κυρίου Τζίμη πρέπει μέχρι τις πέντε να έχεις ήδη ψωνίσει ή να έχεις ήδη φάει. Εκτός από τον γερο-Μανώλη, σπάνια θα βρεις κάποιον να κάθεται μπροστά από το σπίτι του.

Είναι, λοιπόν, η Θηρασιά ο απόλυτος μυστικός προορισμός; Πρόκειται όντως για μια αποκάλυψη; Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ταξιδιώτες εύχονται να εξαφανιστούν όλοι όσοι έχουν επιλέξει τον ίδιο προορισμό διακοπών με εκείνους. Σ’ ένα μέρος σαν την Θηρασιά δεν θα το ένιωθες ποτέ αυτό. Πολλοί ονειρεύονται να βρεθούν σε κάποιο ερημικό νησί. Κι αυτό εδώ, παραδόξως, βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο πλέον κοσμοπολίτικο μέρος. Ωστόσο, υπάρχει λόγος που Θηρασιά παραμένει ερημική. Οι συνθήκες στο νησί δεν είναι αυτές που ονειρεύεσαι για τις διακοπές σου, ακόμη κι αν λατρεύεις τα ερημικά μέρη.

Η Θηρασιά δεν είναι απλώς ένα νησί ή ένας τόπος· είναι τρόπος ζωής. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα… Ούτε μια επιχείρηση, ούτε καν η ελπίδα ότι η κατάσταση σύντομα θα βελτιωθεί. Η Θηρασιά είναι η πραγματικότητα και τίποτα παραπάνω. Αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο μπορεί κανείς να επιλέξει να ζήσει ειδικά σ’ αυτό το νησί. Υπάρχουν χιλιάδες νησιά στην Ελλάδα και περίπου το 80% από αυτά είναι ακατοίκητα. Γιατί η Θηρασιά δεν είναι ένα από αυτά; Πρόκειται για ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. Επίσης, δεν γνωρίζουμε πότε και γιατί ο φούρναρης ή κάποιος πρόγονός του ήρθε στο νησί, ούτε όμως και γιατί παρέμεινε σε αυτό. Οι άνθρωποι εδώ, όπως είπαμε, δεν είναι ομιλητικοί. Μουσική ακούγεται μόνο όταν γιορτάζει κάποια εκκλησία. Που και που βλέπεις παιδιά να παίζουν, πότε πότε γκαρίζει κάποιο γαϊδούρι, καμιά φορά γαβγίζει κάποιο σκυλί. Οι λιγοστοί τουρίστες που ανεβαίνουν στο χωριό παραμένουν, θαρρείς, ευλαβικά ήσυχοι. Η ηρεμία του νησιού φανερώνει και τη στασιμότητά του. Νιώθει κανείς την ανάγκη να φωνάξει στον Χένρι Μίλερ: «Να ένας τόπος, απ’ όπου μπορείς να βλέπεις τη γη να γυρίζει».

Για να αντιληφθεί κανείς τον τρόπο ζωής στη Θηρασιά δεν αρκούν μόνο δύο ώρες· πρέπει να μείνει μερικές μέρες. Τότε θα συνειδητοποιήσει ότι ούτε το συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημά του, ούτε το «έξυπνο» κινητό του μπορεί να τον βοηθήσει. Τότε θα καταλάβει ότι η Θηρασιά δεν αποτελεί τον απόλυτο μυστικό προορισμό που φανταζόταν, ούτε και καμιά αποκάλυψη. Πολλοί θα πουν: «Ησυχία και ηρεμία; Τέλεια! Τι περιμένουμε; Φύγαμε!». Και πόσοι από αυτούς μόλις φτάσουν θα πουν: «Τελικά παραείναι ήσυχα. Μη μου πεις ότι πρέπει να κάτσω κι άλλο;». Επομένως, είναι μάλλον σίγουρο ότι δεν θα χρειαστούν ποτέ περισσότερα ενοικιαζόμενα δωμάτια από αυτά που έχει ήδη φτιάξει ο κύριος Τζίμης.

Στη Σαντορίνη όλοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πιο ωραίο ηλιοβασίλεμα στον κόσμο από αυτό της Οίας. Όμως το ίδιο ακριβώς θέαμα θα αντικρίσεις και αν κοιτάξεις από τη Θηρασιά προς τα δυτικά· τον κόκκινο ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα. Ωστόσο δεν είναι το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου· είναι απλώς το ηλιοβασίλεμα της Θηρασιάς.

Κείμενο: Burkhard Meise. Φωτό: Κώστας Κωνσταντινίδης, Σταύρος Κορωναίος.

Οι φοιτητές του ΔΠΜΣ Μετάφρασης και Διερμηνείας, κατεύθυνση Μετάφρασης, οι οποίοι εργάστηκαν στην τάξη της κας Δέσποινας Λάμπρου για τη μετάφραση του κειμένου είναι οι: Ανδρίτσος Χριστίνα, Βράτζια Αναστασία, Γιαλαμά Αλεξάνδρα, Γκουντούρα Ευαγγελία, Καριπίδη Δέσποινα, Μόσχοβος Βασίλης, Σιμοπούλου Χριστίνα, Σκουφά Ιωάννα, Τριανταφυλλίδου Δήμητρα.

Print Friendly

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Μια σκέψη για “Θηρασιά: Γεννήματα τέφρας

  1. Ευχαριστούμε πολύ για το τόσο όμορφο και κατατοπιστικό άρθρο!!!

Γράψτε σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *