Το Αυστριακό Δίπλωμα Γερμανικής Γλώσσας (ÖSD)

Συνέντευξη με τη Christina Ruttner, Διευθύντρια του Ινστιτούτου ÖSD Ελλάδας

Τρεις είναι οι φορείς πιστοποίησης γλωσσομάθειας Γερμανικών στη χώρα μας, που εντάσσονται στο Ενιαίο Ευρωπαικό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες: το υπουργείο Παιδείας με το Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας, το Ινστιτούτο Goethe και το Ινστιτούτο ÖSD Ελλάδας. Το diablog.eu συνάντησε τη διευθύντρια του Τμήματος Γερμανικών κα. Χριστίνα Ρούτνερ στην έδρα του Ινστιτούτου στο Ψυχικό και μας μίλησε για τις δυνατότητες που προσφέρει το ÖSD στους υποψηφίους πιστοποίησης γλωσσομάθειας.

Εδώ και πόσο καιρό προσφέρεται το δίπλωμα ÖSD στους υποψηφίους;

Η ιστορία του ÖSD ξεκίνησε το 1996 στην Αυστρία. Πρόκειται για έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό, ο οποίος ελέγχεται από φορείς όπως τα Υπουργεία Παιδείας, Οικονομικών και Πολιτισμού, καθώς και τα Πανεπιστήμια του Κλάγκενφουρτ και της Βιέννης.

Το Ινστιτούτο ÖSD δεν προσφέρει μαθήματα, μόνο εξετάσεις. Η εξεταστέα ύλη καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς. Το ÖSD διαθέτει γύρω στα 500 εξεταστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο, στα οποία προσέρχονται για εξετάσεις περισσότεροι από 70.000 υποψήφιοι ετησίως.

Στην Ελλάδα οι πρώτες εξετάσεις του ÖSD διεξήχθησαν το 1998, πρώτα στο Φροντιστήριο Gleiss και κατόπιν στο Φροντιστήριο Deutsches Kurshaus στο Μαρούσι. Το 2013 μου προτάθηκε να αναλάβω τη διεξαγωγή των εξετάσεων με στόχο να συσταθεί το Ινστιτούτο ÖSD Ελλάδας. Η Σχολή Μωραΐτη, όπου τότε εργαζόμουν ως Διευθύντρια του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας, προσέφερε το σχολείο ως έδρα του Ινστιτούτου, όπως και έγινε από το 2014. Το Ινστιτούτο ÖSD στην Αθήνα είναι το μόνο παράρτημα του κεντρικού ιδρύματος παγκοσμίως. Κάθε καινοτομία του του ÖSD της Αυστρίας δοκιμάζεται και παρουσιάζεται πρώτα εδώ και στη συνέχεια εφαρμόζεται βαθμιαία και σε παγκόσμια κλίμακα.

Για ποιο λόγο, πιστεύετε, διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο το Ινστιτούτο ÖSD στην Αθήνα;

Έχει να κάνει με τον τεράστιο αριθμό των υποψηφίων. Ένας Αυστριακός, που δε ζει στην Ελλάδα, δεν μπορεί να αντιληφθεί πόσοι Έλληνες επιθυμούν να πιστοποιήσουν τις γνώσεις τους στη γερμανική γλώσσα.

Πώς είναι η συνεργασία με τους υπόλοιπους εξεταστικούς φορείς της γερμανικής γλώσσας στην Ελλάδα;

Κατά τη γνώμη μου, δεν τίθεται θέμα ανταγωνισμού. Πρόκειται, θα λέγαμε, για τη συνύπαρξη διαφόρων οργανισμών, που προσφέρει στους υποψηφίους περισσότερες επιλογές. Άλλωστε στόχος όλων των φορέων είναι η διάδοση της γερμανικής γλώσσας. Το μονοπώλιο αποτελεί μια κατάσταση με αρνητικό πρόσημο, αφού πάντοτε υπάρχει κάτι να μάθει κανείς από τους συναδέλφους και να βρει ένα ερέθισμα για να παρουσιάσει κάτι καινούργιο, απλά και μόνο επειδή έχει άλλη οπτική.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων παραμένει, φυσικά, η γερμανική γλώσσα και η διάδοση πληροφοριών για τον γερμανόφωνο χώρο γενικότερα στους υποψηφίους. Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, θα πρέπει να επιδιώκεται η συνεργασία με κάθε ευκαιρία. Εννοείται ότι συνεργαζόμαστε με το Ινστιτούτο Goethe σε κάποια πρότζεκτ, συνοδεύουμε τους μαθητές μας στα εκεί προσφερόμενα μαθήματα γλώσσας και τους υποστηρίζουμε στις εξετάσεις του, μην έχετε καμία αμφιβολία για αυτό.

Ποιες είναι οι εναλλακτικές που προσφέρει το ÖSD στους υποψηφίους του;

Σε γενικές γραμμές, μέλημά μας στο Ινστιτούτο ÖSD είναι να απαλλάξουμε τους υποψηφίους όσο γίνεται από το άγχος των εξετάσεων στηρίζοντας τους ψυχολογικά αλλά και πρακτικά, κάνοντας ό,τι περνάει από το χέρι μας για να δημιουργούμε ένα φιλικό κλίμα. Η κεντρική μας ιδέα είναι: οι εξεταζόμενοι πρέπει να αισθάνονται άνετα. Το πλεονέκτημά μας είναι ότι αξιοποιήσαμε τη μακρόχρονη εμπειρία που έχουμε συγκεντρώσει από τους μαθητές της Σχολής Μωραΐτη όταν εξετάζονταν στο Ινστιτούτο Goethe και εντοπίσαμε ποια σημεία χρειάζονται βελτίωση σε ό,τι αφορά τις ανάγκες των υποψηφίων, προσφέροντας έτσι τόσο στους ίδιους όσο και στους γονείς τους μια εναλλακτική επιλογή. Ωστόσο, η φιλική μεταχείριση των υποψηφίων δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εργαλείο μάρκετινγκ και δεν συνεπάγεται καμία χαλαρότητα ως προς τα κριτήρια της ίδιας της εξέτασης.

Να σημειώσω ότι επιτρέπουμε στους υποψηφίους των εξετάσεων επιπέδου Β2 να χρησιμοποιούν ελληνογερμανικό λεξικό και στους υποψηφίους επιπέδου Γ1 και Γ2 γερμανικό ερμηνευτικό λεξικό κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Αυτό λειτουργεί βοηθητικά, ώστε όταν αναζητήσει κανείς, για παράδειγμα μια λέξη-κλειδί, να μην «κολλήσει» σε κάποιο σημείο της εξέτασης και έτσι, να χάσει χρόνο.

Από την εξέταση του επιπέδου Β1 και άνω, για την ακουστική κατανόηση χρησιμοποιούνται ακουστικά. Με αυτό τον τρόπο οι υποψήφιοι καταφέρνουν να συγκεντρωθούν πολύ καλύτερα, ακόμα και αν ο διπλανός τους φτερνίζεται ή βήχει. Τα μέρη της ακουστικής κατανόησης και της κατανόησης κειμένου αποτελούν, ως γνωστόν, τα δύσκολα σημεία της καινούργιας εξέτασης Β1, γι’ αυτό η διεξαγωγή της εξέτασης διευκολύνεται σημαντικά με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Για τα μέρη της παραγωγής γραπτού και προφορικού λόγου μπορεί κανείς να προετοιμαστεί ευκολότερα υιοθετώντας την κατάλληλη «στρατηγική».

Και για «κερασάκι στην τούρτα» αφήσαμε, βέβαια, το ίδιο το πιστοποιητικό, που λαμβάνει ο υποψήφιος εφόσον επιτύχει στην εξέταση, το οποίο συνοδεύεται από επικυρωμένη μετάφραση στην αγγλική και ελληνική γλώσσα.

Αξίζει να αναφέρουμε ακόμα ότι για τις εξετάσεις Α1, Α2, Β2 και Γ1 μπορεί κανείς να επαναλάβει το γραπτό ή προφορικό μέρος της εξέτασης, εφόσον δεν πέτυχε, για όσες φορές χρειαστεί μέσα σε μια περίοδο ενός έτους, μέχρι να περάσει όλα τα μέρη της εξέτασης. Για τα υπόλοιπα επίπεδα, δηλαδή το Β1 και Γ2, ισχύει ούτως ή άλλως το σύστημα της εξέτασης σε αυτοτελείς ενότητες, μία για κάθε δεξιότητα με τέσσερα αντίστοιχα διπλώματα. Από την 1η Ιανουαρίου 2018 θα ισχύσουν διάφορες τροποποιήσεις σε κάποια μέρη της εξέτασης, ώστε να απαλλάξουμε λίγο τα παιδιά και τους εφήβους από την αφόρητη πίεση που βιώνουν από το σύνολο των σχολικών τους υποχρεώσεων.

Αναφερθήκατε σε ένα είδος στρατηγικής προετοιμασίας για τις εξετάσεις. Τι εννοείτε με αυτό;

Αναφέρομαι στα μαθήματα της γερμανικής γλώσσας στην Ελλάδα, όπου επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην προετοιμασία για τις εξετάσεις. Προκύπτει, όμως, το ερώτημα πώς αντιλαμβάνεται αυτή την κατάσταση ο μαθητής τελικά: Τι είδους γερμανικά θέλουμε να του μάθουμε; Τα γερμανικά των εξετάσεων ή την πραγματική γλώσσα; Θα πρέπει κανείς να διδάσκει στα παιδιά και τους έφηβους πώς πρέπει να γράψουν για να περάσουν μια εξέταση ή να τους εξοικειώσει με τη γερμανική γλωσσική καθημερινότητα, ώστε να επικοινωνούν απρόσκοπτα; Το συγκεκριμένο ζήτημα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, αφού οι Έλληνες γονείς θεωρούν απαραίτητο κομμάτι της εκπαίδευσης των παιδιών τους τα όσο το δυνατόν περισσότερα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας και μάλιστα σε υψηλό επίπεδο και με καλούς βαθμούς. Γι’ αυτούς τους λόγους η εκμάθηση ξένων γλωσσών στην Ελλάδα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις εξετάσεις.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πώς διαχειρίζεστε εσείς, ως παιδαγωγός, αυτές τις συνθήκες;

Στο Δημοτικό προσπαθούμε πραγματικά να υπάρχει μια βιωματική προσέγγιση της γλώσσας με παιχνίδια, μουσικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες, αξιοποιώντας πάντα τις νέες τεχνολογίες. Παράλληλα τα παιδιά συμμετέχουν σε διαγωνισμούς και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ ασχολούνται με τα παραμύθια και το θέατρο. Στις μεγαλύτερες τάξεις, λόγω του φόρτου εργασίας των μαθητών, αλλά και λόγω της ίδιας της προετοιμασίας για τις εξετάσεις στις ξένες γλώσσες, δεν υπάρχει χρονικό περιθώριο για κάτι ανάλογο. Η διδασκαλία επικεντρώνεται υποχρεωτικά στην προετοιμασία. Αυτό σημαίνει ότι ο διδάσκων προσαρμόζει «στρατηγικά» το μάθημα στις επικείμενες εξετάσεις και μάλιστα κάτω από σημαντική χρονική πίεση, αφού μέχρι το τέλος του Ιουνίου πρέπει να έχει ολοκληρώσει την ύλη.

Δυστυχώς, σε αντίθεση με την αγγλική γλώσσα, τα παιδιά και οι έφηβοι δεν έχουν καθημερινή επαφή με τη γερμανική γλώσσα εκτός τάξης, όπως μέσω των Μ.Μ.Ε., του διαδικτύου, της μουσικής ή του κινηματογράφου. Αυτό αποτελεί για εμάς τους δασκάλους μια καθημερινή πρόκληση, κι έτσι στο μάθημα προσπαθούμε να προσαρμόσουμε όσο το δυνατόν τα πολιτιστικά στοιχεία και την καθομιλουμένη, στο πλαίσιο προετοιμασίας των εξετάσεων. Αυτό το όραμα μας κατευθύνει καθημερινά και δουλεύουμε συνεχώς προς αυτή την κατεύθυνση. Θα ήθελα να αναφέρω ως παράδειγμα αυτό που έγραψε πρόσφατα μια μαθήτρια Δημοτικού σε μια συνάδελφό μου: «Αγαπώ τα γερμανικά. Ελπίζω να τα αγαπάω και στο Γυμνάσιο. Η αδερφή μου πηγαίνει ήδη στο Γυμνάσιο. Της αρέσουν τα γερμανικά, αλλά δεν τα αγαπάει πια. Προετοιμάζεται για το Β1». Σε άλλες χώρες είναι αδιανόητο παιδιά 10 ή 11 ετών να δίνουν εξετάσεις γλωσσομάθειας. Καθημερινά, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το δίλημμα. Δεν δημιουργείται μόνο από τις προσδοκίες των γονιών, αλλά μαρτυρά ένα ευρύτερο κοινωνικό πρόβλημα: Πώς πιστοποιείται η γλωσσομάθεια στην Ελλάδα, ποια σημασία της αποδίδεται, τι ρόλο διαδραματίζει για τους υποψηφίους κατά την είσοδο στην αγορά; Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η κατάσταση εδώ, στην Ελλάδα, είναι πολύ ειδική και συγκεκριμένη.

Η Christina Ruttner είναι απόφοιτη της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στην Αυστρία και την Αθήνα και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στην Πάτρα. Στα 29 της έγινε Διευθύντρια του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας στη Σχολή Μωραΐτη. Το 2014 ανέλαβε παράλληλα τη Διεύθυνση του Ινστιτούτου ÖSD Ελλάδας.

Τις ερωτήσεις έθεσε η Andrea Schellinger. Μετάφραση: Μαριάννα Τσάτσου.

 

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *