Πρώτα πρώτα η ποίηση – δοκίμια του Ελύτη στα γερμανικά

Ένας μονόλογος του μεταφραστή Γιώργη Φωτόπουλου

13 Ιουνίου 2019, 7 μ.μ., Literaturhaus Berlin (Kaminzimmer), Fasanenstr. 23, 10719 Βερολίνο: Παρουσίαση δοκιμίων του νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη σε γερμανική μετάφραση του Γιώργη Φωτόπουλου. Στη συζήτηση θα παρευρεθούν η σύντροφος του ποιητή Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Έλληνας Πρέσβης Θεόδωρος Δασκαρόλης, ο μεταφραστής του βιβλίου και συγγραφέας του επιμέτρου Γιώργης Φωτόπουλος και ο εκδότης του οίκου Aphaia Harald Albrecht. Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Πρεσβείας του Βερολίνου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Το diablog.eu σας παρουσιάζει έναν «μονόλογο» του μεταφραστή.

Ένας μονόλογος του μεταφραστή

Συντρέχει λόγος να διαβάσει κανείς τα δοκίμια του Ελύτη σε γερμανική μετάφραση;

Τα δοκίμια, με τα οποία Ελύτης κάνει μια εισαγωγή στην δική του ποίηση και εκείνη των ποιητών-φίλων του, μπορούν να ερμηνευτούν και ως ξενάγηση στην Ελλάδα και στον κόσμο της «Ελληνικότητας». Από την άποψη αυτή έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για τους Γερμανούς, για παράδειγμα, επισκέπτες της Ελλάδας και φοιτητές της ελληνικής γλώσσας.

Ο Ελύτης ως ξεναγός;

Ένας ξεναγός διαφορετικός από άλλους ξεναγούς αλλά και από ερευνητές και εξερευνητές. Οι περισσότεροι προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του μέσω κλιματολογικών, ιστορικών, πολιτιστικών, εθνικών και πνευματικών περιγραφών και συγκρίσεων. Τα δοκίμια του Ελύτη αγγίζουν μεν κι αυτά τέτοιες διαφορές, όμως  δεν περιορίζονται αποκλειστικά σ’ αυτές, αλλά διεισδύουν και εμβαθύνουν στην ελληνική γλώσσα και ποίηση προσπαθώντας να ανασύρουν το ζητούμενο.

Με την έννοια ότι η προσέγγιση του αγνώστου γίνεται μόνο μέσω της γλώσσας;

Όχι ακριβώς. Η αίσθηση, ο στοχασμός και τα αισθήματα που έχουν μια αμοιβαία σχέση με τη γλώσσα και την ποίηση, μεταφέρουν αυτόν τον αισθησιασμό και λαμβάνουν ως αντίδωρο την έννοια και τον ορισμό τους.

Επειδή εξελίσσονται κατόπιν από κοινού;

Ακριβώς.

O Οδυσσέας Ελύτης στο γραφείο του, ©Iουλίτα Ηλιοπούλου

Συνεπώς η «ξενάγηση» σε αυτά τα δοκίμια αποτελεί κατά πρώτο και κύριο λόγο μια αυτοεξερεύνηση του Ελύτη ως ποιητή;

Νομίζω πως ναι. Και οι πολύπτυχες απαντήσεις στο ερώτημα «Τι είναι η Ελλάδα και η Ελληνικότητα;» παραμένουν ανοιχτές, που σημαίνει ότι η απόκριση γίνεται κατά τρόπο, ώστε η κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του τόπου και των ανθρώπων του να συνδέεται άρρηκτα με τη συνεχώς μεταβαλλόμενη ζωή τους, τουτέστιν δεν καταλήγει σε ορισμούς αλλά στην κατανόηση της ελληνικής γλώσσας και ποίησης.

Έχουμε ήδη πολλούς διαφορετικές ορισμούς της Ελλάδας και της Ελληνικότητας, είτε πρόκειται για πατριωτικές και εθνικιστικές, είτε για γερμανικές ρομαντικές ή ακόμα και για πρωτοπόρες που θεωρούν την Ελλάδα λίκνο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Ποιά είναι η ουσιαστική διαφορά τους σε σχέση με τα δοκίμια του Ελύτη;

Οι περισσότεροι από τους υπάρχοντες ορισμούς οδήγησαν δυστυχώς συχνά σε αυταπάτες  και μόνο σπάνια  στην κατανόηση των ελληνικών ιδιαιτεροτήτων. Οι βασικές αρχές αυτών των ορισμών δημιούργησαν στην Ευρώπη έναν τρόπο σκέψης ο οποίος φαίνεται να οδήγησε συχνά σε καταστάσεις που μπορούν να περιγραφούν με αδεξιότητα μέχρι και αλαζονεία απέναντι των Ελλήνων. Η ουσιαστική διαφορά έγκειται μεταξύ οργάνωσης και οργανικής σχέσης. Κατά τη δυτική αντίληψη, η οργάνωση αποτελεί αρχαία ελληνική επινόηση και είναι ένα σχήμα αρχών και συστημάτων. Όμως η οργανική σχέση του σύγχρονου Έλληνα με την κοινωνία χαρακτηρίζεται στην πραγματικότητα περισσότερο από διαίσθηση και αυτοσχεδιασμό.

Μας δίνεις ένα ενδεικτικό παράδειγμα;

Παραδείγματα γερμανικής παρανόησης ξεκινούν από τους απογοητευμένοι φιλέλληνες που έγιναν μισέλληνες, περνούν από τους εθνικοσοσιαλιστές κατακτητές που από θαυμαστές έγιναν εγκληματίες και φτάνουν μέχρι και τις αναρίθμητες ανεπιθύμητες νουθεσίες Γερμανών οικονομολόγων κατά την τελευταία οικονομική κρίση.

Οδυσσέας Ελύτης: Κορίτσια, ©Iουλίτα Ηλιοπούλου

Πώς εξηγούνται αυτές οι τόσο διαφορετικές τάσεις από τη μια προς μια οργανωμένη κοινωνία και από την άλλη προς μια οργανική;

Για να παραφράσω εν συντομία τα δοκίμια: η ελληνική φύση και κατά συνέπεια ο πολιτισμός της φαίνεται να έχουν ανθρώπινες διαστάσεις. Τα βουνά δεν είναι ιδιαίτερα ψηλά, ο ήλιος δεν είναι ιδιαίτερα καυτός και το πέλαγος δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Πολιτισμός και φύση βρίσκονται μάλλον σε συνεχή και ζωντανή αλληλεπίδραση. Οι Έλληνες βιώνουν πολιτισμό και φύση μάλλον ως μια συνεχή ροή αλληλεπίδρασης.

Αυτή η διάκριση που αναφέρεις συνεπάγει τον κίνδυνο μιας ακόμα μεγαλύτερης οροθέτησης αντί μιας προσέγγισης που είναι και πιο κοντά σ΄ έναν πραγματικό «ξεναγό».

Αυτό είναι σωστό. Όμως μέσα από αυτή τη διάκριση προβάλλει και η αλήθεια, ότι το ένα μπορεί και πρέπει να συμπληρώνει το άλλο, το γνωστό το άγνωστο (η Ευρώπη την Ελλάδα και αντιστρόφως), ώστε να γίνουμε όντα ολοκληρωμένα ή κατά την ελληνική έννοια οικουμενικά. Στο πνεύμα αυτό τα δοκίμια του Ελύτη μπορούν επίσης να θεωρηθούν ακροβασία πάνω από την άβυσσο των δυο αντιθέσεων, στον πυθμένα της οποίας αποκαλύπτεται, ότι έρευνα και ποίηση δεν πρέπει ποτέ να αποτελούν αυτοσκοπό, όσο επείγον και αναγκαίο και να φαίνεται αυτό.  Έρευνα και ποίηση πρέπει να τερματίσουν στο άγνωστο, το οποίο μπορεί να είναι και ο Γερμανός αναγνώστης, εάν θέλουν να αγγίζουν, να στοχαστούν και να επιζήσουν.

Πώς λοιπόν μπορεί να γεφυρωθεί η άβυσσος αυτή;

Κρατώντας το μέτρο ανάμεσά στις αντιθέσεις. Ο Ελύτης το λέει διαφορετικά: «Στη συμπεριφορά τους, στην εκτίμησή τους της πραγματικότητας, οι ξένοι μου είχαν φανεί ευστοχότεροι πάντοτε, πιο άψογοι από τους δικούς μας. Παρ’ όλα αυτά ένιωθα μια τρομαχτικήν αδεξιότητα να τους κάνω φίλους· κάτι χειρότερο: μιαν ανεξήγητη απώθηση απέναντί τους, που προσπάθησα να την ελέγξω μήπως κι είναι κατάλοιπο από παλιές προκαταλήψεις. Όχι. Μια μέρα κατάλαβα πως δεν υπήρχε κανένα μυστήριο. Απλούστατα, οι άνθρωποι αυτοί τα είχαν όλα – δηλαδή πολύ περισσότερα από τα δικά μας –, πλην ένα· κι ίσα-ίσα εκείνο, που σ’ εμάς βέβαια ήταν ένα συν αλλ’ αμετάφραστο, αμετάδοτο, ανεπίδεκτο ερμηνείας, έτσι όπως η λάμψη στα μάτια ή σ’ ένα χαμόγελο. Τόσο ανεπαίσθητο και συνάμα τόσο τεράστιο, που μ’ έκανε τελικά να μην αναγνωρίζω το είδωλο του κόσμου στα έργα της τέχνης τους ή τη θρησκεία του Χριστού στους καθεδρικούς τους ναούς. Αυτά όλα, στον εικοστόν αιώνα, όταν ανάμεσα στους λαούς χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, ύστερα από δυο πολέμους ανθρωποφάγους, στις παραμονές της Πανευρώπης, να τα λέει κανείς μοιάζει παραφροσύνη· μειώνεται όμως η εντύπωση, πιστεύω, και στο τέλος αναποδογυρίζεται, όταν συλλογιστεί πόσο αναχωνεύονται μέσα στην υψηλή θερμοκρασία του παρόντος αυτά τα μέταλλα, για να μην απομείνει παρά μια αίσθηση τόσο ισχυρή, που είναι σα να πρωτοτινάζει τη σπίθα των πραγμάτων. Είναι η αίσθηση αυτή που μου επέτρεψε, χωρίς να γίνω ποτέ ο υπηρέτης του ποιητή μέσα μου, ν’ αντιλαμβάνομαι τη ζωή από τη βαθύτατα ποιητική της άποψη – και αυτό σ’ όλη την έκταση του φυσικού μου είναι.»

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη, ©Iουλίτα Ηλιοπούλου

Θα έχανε έτσι τη σημασία τού να αποκαλέσουμε κάποιον με ανοικτό και ελεύθερο μυαλό «Έλληνα» στο πνεύμα του Γερμανού ποιητή που πίστευε ότι τιμά τον φίλο του λέγοντας: «Είστε πραγματικός Έλληνας!»;

Πιο σημαντικό θα ήταν να τον ή να την διέκρινε ένα πνεύμα ανάλογο με αυτό ενός παιδιού ή ενός ποιητή ή ενός Παναή από το δοκίμιο «Κορίτσια» που ούτε μορφωμένος ούτε φαντασμένος είναι, αλλά πρωτίστως ένας απλός και ειλικρινής άνθρωπος που δεν υπακούει αλλά και δεν ανήκει σε κανέναν. Διότι μέσω μιας τέτοιας αθώας και αδιάβλητης απλοïκότητας ξεδιπλώνεται η νοημοσύνη και η ευφυΐα που είναι ανοιχτή για το ξένο, και όχι μέσω μιας οποιασδήποτε υποτιθέμενης έμφυτης ή επίκτητης ανωτερότητας.

Είναι ο ίδιος ο Ελύτης τόσο απλοïκός;

Τα προκείμενα δοκίμια μπορούν να ερμηνευτούν επίσης ως προσπάθεια του Ελύτη να αποβάλλει τα διάφορα προσωπεία του ποιητή: το προσωπείο του ονειροπόλου στο Πρώτα πρώτα η Ποίηση, του ερωτευμένου στα Κορίτσια, του ξένου στο Πρόσω Ηρέμα και τελικά του ερευνητή στα Δημόσια και τα ιδιωτικά, ώστε να αποκαλύψει απλά και γνήσια το «αισθανόμενο ον», που εντέλει πρέπει να είναι ποιητής για να μεταφέρει σωστά και ειλικρινά την αίσθηση του ονειροπόλου, του ερωτευμένου, του ξένου και του ερευνητή, πλάθοντας καινούργιες φράσεις, λέξεις και αξίες – δημιουργώντας ξανά και ξανά έναν άλλο, άγνωστο Ελύτη.

Διακρίσεις και όρια αναιρούνται δηλαδή μόνο σε μια ποίηση που αποστασιοποιείται από αυτά αλλά και από το ίδιο το είναι της;

Τουλάχιστον έτσι θα ήταν αμελητέα η υποτιθέμενη αποξένωση μεταξύ, για παράδειγμα, του ελληνικού και του γερμανικού τρόπου σκέψης και ζωής, που παρά την κοινή χριστιανική παράδοση και λογοτεχνία εκδηλώνεται στην πεποίθηση πολλών «εκβιομηχανοποιημένων του βορρά» ότι μπορούν να αντικαταστήσουν εαυτόν ή μέρη του με μηχανήματα. Τα αισθήματα, η εμπειρία των αισθήσεων, ο αισθησιασμός και η ειρήνευση που επιφέρει η αφή είναι διαχρονικά κοινό όλων των ανθρώπων· μόνο έτσι δημιουργείται μια πραγματική προσωπική σχέση. Τέτοια ποίηση θα μπορούσε να είναι μια από τις ελάχιστες δυνάμεις ικανές να μετατρέψουν την φτωχή μας εποχή σε μια αιώνια ομορφιά. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν τα δοκίμια αυτά.

Κείμενο: Γιώργης Φωτόπουλος. Επιμέλεια: A. Τσίγκας. Εικονογράφηση: Οδυσσέας Ελύτης/Ιουλίτα Ηλιοπούλου.

Bιογραφικό Σημείωμα: Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Οδυσσέας Αλεπουδέλης, 2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Βραβεύτηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμάται με Νόμπελ. Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, ο Ήλιος ο πρώτος και οι Προσανατολισμοί. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Το γεγονός ότι το έργο του μπορεί να αξιοποιηθεί επιστημονικά, κυρίως μέσω των δοκίμων του δεν αναγνωρίστηκε στις γερμανόφωνες χώρες. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Έργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Πορτρέτου του μεταφραστή Γιώργου Φωτόπουλου

Bιογραφικό Σημείωμα: Γιώργης Φωτόπουλος

Γεννήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε με Master of Arts στη Φιλοσοφία και στις Επιστήμες Επικοινωνίας και Κινηματογράφου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Βερολίνου (1984-1990). Ως παραγωγός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος υλοποίησε από το 1986 πολυάριθμες ταινίες μικρού μήκους και γύρισε την ταινία μεγάλου μήκους «Horch». Ως βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής παραγωγής εργάστηκε κυρίως για ελληνογερμανικές κινηματογραφικές ταινίες, μεταξύ των άλλων για τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο (1988-2008). Δίδαξε και παρέδωσε σεμινάρια για κινηματογράφο στα πανεπιστήμια Humboldt Universität και Ελεύθερο Πανεπιστήμιο καθώς και στη Σχολή Καλών Τεχνών του Βερολίνου (1997-1999). Από το 1991 μεταφράζει ελληνική ποίηση και πεζογραφία στα γερμανικά, μεταξύ των άλλων Οδυσσέα Ελύτη.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου