Ράφτης

Μια κομεντί της Σόνια Λίζα Κέντερμαν

Η ελληνογερμανίδα σκηνοθέτιδα Σόνια Λίζα Κέντερμαν αφηγείται με ποιητικές εικόνες και μια μεγάλη δόση χιούμορ την ιστορία δύο ανθρώπων που δεν το βάζουν κάτω. Το diablog.eu είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί της.

Ο Νίκος είναι ράφτης της παλιάς σχολής, ντυμένος πάντα κομψά και σύμφωνα με τους τύπους. Φροντίζει το ραφείο του στο κέντρο της Αθήνας αδιαλείπτως να είναι σε άψογη κατάσταση. Αλλά δεν υπάρχουν πια πελάτες που να εκτιμούν τα επί παραγγελία  κοστούμια. Ο Νίκος απειλείται με πτώχευση και πρέπει να βρει λύση. Κατασκευάζει ένα μίνι ραφτάδικο σε τροχούς και αναγκάζεται να ράβει νυφικά, εργασία που αποδεικνύεται κερδοφόρα. Σύντομα το ραφείο του είναι αγνώριστο από όλα τα τούλια, τις πούλιες, τις δαντέλες και τα σατέν. Σε ικανό σύμβουλό του εξελίσσεται η παντρεμένη γειτόνισσά του Όλγα. Γρήγορα φαίνεται ότι ο Νίκος και η Όλγα είναι γεννημένοι μόδιστροι που φλέγονται για την τέχνη τους.

Κεντρικό θέμα των ταινιών της Κέντερμαν είναι οι αουτσάιντερ. Γοητευτικοί χαρακτήρες που στην κοινωνία ή στην οικογένειά τους θεωρούνται «χαμένοι», αλλά καταφέρνουν να ξεπεράσουν την κοινωνική ή προσωπική τους κρίση. Έτσι προέκυψε και αυτή η ταινία «ενηλικίωσης»: ο 50χρονος Νίκος είναι παγιδευμένος στην επιχείρηση του πατέρα του, η οποία αποτελεί γι’ αυτόν καταφύγιο αλλά και φυλακή συγχρόνως. Μέσα στην κρίση παλεύει ενάντια στην οικονομική καταστροφή και γίνεται πλανόδιος ράφτης, ένας αστικός νομάς. Έτσι διατηρεί την τέχνη του ζωντανή και συνδέεται με τον πραγματικό κόσμο. Ο Ράφτης είναι όμως και μια περιήγηση, ένα πολύ προσωπικό πορτρέτο ενός ανθρώπου και της πόλης του. Καθώς ο Νίκος κινείται σε διάφορες υποβαθμισμένες αλλά όλο ζωντάνια γειτονιές της Αθήνας με τον πάγκο του, βλέπουμε ένα μωσαϊκό διαφορετικών κοινωνικών και οικονομικών τάξεων.

Η Κέντερμαν επέμενε τα γυρίσματα να γίνουν πραγματικά στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους της Αθήνας, στην Αιόλου, την Πραξιτέλους και την Αθηνάς. Δεν ήθελε η ταινία της να προσποιείται ότι διαδραματίζεται στην Αθήνα χωρίς να έχει γυριστεί πράγματι εκεί. Μπορεί κανείς να φανταστεί πόσες δυσκολίες συνόδεψαν τις λήψεις στους κεντρικούς δρόμους της αγοράς. Οι σκηνές έπρεπε να γυριστούν σε συγκεκριμένο, περιορισμένο χρόνο και βέβαια να ικανοποιούν τη σκηνοθέτιδα. Αυτό απαιτούσε την καλύτερη δυνατή προετοιμασία και, φυσικά, μια μεγάλη δόση τύχης, την οποία ευτυχώς και είχε. Οι πολυάριθμες ημέρες γυρισμάτων τής αποκάλυψαν ότι διαθέτει δύναμη, αντοχή και επιμονή. Τα πράγματα μάλλον δεν θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά. Η αισιόδοξη διάθεση της Κέντερμαν και το μότο της «όλα θα πάνε καλά» τής δίνουν την απαραίτητη ευελιξία για να αψηφά κάθε είδους αντιξοότητες.

Ο Δημήτρης Ήμελλος, που υποδύεται τον Νίκο, διαθέτει ένα σπάνιο κωμικό τάιμινγκ, το οποίο σε αντίθεση με το νηφάλιο παρουσιαστικό του αποδεικνύεται κινηματογραφικό χάρισμα. Ο Νίκος με μια σχεδόν παιδική αφέλεια κάνει την υπέρβαση να βγει στο δρόμο και να βρει μια λύση «στα μέτρα του». Η λιτή του εμφάνιση, η ακινησία του σώματός του θυμίζουν τον Μπάστερ Κίτον, τον Ζακ Τατί, τον Πιέρ Ετέξ. Η ευφάνταστη σκηνογραφία και η καρτουνίστικη φιγούρα του Νίκου κρατούν τον Ράφτη σε απόσταση ασφαλείας από το σοβαροφανές κοινωνικό δράμα, κάνοντάς την ταινία μια feelgood κομεντί στημένη με μεράκι. Δεν είναι καθόλου κραυγαλέα, διατηρεί αντίθετα μέχρι τέλους τους χαμηλούς της τόνους.

Η συνέντευξη έγινε σε στο ταιριαστό περιβάλλον ενός μεγάλου καταστήματος  νυφικών και βραδινών ενδυμάτων στο Kreuzberg, όπου η σκηνοθέτιδα ήταν περιτριγυρισμένη, όπως και ο πρωταγωνιστής στην ταινία της, από τούλια, πούλιες, δαντέλες και σατέν.

________Έχετε ελληνογερμανική καταγωγή, ζείτε στην Ελλάδα και έχετε σπουδάσει στο Λονδίνο.Τι σημαίνει αυτό για μια σκηνοθέτιδα;

Και στις δύο μου οικογένειες ήρθα σε επαφή με μια ποικιλία μύθων, ιστοριών και χαρακτήρων, που αποτέλεσαν μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης και ιδεών. Η σχολή κινηματογράφου στο Λονδίνο ήταν εξαιρετική και πολύ διαφωτιστική, ιδίως όσον αφορά το διαφορετικό υπόβαθρο των συμφοιτητών μου. Εκεί έμαθα τι είναι κλισέ και τι όχι, τι εμπεριέχει οικουμενικότητα και τι όχι. Η σχολή ήταν μια πολύ ανοιχτή και καθόλου συντηρητική κοινότητα.

________Δυσκολευτήκατε ως νεαρή γυναίκα στη βιομηχανία του κινηματογράφου;

Είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι πρέπει να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε έναν κύκλο ισχυρών και ανεξάρτητων γυναικών, οπότε οι διακρίσεις λόγω φύλου ήταν για μένα άγνωστες. Είχα την τύχη η πρώτη μου ταινία μικρού μήκους να προβληθεί σε φεστιβάλ όπου τα βραβεία απονεμήθηκαν από ανερχόμενες σκηνοθέτιδες και επίσης να δουλέψω με άνδρες για τους οποίους η ισότητα ήταν κάτι το φυσικό. Αντιμετωπίζω τις δυσκολίες του σεξισμού και του μισογυνισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζω και όλες τις άλλες δυσκολίες που συναντώ: τις κατονομάζω, αναμετριέμαι μαζί τους και διεκδικώ αλλαγές.

________Τι σας ενδιαφέρει στους ανθρώπους που βρίσκονται σε κρίση;

Όταν με τη συνδημιουργό μου δουλέψαμε για πρώτη φορά την ιστορία του Ράφτη, η Ελλάδα βρισκόταν βουτηγμένη σε μια οικονομική και ανθρωπιστική κρίση. Χαμένοι αποδείχτηκαν οι άνθρωποι μεταξύ 40 και 50 ετών που βρέθηκαν σε αδιέξοδο χάνοντας την εργασία τους ή χρεοκοπώντας. Πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν; Να αδρανοποιηθούν και να εθελοτυφλήσουν  απέναντι στις δυσκολίες ή να βρουν το κουράγιο για να ορθοποδήσουν και να τραβήξουν μπροστά; Επίσης με γοητεύουν  τα επαγγέλματα και οι τέχνες που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Δυστυχώς χάνονται για πάντα για τις επόμενες γενιές. Η οικονομική κρίση –που την ακολούθησε κατά πόδας η κρίση της πανδημίας– άνοιξε ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και βαθιά κοινωνικά ρήγματα και οδήγησε στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης. Όλα αυτά δεν απετέλεσαν μόνο οπισθοδρόμηση, αλλά και επιστροφή σε κοινωνικές συνθήκες περασμένων δεκαετιών.

________Γιατί ασχοληθήκατε με έναν μεσήλικα άνδρα; Τι είδους άνθρωπος είναι ο πρωταγωνιστής σας;

Έχοντας άντρα για πρωταγωνιστή είχα τη δυνατότητα να βλέπω λίγο πιο αντικειμενικά τον ήρωα, να τον παρατηρώ και εγώ. Η ηλικιακή αυτή ομάδα σπρώχνεται στο κοινωνικό περιθώριο, θεωρείται παρωχημένη. Θέλησα να δημιουργήσω έναν ήσυχο χαρακτήρα που να μην είναι ούτε hip ούτε cool. Ο Νίκος είναι ένας ράφτης-καλλιτέχνης στα 50 του. Καλοσυνάτος, τυπικός και ευγενικός, μοιάζει να έρχεται από άλλη εποχή. Η αυτοσαρκαστική γοητεία του μπορεί μεν να έχει μετατραπεί  με την πάροδο του χρόνου σε αυτοπεποίθηση, αλλά έχει μεγαλώσει στη σκιά του αυστηρού πατέρα του. Συγκρατημένος και σχεδόν υποτακτικά υπεύθυνος όπως είναι, πιστεύει ότι απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του πατέρα του. Έτσι ζει σε μια αυτοεπιλεγμένη εξορία. Όταν όμως το οικογενειακό ραφείο απειλείται με πτώχευση, ανακαλύπτει την συγκαλυμμένη του δύναμη παίρνοντας τη ζωή στα χέρια του. Αφήνει πίσω του την απομόνωση και βγαίνει στους δρόμους της Αθήνας.

________Θεωρείτε τον εαυτό σας πολιτικοποιημένη σκηνοθέτιδα;

Όχι, δεν θεωρώ τον εαυτό μου εικαστικά πολιτικοποιημένη. Ο Κώστας Γαβράς, ο Ken Loach και ο Mike Leigh είναι έντονα πολιτικοποιημένοι σκηνοθέτες, αμφισβητούν πολιτικούς και κοινωνικούς μύθους. Εγώ προσπαθώ να αφηγούμαι μικρές ιστορίες «πραγματικών» ανθρώπων, ειλικρινείς ιστορίες. Εφόσον η αφήγησή μου έχει αντίκτυπο, η ταινία μπορεί να αποκτήσει μια καθολική εγκυρότητα και να γίνει «πολιτική».

________Γιατί η ταινία σας έχει θέμα τη ραπτική;

Η ραπτική είναι θέμα λεπτομερειών και χρόνου, υπομονής και αυστηρών κανόνων. Είναι μια μορφή τέχνης όπου η τελειότητα εξαρτάται από την κάθε μια βελονιά. Αυτό αποτελεί και την πηγή υπερηφάνειας για τους ράφτες, τους πελάτες και τους πωλητές υφασμάτων. Η ραπτική απαιτεί χρόνο. Μπορείς να αγοράσεις ένα κοστούμι σε 30 λεπτά, αλλά χρειάζονται εβδομάδες μέχρι να ραφτεί στα μέτρα σου. Αυτό είναι το στοιχείο που κάνει αυτή την τέχνη «παλιομοδίτικη»: θέλει χρόνο και απαιτεί προσοχή, στοιχεία σπάνια στις μέρες μας.

________Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία με θετικό τρόπο;

Όταν έγραφα το σενάριο εν μέσω της κρίσης, θεώρησα σημαντικό να βρω κάποια λύση για τον Νίκο. Δεν είναι μαχητικός, αλλά αγαπάει την τέχνη του και αυτό του δίνει αυτοπεποίθηση. Στο τέλος βρίσκει και την προσωπική του ευτυχία. Δεν είμαι σίγουρη εάν είναι δυνατόν σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε να είμαστε αισιόδοξοι σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά ίσως να είναι δυνατόν στο μικροσκοπικό, στο ατομικό επίπεδο. Η ενεργητικότητα γίνεται στο πλαίσιο αυτό σχεδόν πράξη αντίστασης. Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει από το ότι ο παλιομοδίτικος πρωταγωνιστής μας συγκρούεται με την πραγματικότητα της σύγχρονης Αθήνας καθώς προσπαθεί να ενταχθεί και να πετύχει. Δεν έχει επίγνωση της κατάστασής του και δεν καταλαβαίνει γιατί ξεχωρίζει τόσο έντονα.

________Γιατί είναι σημαντική για την ταινία η ιστορία αγάπης;

Ο Νίκος παίρνει για πρώτη φορά τη ζωή στα χέρια του και βγαίνει έξω, στον πραγματικό κόσμο. Στα 50 του βιώνει ένα είδος ενηλικίωσης και ερωτεύεται για πρώτη φορά. Η Όλγα τον ενθαρρύνει και τον υποστηρίζει. Με το να γίνει η μούσα του, ανακαλύπτει και τη δική της δημιουργικότητα και αναπτύσσει το ταλέντο της.

________Πρόκειται για ένα ελληνικό θέμα ή πιστεύετε ότι η ιστορία ενδιαφέρει και άλλες χώρες;

Κάθε χώρα όπου έχει προβληθεί η ταινία μέχρι στιγμής, την έχει δει με διαφορετικό τρόπο. Στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα άρεσαν πολύ ο λυρισμός και η σιωπή της ταινίας. Εκεί, όπου υπάρχουν ακόμα γυρολόγοι, το κοινό μιλούσε για την κοινωνική υπόσταση του ράφτη και την τάξη, στην οποία πιθανώς να ανήκει. Στην Ιταλία δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην πολιτική πτυχή της ταινίας και φυσικά στη μόδα. Στη δοκιμασμένη Ελλάδα το κοινό χαίρεται με την αισιοδοξία της ταινίας, ενώ στη Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το κωμικό της στοιχείο.

________Πως θα θέλατε να αντιδράσει το κοινό σας;

Ελπίζω το κοινό να χαθεί στον κόσμο του Νίκου, να τον βρει αστείο, τρυφερό και αληθινό. Ελπίζω επίσης να αγωνιά για το εάν αυτό το διακριτικό και δημιουργικό άτομο τέλος να τα καταφέρει.

Η σκηνοθέτιδα

Η Σόνια Λίζα Κέντερμαν έχει μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Γερμανό. Το επώνυμό της Köddermann εξελληνίστηκε επίσημα σε Κέντερμαν και το διατήρησε με τη μεταγραφή αυτή.

Αποφοίτησε από την London Film School με διάκριση. Η πρώτη της ταινία μικρού μήκους Nicoleta (2012) κέρδισε 14 βραβεία και προβλήθηκε σε πολυάριθμα φεστιβάλ. Η δεύτερη μικρού μήκους ταινία της White Sheet (2014) τράβηξε επίσης την προσοχή στα διεθνή φεστιβάλ. Ο Ράφτης είναι το ντεμπούτο της σε ταινία μεγάλου μήκους. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αθήνα, ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερο τη «γερμανική» της πλευρά, η επόμενη ταινία της μεγάλου μήκους έχει τον τίτλο εργασίας Athens Dresden.

Ράφτης, Ελλάδα/Γερμανία/Βέλγιο 2020, 100 λεπτά.

Στην Ελλάδα η ταινία προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους ήδη από τις 3 Ιουνίου 2021. Στη Γερμανία η ταινία θα παιχτεί από τις 26 Αυγούστου 2021 σε πιθανώς 300 αίθουσες. Η σκηνοθέτιδα θα παρευρεθεί σε πολυάριθμες γερμανικές προβολές. Η αβάν πρεμιέρ στο Βερολίνο έχει προγραμματιστεί για τις 24/08/2021 στο Sommerkino Kulturforum στο Tiergarten (μεταξύ Philharmonie και Neue Nationalgalerie).

Κείμενο: Α. Τσίγκας και Neue Visionen Filmverleih. Φωτογραφίες: Neue Visionen Filmverleih και Α. Τσίγκας.

 

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου